Στον ανεξερεύνητο πλανήτη
Προαβίτους ο Σέρακ Σιπνάκια
πιστεύει πως θα βρει επιτέλους την
απάντηση στο ερώτημα που τον
βασανίζει. Φτάνει να βρει πρώτα τη
λύση στο μυστήριο των
Ε ν ν ι α κ ο σ ί ω ν Γ ι α γ ι ά δ ω ν.
R. A. Lafferty
Nine Hundred Grandmothers (1966)
Μετάφραση: Γ. Γούλας
ΣΕΡΑΚ ΣΙΠΝΑΚΙΑ, φέρελπις Ειδικός Ερευνητής, είχε σαν όλους τους Ειδικούς Ερευνητές μια ενοχλητική συνήθεια. Παντού και πάντα ρώταγε: Πώς Αρχισαν Όλα Αυτά;
Όλοι τους - εκτός απ' τον Σέρακ - είχανε ονόματα ζόρικα. Κραγκ Κρανιοθραύστης, Τρεντ Τρομάρας, Μπρουμ Δυναμίτης, Τζωρτζ Σφάχτης, Μανίας Κουνίσου (άμα λέει «Κουνήσου» ο Κουνίσου, κουνιέσαι), Μπιλ Μπελάς. Μιας κι έπρεπε να 'ναι ζόρικοι, διαλέξανε ζόρικα ονόματα.
Μονάχα ο Σέρακ κράτησε το δικό του - που 'φερνε αηδία στον διοικητή του, τον Κρανιοθραύστη.
«Ποιός να γίνει ήρωας με τέτοιο
όνομα!» βρόνταγε ο Κρανιοθραύστης.
«Για δεν παίρνεις το Θήοντορ
Θύελλας; Καλό δεν είναι; Ή Αττίλα
Ψυχάρας ή Κάμα Κόφτης ή Λάμα
Λεπίδας; Ίσα πού 'ριξες μια ματιά
στον κατάλογο» .
«Θα κρατήσω το δικό μου» έλεγε ο
Σέρακ, κι αυτό ήταν το λάθος του.
Καμιά φορά ένα καινούριο όνομα βγάζει στην επιφάνεια μια καινούρια προσωπικότητα. Στον Τζωρτζ Σφάχτη έβγαλε. Αν και οι τρίχες στο στήθος του Τζωρτζ ήταν από μεταμόσχευση, αυτές και το νέο του όνομα τον έκαναν από αγόρι άντρα. Αν είχε επιλέξει ο Σέρακ το ηρωικό όνομα του Αττίλα Ψυχάρα μπορεί και να 'χε αποδειχτεί ικανός γι' αγωνιστικούς ξεσηκωμούς κι αντρίκειες οργές αντί γι' αβέβαιους, σπασμωδικούς θυμούς που κρυφόγελα μονάχα φέρνουν.
Βρίσκονταν πάνω στον μεγάλο αστεροειδή Προαβίτους - μια σφαίρα έτοιμη να κουδουνίσει από κέρδη για όλους τους. Κι όλοι οι σκληροί άντρες της Αποστολής κάτεχαν καλά τη δουλειά τους. Κλείνανε σπουδαία συμβόλαια γραμμένα και στους ντόπιους πάπυρους από φλοιό σα βελούδο, αλλά και στις δικές τους τις παράλληλες ταινίες.
Είχαν το νου τους να συνεπαίρνουν κι όσο γινόταν να ξεγελάνε προκαλώντας δέος στους λεπτοκαμωμένους ιθαγενείς του Προαβίτους. Είχανε στήσει το απαραίτητο εμπορικό αλισβερίσι για να τους πιουν ευκολότερα το αίμα. Ατέλειωτοι σωροί μπιχλιμπίδια περίμεναν να περάσουν στο εμπόριο πολυτελείας.
