Η Χαρά της Δημιουργίας

Aπόστολος Δ. Mανουράς

«Για το Θεό δεν υπήρξαμε τίποτα περισσότερο από ένα science project ».

Ο Μάνυ μπήκε στο διαμέρισμα και κατευθύνθηκε φουριόζος προς την κουζίνα. Κοίταξα άλλη μία φορά το ρολόι μου και έκλεισα απαλά την εξώπορτα.

Την τελευταία φορά που με ξύπνησε στις έξι και μισή το πρωί, μέχρι να συνειδητοποιήσω τι συμβαίνει, είχε καταφέρει ήδη να ξυπνήσει τους γείτονες με την μπάσα φωνή του να δονείται στο διάδρομο : Ξύπνα Χριστόφορε, φώναζε. Βρήκα τη λύση σ' αυτό που συζητούσαμε εχθές .

Ο Μάνυ πάντα κατέληγε στη λύση των πιο μεγάλων φιλοσοφικών προβλημάτων, τις πιο μικρές ώρες της ημέρας. Αν στα προάστια τα λεωφορεία δεν ξεκινούσαν από τις έξι το πρωί και μετά, ήμουν σίγουρος πως ο Μάνυ θα με επισκεπτόταν γεμάτος υπερδιέγερση την ώρα που μόλις θα με είχε βρει ο γλυκός ύπνος.
Τι να κάνουμε; Όλες οι μεγάλες φιλίες έχουν και τα μειονεκτήματά τους.

Έξυσα για λίγο του κεφάλι μου και πήγα και εγώ στην κουζίνα.
Ο Μάνυ είχε ήδη φτιάξει ένα μεγάλο σάντουιτς με απ' όλα μέσα και βρισκόταν στη φάση της επάλειψης του ψωμιού με μπόλικη μαγιονέζα.
Προτού κλείσει το σάντουιτς με κοίταξε με τα κατακόκκινα ξενυχτισμένα μάτια του και μου είπε :

«Είχα μόλις ξαπλώσει, όταν μου ήρθε...» Σταμάτησε για να δαγκώσει μια γενναία μπουκιά και συνέχισε απτόητος. «Ο άνθρωπος είναι ένας πολύπλοκος μηχανισμός. Τόσο πολύπλοκος που σίγουρα απαιτήθηκε πολύς κόπος και μεγάλος σχεδιασμός για να επιτευχθεί».
Ανοιξα το ψυγείο και έβγαλα το κουτί με το φρέσκο γάλα. Έβαλα σε ένα ποτήρι και κάθισα στο τραπέζι απέναντί του.
«Στην αρχή είχα κάνει το λάθος και έψαχνα να βρω που χωράει ο άνθρωπος στην αλυσίδα της ζωής. Τη θέση του ανθρώπου απέναντι στο σύμπαν. Σα να λέμε τη θέση του αυτοκινήτου όσον αφορά το περιβάλλον της γης. ΛΑΘΟΣ!»

Ο Μάνυ χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι. Το μισό γάλα πετάχτηκε από το ποτήρι και έπεσε στην πυτζάμα μου. Κάτι πήγα να πω, όμως με πρόλαβε.

«Μεγάλο λάθος. Έπρεπε από την αρχή να ψάχνω τη σχέση του ανθρώπου σε σχέση με το δημιουργό του. Πάρε για παράδειγμα εσένα ...» Σταμάτησα να βάζω χαρτοπετσέτες πάνω στη μουσκεμένη μου πυτζάμα, για να τον κοιτάξω ομολογουμένως λίγο άγρια... «Κατέχεις την έδρα της συγκριτικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο. Είσαι διακεκριμένος καθηγητής και όμως συνεχίζεις να γράφεις ελαφρά αστυνομικά διηγήματα από τότε που σε θυμάμαι στο γυμνάσιο. Γιατί; »
«Ειλικρινά, Μάνυ, δε βλέπω πού ενοχλεί την «αλυσίδα της ζωής» αυτή η ενασχόλησή μου.....»
«Θα σου πω εγώ γιατί , Χριστόφορε» . Μόλις ο Μάνυ άρχιζε να αναπτύσσει τις θεωρίες του δεν χώραγε δεύτερος στη «συζήτηση». « Μα για τη χαρά της δημιουργίας φυσικά!! Μη μου το αρνείσαι, γιατί κι εγώ κάθε φορά που αναπτύσσω ένα καινούργιο θεώρημα μαθηματικών βιώνω αυτήν την άγρια εφήμερη ηδονή που πολλές φορές τολμώ να πω είναι πολύ μεγαλύτερη σε ένταση και από την πρώτη φορά που έκανα έρωτα».

Ε, λοιπόν, σίγουρα, όταν τελείωνα διήγημα και ήξερα πως ήταν πράγματι πολύ καλό ένιωθα καλύτερα και από την πρώτη φορά που έκανα έρωτα και από ... την τελευταία φορά που το είχα κάνει.

«Μπορείς να μου δώσεις ένα σωρό εξηγήσεις για το πόσο χρήσιμα είναι τα διηγήματά σου, όμως δεν μπορείς να αρνηθείς πως ο λόγος που τους διαθέτεις ένα μεγάλο κομμάτι από το χρόνο σου είναι γιατί ξέρεις πως στο τέλος θα εισπράξεις αυτή τη μοναδική ανταμοιβή. Και όσο πιο προσεγμένο είναι το δημιούργημά σου, τόσο πιο μεγάλη είναι και η ανταμοιβή».
«Σίγουρα. Όμως αυτό δεν εξηγεί γιατί....»
«Αυτή είναι και η μοναδική χρησιμότητα του ανθρώπου. Εξυπηρετεί μονάχα την ανάγκη για δημιουργία του κατασκευαστή του. Σε αυτό όμως το σημείο συναντάμε ένα άλλο μεγάλο ερώτημα. Πες μου ειλικρινά πόσα από τα παιδικά σου παιχνίδια έχεις κρατήσει στο μπαούλο στη σοφίτα σου;»

Σκέφτηκα αμέσως πως πράγματι είχα κρατήσει κάνα δυο από δαύτα, τα περισσότερα όμως τα είχα πετάξει και δεν έβλεπα άλλωστε που αποσκοπούσε αυτή η ......

