Το Εκκρεμές

Ο Δημήτρης Τερζής γεννήθηκε το '74 στο Κατάκωλο Ηλείας. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Βρετανικό Συμβούλιο Αθήνας και σήμερα συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά.

Δημήτρης Τερζής

Τι ζητάς πλέον από τη ζωή σου γέρικο σκυλί; Τι ελπίζεις πως θα γίνει; Κάποτε ήσουν δυνατός, ναι, αλλά εκείνη η εποχή είναι πολύ μακριά πια. Ήρθε πλέον το πλήρωμα του χρόνου. Θυμάσαι; Εσύ προκάλεσες το Θάνατο, εσύ αψήφησες τους Νόμους, νόμιζες ότι θα είσαι για πάντα δυνατός. Γελάστηκες, ηλίθιε. Τώρα λοιπόν ήρθε η ώρα της πληρωμής. Ετοιμάσου ...

«Κύριε Σίμσον, να στρώσω το δείπνο στην τραπεζαρία ή θα δειπνήσετε στο τραπεζάκι δίπλα στο τζάκι;»

Πόσες φορές νομίζεις ότι θα δειπνήσεις ακόμα, γερο - ξεκούτη; Ερώτηση για το κοινό. Ο νικητής κερδίζει ένα υπέεεεεεεεροχο ψυγείο, προσφορά του πολυκαταστήματος Χάρος και ΣΙΑ. Απαντήστε τώρα κυρίες και κύριοι. Τώρα που γυρίζει ... Πέντε; όχι Μαίρη, είσαι πολύ μακριά. Δέκα; Τζων, μου φαίνεται πως δεν παρακολουθείς καθημερινά το παιχνίδι μας. Δύο; έπεσες πολύ κοντά. Μίλντρεντ αλλά δεν μπορώ να σου δώσω το ψυγείο. Μα ναι, έχουμε νικητή. Το υπέροχο ψυγείο το κερδίζει ο κύριος Ρίπερ από την Χελ - Τάουν, οδός Μπλακ Ντέβιλ 666. Η σωστή απάντηση ήταν μία φορά. Ο αξιότιμος κύριος Τζέραλντ Σίμσον απόψε θα δειπνήσει για τελευταία φορά στη ζωή του ...

«Δεν θα δειπνήσω απόψε, μις Ρότζερς. Το μεσημεριανό βοδινό μάλλον με πείραξε στο στομάχι. Μπορείτε παρακαλώ να μου φτιάξετε ένα τσάι; Πιστεύω πως είναι αρκετό γι απόψε» .
Μήπως θα 'πρεπε να ειδοποιήσω τον δρ. Κέλλυ, κύριε;»
«Όχι, δεν νομίζω πως θα 'ταν απαραίτητο. Ένα τσάι θα είναι ό,τι πρέπει» .
Η μις Ρότζερς αποχώρησε διακριτικά, και ο κ. Σίμσον έμεινε καρφωμένος στην πολυθρόνα, δίπλα στο τζάκι, του μεγάλου Βικτωριανού σπιτιού. Αν και ήδη είχε περάσει ο μισός Ιούλης, η φωτιά στο τζάκι ήταν για τα καλά φουντωμένη και ο κύριος Σίμσον το ίδιο καλά διπλωμένος με μια μάλλινη κουβέρτα.

Κρυώνεις, έ; Μες στην καρδιά του καλοκαιριού και μου είσαι τυλιγμένος με κουβέρτα. Γιατί άραγε; Δεν πιστεύω να κρυολόγησες; Μήπως έχεις πυρετό; Θεέ μου, συγγνώμη, διάβολε, εσύ βράζεις ... Τς, τς, τς, αν είσαι άρρωστος πώς θα δεχτείς τις μεσονύκτιες επισκέψεις σου; Μήπως θα 'πρεπε να το αναβάλουμε; Ω, Τζέρυ, είσαι κακό παιδί, αυτός θα κάνει τόσο δρόμο για να 'ρθει κι εσύ δεν θα τον δεχτείς; Μα την πίστη μου, αυτό είναι ΠΡΟΣΒΟΛΗ !!! Όχι, Τζέρυ, δε συμφωνώ καθόλου !!! Δεν είναι ευγενικό εκ μέρους σου... Αυτός περίμενε τόσα χρόνια αυτή την επίσκεψη και συ θα την αναβάλεις τελευταία στιγμή; Όχι, δεν ακούω τίποτε ...