«΄Ολοι κάνανε κιόλας την τύχη τους, εκτός από σένα» τον κατακεραύνωσε ήπια ο Κρανιοθραύστης την τρίτη ημέρα. «Ακόμα κι οι Ειδικές Έρευνες πρέπει να δίνουνε κέρδος. Το καταστατικό μας υποχρεώνει να κουβαλάμε κάποιον σαν κι εσένα, να γυρνάει το πράγμα λιγάκι προς το πολιτιστικό,αλλά δεν είν' ανάγκη να κολλάει εκεί. Σέρακ, κάθε φορά το μόνο που θέλουμε είναι ένα χοντρό κομμάτι από τα καπούλια του χοιρινού - κι αυτό δεν το 'χουμε μυστικό. Τώρα, άμα καταφέρουμε να φανεί η ουρά του χοιρινού γυρισμένη λιγάκι κατά κουλτούρα μεριά, καλύπτουμε μια απαίτηση. Κι άμα αυτή η στροφή στην ουρά φέρει και κέρδος, τότε είμαστε βαθύτατα ευτυχείς για όλα. Λοιπόν, μήπως κατάφερες ν' ανακαλύψεις τίποτα για κείνες τις ζωντανές κούκλες; Μπορεί να 'χουνε και πολιτιστική και εμπορική αξία» .
«Οι ζωντανές κούκλες μοιάζουν
μέρος από κάτι πολύ πιο βαθύ» είπε ο
Σέρακ. «Πολύπλοκος ο κόμπος που
πρέπει να λυθεί. Ο ισχυρισμός των
Προαβιτανών ότι δεν πεθαίνουν ίσως
είναι το κλειδί για τη λύση» .
«Εγώ λέω ότι πεθαίνουν αρκετά νέοι,
Σέρακ. Όλοι όσοι κυκλοφορούν
τριγύρω είναι νέοι, κι όσοι δεν
ξεμυτίζουν απ' τα σπίτια το πολύ
μεσόκοποι» .
«Και πού είναι τα νεκροταφεία
τους;»
«Μπορεί να τα καίνε τα γερόντια σαν
πεθάνουν» .
«Και πού 'ν' τα κρεματόρια;»
«Μπορεί να τις πετάνε τις στάχτες ή
να τα εξαερώνουν τα λείψανα
τελείως. Ισως δε νιώθουν σεβασμό
για τους προγόνους» .
«Αλλα στοιχεία δείχνουν πως ο
πολιτισμός τους ολόκληρος
στηρίζεται στον υπερβολικό σεβασμό
προς τους προγόνους» .
Ο ΣΕΡΑΚ ΣΥΖΗΤΟΥΣΕ με τη Νοκόμα, την αντίστοιχη μεταφράστρια των Προαβιτανών. Πολύ ικανοί και οι δυο τους, συναντιόντουσαν κάπου ανάμεσα στις δυο γλώσσες όταν κουβέντιαζαν. Τη Νοκόμα την είχαν για θηλυκού γένους. Παρότι μια κάποια γλυκύτητα ήταν κοινή σ' όλους τους ιθαγενείς, οι άντρες της Αποστολής πίστευαν πως είχαν πια τον τρόπο να διακρίνουν τα δύο φύλα.
«Πειράζει να σε ρωτήσω κάτι στα
ίσια;» ήταν το καλωσόρισμα του
Σέρακ για σήμερα.
«Σίγουρα όχι. Πώς αλλιώς μαθαίνω το
μιλάω καλά εκτός μιλώντας;»
«Μερικοί Προαβιτανοί λένε πως δεν
πεθαίνουν, Νοκόμα. Είναι αλήθεια;»
«Πώς δεν είναι αλήθεια; Αν
πεθαίνουν δεν είναι εδώ να λένε δεν
πεθαίνουν. Ω, αστείο λέω, αστείο.
΄Όχι, εμείς δεν πεθαίνουμε. Είναι
αυτή χαζή ξένη συνήθεια που δεν
έχουμε λόγο να αντιγράφουμε. Μόνο
τα κατώτερα πλάσματα πεθαίνουν
στον Προαβίτους» .
«Από σας κανένας;»
«Μα, γιατί; Όχι. Ποιός θέλει να είναι
τέτοια εξαίρεση;»
«Κι όταν γερνάτε πολύ τί κάνετε;»
«Πιο λίγα και πιο λίγα κάνουμε τότε.
Παθαίνουμε ενεργειακή ανικανότητα.
Αυτό δεν παθαίνετε κι εσείς;»
«Φυσικά. Αλλά όταν γερνάτε
υπερβολικά πού πάτε;»
«Πουθενά. Μένουμε πια στο σπίτι. Τα
ταξίδια είναι για τους νέους, για τα
δραστήρια χρόνια» .
