Ο
Σημείωση: Αυτό το διήγημα οφείλει κάτι στη Λυν
Χιούζ (καθηγήτρια Αγγλικών), που μας έφερε για
συζήτηση ένα άρθρο των Times με κάτι φωτογραφίες
ταλαίπωρων πειραματόζωων από τα εργαστήρια της
L'OREAL και μας είπε να γράψουμε κάτι σχετικό -
στον Αγγελο Μαστοράκη που είδε την έκθεση
μεταφρασμένη στα ελληνικά και έκανε μια
σημαντική παρατήρηση - και στον Σπύρο Φέγγο που
επεσήμανε κάποιες από τις ατέλειες.
Γιώργος Γούλας
1
ΧΛΩΜΟ ΤΟ ΔΕΡΜΑ σε οστεώδες πρόσωπο, μακριά μαλλιά
ανοιχτόχρωμα, το βλέμμα εκείνου που δεν ανήκει.
Χαλαρά κρατά του ποτηριού το πόδι με το δεξί, τ'
αριστερό στον οριζόντιο μηρό της αναπαύεται.
Μακρυά δάχτυλα. Πουθενά ορατό μακιγιάζ ή
καλλωπιστική επέμβαση, γενικώς. Σε αραιούς
χρόνους σηκώνει το ποτήρι ως τα χείλη της και
ρουφά μια πορτοκαλόχρωμη γουλιά, ακριβώς. Το
βλέμμα της παραμένει κατά προτίμηση στις σειρές
μπουκαλιών πίσω απ' το μπαρ. Κάπου κάπου
ταξιδεύει ως τα μισά του αριστερού τοίχου. Όταν
το κάνει αυτό είμαι στην άκρη του ματιού της.
Ο Τζώννυ ο Μαυρογένης, ο μπάρμαν, με ξέρει και
καταλαβαίνει το νεύμα μου. Ακουμπάει δυο ποτήρια
στο μπαρ και με κοιτάει. Σηκώνομαι και πλησιάζω:
ένα δικό μου, με φωσφορίζοντα παγάκια κι ένα δικό
της, με επάργυρο πόδι. Σαν τόχω στο χέρι μου
μυρίζω διακριτικά: σκέτο, χωρίς αλκοόλ. Πάω δίπλα
της. «Θαυμάσια εικόνα κι είναι κρίμα να χαθεί,
θέλω να την κρατήσω μισή ωρίτσα ακόμη» ή κάτι εξ
ίσου ανόητο. Λοξή ματιά, ανέκφραστη «Θα έφευγα,
τελειώνω το χυμό μου».
Αλλάζω ποτήρια «Έχει κάμποσο ακόμη» χαμογελάω.
Ακουμπάει στο γεμάτο ποτήρι ένα βλέμμα "τίποτα
καλύτερο να κάνω" κι ύστερα "ω, Θεέ μου,
τίποτα καλύτερο". Κι είν' αρκετό. Μένει.
2
ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΝΥΧΤΑ, δεν μου αντιστέκεται, μονάχα
φαίνεται το δολοφονικό φεγγάρι κρατά μακριά μου
ένα κομμάτι της κι ο φόβος των σκοτεινών δρόμων
δεν την αγγίζει, αντίθετα με μένα, κι η αγκαλιά
της είναι ζεστή και συνάμα μετρημένη. Αργότερα
σπίτι μου ομολογεί τ' αόρατα γένια μου δύσκολα
στα χείλη στο στήθος στο δέρμα της αντέχει.
Αδυνατώ να δω πάνω της τα κεντήματα που μου
περιγράφει. Σχεδόν νιώθω οργή μα δεν το δείχνω. Με
προσοχή εγκλωβίζω τους ώμους της με τόνα χέρι,
έτοιμος ν' ακούσω κραυγή οδύνης, που ευτυχώς δεν
έρχεται. «Μα τί γυναίκα είσ' εσύ;»
ορνιθοσκαλίζουν ακατανόητα τα χείλη μου στ'
αυτί της.
Καθόμαστ' έτσι
ώρα πολλή.
Ύστερα: «Δεν είμαι....» παύση που γυρεύει τις
λέξεις «δεν είμαι» σχεδόν με ψίθυρο «συνηθισμένη
γυναίκα,Αλεξ».
«Ως εδώ κι εγώ καταλαβαίνω» τα χείλη μου
αναπαύονται σε ζεστό χνούδι.
Η αφή της πρέπει να διαβάζει το χαμόγελό μου.
Η ψυχραιμία μου τη δυσκολεύει. Προωθώ τη
συζήτηση: «Για πες μου, τι συμβαίνει;»
Λέει, «Εχεις ....»
STOP!
Τι `ναι της γυναίκας που κρατά αιχμάλωτο το βλέμμα, σε προκαλεί να μελετήσεις, να νιώσεις, ν' αγγίξεις ... Όχι το άψογο στα χαρακτηριστικά, όχι η τέλεια καμπυλότητα στα περιγράμματα. Όχι μνημονεύσιμες χροιές και σχήματα, αλλά λεπτομέρειες φωτοσκιάσεων, μικροκαμπύλες απίστευτες - σχεδόν απρόσμενες - που ο νους δεν τις κρατάει για πολύ, και σου είναι αδύνατο να περιγράψεις, που εν μέρει μονάχα κάτι πολύ πετυχημένες (χάρις στην Τέχνη ή την Τύχη) φωτογραφίες αποτυπώνουν κάπου κάπου.ACTION
«έχεις γνωρίσει ποτέ σου ανδροειδές;»
Με βρίσκει με μισάνοιχτο το στόμα, που μένει για
λίγο έτσι.
«Εννοείς ....» Παρατηρώ τη ζωντανή θημωνιά των
μαλλιών, το καθαρό δέρμα, λείο, απαλό κι αυτόφωτο,
τους μαλακούς στρογγυλούς ώμους με τις
μικροκαμπύλες τους και με τα όλα τους, τη ζωική
της θερμότητα .... Νιώθει την αντίδρασή μου κι
αποτραβιέται (πλάτη) στην πέρα γωνιά του
κρεβατιού. Ντρέπομαι κι ήσυχα την προσεγγίζω και
την τυλίγω μες στα χέρια μου, μ' επιμέλεια
αποφεύγοντας ν' αγγίξω τα ευπαθή. Σιωπηλά δάκρυα
κατηφορίζουν τα πυρωμένα μάγουλα, προσπερνούν τη
διεσταλμένη μυτούλα, γλιστρούν δίπλα απ' τις
άκρες των χειλιών, επιβραδύνονται στην τελευταία
καμπύλη πριν το πηγούνι. Φιλάω αυτό το πηγούνι:
Αδιαμφισβήτητη γεύση δακρύων.
«Μπορείς και κλαις, πάντως....» λέω.
«Πώς αλλοιώς θα δοκίμαζαν τη μάσκαρά τους;»
«Ορίστε;»
Κι έτσι αβίαστα μου ξετυλίγει την ιστορία.
