Χριστίνα
Οικονομίδου
|
...Ω! Τι με νοιάζει κι αν κοπεί το νήμα |
Έχω μόλις αφήσει το σώμα σου που μοσχοβολάει σαπούνι. Το έχω μόλις αφήσει ξεγλιστρώντας απ' τ' αγκάλιασμά σου, απελευθερώνοντας τον ύπνο σου, στο κρεβάτι που κρατάει ακόμα έντονες τις μυρωδιές του έρωτά μας. Σε φιλώ απαλά και γλιστράω αθόρυβα, σαν τη γάτα, έξω στο δρόμο. Μ' αφήνεις, για μια ακόμη φορά, να γλιστρήσω μακριά σου - εδώ κι αιώνες μ' αφήνεις να φεύγω - σα μια γάτα που δεν μπορεί παρά ν' ακολουθεί το ένστικτό της. Η νύχτα υγρή σκύβει επάνω μου. Μια σιωπηλή θλίψη σκύβει εντός μου.
Έχω αφήσει το σώμα σου στον αθόρυβο ύπνο του και γλιστράω στους δρόμους βρίσκοντας το δικό μου σώμα, το μοναχικό· βουλιάζοντας στο βουβό, πεισματάρικο πάθος του. Στο πιο σκοτεινό σημείο του δρόμου ένας ανίδεος αστυνομικός προσπαθεί να διαφυλάξει - τι άραγε; Παράνοια απίστευτη έχει πείσει τους ανθρώπους να εμμένουν να αντιστέκονται σε μια αλλαγή που έτσι κι αλλιώς δεν ορίζουν, δεν την ελέγχουν. Νιώθω τα στενά μου ρούχα να κολλάνε στο σώμα. Βαδίζω στα πιο σκοτεινά σημεία της πόλης, εκεί όπου χωρίς να είναι μοιάζει βρώμικη γιατί βρίσκεται μακριά, πολύ μακριά απ' τον ήλιο και τα δέντρα, μακριά από το άσπρο φως και το γαλάζιο της θάλασσας. Νιώθω κάτι σαν πανάρχαιη μνήμη να μ' ενώνει με το φως και τη θάλασσα, με τα δέντρα· κάτι σαν αρχέγονη αίσθηση, η προσπάθεια αντίστασης, η παράλογη ηθική τοποθέτηση του καλού και του κακού, η αρχαϊκή "φυσική" ροή των πραγμάτων. Η ίδια πανάρχαιη μνήμη, νιώθω, μ' ενώνει μαζί σου· με τη μυρωδιά του κορμιού σου που μοσχοβολάει σαπούνι.
Ένα νεύμα με παίρνει μακριά απ' τη μνήμη, μακριά από σένα, στους μεταλλικούς ήχους της νύχτας, στις αντανακλάσεις του τεχητού φωτισμού, στο στροβίλισμα των artificial μεταλλικών κορμιών των "νέων" ανθρώπων. Ανυποψίαστα και αδιάφορα, μ' ένα χαμόγελο, με τραβά μακριά το μεταλλικό σώμα της Μαίρης· στους artificial ήχους, σε μια κίνηση που είναι απολύτως δική μου, απολύτως αναγκαία. Η Μαίρη ακουμπά το δικό μου κορμί, που αποτελείται ακόμα από σάρκα, μ' ακουμπά και μέσα μου τρέμει το σπέρμα σου, ανατριχιάζει το δέρμα που πριν λίγο ακουμπούσες και που ακόπμα κρατά τη γεύση του έρωτα, τη μυρωδιά τη δική σου.
