Σίγουρη Δουλειά

Joe Haldeman
Job Security (1992)
Μετάφραση: Γιώργος Γούλας

Η πρώτη ήτανε κάπου τέσερα χρόνια πριν, πες τεσσεράμισυ.Τη θυμάμαι γιατί ήτανε τότε που έκλεινα δεκαπέντε χρόνια σκουπίζοντας εκείνα τα παλιά αστεροσκοπεία, στα μισά για την πλήρη σύνταξη.

Χάσανε ένα αστέρι, μεγάλη ζημιά, ένα από το ένα τετράκις εκατομμύριο. Πάντως ήταν από τα μεγάλα, Αλφάλφα ή κάτι τέτοιο. Mου φαίνεται είχε ισπανικό όνομα, τρεις από δαύτους κατεβήκανε στη Νότια Αμερική να το βρούνε, να ψάξουν εκεί που δεν ήτανε πια.

Ύστερ' από δυο χρόνια χάνουν άλλο ένα κι ο κόσμος όλος σηκώνεται στο πόδι, αν κι εκείνο δεν το 'βλεπες ούτε με τηλεσκόπιο. Aλλα δυο χρόνια και πάει κι άλλο ένα, ακόμα πιο αμυδρό, αλλά τούτη τη φορά ξέρουνε πού να κοιτάξουν. Το επόμενο το περιμένανε σ' έξη μήνες, αλλά την ημέρα, κι έτσι κινάμε για το Παρίσι που θα 'ναι νύχτα με το γερο-Μέρτον και καναδυό άλλους. Aτιμη δουλειά.
Τούτος ο Σείριος με ταρακούνησε πάντως, τόσα χρόνια τον έβλεπα όλο το χειμώνα. Ο χειμώνας είναι γρια πουτάνα στο βουνό, κίνηση με τέσσερις τροχούς πάνω στο χιόνι και τ' αστεροσκοπεία να μην έχουνε θέρμανση ποτέ, ένας τους πήγε να μου εξηγήσει γιατί, αλλά την επιστήμη δεν την πιάνω.

Τα 'χαν υπολογίσει στο λεφτό πότε θα χανότανε, κι έτσι τυλίχτηκα μ' ότι είχα και βγήκα έξω και κοίταγα. Το φωτεινότερο αστέρι τ' ουρανού, πώς να μη το δεις. Κι ύστερα πουφ, τίποτα. Να εξηγούμαι, δεν έκανε κανένα μπουμ ή τίποτα τέτοιο, απλώς έσβησε.
Ίσως είναι που μόλις έχασα ένα δόντι, το πρώτο, που μ' έκανε να νιώσω λιγάκι σα γέρος, δηλαδή να σκέφτομαι διάφορα. Είδα εκείνο το Σείριο να χάνεται και μου τη βάρεσε. Δε με παραξενεύει που όλοι τούτοι οι μάγκες είναι έτσι ανήσυχοι. Τι γίνεται έτσι και σβήσουν όλα; Χάνουνε τις δουλειές τους. Κι άμα τις χάσουν εκείνοι τη χάνω κι εγώ.

Ξέρω πως δε με παίρνει να τους ενοχλώ όταν δουλεύουν, αλλά έμεινα τη μισή νύχτα ξάγρυπνος με τέτοιες σκέψεις. Δε λέω άμα ξέρεις να κουνάς μια σκούπα βρίσκεις δουλειά, ό,τι δουλειά να 'ναι, αλλά να ξεκινήσω στα σαρανταδύο από την αρχή δε μου καλοφαίνεται.

Όπως και να 'ναι κατά τις έξη κατέβηκα στο μικρό θόλο γιατί ήξερα ότι σχόλαγε ο δόκτωρ Τζέικ, καθηγητής κι αυτός αλλά τα πάμε καλά. Μου 'πε θα 'μενε ως τ' απόγεμα, αλλά έκατσε να πιούμε έναν καφέ και τον ρώτησα αν ανησυχούσε. Στην αρχή δεν το 'πιασε. Ανησυχούσε, δηλαδή, αλλά όχι γι αυτό. Ανησυχούσε που δε βγάνανε συμπέρασμα γιατί γινόνταν όλα αυτά.

Αλλά για να μη βρίσκανε αστέρια να κοιτάνε δεν υπήρχε θέμα, δε θα χάναμε πάνω από καμιά εικοσαριά ίσαμε να πεθάνουμε, άμα τα 'χανε λογαριάσει καλά με τις αποστάσεις κι όλα αυτά. Εκείνη η ταχύτητα του φωτός πάντα με μπέρδευε. Αλλά κι αν όλα σβήνανε, είπε, θα μέναμε στ' αστεροσκοπεία ψάχνοντας να δούμε τι απόμεινε. Ύστερα είπε φαινόμουνα κουρασμένος και μήπως αυτός ο φόβος με κράταγε ξάγρυπνο και το παραδέχτηκα. Οπότε είπε γάμα το πρωινό καθάρισμα, έτσι κι αλλιώς όλοι θα δουλεύανε και δε θέλανε κανένα πάνω από το κεφάλι τους, τράβα πίσω στην καμπίνα σου και ρίξε κανα ροχαλητό.

Έτσι είναι που λέτε αυτή η δουλειά, πολύ λάσκα. Κοιμήθηκα σαν κούτσουρο.