Για ξυρισμένα, ταλαίπωρα ποντίκια, κουνελάκια,
για ινδικά χοιρίδια και Εταιρείες Προστασίας
Ζώων. Για ανδροειδή που τα αντικατέστησαν όλα
αυτά στη δεκαετία του είκοσι, πριν απαγορευτούν
τα γενετικά πειράματα, προς όφελος κάθε είδους
βελτιωτικών μικροτσίπ. Κι οι νέοι δοκιμαστές
έπρεπε να νιώθουν για να κάνουν σωστά τη
δουλειά τους, και να παρα-νιώθουν μάλιστα για να
την κάνουν ακόμα καλύτερα. Αυτή η λεπτομέρεια
ήτανε κάτι σα μυστικό μεταξύ των εταιρειών.
Ενοχλήσεις απίθανες, αλλεργικές αντιδράσεις
αφάνταστες, παρενέργειες που δεν τις βάζει ο
νους, όλα η Λώρη θα τα 'νιωθε, όσο πιο έντονα
γινότανε. Και κάθε λίγους μήνες αλλάζανε μεγάλα
κομμάτια από το δέρμα της καθότι οι συνεχείς
πόνοι το μουδιάζανε και το κάνανε άχρηστο.
3
«ΣΕ ΦΤΙΑΞΑΝΕ για το εργαστήριο» λέω. «Πώς και δεν
είσ' εκεί;»
Στρίβει το βλέμμα της στο πλάι «Πριν από χρόνια, η
Κυβέρνηση μας εξίσωσε νομικά με τους
ανθρώπους-εργαζομένους - εξάωρο, πενθήμερο,
βασικό μισθό....» σκύβει και χάνεται μες στα
μαλλιά της «υπό τον όρο ότι δεν μπορούμε να
δουλέψουμε αλλού, μόνο στα εργαστήρια που
ανήκουμε.»
«Μα .... μα για τ' όνομα του Θεού, δε σηκώνεσαι να
φύγεις;»
Θλίψη.
«Λοιπόν;»
«Μην είσ' ανόητος. Δεν το σκεφτήκανε, λες;
«Τί έχουνε κάνει;»
«Ο εγκέφαλός μου είναι συνδεδεμένος με τον
Έλεγχο της Ένωσης Πολυεθνικών, εδώ, στη Νέα Υόρκη.
Αμα τύχει και δεν είμαι στο εργαστήριο στην ώρα
μου θα τηλεπέμψουν κατευθείαν σ' όλα τα νευρικά
μου κέντρα υψίσυχνο πόνο ευρέως φάσματος, επ'
αόριστο. Μου το 'χουν κάνει δοκιμαστικά, για
πέντε δευτερόλεπτα. Δεν αντέχεται.»
Δύσκολο να κρύψω την έκπληξή μου - Δουλεύω στον
ΕΕΠ!
Απομένω σιωπηλός. Η Λώρη μένει και κείνη ακίνητη,
στον ώμο μου γερμένη.
«Πες μου τον κωδικό σου;» Η φωνή μου βραχνή και
ξένη.
Αναδεύεται «τί σημασία έχει ο κωδικός μου;»
ενοχλημένη.
«Ξέρεις.... δουλεύω στον Ελεγχο Ενωσης
Πολυεθνικών» λέω.
Απίστευτο, λέει, στην αρχή. Ύστερα, με ακούω να
υπόσχομαι να σβήσω το αρχείο της στις βάσεις του
Ελέγχου, να μείνει ελεύθερη.
Απίστευτο, λέει, και αυτό. Είμαι αθέλητος
χορευτής τανγκό μέσα σε όνειρο. Η Κυριακή
έρχεται, ξημερώνει, βραδυάζει, φεύγει, η καημένη η
Λώρη να κλαίει στην αγκαλιά μου αδιάκοπα από
ευτυχία και προσμονή. Έρωτας απύθμενος, σιωπηλές
υποσχέσεις αυταπάρνησης, υγροί ωκεανοί
ανακούφισης με κοιτάζουν και με κοιτάζουν. Η
Δευτέρα ξημερώνει. Χωρίζουμε μ' ένα φιλί.
Υπόσχομαι ξανά. Κι άλλα δάκρυα.
Τούτο τ' απόγεμα θα 'μαστ' ελεύθεροι ν'
ανήκουμε για πάντα ο ένας στον άλλον, ή κάπως
έτσι.
4
ΚΡΑΤΗΣΑ ΤΟ ΛΟΓΟ μου. Είναι ελεύθερη τώρα, είναι
βράδυ κι είμαστε στο κρεβάτι, εγώ ανάσκελα,
γυμνός, αυτή σκυμμένη πάνω μου και κάτι κάνει.
Πονάω μα δε μπορώ ν' αντισταθώ. Η παχειά,
ανάγλυφη κουρτίνα των μαλλιών της κρύβει το
πρόσωπό της και δεν μπορώ να το δω. Είναι στις
προθέσεις μου σε πρώτη ευκαιρία να παρακάμψω τα
πετάσματα που με τέχνη ανάμεσά μας κρατά και να
συναντήσω το βλέμμα της, μα το κεφάλι της μένει
πεισματικά σκυμμένο, κι η μορφή της μετέωρη,
σιωπηλή (η αναπνοή της κάπως βαριά, σταθερή κι η
μυρωδιά που αποπνέει της προσμονής).
Έχει ξυρίσει έναν άτεχνο κύκλο στο στήθος μου κι
άπλωσε πάνω στον κύκλο μια αλοιφή που 'βγαλε
απόνα κουτάκι. Μένει ακίνητη και περιμένει κι η
αλοιφή με καίει και με καίει και με καίει. Μου
'ρχεται να φωνάξω, να διαμαρτυρηθώ, να κλάψω...
Όμως δεν αντιδρώ, απομένω ακίνητος, μάτια
βουρκωμένα από τον πόνο καρφωμένα στο θολό βέλο
των μαλλιών, χέρια και πόδια σφιχτοδεμένα στα
ποδάρια του κρεβατιού. Με νάυλον σχοινί που
πρέπει να το είχε στην τσάντα της. Μακριά δάχτυλα
γλυστράνε στο κουτάκι και ξαναβγαίνουν
κουβαλώντας ένα βουναλάκι από ζελατίνη. Το
απλώνουν στον ξυρισμένο κύκλο και μένουν
μετέωρα, διστακτικά. Με φοβερή, αργή
αποφασιστικότητα ξαναγυρνάνε στο κουτάκι και
χώνονται βαθθθθθθθειάαααα...
Τα δδδδακρυσμμέννννα μμμμάτ-τ-τιαμου
δδδδιακρρρίνουν τον αχχχχχχχχχχχνό
που υψώωωωωωωωνεται από τον πασαλειμμένο κύκλο.
Λέω θα δω τη φφφλλόγα όπου νάναι.
Κ-κ-κ-κ-κ-κ-
καίει και ποννάειιιιιιιιι
κ-κ-κ-κ-κ-κ-κ-κ-κ-κ-κ-κ-κ-
ν-ν-ν-ν-ν-ν-ν Αει!