Ο Χρήστος σκύβει επάνω της και κάτι της λέει. Τα χαμόγελα αβίαστα, οι κινήσεις απρόσμενες. Από στιγμή σε στιγμή περιμένω τη Βίλλυ να έρθει, γεμάτη ενέργεια, κοιτάζοντάς μας στα μάτια, κοιτάζοντάς μας στα μάτια, κοιτάζοντας όμως, θαρρείς, κάπου πιο πίσω από μας, αγκαλιάζοντας, όπως πάντα, το βαμπίρ των ονείρων της που απόψε ποιος ξέρει ποιος θα 'ναι. Περιμένω, από στιγμή σε στιγμή, τον κόσμο αυτό να χαθεί, το "Jonny Mnemonic" να έρθει στη θέση του Χρήστου, τη "Μolly" στη θέση της Βίλλυς. Μόνο η Μαίρη θα μείνει όπως είναι. Γιατί ίσως εκείνη είναι πιο κοντά στο "νέο" κόσμο ή ίσως γιατί μου θυμίζει κάτι απίστευτα οικείο, κάτι από τη Μαρία μιας θύελλας, κι ακόμα γιατί μέσα στη θύελλα αυτή είμαι κι εγώ και δεν μπορώ να δω αλλιώς αυτόν τον κόσμο.
Για μια στιγμή μας φαντάζομαι το πρωί να ξυπνάμε, όλοι μαζί στο ίδιο κρεβάτι. Όπως πάντα ντυμένοι με κάτι απ' τα ρούχα της προηγούμενης - ποτέ ως τώρα δεν καταφέραμε να εκδυθούμε εντελώς την προηγούμενη νύχτα. Με τ' απομεινάρια της αβίαστης κίνησης, της αβίαστης σκέψης· μπαίνοντας ξαφνικά σε μιαν άλλη ζωή, πλημμυρισμένη από φως, τεχνητή απολύτως και τούτη, μόνο που φορά το ρούχο της κανονικότητας, την ψευδαίσθηση της αλήθειας. Ο Χρήστος θα φτιάξει, όπως πάντα, καφέ και θ' αρχίσουν ξανά οι διαπλοκές, οι απαραίτητες της καθημερινότητας. Συζητώντας για τη μουσική που θα βάλουμε, τα ρούχα που θα φορέσουμε, χαμογελώντας τρυφερά ο ένας στον άλλο, φιλώντας τον ώμο της Μαίρης και το σβέρκο του Χρήστου, ξεκινάμε τη μέρα μας, ξεκινάμε το τέλος της αβίαστης σκέψης, της αβίαστης κίνησης κι αναρωτιόμαστε, βουβά ο καθένας, για τις προθέσεις και διαθέσεις του άλλου, για την αλήθεια και τό ψέμα, την αίσθηση και την ψευδαίσθηση.
Έχω μείνει ακίνητη κάμποση ώρα. Η Μαίρη και ο Χρήστος με κοιτούν παραξενεμένοι. Η Βίλλυ έχει πλησιάσει έναν άγνωστο που φορά ασημένιο κολλητό παντελόνι. Το αγόρι που κοίταζα και με κοίταζε έχει εξαφανιστεί. Σαν αυτή η εικόνα να δίνει το σύνθημα, βαδίζω προς την έξοδο. Η Μαίρη - το ήξερα - με ακολουθεί.
Kαβαλάμε το βαρύ όγκο της μηχανής. Δε μιλάμε. Ούτε και ακούμε άλλον από το μεταλλικό θόρυβο του κινητήρα και τα αγκομαχητά των πλαστικών που αντιστέκονται στον αέρα. Κατεβαίνουμε το στριφογυριστό δρόμο δίπλα στη θάλασσα αυτής της πόλης, που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι οποιαδήποτε πόλη σ' οποιαδήποτε χώρα, σ' αυτόν ή σ' έναν άλλον κόσμο. Βουλιάζω στην αίσθηση αυτή, στη μαγική διέγερση, την απόλυτη ασφάλεια αυτής της φυγής. Έχω ξεχάσει τελείως τη Μαίρη. Η αρχέγονη μνήμη διαλύεται μέσα μου σαν παυσίπονο χάπι που ξεμουδιάζει σιγά σιγά τον εγκέφαλο.