«Κύριε Σίμσον; κύριε Σίμσον; είστε καλά; μ' ακούτε;»
«Πώς; Τι; Α... ναι ... ναι μις Ρότζερς, μάλλον αποκοιμήθηκα λιγάκι, δεν είναι τίποτε ...»
«Σας έφερα το τσάι σας. Κύριε Σίμσον, είστε σίγουρα καλά; Μήπως θα 'πρεπε να μείνω απόψε εδώ; Να φωνάξω τον δρ. Κέλυ;»
«Όχι, δεν είναι ανάγκη, αγαπητή μου, είμαι μια χαρά» .
Τα πράσινα μάτια της νεαρής κοπέλας περιεργάστηκαν για λίγο το ογδοντάχρονο πρόσωπο. Πρέπει να ήταν ωραίος άντρας στα νιάτα του σκέφτηκε για πολλοστή φορά μέσα στα τρία χρόνια που ήταν οικιακή βοηθός στο σπίτι του. Θα λυπηθώ πολύ όταν πεθάνει. Είναι καλός άνθρωπος.

Ας μπορούσε να πάρει τα πόδια του και θα έβλεπες πόσο καλός είναι, μικρή ηλίθια. Έτσι δεν είναι Τζέρυ; Για πες μου, πού θα την έπαιρνες; Στο τραπέζι; στον καναπέ; ή μήπως μέσα στο τζάκι για να ζήσετε καλύτερα την κάψα του πάθους;

«Καληνύχτα, κύριε Σίμσον. Δίπλα στο τηλέφωνό σας έχω αφήσει τον αριθμό στο σπίτι μου. Αν χρειαστείτε τίποτα, παρακαλώ τηλεφωνήστε μου, ό,τι ώρα κι αν είναι» .
Δέκα. Το εκκρεμές του τοίχου χτύπησε αργά, βαριά, πένθιμα θα 'λεγε κανείς δέκα φορές. Η απόλυτη σιωπή που επικρατούσε στο σπίτι διακοπτόταν πού και πού απ' το τσιτσίρισμα των ξύλων που καίγονταν.
«Ας γίνει, λοιπόν ...» σκέφτηκε φωναχτά ο κ. Τζέραλντ Σίμσον, συνταξιούχος δικηγόρος από την Αθήνα της Γεωργίας και σύντομα συνταξιούχο πτώμα.
«Δεν μπορώ να πω ότι έζησα μια άγια ζωή. Δεν μπορώ να πω ότι ευεργέτησα κάποιον. Ας γίνει ...»

Μετανιώνεις, Τζέρυ; Α, όχι, μη μου το χαλάς τελευταία στιγμή. Εσύ κανονικά τώρα πρέπει να πάθεις καρδιακή προσβολή από την τρομάρα σου ή τουλάχιστο ένα εγκεφαλικό επεισόδιο - αν έχεις μια σταλιά φιλότιμο κ. Τζέραλντ Σίμσον!!

Το γέρικο χέρι άγγιξε το μεγάλο κινέζικο βάζο πάνω στο τζάκι. Με μεγάλη προσπάθεια το τράβηξε προς το μέρος του. Έπεσε!! Ο θόρυβος της πορσελάνης που έσπαζε ήταν εκκωφαντικός.
«Η μις Ρότζερς θα μαζεύει κομάτια αύριο. Θα δει και τα πούρα ... Διάβολε, δεν κατάφερα να τ' αρπάξω...»

Αλήθεια σε νοιάζει, Τζέρυ; Σκέφτεσαι τι θα πει αυτή η μικρή ηλίθια αύριο που θα δει το βάζο; Μα, αγαπητέ μου, δεν θα είσαι ΕΔΩ για να δεις την αντίδρασή της ... Ξέχασες; Απόψε φεύγεις ταξίδι, ταξίδι μακρινό χωρίς επιστροφή ...