κ-κ-κ-κ-κ-κ-κ-κ-κ-ν-ν-ν-ν-ν-ν!
κ-κ-κ-κ-κ-κ-κ-π-ν!
κ-κ-κ-κ-κ-κ- πφφ/κ- κ-κ-κ-κ-κ-κ-
κ-κ-κ-κ- πφφφφ/τττ/σσσ/ν- κ-π-ννννννν! ΠΦ /ΚΤ
κ-κ-κ-κ- τσ/μπρ/τ-τ-τ-τ/τθ καίιιειιιι- πφ/ξξξ
κ-π-ν-κ-π-ν! γκτιθ/μπτιθ/τ-τ-τ/τιθ κ-κ- πφ/ξ/πφ/ξ/
κπν-κπνν/κπν! κπτ/κπτ/κπτ κ-κ/κ-κ/κ-κ/πφτ/ξτ
φλας-μπακ:
Εξάντληση · Τα πόδια μου ασήκωτα από τις αρβύλες, που έχουν ανάψει μες στην κάψα · Σκέφτομαι: Πόσα χρόνια - πόσους αιώνες πολεμικές μηχανές κι εξαρτήματα μπαγια-τεύουν αναπόφευκτα και καταφεύγουν στα μουσεία και στα παλαιοπωλεία · Εκτός από τη βρωμοαιώνια αρβύλα και το σκαταπυρόβλητο κράνος, εμβλήματα της μάζας που σπουδάζει υποταγή · Τα εξουθενωμένα άτομα που λουφάζουν κι αποτραβιούνται βαθειά προς το ασυνείδητο κάτω από τον εκκωφαντικό ρυθμό της μελετημένης στρατιωτικής ανοησίας έχουν από καιρό παραδώσει τον έλεγχο των νευρικών κέντρων σε μια χούφτα μονάχα υπάκουα φαιά κύτταρα · Η «φρουρά» έχει παρουσιαστεί κανονική προβλεπόμενη και πανέτοιμη και πάει τώρα για το θάλαμό της, όπου θά 'ναι λέει ντυμένη, ξύπνια κι αρβυλωμένη ως το εγερτήριο της επαύριον · Βήμα το βήμα μες στην κάψα να μουδιάζεις κι ούτε μισό ψευτοχαμόγελο να μη μπορείς να σχηματίσεις · Τώρα μπαίνω στο θάλαμο μ' όλους τους άλλους τους χαμένους και μετρώ με το ρολόι τι ώρα, τι λεπτά μου μένουν να πέσω (παράνομα) με τις κάλτσες και να φρεσκάρω λίγο την αντοχή μου · Κι όταν η ώρα, τα λεπτά, είναι λίγα κι η εξάντληση μεγάλη συχνά συμβαίνει όλοι οι διαόλοι που 'ναι μες στο κεφάλι μου στριμωγμένοι να βρίσκουνε τη στιγμή πρεπούμενη και πέφτουνε χείμαρρος ασυγκράτητος καταπάνω στο μυαλό μου, μην περιμένοντάς το να παραδοθεί στον ύπνο πρώτα · Κι έτσι τελειώνει ο χρόνος κι ακόμα στριφογυρνώ και μέσα μου βράζω και με βρίζω · Με τα πολλά κι εγώ, αφού μέτρησα στάνες πρόβατα κι είπα πατερημούς ο νους δε βάζει πόσους, εμηχανεύτηκα να τηνε φέρω σε κείνους τους τριβόλους στερώντας τους την ενέργεια και το χωροχρόνο δράσης · Έπιανα κι έβανα τα δυνατά μου να γεννάω μέσα μου ακατανόητα συμπλέγματα συμφώνων με όσο μεγάλη ταχύτητα μπορούσα · Αμα τύχαινε και πήγαιναν εκείνα τα τυχαία συμπλέγματα να πιάσουνε κάποιο ρυθμό ή κάποιο νόημα οι τριβελοσκέψεις καβάλαγαν απάνω θριαμβευτικά αλαλάζοντας αϋπνία · Σαν όμως κατάφερνα να δουλέψω κάμποσα λεπτά το τυχαιοβόλο της ασυναρτησίας όλο το μυαλό μου μούδια-ζε και όλοι, διαόλοι, τριβόλοι ταχυβόλοι κι εγώ μαζί χάναμε τον ξύπνιο και βρίσκαμε το ύπνο · Βοηθειά μας. . .
| κχ-π-τθ-τ ρτ-ντ-κτ- πππτθ- κρρρ-μμκ- γρν κλπκλπκλ |
ΧάνωτηΛώρηκαβάλαγυ μνήαφωσιωμένοςσεκυκ εώνεςεκκωφαντικώνσυμ φώνωντοστήθοςμουκαίε ικαίεικαιπονάειμαδεναφή νωτονπόνοναεγκαθιδρύ σειαντιπρόσωποσταγενι κότεραεγκεφαλικάμουχω ράφιακατακλυζωτυχόνπα ρεισφρύονταΚΚΠΝμεκου βάδεςβαρέλιαβυτίααπεγν ωσμένεςσυμφωνοθάλασσ εςδιατηρώνταςέτσιαπασχο λημένοτοπροσωπικότηςΥ πηρεσίαςΚαταγραφήςΕρε θισμάτωνώσπου |
το βουητό απλώνεται κι ορμάει και παραπέρα κι
έρχεται ώρα που το μυαλό μου γίνεται αντηχείο κι
οι αισθήσεις μου μουδιάζουν και δεν είναι πιά
πόνος και κορίτσι κι ούτε κι εγώ ο ίδιος είμαι κι
ούτε όνειρα και τίποτα για ώρα που δεν ξέρω πόση.
ν
ν
ν
ν
ν
ν
ν
ννν
ννννννννν
ννννννννννννννννν
νννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννν................
ννννβνννβουηννννντό
με κρατάει με σηκώνει και με πάει. Ανοίγω τα
βλέφαρα, κι αργά αργά, μέσ' απ' ομίχλη γύρω μου
κατακάθεται και στερεοποιείται η κρεβατοκάμαρά
μου.
Ο σπάγγος που μ' έδενε κομμένος. Μια υγρή
διπλωμένη πετσέτα βαραίνει το στήθος μου. Ησυχία.
Ανασηκώνομαι στον αγκώνα μου και πετάω πέρα την
πετσέτα. Λίγος ο πόνος μα υπαρκτός στο ξέφωτο του
στήθους μου. Στο κεφάλι μου φουρτούνες σταματούν
σε βράχια θεώρατα, αιωνόβια κι από βαθιά
διαχέονται βαθύφωνες καμπάνες. Πάω πέρα δώθε στο
σπίτι και προξενώ απτούς θορύβους, βυθίζοντας
τις φουρτουνιασμένες καμπάνες στα υπόγεια της
συνείδησης. Παρεπιπτόντως, είναι πρωί κι ώρα να
πάω για δουλειά.