«Ας το πιάσουμε αλλιώς» είπε ο
Σέρακ. «Ο πατέρας σου κι η μητέρα
σου πού βρίσκονται;»
«Κάπου τριγύρω. Δεν είναι και
γέροι» .
«Οι παππούδες σου, οι γιαγιάδες
σου;»
«Μερικοί κυκλοφορούν ακόμη. Οι πιο
γέροι μένουν στο σπίτι» .
«Ας το πιάσουμε έτσι. Πόσες
γιαγιάδες έχεις, Νοκόμα;»
«Στο δικό μου το σπίτι έχω, νομίζω,
εννιακόσιες γιαγιάδες. Ω, δεν είναι
πολλές, το ξέρω, αλλά είμαστε νέο
παρακλάδι από άλλη οικογένεια.
Μερικοί από τη φυλή μου έχουνε πάρα
πολλούς προγόνους στα σπίτια τους»
.
«Κι οι πρόγονοι εκείνοι είν' όλοι
τους ζωντανοί;»
«Τι άλλο; Ποιος κρατάει σπίτι
πράγματα που δεν είναι ζωντανά; Δε
θα 'τανε πρόγονοι τότε» .
Χοροπήδαγε από έκσταση ένα γύρω ο
Σέρακ.
«Μπορώ να τους δω;» ρώτησε
ξαναμμένος.
«Δε θα σου συνιστούσα να δεις τους
πιο γέρους» προειδοποίησε η Νοκόμα.
«Οι ξένοι αναστατώνονται και το
αποφεύγουμε. Φυσικά μερικές
δεκάδες μπορείς να τις δεις» .
Εκείνη τη στιγμή, από το νου του
Σέρακ πέρασε η σκέψη πως ίσως είχε
βρει εκείνο που σ' όλη του ζωή
αναζητούσε. Κυριεύτηκε από
ακατανίκητη ανυπομονησία.
«Νοκόμα, θα βρίσκαμε το κλειδί!»
σύριξε. «Αμα κανείς σας ποτέ δεν
πέθανε, τότε η φυλή σου ολόκληρη
είναι ζωντανή!»
«Σίγουρα. Είναι σα να μετράς φρούτα.
Δεν παίρνεις κανένα, τα έχεις όλα» .
«Όμως αν οι πρώτοι - πρώτοι είναι
ζωντανοί, ίσως γνωρίζουν την
προέλευσή τους! Θα ξέρουν πώς
άρχισε! Ξέρουν; Εσύ ξέρεις;»
«Ω, όχι εγώ. Είμαι πολύ νέα για την
Τελετή» .
«Ποιός ξέρει όμως; Δεν είναι
κανένας που να ξέρει;»
«Α, ναι. Όλοι οι ηλικιωμένοι ξέρουν
πώς άρχισε» .
«Πόσο ηλικιωμένοι; Πόσες γενιές
πριν από σένα θα πάμε για να
ξέρουν;»
«Δέκα, όχι παραπάνω. Όταν έχω δέκα
γενιές παιδιά θα πηγαίνω κι εγώ
στην Τελετή» .
«Η Τελετή, τί είναι;»
«Μια φορά το χρόνο οι ηλικιωμένοι
πηγαίνουν στους πολύ ηλικιωμένους.
Τους ξυπνάνε και τους ρωτάνε πώς
άρχισε. Οι πολύ ηλικιωμένοι τους
λένε για το ξεκίνημα. Σπουδαία
στιγμή. Ν' άκουγες πώς γελάνε και
χτυπιούνται! Ύστερα οι πολύ
ηλικιωμένοι ξαναπέφτουν για ύπνο
γι άλλον ένα χρόνο. Κι έτσι
μεταδίδεται στις επερχόμενες
γενιές. Αυτή είναι η Τελετή» .
ΟΙ ΠΡΟΑΒΙΤΑΝΟΙ δεν ήταν ανθρωποειδείς. Όσο για «πιθηκόφατσες» ακόμα λιγότερο, αλλά έτσι είχαν πια καθιερωθεί στην εσωτερική διάλεκτο των εξερευνητών. Στέκονταν στητοί, τυλιγμένοι με σφιχτά και χαλαρά υφάσματα και κάτω απ' όλ' αυτά πρέπει να 'χανε δυο πόδια, μάλλον.