Γλιστράω μακριά. Πλησιάζω μιαν ακόμα αλλιώτικη εκδοχή του κόσμου. Τα μάτια μου τσούζουν και δακρύζουν. Τσούζουν και πρήζονται. Το φεγγάρι γυαλίζει πάνω στην κατάμαυρη επιφάνεια της θάλασσας, έχοντας μια λάμψη μεταλλική, ένα χρώμα ολότελα τεχνητό, μα - δεν ήταν έτσι, από πάντα, το φεγγάρι; Το μεταλλικό φως της σελήνης είναι τώρα αυτό που με οδηγεί. Γίνεται αίφνης το νήμα που φτάνει στα βάθη της πανάρχαιης μνήμης, γίνεται ο διάδρομος - χωρίς ρωγμές και προεκτάσεις - όπου κυλά, από πάντα, ό,τι είναι αυτό που με αποτελεί,. Πρήζονται ολοένα. Παγώνουν τα δάκρυα και σχηματίζουν κάτι σαν κρούστα. γλιστράει προς την άλλη εκδοχή και την αγγίζω. Τα μάτια μου τσούζουν και πρήζονται
Το σώμα μου αλλάζει, το πρόσωπό μου αλλάζει. Νιώθω την ψυχή στο μοναχικό κι αδιάλλακτο σώμα μου να αφουγκράζεται τη νύχτα, ευχαριστημένη και δυνατή. Σταματώ τη μηχανή και κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Τα μάτια μου έχουν, φορούν, ΕΙΝΑΙ οι καθρέφτες της "Μolly" - τη βλέπω που έχει σαστίσει. Μπαίνω αργά στο νερό και της φωνάζω. Χαμογελάω. Είμαι ευτυχισμένη. « Έλα» της φωνάζω « μια αλλαγή είναι, επιτέλους!» Κρατώ το μεταλλικό, φυσικό σώμα της Μαίρης, το οδηγώ στο νερό και γελάω. Δεν αισθάνομαι καμιά ανάγκη να συγκρατηθώ. Καμιά ανάγκη να γυρίσω πίσω.
Η νύχτα γεμίζει αστρικό φως, τεχνητό φως,
γεμίζει απ' τον όγκο της θλίψης, της δικής σου
θλίψης εντός μου, γεμίζει τελείως. Artificial σώματα
λιώνουν το ένα πάνω στο άλλο, λιώνουν επάνω στο
δήθεν φυσικό φως της σελήνης. Τεχνητή ηδονή
εξουσιάζει, επιτέλους, την δήθεν ηδονή των
φυσικών σωμάτων· ανατρέπει με βία το καθεστώς
του χρόνου. Από την επόμενη στιγμή ο θάνατος θα
έρχεται χωρίς ρυτίδες· μια απολύτως χημική
αλλοίωση. Τα νεύρα λυγίζουν και σπάνε κι η ψυχή
είναι καράβι που βυθίζεται αύτανδρο στον ωκεανό
των αισθημάτων. Απομακρύνομαι από το σάρκινο
σώμα μου, δεν υπάρχω στο χρόνο της φύσης,
απομακρύνομαι βίαια, χωρίς όμως καμιά
ανακούφιση, χωρίς τον πόνο. Γλιστράω απαλά στο
νερό, γλιστράω στη μεταλλική λάμψη του φεγγαριού,
γλιστράω, εντέλει, πολύ μακριά σου, και δεν μένει
τίποτε πια απ' την αρχέγονη μνήμη αυτούσιο έξω
από μια γλυκιά, επίμονη μυρωδιά στα ρουθούνια:
από το σώμα σου, που μοσχοβολάει σαπούνι.
Σημείωση:Η Μolly και ο Jonny
Mnemonic είναι oι ήρωες στα έργα του Ουίλλιαμ
Γκίμπσον Νευρομάντης και Μνημονικός Τζώνυ αντίστοιχα.
H Χριστίνα Οικονομίδου γεννήθηκε το '65
στην Αθήνα, σπούδασε οικονομικές επιστήμες στο
Μόναχο και στην Αθήνα και εργάστηκε σε διάφορες
δουλειές. Γράφει και μεταφράζει επί σειρά ετών
και έχει δημοσιεύσει τις συλλογές ποιημάτων Μύθοι
και Ωδίνες / Η Γυναίκα και το Δέντρο της Σιωπής
(ΑΠΟΠΕΙΡΑ, 1994) και Χειρονομίες της Αισθητικής
(ΑΠΟΠΕΙΡΑ, 1997).