Φαίδων Κυρίμης
εικονογράφηση:
Σπύρος Χ. Καρκαμπούνας
Ο Φαίδων Κυρίμης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη
το 1931, και μένει στα Ιωάννινα. Είναι Νευρολόγος
Ψυχίατρος, έχει διατελέσει Στρατιωτικός Ιατρός
με πολλές διακρίσεις, αποστρατευθείς με το βαθμό
του Ταξιάρχου, Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής,
ιδρυτής του Τμήματος Ψυχολογικών Ερευνών του
Στρατού, αντιπρόσωπος της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ στην
Επιτροπή Βιοϊατρικών Ερευνών.
Έχει δημοσιεύσει
επιστημονικά συγγράμματα, καθώς και μια συλλογή
διηγημάτων με τίτλο Ο Βιασμός της Λουίζας (Αθήνα,
1978).
O Σμήναρχος Βοϊνοβιτς έκλεισε το φάκελλο μόλις τελείωσε το διάβασμα της επίσημης έκθεσης. Μπορούσε τώρα να έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα για τα γεγονότα που είχε μάθει αποσπασματικά, καθώς εξελίσσονταν. Τώρα μπορούσε να εκτιμήσει και τις βαρύτατες συνέπειες αυτής της αδιανόητης τροχιάς που ακολούθησε το γιγαντιαίο διαστημόπλοιο Γενικός Παρατηρητής γύρω από τρίτο πλανήτη του αστέρα Ήλιος.
«Θεέ μου» μονολόγησε χουφτώνοντας τα μάγουλά του με τις παλάμες του, «τι έκανε αυτός ο άνθρωπος!»
Η Αρχισμηνίας Νανέα, η γραμματέας του, ήξερε βέβαια τι είχε γίνει, αλλά δεν είχε τίποτα γι αυτή τη δύσκολη στιγμή του προϊσταμένου της. Το υπερδιαστημόπλοιο Γενικός Παρατηρητής παρακολουθώντας κάποιον πλανήτη Γη άρπαξε μια ομοβροντία από εχθρικό καταδρομικό κι έχασε σχεδόν όλους τους αξωματικούς του. Την διακυβέρνηση ανέλαβε ένας έφεδρος Υποσμηναγός, χωρίς να ζητήσει βοήθεια από τον διαστημικό στόλο που βρισκόταν κοντά. Το αποτέλεσμα ήταν να περάσει ξυστά από τον πλανήτη διακινδυνεύοντας ή να καταστρέψει ένα μεγάλο μέρος του ή και να καταστραφεί το ίδιο. Τελικά δεν έγινε τίποτε από τα δύο. Τι ήταν λοιπόν αυτό που είχε στεναχωρήσει τόσο πολύ τον Σμήναρχο Βοϊνοβιτς;
«Θα παραπεμφθεί τώρα στο Δικαστήριο
Διαστημικών Πτήσεων;» τόλμησε να ρωτήσει η
γραμματέας.
Κολλημένος ακόμη στις σκέψεις του ο Βοϊνοβιτς
γύρισε και την κοίταξε. Του φάνηκε σαν να του
μιλούσε για κάτι άσχετο.
«Ποιος θα παραπεμφθεί στο Δικαστήριο;»
«Λέω για τον έφεδρο Υποσμηναγό, κύριε Σμήναρχε».
Μπήκε στο κανάλι της σκέψης της. Εκείνη δεν
μπορούσε να υποψιαστεί το αποτέλεσμα. Έβλεπε
μόνο τον υπεύθυνο. Μια λάβα οργής ανέβηκε από τον
κρατήρα της ψυχής του.
«Πού είναι αυτός;» φώναξε, ενώ από χλωμός γινόταν
κατακόκκινος.
«Περιμένει έξω» είπε η Νανέα.
«Πώς είπατε πως τον λένε;»
«Υποσμηναγός Φατσιαμπρούτα, κύριε Σμήναρχε».
Έδωσε διαταγή να τον φέρουν μέσα.
Μπήκε, χαιρέτισε και στάθηκε με άψογη
στρατιωτική τυπικότητα. Από το πόδι μέχρι το
λαιμό ήταν σαν να μην υπήρχε αυτός, αλλά μόνο μια
τυπική στολή πόλεως αξιωματικού διαστημοπλοίων.
Όμως το κεφάλι, και ιδιαίτερα το πρόσωπο,
συγκέντρωνε όλη την ύπαρξη του Φατσιαμπρούτα.