5
ΤΟ ΤΑΛΑΙΠΩΡΗΜΕΝΟ κομμάτι του στήθους μου έγινε
κόκκινο. Του 'βαλα οδοντόκρεμα και πήγα στη
δουλειά. Το φανελλάκι μου τριβόταν απάνω στην
κοκκινίλα σαδιστικά άμα ξεχνιόμουνα κι έκανα
κίνηση παραπάνω. Κατά τις δέκα μοιραστήκαμε ένα
γιαουρτάκι στραγγιστό μισό-μισό, το στήθος μου κι
εγώ. Εκείνο που 'φαγα δεν το απόλαυσα και τόσο....
Κι ύστερα, βρήκα ένα καλό. Δούλευα την νεώτερη
Ελλάδα καιρό τώρα κι είχα μουλιάσει στην
Ελληνική κουλτούρα, από αρχαιότητα μέχρι
σύγχρονη. Κράταγα τη συμπαθητική μνήμη συνεχώς
on-line, ακόμα και στο σπίτι - είχε μια γοητεία ν'
αφήνεις έναν ξένο, συχνά αλλόκοτο τρόπο σκέψης να
σ' αλλάζει, να σε πλουτίζει.... Είχαν μείνει μέσα
μου αστραφτερά ρινίσματα από τους Κινέζους, τους
Πολωνούς, τους Βραζιλιάνους - και τώρα τους
Έλληνες. Ήτανε μέσα σ' ένα ποίημα, βέβαια. Κι
ήμουν ο μόνος που δούλευε πολύ με ποιήματα - οι
πιο πολλοί ψάχνανε μισοέτοιμη τροφή σε
αγνοημένες επιστημονικές δημοσιεύσεις, αλλά τις
πιο πρωτοποριακές ιδέες τις βρίσκεις στην
ποίηση. Ακατέργαστες - όμως ατόφιες - κάτι φορές
νομίζω με φέρνουν σ' επαφή με την τέταρτη
διάσταση. Όπως αυτό, που λέει για το ποτάμι που
ξαφνικά σταμάτησε τη ροή του κι άρχισε να κυλά
προς τα πίσω - αλλά η συνοχή του τοπίου ήταν
τέτοια που το ποτάμι συνέχισε πάλι κανονικά την
πορεία του.
Σχεδόν ξεκάθαρο: Δίνει το κλειδί, ίσως, για να
παρακάμψεις τα παράδοξα που κάνουν αδύνατα τα
ταξίδια στο χρόνο.
Έμπνευση. Ενόραση. Μεταφορά. Κι ύστερα, οι
προφέσορες, οι ερευνητές κι οι συνυπολογιστές
τους το πιάνουν από δω, το πιάνουν από κει, κι ίσως
κάτι να βγει στο τέλος....
Τ' απόγεμα γύρισα σπίτι και σκεφτόμουνα. Δίχως
ν' αλλάξω περιδιάβηκα τους γνωστούς χώρους - την
κουζίνα, το μπάνιο, τα δωμάτια - κι όλα είχαν
αλλάξει - κάπως. Πήγα στη βεράντα και
παρατήρησα δεκάδες, εκατοντάδες ουδέτερα
σπιτικά να καιροφυλακτούν απένατι και στο πλάι -
ως το άπειρο. Βγήκα έξω να περπατήσω, να βάλω τις
σκέψεις μου σε κίνηση.
Κι οι σκέψεις μου ήταν για την εύθραυστη εκδίκησή
της που, ολοφάνερα, βιάστηκε να την πάρει,
ακολουθώντας σαν υπνωτισμένη προσχεδιασμένες
κινήσεις, ώσπου δε γινόταν, δεν μπορούσε να
προχωρήσει άλλο ... Τώρα θα 'τανε σα χαμένη, μέσα
της. Αν είχε μυαλό ανθρώπου. Έμοιαζε να είχε:
ατελής, μπερδεμένη, παράλογη....
Απρογραμμάτιστα, έφτασα στο μπαρ και μπήκα μέσα.
Έκατσα στον πάγκο. Κάποιος δευτερεύων σαρκαστής
μέσα στο μυαλό μου παρατηρούσε και σχολίαζε
σκέψεις και γεγονότα : «τραπέΖΙτωμοναξιά -
ΠΑγκοςΠΑρέα».
Τρείς μέρες περάσανε, σκέφτηκα.
Τρία ουίσκυ θα πιώ, συνήγαγα.
Ο Μαυρογένης ακούμπησε το πρώτο κάτω απ' τη μύτη
μου και
πήγε στον πίνακα της μουσικής ν' αλλάξει το σόλο
σε original σοπράνο σαξόφωνο. Δεν είχε κι άλλα γούστα
στο μαγαζί τούτη την ώρα.
Η πρώτη μέρα ήταν ζαλάδα και χαύνωση και
κράτησε κάπου δέκα λεπτά: ψώνισμα,
σφιχταγκαλιάσματα, ομολογίες.... Σήκωσα τ'
αριστερό μου φρύδι κι έτεινα ένα τυχαίο δάχτυλο
στη στεγνωμένη πρώτη μέρα. Ο Μαυρογένης γύρισε το
ημερολόγιο.
Η δεύτερη μέρα χαύνωση, ρηξικέλευθες αποφάσεις,
ελαφριά καρδιά.
Κι άλλη χαύνωση.... Μελέτη του έργου από απόσταση,
γουλιά και γουλιά. Μαυρογένη!
Η ρετρό κοτσίδα του μπάρμαν χοροπηδά στον ερχομό
της τρίτης μέρας και παραμένει δίπλα μου.Αμα τον
ξέρω καλά στέκει ν' ακούσει την ιστορία - για
δικό μου καλό.
Κατεβαίνω και πάω να κάτσω σ' ένα τραπέζι.
Συγκεντρώνω την προσοχή μου στην περιορισμένη,
στρογγυλή επιφάνειά του: ποτήρι, τασάκι, χέρια -
κοιμισμένα χωρίς οδηγίες. Πάνω στο μάρμαρο
κινούνται υποθετικές εικόνες. Μπαίνω μέσα τους.
6
ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ με βασάνιζε. Το άσπρο, το μαύρο και
το γκρίζο της υπόστασής της. Ασπρο - μαύρο
δικαιώνουν τους αντίδικους. Η γκρίζα λύση όλο
διαφεύγει, εξατμίζεται πριν την αδράξει το μυαλό
μου. Χώνω το κεφάλι μου κάτω από το μαξιλάρι, να μη
μπορέσει η λύση να φύγει μακρυά μου στον αιθέρα.
Και,
ανακάθομαι απότομα.
- πού είναι τώρα; Τι ζωή κάνει;
Ταρακουνάω τα φαντάσματα και πιάνω το αριθμητήρι
της λογικής. Κάπου μάλιστα είχα και μισό πακέτο
τσιγάρα από παλιά. Ανάβω ένα στο κρεβάτι και
χώνομαι στους καπνούς.