«Ήμουν σίγουρος, είπε θριαμβευτικά ο Μάνυ, πως τα περισσότερα τα έχεις πετάξει, έτσι δεν είναι; Και γιατί τα πέταξες, αν όχι γιατί όσο και αν είσαι συναισθηματικά συνδεμένος με αυτά, έχουν πάψει πια να αποτελούν πηγή εξερεύνησης, πειραματισμού και παράγοντα κατασκευής ενός δικού σου ιδιωτικού μικρόκοσμου;»

Το ρολόι στο δωμάτιό μου άρχισε να χτυπάει. Κανονικά αυτή την ώρα θα ξυπνούσα (με τους δικούς μου ρυθμούς), θα έριχνα νερό στο πρόσωπό μου και θα έπινα τον πρωινό καφέ μου, για να πάω φρέσκος στο πανεπιστήμιο. Παρόλο που ο Μάνυ δεν με άφηνε να συμμετέχω στη θεωρία του, θα συνέχιζα ίσως να τον ακούω αν δεν είχα αυτή την υποχρέωση προς τους φοιτητές μου. Σηκώθηκα, για να πάω να κλείσω το ξυπνητήρι.

Ο Μάνυ έβαλε στο στόμα του και την τελευταία μπουκιά από το σάντουιτς και μου έκοψε τη φόρα, αρχίζοντας να πηγαίνει μπρος-πίσω στην κουζίνα.

«Έτσι είναι, είπε συνοφρυωμένος. Όσο και αν είσαι περήφανος για κάτι όμορφο που έχεις φτιάξει με τους κύβους που σου αγόρασαν οι γονείς σου, κάποια στιγμή θα το χαλάσεις, για να φτιάξεις κάτι άλλο. Από μια ηλικία και έπειτα μάλιστα θα πετάξεις και τους ίδιους τους κύβους» .
Σταμάτησε να κόβει βόλτες στην κουζίνα και με κοίταξε σταθερά στα μάτια.

«Αν λοιπόν κάποτε ο Θεός μας βαριόταν; Αν άνοιγε το ντουλάπι του, αντιλαμβανόταν ότι του πιάναμε τόπο, μας έβγαζε από μέσα και μας πετούσε στα σκουπίδια;»
Ο μονόλογος του φίλου μου έπαιρνε επικίνδυνα απαισιόδοξη τροπή. Σε συνδυασμό με το ξυπνητήρι που δεν είχε σταματήσει να χτυπάει στο δωμάτιο μου αποφάσισα να τερματίσω τη συζήτηση με ένα αστείο.
«Ε, τότε ρε Μάνυ θα ...»
Ο Μάνυ με διέκοψε για να επαναλάβει με μεγαλύτερη ένταση το αγωνιώδες ερώτημά του.
«Όχι πες μου...τι θα γινόταν τότε»
Τον αγριοκοίταξα. Ήταν η τελευταία φορά που θα με διέκοπτε... Το εννοούσα.
Στην παύση που έκανα ο Μάνυ βρήκε ευκαιρία για να συνεχίσει ακάθεκτος.
«...Όλη η γη θα κατέρρεε; Θα χανόμασταν σε μια δίνη καπνού; Θα μας ρουφούσε καμιά αχόρταγη θεόσταλτη μαύρη τρύπα; ή μήπως θα χανόμασταν.... έτσι απλά... θα εξαφανιζόμασταν χωρίς καν να προλάβουμε να πούμε δεύτερη κουβέντα... σαν να μην υπήρξαμε ποτέ... ξαφνικά και αμετάκλητα; »

Σταμάτησε πάνω που ήμουν έτοιμος να του βάλω τις φωνές. Ήταν πολύ άσχημη αυτή η συνήθειά του, η έξη του θα έλεγα να μην αφήνει τον άλλο να μιλήσει. Τον κοίταξα για να σιγουρευτώ πως είχε βάλει τελεία στο λόγο του. Επιτέλους θα μιλούσα και εγώ !!

Και είχα πολλά να του πω για αυτές τις χαζομάρες που του γεννούσαν στο μυαλό οι αϋπνίες του.

«Ε, λοιπόν, τότε Μάνυ, σε αυτή την περίπτωση δηλαδή, θα............................

Ο Απόστολος Δ. Μανουράς γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη τον Απρίλιο του 1970, καταγόμενος από το Ρέθυμνο. Είναι απόφοιτος του «Εργαστηριού Δημοσιογραφίας» και της «Σχολής Σταυράκου» (τμήμα σκηνοθεσίας). Εργάστηκε σε ραδιοφωνικούς σταθμούς σαν δημοσιογράφος, καθώς και σαν βοηθός παραγωγής σε τηλεοπτικές διαφημίσεις, ενώ συμμετείχε στο συνεργείο του Δημ. Παναγιωτάτου για το γύρισμα της σειράς «Μαγική Νύχτα» (ΕΤ 1). Δημοσίευσε διηγήματα ε.φ., ξεκινώντας το 1988, στα περιοδικά PIXEL, PIXEL JR, ΘΗΤΕΙΑ, ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ (Απρίλιος/Μάιος '97).