Έντεκα.

Παίζουμε σκάκι, Τζέρυ; Μια ώρα σου έμεινε. Πώς θα ήθελες να την περάσεις; Γιατί κλαις; Μα γιατί σκέφτεσαι τα περασμένα; Ε, σε λίγο ξεκινά κάτι καινούριο ... Χαμογέλα λίγο ... Έτσι μπράβο ... Αν μπορούσες να περπατήσεις θα κάναμε μια βόλτα στο πάρκο. Ϊσως να έκανες έρωτα για τελευταία φορά ... Ίσως να πηγαίναμε για κανένα ποτό στο μπαράκι της γωνίας ... Μπορεί να πηγαίναμε και για μπόουλινγκ ... Χα, χα, χα, ωραίο αστείο ε; Ακου μπόουλινγκ ...

«Πάτερ Ημών ο εν τοις ουρανοίς ...»

Σκατά κι απόσκατα!!! Χίλιοι διάβολοι!!! ΘΕΣ ΝΑ ΜΕ ΣΚΟΤΩΣΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΕ;;;

«... γεννηθήτω το θέλημά σου ...»

ΕΊΣΑΙ ΤΡΕΛΟΣ; ΗΛΙΘΙΕ ΓΕΡΟ, ΗΛΙΘ -

«Αμήν» .
Έντεκα και πενήντα.
«Αυτό το εκκρεμές το είχαμε αγοράσει στο Παρίσι. Εκείνη ακόμα ζούσε. Φτωχή Μαίρη. Πόσο έφταιξα .... Κι εσύ χάθηκες ... Αλλά πάντα μ' αγαπούσες.
»Σκιές, πολλές σκιές, το παρελθόν είναι μια μεγάλη σκιά που την κουβαλάμε μαζί μας. Κι όσο πιο άσχημο είναι, τόσο πιο εβένινο το χρώμα της σκιάς. Σαν νύχτα. Σαν μια βαθιά, ατελείωτη νύχτα ...»
Έντεκα και πενήντα πέντε.
Ήταν τυλιγμένο μ' ένα κατάμαυρο ρούχο που έκρυβε το κεφάλι του, το πρόσωπό του, τη μορφή του, και δεν άφηνε τίποτε να φανεί εκτός από ένα απλωμένο χέρι. Αν δεν ήταν κι αυτό θα ήταν δύσκολο να διακρίνεις τη μορφή του μέσα στη νυχτιά και να το ξεχωρίσεις από τη σκοτεινιά που το περιέβαλλε.
«Ντίκενς, αν το θυμάμαι καλά. Έτσι περιέγραφε το πιο τρομερό από τα φαντάσματα. Λες να είναι το ίδιο που θα επισκεφτεί και μένα;»

Ένας χτύπος, δύο χτύποι, τρεις ...

Δάκρυα, πολλά δάκρυα, δάκρυα συγνώμης, μετάνοιας, θλίψης, θυμού, δάκρυα ανάμεσα στους δώδεκα χτύπους ενός ρολογιού, δάκρυα εβένινα ...

Επτά, οκτώ, εννέα ...

Δάκρυα, δάκρυα, δάκρυα, δάκρυα ...

Δέκα, έντεκα, δώδεκα ...

ΟΥΡΛΙΑΧΤΟ!!!!!!

Δώδεκα.

Ψίθυροι στη νύχτα. Ξύλα που τριζοβολούν ... Η πόρτα άνοιξε αργά ... Μια μεγάλη σκιά σχηματίστηκε στον απέναντι τοίχο ... Ανάλαφρα βήματα ... Ο παχουλός Σιαμέζος γάτος νιαούρισε ναζιάρικα ... Έψαχνε το αφεντικό του, πεινούσε ... Έγλειψε το παγωμένο χέρι ... Κοίταξε με τα χρυσαφένια μάτια του το εκκρεμές ...

Είχε σταματήσει ...