Πιάνω το στυλό δίπλα απ' το βιντεόφωνο και γράφω
στο πίσω του πακέτου:
1. Επιβίωση
2. Ελευθερία
3. Ευημερία
Οι στόχοι κάθε ανθρώπινου πλάσματος, ιεραρχικά.
Η Λώρη είχε δεδομένο το (1) κι έβαλε για στόχο το (2).
Μόλις το πέτυχε όμως έχασε το (1), τον πρωταρχικό
στόχο. Ξαφνικά κατάλαβα πού θα την έβρισκα.
Αφήνω το πακέτο και πάω ν' ανοίξω το Χρυσό Οδηγό.
Ψάχνω ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΑ - Εταιρείες.
Τη βρήκα εύκολα· ακόμα κι εγώ ήξερα
τη φίρμα.
7
ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ Βιομηχανική Ζώνη, με κάποια δυσκολία,
φτάνω στις εγκαταστάσεις της Εταιρείας ΛΩΡΗΝ.
Προσπερνάω - απέναντι μια καντίνα. Παρακάτω κάνω
στροφή, σταματάω και πάω να πάρω καφέ. Στις τρεις
οι πύλες ανοίγουν κι από μέσα μια και δυό και
τρεις κι ώσπου να βγει δεκάξη. Παρέα μ' άλλη μια
μπαίνει και χάνεται μέσα στο λεωφορείο της
Εταιρείας. Κι ακόμα δεν έχω βγάλει απόφαση αν θα
φανερωθώ κι αν θα την αποσπάσω. Καθυστερώ ακόμα
λίγο και δε χρειάζεται ν' αποφασίσω.
Ψάχνω στα παράθυρα μα δεν τη βλέπω. Αδειάζω τον
καφέ στη βιομηχανική εξοχή και τους παίρνω από
πίσω.
Αργά αργά.
Εξοργιστικά.
Σε λεωφόρους. Σε στενά. Σε φανάρια πορτοκαλιά. Και
κόκκινα. Στα μάτια μου πάνε κι έρχονται πουλάκια
κι άστρα.
8
ΠΑΡΑΛΙΓΟ ΝΑ ΜΗΝ τις πάρω χαμπάρι. Φρενάρω
απότομα, παρκάρω στραβά μισός πάνω στο
πεζοδρόμιο, πετάγομ' έξω και τρέχω μη μου
στρίψουν και χαθούνε. Τις βλέπω λίγο πριν απ' τη
γωνία και κάνω αυτόματη διόρθωση στο τρεχαλητό
μου. Πλησιάζω κι ακούνε τα βαρυπατήματά μου
- γυρνάνε κατά μένα το κεφάλι από δεξιά -
- μα δε συναντούν το βλέμμα μου καθώς μ' αρπάζει
μια χερούκλα από τον ώμο και με στριφογυρίζει
μισή στροφή και κάτι.
«Σα να 'χασες το δρόμο, γκομενιάρη».
Τι μου θυμίζει; Σκάλες στα μαλλιά - πιο μακρυά
από το δέον, μουστάκι μαύρο, κόκκαλα μεγάλα.
Όπως μ' έχει γυρίσει και τον έχω μπρος μου, η
σωματώδης ανωτερότητα που σκόπιμα αποπνέει μου
φέρνει αίμα στο μυαλό και στα μηνίγγια. Αμέσως
εκτελώ μια από τις θεωρητικές κινήσεις που έχω
επινοήσει και κάθονται στο μυαλό μου: στηρίζεις
το ένα πόδι πίσω και σχεδόν ταυτόχρονα τινάζεις
το άλλο γόνατο προς τ' αχαμνά και το καλό το χέρι
για τη μούρη. Αναμενόμενη αντίδραση: τ' αχαμνά
προφυλάγονται με πλάγια πρόταξη του μηρού κι
αυτόματο σκύψιμο και το χέρι βρίσκει πιο χαμηλά,
πιο δυνατά το σαγώνι/ μύτη/μέτωπο. Στην περίπτωσή
μας τον πέτυχα κατακούτελα.
Έπεσε καθιστός κι έμεινε ζαλισμένος για χρόνο
μικρό. Η Λώρη πάει και του χαϊδεύει το σβέρκο -
κοιτάει μια εμένα - μια αυτόν.
«Ντέιβ, άστον» του λέει.
Τη σπρώχνει κι ορθώνεται μπροστά μου. «Τον ξέρεις
ετούτον εδώ; Σ' όλο το δρόμο πίσω μας ήτανε και
καρτέραγε να κατέβετε». Ο οδηγός του λεωφορείου,
λοιπόν. Απλώνει τη χερούκλα στον ώμο μου κι
έρχεται να του μυρίσω τα χνώτα. Δεν κάνω κίνηση
καμία, τον αφήνω να μελετήσει το πούστικο
σκουλήκι δίχως να παίξω βλέφαρο γιατί έτσι
πρέπει. Χωρίς να φανεί κάνει μια καλή προσπάθεια
να μου συνθλίψει τα κόκκαλα στην περιοχή του ώμου
μα ευτυχώς το μετανοιώνει προτού ευωδοθεί και μ'
εγκαταλείπει.
Γυρνάει κι απομακρύνεται με δυο-τρεις ματιές
πάνω από τον ώμο του προς τη μεριά της Λώρη.
Εκείνη δεν κουνιέται - δε μιλάει.
Φεύγει το λεωφορείο και δεκάδες βλέμματα που μας
βαραίνανε τραβιούνται.
«Έλα πάνω», μου λέει. Κοντοστέκεται. «Η Λωρέτ, ο
Αλεξ. Ελάτε».
Ακολουθώ - η Λωρέτ προπορεύεται. Ο ανελκυστήρας
μας οδηγεί στο δεκαπέντε - όσο πιο ψηλά γίνεται.
9
ΔΕ ΣΚΟΠΕΥΕΙ να διηγηθεί την ιστορία μας, τόσο
μακρινή τώρα, κι αυτό είναι φανερό σε όλους μας.
Προσέχω το πρόσωπο της Λωρέτ - ίχνος καλλυντικού.
Δεν μπορώ να συγκρατήσω μια ερώτηση « Λώρη,
Λωρέτ,... υπάρχει και Λώρα; ή Λωράνα; ή φτάνουνε δυο
μονάχα;»
Η Λωρέτ δείχνει ένα μικρό ξάφνιασμα και γυρνάει
στη συγκάτοικό της, που κοιτάει πέρα.
«Δυο μονάχα. Σαν όλα τα ακριβά βασικά εξαρτήματα -
ίσα να μην κινδυνέψεις να μείνεις». Σηκώνεται και
πάει για το ψυγείο. Προτού το ανοίξει γυρνάει το
ξυρισμένο κεφάλι της και «Δε μ' αρέσει να το
συζητάω όμως» λέει. Βγάζει αναψυκτικά.
Παίρνω το ποτήρι μου κι αρχίζω να βηματίζω, πρώτα
στο παράθυρο - τυπική υγρή κι αποπνικτική Νέα
Υόρκη, ύστερα στους πίνακες, έναν σε κάθε τοίχο
του σαλονιού.