Τετράγωνο με αποστρογγυλεμένες τις γωνίες και
καδραρισμένο από πάνω με πυκνό μαύρο μαλλί και
γύρω γύρω από τετραγωνισμένο μαύρο μούσι εκτός
από δυο πόντους καλοξυρισμένο δέρμα αντίστοιχα
με το μέσο των αυτιών. Φορούσε γυαλιά με χοντρό
μαύρο σκελετό και πίσω από αυτά διακρίνονταν
μάτια, που λες κι ήθελαν να λάμψουν γεμάτα
αποφασιστικότητα, ωστόσο παρέμεναν μάλλον χαζά.
Όλο το ύφος του προσώπου προσπαθούσε να
συνταιριαστεί μ' αυτά τα μάτια.
Ένας μπούφος, που προσπαθεί να ανακαλύψει το ύφος
του λιονταριού, σκέφτηκε απροσδόκητα ο Σμήναρχος
Βοϊνοβιτς παρακινημένος απ' αυτό το πρόσωπο. Η
σκέψη αυτή έβαλε κάποιο χαλινάρι στην οργή του.
«Γιατί τό 'κανες αυτό μωρέ; Γιατί τό
'κανες;» φώναξε.
«Λαμβάνω την τιμή να...» ξεκίνησε ο Υποσμηναγός.
«Ασε τις τιμές ... Πώς σού 'ρθε στο μυαλό να το
κάνεις; Πώς;»
Ο Φατσιαμπρούτα με πιο έντονο το ύφος του μπούφου
- λιονταριού άρχισε να απολογείται. «Μια
ομοβροντία από έξι πυροβόλα του πρωραίου
πυργίσκου του εχθρικού καταδρομικού με
αυτοαποδιαμετρούμενα βλήματα των οκτώ κόμμα
έξι- »
« Σκότωσε τους αξιωματικούς, που είχαν
συγκέντρωση στο καρέ των αξιωματικών» τον έκοψε
ο Σμήναρχος. « Τα ξέρω αυτά ... Τα
αυτοαποδιαμετρούμενα βλήματα σε μαράνανε ... Τα
άλλα να μου πεις, τα δικά σου» .
«Έμεινα ο αρχαιότερος αξιωματικός στο σκάφος,
κύριε Σμήναρχε ...»
«Και πήρες, λοιπόν, ένα σκάφος οχτακόσια μέτρα
μακρύ με κινητήρες υπεριώδους ακτινοβολίας και
αντιδρ-» Έκοψε την κουβέντα του. Τα παραπέρα από
τις υπεριώδεις ακτινοβολίες ήταν σε γνώση λίγων.
Αρκούσαν όμως και οι υπεριώδεις ακτινοβολίες για
ό,τι έγινε.
«Επτακόσια ενενήντα τέσσερα, κύριε Σμήναρχε»
βρήκε την ευκαιρία να ακριβολογήσει
χρησιμοποιώντας περισσσότερο την υπόσταση του
μπούφου ο Φατσιαμπρούτα.
Ο Σμήναρχος άναψε. «Γι αυτό μωρέ το πήρες
αυτό το θηρίο στα χέρια σου; Γιατί έλειπαν έξι
μέτρα από τα οχτακόσια; Μ' έναν ολόκληρο στόλο σε
απόσταση διακτινίσεως και να μη ζητάς βοήθεια; Να
σου διακτινίσουν όχι έναν - δέκα κυβερνήτες να
σου διακτινίσουν. Όχι που πήρες το θηρίο του
Γαλαξία κι άρχισες τις βόλτες ξυστά με τον
κατοικημένο πλανήτη...»
«Εγώ έκανα όλους τους κατάλληλους χειρισμούς,
κύριε Σμήναρχε. Δεν έπρεπε ν' ακολουθήσει αυτή
την πορεία το σκάφος».
«Βρε ανθυποπιλότε του κερατά, πού ξέρεις εσύ από
χειρισμούς ακτινοχημικού σκάφους;»
Ο Υποσμηναγός επιστράτευσε την πλευρά
του λιονταριού. «Είμαι Υποσμηναγός, κύριε
Σμήναρχε, και δεν είμαι κερατάς...»
«Είσαι έφεδρος Υποσμηναγός και δεν είπα εσένα
κερατά, κύριε Φικαμπρούτα» ούρλιαξε ο Βοϊνοβιτς.