Βορράς: Τοπίο με σπιτάκι δίπλα σε καταρράκτη, που
κάτι μου θυμίζει. Αρκετά καλό χέρι και οι
λεπτομέρειες δουλεμένες με αξιοθαύμαστη
υπομονή. Το νερό και το σπίτι μονάχα
σπατουλαριστά.
Δύση (δίπλα στη μπαλκονόπορτα).
Αυτοπροσωπογραφία. Με μακρύ, αραχνοϋφαντο, λευκό
φόρεμα, μαλλιά ως τους αστραγάλους.
«Αυτό άστο καλύτερα» πίσω μου η φωνή της Λωρέτ.
Νότος: Πόνος. Η λέξη που 'ρχεται απρόσκλητη στο
μυαλό μου, σα γροθιά. Πιάνει σχεδόν όλο το
αριστερό μισό του τοίχου, μισοκρυμένο στην
αντηλιά από το ανοιχτό παράθυρο στα δεξιά. Γυρνάω
το κεφάλι κι η Λωρέτ είναι πίσω μου, αμίλητη.
Τραβάω μια γουλιά και γυρνάω προς την
Ανατολή: Πικασσοειδές συνοθύλευμα συμβόλων.
Αποτυχία, κατά τη γνώμη μου.
Προφανώς περιμένει τη γνώμη μου χωρίς να τη
ζητήσει.
«Εγώ προσωπικά βλέπω τρεις καλοφτιαγμένους
πίνακες για το σαλόνι σου κι ένα αριστούργημα που
δεν έχει καμιά δουλειά εδώ» αποφαίνομαι και πάω
στον καναπέ. Ξαφνικά, είμαι συγκλονισμένος. Η
αγωνία να αποδείξει ανθρώπινες ιδιότητες είναι
προφανής και αναμενόμενη. Αλλά ο Νότος είναι
εμφανώς ο εαυτός της. Κι είναι ο πιο ανθρώπινος.
10
ΤΟ ΒΡΑΔΥ ήταν ζωώδης. Κι εγώ ήμουνα το πιο ξένο
σώμα στην αγκαλιά της Λώρης. Όπως αποδείχτηκε,
δεν της είχε πει τίποτα - και τώρα κράταγε το
κεφάλι της σκυμμένο - γλυκούλα, άτακτη, ανόητη.
Και την άλλη μέρα τις ξαναβλέπω, και περνάμε αυτό
το βράδυ σπίτι μου.
Την άλλη.......
11
ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ δυο μέρες βλέπω το αδύνατο σημείο -
τόσο απλό .... Μονάχα-
«Αμα μπορέσετε» λέω «να αυτοσυγκεντρωθείτε, θα
τους είσαστε άχρηστες και τότε θα σας αφήσουν
ήσυχες....»
Τους μιλάω για τη "στρατιωτική" μου Τεχνική
κι έχω στο νου μου να δείχνω ενθουσιασμό για να
τους τον μεταδώσω. Δύσκολο.
Μου πήρε μέρες το ψηστήρι και πρώτη τα κατάφερε η
Λώρη. Δεν ήταν απλό, δεν ήταν τέλειο, αλλά ένα
γρανάζι για να το πετάξεις δεν είναι ανάγκη να
σου σπάσει πρώτα - αρκεί να κλωτσάει κάπου-κάπου.
Κι οι κοπελιές ανάψαν πυρκαγιές στην Εταιρεία - η
ανόητη η Λώρη, μάλιστα, ένιωθε και τύψεις...
Ύστερα από ένα - δυο μήνες τηλεφωνώ στον
προϊστάμενό τους, έναν Κήτον, και του λέω ένα κι
ένα κάνουν δύο. Τον αφήνω να χωνέψει τα δεδομένα
και του λέω θα ξαναπούμε.
12
«ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ ότι δεν μπορείς να τον κοροϊδέψεις»
είπε η Λώρη, όπως πλησιάζαμε στο γραφείο του
αφεντικού. Σταθήκαμε μπρος στη γραμματέα και
μίλησε η Λωρέτ:
«Πρέπει να δούμε οπωσδήποτε τον κύριο Κήτον»
έκλεισε το μάτι «για την υπόθεση ανδροειδή». Η
κοπελιά επανέλαβε το αίτημά μας πατώντας και το
κουμπί της κάμερας που μας κοίταγε. Η απάντηση
ήτανε σχεδόν άμεση.
«Να περάσουν».
Περάσαμε.
Ο Κήτον φόραγε σάιμπερ-όραση. Έτσι και τα
συνηθίσεις αυτά τα μαραφέτια δεν τα βγάζεις
καθόλου γιατί νιώθεις σαν τυφλός. Ήταν σε
περισπούδαστη στάση αναμονής, γερμένος πίσω στη
διαφανή πολυθρόνα του, το αριστερό χέρι να
στηρίζεται στην κοιλιά του, ο δεξιός αγκώνας να
στηρίζεται στον αριστερό καρπό, το σαγώνι να
στηρίζεται στη δεξιά παλάμη. «Καθήστε» είπε
προτού προλάβουμε να μιλήσουμε.
Καθήσαμε. Γύρισε τους σκοτεινούς φακούς που είχε
για μάτια προς το μέρος μου και το διακοσμητικό
πετράδι που είχε στο νεκρό σημείο με κάρφωσε με
την αντανάκλαση από το φωτεινό παράθυρο.
«Χαίρομαι που αποφάσισες να μας επισκεφτείς,
Αλεξ» είπε κι φωνή του θύμιζε γιατρό.
Η Λωρέτ μίλησε ανυπόμονα: «Κύριε Κήτον, ο Αλεξ
έχει »
«Λυπάμαι, Λωρέτ. Φοβάμαι πως εσύ δεν έχεις να μας
πεις τίποτα καινούριο. Μην ανησυχείς, θα ζητήσω
τη γνώμη σου αν χρειαστεί. Έλα, Αλεξ, πες μου».
«Απ' ότι φαίνεται» άρχισα «κι εγώ δεν πρέπει να
'χω πολλά να σας πω ...» Καμιά αντίδραση από τον
άνθρωπο με τα σκοτεινά μάτια. «Μάλλον ξέρετε όσα
έγιναν με τη Λώρη ... » Σταμάτησα.
Αποτράβηξε στιγμιαία το στήριγμα από το σαγόνι
του για μια σύντομη χειρονομία. «Πες τα ελεύθερα.
Με τη σειρά».
13
ΔΕΝ ΚΡΑΤΗΣΑ μυστικό κανένα κόκκαλο από τον
σκελετό της ιστορίας, γνωριμία, σβήσιμο κωδικού
και λοιπά, μόνο που απέκρυψα τις ενδείξεις για
προσχεδιασμό από τη Λώρη. Οι κοπελιές μέναν
αμίλητες κι ασάλευτες. Ο Κήτον, κάπου κάπου,
τράβαγε δυο μετρημένες τζούρες απόνα σωληνάριο.
Πραγματικό ενδιαφέρον έδειξε όταν έφτασα στο
"μηχανισμό αναισθητοποίησης", αλλά
παρέμεινε σιωπηλός.
Η ιστορία μου τελείωνε. «Κοιτάξτε τες» του είπα.
«Ελάτε κι αγκαλιάστε τες. Ξεχάστε προς στιγμή τι
ξέρετε ότι είναι και πέστε μου - »
«Μισό λεπτό, Αλεξ» με διέκοψε. Περίμενα.
Αγγιξε ένα σημείο στη γυάλινη επιφάνεια του
γραφείου του. «Κυρία Σακ» μίλησε «οδηγείστε τις
δυο κυρίες στην αίθουσα συσκέψεων και καθήστε
μαζί τους ώσπου να σας καλέσω». Γύρισε στα δυο
κορίτσια. «Παρακαλώ» έδειξε την πόρτα. «Και μην
ανησυχείτε καθόλου». Τα χείλη του χαμογέλασαν.
Σηκώθηκαν, απρόθυμα. Η Λωρέτ σχεδόν βρόντηξε την
πόρτα ενώ πρόσεξα σταγόνες ιδρώτα να λαμπυρίζουν
στο ξυρισμένο κρανίο της. Γύρισα στον Κήτον που
έμεινε όρθιος κι έπιασε να βηματίζει.
«Αφησέ μου να σου πω κι εγώ κάτι, Αλεξ» άρχισε.
Αγγιξε τους σκοτεινούς φακούς που κάλυπταν τα
μάτια του. «Αυτά τα βλέπεις» είπε. «Επίσης, δεν
βλέπεις τον μικροεπεξεργαστή δεδομένων στη
ρινική κοιλότητα, τον ενισχυτή μυικού τόνου στην
ωμοπλάτη, τον on-line προχωνευτήρα ανάδρασης στον
οισοφάγο - και μερικά ακόμη βελτιωτικά έργα.
»Στάσου. Μη διαμαρτύρεσαι. Ναι - σε τελική ανάλυση
εγώ είμαι λιγότερο άνθρωπος απ' αυτές! Κι όχι
μονάχα εγώ, βέβαια. Θέλω τώρα να σου πω ειλικρινά
τη γνώμη μου: Η ύπαρξή τους στην πραγματικότητα
δεν είναι πια τίποτα παραπάνω από μια
διαιωνιζόμενη κατάσταση».
Σταμάτησε κι έβαλε τα χέρια στην τσέπη. «Που μας
έχει βολέψει όλους» πρόσθεσε. «Αλλά τώρα, έτσι
που τα μπλέξατε τα πράγματα - και δεν μπορούμε να
βασιστούμε πια σ' αυτές για να κάνουνε σωστά τη
δουλειά τους ....» Ανασήκωσε τους ώμους, άπλωσε το
χέρι του και πήρε το μοναδικό χαρτί που ήτανε
πάνω στο γραφείο του. Μου το 'δωσε.
«Διάβαστο» είπε και πήγε στο παράθυρο.
Απευθυνόταν «Προς το Δ.Σ.».
Αγαπητοί Κύριοι,
Αναφερόμενοι στο ζήτημα που προέκυψε πρόσφατα με τη δυσλειτουργία στα ανδροειδή των πειραματικών εργαστηρίων μας, και ύστερα από την έρευνα που διεξήχθη κατόπιν εντολής του Διευθυντή Παραγωγής, καταλήξαμε στα εξής συμπεράσματα:
Από το Α συνημμένο παράρτημα (όπου περιέχονται χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τις δοκιμές και τα συμπεράσματα των βιομηχανικών που συμμετείχαν στη δημιουργία των ανδροειδών), καθίσταται προφανές ότι, κατά τον αρχικό σχεδιασμό, η βασική προτεραιότητα σε σχέση με τα επιθυμητά χαρακτηριστικά δόθηκε στην οργανική τους βάση, με έμφαση στην προσέγγιση της βιοχημείας του ανθρώπινου οργανισμού.
Οι οργανικοί ιστοί ως γνωστόν παράγονται με τεχνητό, δομημένο πολλαπλασιασμό κάτω από τις οδηγίες του προγραμματισμένου DNA. Όμως η απόσταση ανάμεσα σ' αυτό και στην κατασκευή εγκεφάλου και νευρικού συστήματος όμοιου με του ανθρώπου είναι ασύλληπτη.
Επισημαίνουμε την παρατήρηση του δόκτορα Σάμσον (Παράρτημα Α, σελ. 5), ότι "όσο περισσότερο το δοκίμιο [όπως αποκαλεί το υπό κατασκευή ανδροειδές] πλησιάζει τον πρωταρχικό στόχο, δηλαδή να αποκτήσει βιολογικές αντιδράσεις ανάλογες με τις ανθρώπινες, τόσο περισσσότερο δυσδιάκριτες είναι οι διαφορές του από τον άνθρωπο". Ο δρ. Σάμσον υποστηρίζει την άποψή του με σειρές πειραμάτων πάνω σε εξαρτημένα αντανακλαστικά που πραγματοποίησε, υπάρχει δε στο φάκελλο απορρήτων λεπτομερής εμπιστευτική έκθεσή του, όπου αναφέρεται σαφώς σε προβλήματα ταυτότητας που πιθανόν να εμφανιστούν στα ανδροειδή.
Χωρίς να υπεισέλθουμε σε περισσότερες λεπτομέρειες, αλλά βασιζόμενοι σε στοιχεία που υπάρχουν στα παραρτήματα της παρούσας εισήγησης, μπορούμε με ασφάλεια να πιστοποιήσουμε ότι δεν υπάρχει ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στα ανδροειδή και σε όλους εμάς.
Σήκωσα το κεφάλι μου. Είχε τα χέρια πλεγμένα πίσω του κι ατένιζε τους βελτιωμένους ευκαλύπτους έξω από το παράθυρο. Το έγγραφο είχε δυο σελίδες ακόμη. Προς το τέλος:
.... Τα δυο προηγούμενα ανδροειδή (που ήταν τα πρώτα της σειράς), βρίσκονται σε πραγματική ηλικία 50 ετών περίπου, και ζουν ως συγκάτοικοι στην Ιταλία. Ακολουθούν πιστά τις οδηγίες για ετήσιο πλήρες τσεκ-απ και τα αποτελέσματα των εξετάσεων κοινοποιούνται κανονικά στην Εταιρεία. Η γήρανση των εν λόγω ατόμων ακολουθεί φυσιολογικούς ρυθμούς και η εμφάνιση συμπτωμάτων όπως αύξηση της χοληστερίνης, αρτηριοσκλήρωση, ρυτίδωση κλπ, βρίσκονται σε κάθε περίπτωση .....