«Φατσιαμπρούτα» διόρθωσε ο Υποσμηναγός.
«Πού έμαθες, Υποσμηναγέ, να χειρίζεσαι
ακτινοχημικούς κινητήρες;»
«Κοιτάξτε ... στη σχολή ... εμάς...» προσπάθησε να
αρθρώσει κάτι.
Πού να ξέρει ο έρημος, σκέφτηκε τώρα
κάπως πιο ήρεμος ο Σμήναρχος, ότι σε απόσταση 4.6
ελαχίστων ημιδιαμέτρων του πλανήτη το σκάφος
ήθελε ανάστροφο χειρισμό. Και να τόξερε, θα
μπορούσε να βρει την ελάχιστη ημιδιάμετρο του
πλανήτη;
«Ξέρεις να βρίσκεις την ημιδιάμετρο ενός πλανήτη
με τα όργανα του σκάφους» ρώτησε τώρα.
«Οι κομπιούτερ το κάνουν αυτό...»
«Και ξέρεις να το ζητήσεις από τους κομπιούτερ;»
«Ο κυβερνήτης και οι πλοηγοί μόνο ξέρουν » έκανε
με φωνή που έβγαινε από ξεραμένο λαρύγγι.
Ο Σμήναρχος Βοϊνοβιτς είχε πια δώσει διέξοδο στην οργή του. Ξαναγύριζε η θλίψη του. Οι ακτινοβολίες Ταυ ... Πού να χωρέσουν μέσα στην αφέλεια αυτού του παιδιού τα τρομακτικά αποτελέσματα της ακτινοβολίας Ταυ, που εξέπεμπαν οι μηχανές του Γενικού Παρατηρητή έξω από το σκάφος; Πού να ξέρει ότι για κάποιους από τους κατοίκους του διαστήματος αυτές οι ακτινοβολίες θα μπορούσαν να αποδειχτούν μοιραίες...
«Ξέρεις, παιδί μου, τι έκανες;» ρώτησε με
πατρικό τόνο αυτή τη φορά.
«Έκανα μια σοβαρή παράβαση του κανονισμού, κύριε
Σμήναρχε. Ευτυχώς όμως μούκοψε κι έβαλα τον
αυτόματο πιλότο την τελευταία στιγμή και το
σκάφος σώθηκε...
«Κι αν δεν τον έβαζες εσύ, οι αυτοματισμοί θα
έμπαιναν σ' ενέργεια λίγα δευτερόλεπτα
αργότερα, όταν το σκάφος θα είχε πλησιάσει τον
πλανήτη Γη λίγο ακόμη. Αλλο είναι το θέμα,
Υποσμηναγέ Φικαμπρούτα» .
«Φατσιαμπρούτα, κύριε Σμήναρχε » .
«Αλλο είναι το θέμα, Υποσμηναγέ. Έκαψες τους
κατοίκους μιας ολόκληρης ηπείρου...»
«Τους έκαψα;»
«Για την ακρίβεια τους καβούρντισες. Τους έκανες
μαύρους. Κι όχι μόνο τους έκανες μαύρους, άλλαξες
οριστικά τα γονίδιά τους. Για χιλιάδες γενιές θα
είναι πάντα μαύροι. Το φαντάζεσαι; Ανθρωποι
μαύροι... Φαντάζεσαι τη θέση τους ανάμεσα στους
άλλους ανθρώπους;»
Ωστόσο ο Φατσιαμπρούτα πήρε βαθιά ανάσα.
«Τουλάχιστον δεν τους έκαψα πραγματικά...»
Τι να του πει τώρα ο Βοϊνοβιτς; Τι θα καταλάβαινε
αν του μιλούσε για την έννοια των φυλετικών
διακρίσεων, που είχε προκύψει από την
επεξεργασία των δεδομένων από τους κομπιούτερς
του Γενικού Παρατηρητή;
«Πήγαινε...» είπε μονάχα. Το Δικαστήριο Διαστημικών Πτήσεων ήταν αρμόδιο από 'δω και πέρα. «Πώς είναι το μικρό σου όνομα, Υποσμηναγέ;» ρώτησε, καθώς ο νεαρός δρασκέλιζε με βήμα προς τα πίσω την πόρτα.
«Φαέθων, κύριε Σμήναρχε».
«Πήγαινε στο καλό, Φαέθων, παιδί μου».