Πιο κάτω:
.... Καταλήγοντας, και με κάθε επιφύλαξη για την αποδοχή δοκιμότερης λύσης, η πρότασή μας είναι να επανέλθουμε στη χρήση πειραματόζωων όπως ινδικά χοιρίδια, κουνέλια κλπ, που όμως θα είναι τεχνητά, με εφαρμογή της μεθόδου που χρησιμοποιήθηκε στα ανδροειδή. Αλλωστε, εκτίμησή μας είναι ότι,....
«Μμμ, μάλιστα» έκανα. Γύρισε προς το μέρος μου.
«Τους το 'χετε δώσει αυτό;»
«Αύριο το μεσημέρι. Έχουμε σύσκεψη».
Ήταν η σειρά μου να πάω στο παράθυρο. Ο οδηγός με
τα προστατευτικά αισθήματα κράταγε ένα δέντρο
και κάπνιζε. Σε μια στιγμή γύρισε το κεφάλι
κατευθείαν προς το μέρος μου. Σήκωσα το χέρι και
του χαμογέλασα. Φάνηκε να θυμώνει, γιατί, ύστερα
από λίγη σκέψη πέταξε μισό αναμμένο τσιγάρο στο
χώμα, το συνέθλιψε με το τακούνι κι έφυγε προς το
απέναντι κτίριο. Ανοιξε την πόρτα, μπήκε και
χάθηκε.
«Κάτι μ' ενοχλεί» είπα στον Κήτον.
Με κοίταξε με το σκοτεινό του βλέμμα και
περίμενε.
«Ο τρόπος που βλέπετε τα πράγματα, τα προβλήματα,
κι τρόπος που ψάχνετε για λύσεις. Πι-χι, τα
ανδροειδή είναι άνθρωποι, λέτε τώρα, τα
ποντικοειδή δεν είναι ποντίκια; Γιατί δεν
κοιτάζετε να βρείτε κάποιον να σας κάνει τη
δουλειά που θέλετε; Τίμια, στα ίσια; Έναν
υπάλληλο. Ή δοκιμάστε τα προϊόντα εσείς οι ίδιοι,
αν σας κόφτει».
Περίμενα να πει κάτι. Έδειχνε να το σκέφτεται.
«Απλό δεν είναι, διάολε;» γκρίνιαξα.
14
ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ χρονιά άλλαξε η ζωή μου - κι αυτό το
καταλαβαίνω όταν κάθομαι και φέρνω στο μυαλό μου
τους παλιότερους καιρούς. Οι αλλαγές ήτανε
πράγματα άσχετα μεταξύ τους, όπως ας πούμε οι
απρόβλεπετες ευαισθησίες που μπορεί να
προκαλέσει μια εγκυμοσύνη. Για παράδειγμα, μου
ήταν αδύνατο πια να κάτσω και να παρακολουθήσω
τηλεόραση. Ή, άρχισα να πίνω ένα ποτήρι κρασί πριν
από το φαγητό. Ή, αλλάξανε τα μουσικά μου γούστα.
Και ούτω καθεξής.
Δεν είχε φύγει από το μυαλό μου η σκηνή, η
τελευταία σκηνή, στο σπίτι των δυο κοριτσιών. Ο
Κήτον δεν είχε δεσμευτεί για τη μελοντική
πολιτική της Εταιρείας που άλλωστε τι μας έκοφτε;
Όμως, στις κοπελιές είπε να πάνε σπίτι τους, και
να μην ανησυχούν για το μισθό τους δεν είπε
σύνταξη όσο θα ζούσανε, και καλή επιτυχία και τα
τοιαύτα. Του ζήτησα να μου πει για τις δυο
προκατόχους τους και μου 'γραψε ένα χαρτάκι.
Ύστερα το 'δωσα στη Λωρέτ, γιατί, αυτή πιο πολύ,
ένιωθα πως θα 'θελε να τους μιλήσει.
Αργότερα, στο σιωπηλό καθιστικό με τους τέσσερις
πίνακες, είδα πόσο είχαν ανάγκη να τα βρουν με τον
εαυτό τους.
«Εγώ φεύγω» τους είπα. «Για κανα χρόνο
τουλάχιστον θα φροντίσω να μην αλλάξω σπίτι».
Απλώς μισοστρίψανε το κεφάλι προς τα μένα,
αμίλητες.
15
ΜΕΣ ΣΤΟ ΧΕΙΜΩΝΑ, ένα βραδάκι χτυπά το κουδούνι κι
είναι η Λωρέτ. Αλλιώτικη. Το 'χει στο αίμα της να
'ναι αλλιώτικη. Δείχνει να μην ακούει την
καλησπέρα ούτε που με κοιτάει καν. Αφήνει στο
διάβα της σκόρπια κάμποσα χειμωνιάτικα ρούχα και
μπαίνει στο μπάνιο με τα βυζιά έξω. Αφήνει την
πόρτα ανοιχτή.
Όρθια στην μπανιέρα, με το 'να πόδι ψηλά να
πατάει στο χείλος έχει ανοίξει το ζεστό νερό και
ήδη την τυλίγουν ατμοί. Έχει αφήσει όλο της το
τρίχωμα αξύριστο: Στο κεφάλι, στην ήβη, στα πόδια.
Η στιγμιαία μου απέχθεια χρωματίζει τον πόθο μου
που διογκώνεται ...
Δυο ώρες στα χέρια μου δε μίλησε καθόλου - άμα δε
λογαριάσουμε τα βογγητά. Ύστερα ύπνος, κι αυτός
αμίλητος, και κάποια στιγμή κατανυχτίς στην
παγωνιά τα μάτια μου ανοίγουνε βαριά κι εκείνη
είναι όρθια, μαζεύοντας τα πεταμένα ρούχα της. Σε
λίγο, ανοίγει η πόρτα κι ύστερα κλείνει πάλι,
μαλακά.
16
Ο ΧΡΟΝΟΣ έκλεισε το καλοκαίρι. Κι η Λώρη διάλεξε
να με βρει ένα βράδυ στο μπαράκι του Μαυρογένη. Κι
ο σατανάς τη θυμήθηκε κι αμέσως της έβαλε ένα
χυμό, σαν εκείνον.
Κάθεται στο μπαρ, κοιτάζοντάς με με την άκρη του
ματιού της, κι από τη μια λέω τι ανόητο θέατρο θεέ
μου κι από την άλλη άθελά μου χαμογελάω και κάτι
ζεστό έχει σπάσει κάπου μέσα στο στομάχι μου και
την πλησιάζω, μόνο αντί ν' αρχίσω τις εξυπνάδες
την αρπάζω και μ' αρπάζει....
17
ΤΗ ΛΩΡΕΤ τη βλέπουμε κάπου-κάπου, και συχνά
έρχεται και χώνεται απρόσκλητη στο κρεβάτι μας,
και ποιος θα τη διώξει; Σε κάποια από τις ξαφνικές
της επισκέψεις μάς είπε έχουνε καινούρια
κορίτσια στην εταιρεία - ή ανδροειδή. Αυτή είναι
ικανή να πάει και να τους ανακατέψει όλους, ξανά.
Ποιος ξέρει....