Αλλά, όπως είπε κι Κρανιοθραύστης «Απ' όσο ξέρουμε, μπορεί και να κινούνται σε τροχούς» .
Τα χέρια τους είχαν μια ρευστή ευκινησία, με δάχτυλα που ξεφύτρωναν απ' οποιοδήποτε σημείο τους. Χειρίζονταν εργαλεία ή και τα ίδια τους τα χέρια σαν εργαλεία πολύπλοκα.
Η γνώμη του Τζωρτζ Σφάχτη ήταν πως οι Προαβιτανοί ήταν αδιάκοπα μασκοφορεμένοι και πως οι άντρες της Αποστολής δεν είχανε δει ποτέ τα πρόσωπά τους. Για φανερά τους πρόσωπα, έλεγε, είχανε μάσκες τελετουργικές, και δεν τους είχαν φανερώσει κανένα μέρος του σώματός τους έξω από τα αλλόκοτα χέρια τους, τα οποία μπορεί και να 'τανε τα πρόσωπά τους.
Μόλις ο Σέρακ δοκίμασε να
εξηγήσει στους άντρες της
Αποστολής σε ποιας μεγαλειώδους
ανακάλυψης βρισκόταν το κατώφλι,
ασυγκράτητη ιλαρότητα ήταν η
αντίδρασή τους.
«Ακόμα κολλημένος στο Πώς Αρχισε ο
μικρός» κορόιδεψε ο
Κρανιοθραύστης. «Δε βαρέθηκες
ακόμα Σέρακ το ποιός έγινε πρώτος, η
κότα ή τ' αυγό;»
«Πολύ σύντομα θα 'χω την απάντηση»
τραγούδησε ο Σέρακ. «Η ευκαιρία
είναι μοναδική. Μόλις μάθω πώς
προήλθαν οι Προαβιτανοί ίσως να
κατέχω πια το κλειδί του πώς άρχισε
ο,τιδήποτε. Όλοι οι Προαβιτανοί
είν' ακόμα ζωντανοί, ως την πρώτη -
πρώτη γενιά» .
«Τι απίστευτο μέγεθος αφέλειας»
γόγγυσε ο Κρανιοθραύστης. «Λένε πως
άμα φτάσεις ν' ανέχεσαι τους
μωρούς μ' ευγένεια έχεις πια
νερουλιάσει. Μη μ' αξιώσεις, Θεέ, να
φτάσω ως εκεί» .
ΑΛΛΑ ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ δυο μέρες ο Κρανιοθραύστης γύρεψε τον Σέρακ Σιπνά-\κια, πάνω κάτω για το ίδιο θέμα. Είχε κάνει σκέψεις κι ανακαλύψεις δικές του.
«Αν και Ειδικός Ερευνητής Σέρακ,
ερευνάς λάθος» .
«Πώς λάθος;»
«Δεκάρα δε δίνω για το πώς άρχισε.
Το σημαντικό είναι πως δεν είν'
απαραίτητο να τελειώσει» .
«Την αρχή θέλω ν' ανακαλύψω» είπε ο
Σέρακ.
«Ηλίθιε, τίποτα δεν μπορείς να
καταλάβεις; Τ' είν' αυτό που
κατέχουν οι Προαβιτανοί με τέτοιο
μοναδικό τρόπο που αγνοούμε αν τ'
απόκτησαν με την επιστήμη ή από τη
φύση τους ή από τυφλή τύχη;»
«Α, τη χημεία τους, εννοείς» .
«Ακριβώς. Η οργανική χημεία έχει
ενηλικιωθεί εδώ πέρα. Οι
Προαβιτανοί γνωρίζουν όλους τους
καταλύτες, όλα τα αναβολικά, όλα τα
συναφή. Μπορούν να διογκώνουν, να
συρρικνώνουν, να συμπτύσσουν, να
επεκτείνουν οτιδήποτε. Σ' εμένα
φαίνονται πλάσματα ηλίθια. Σαν να
τα κατέχουν όλα τούτα από ένστικτο.
Τα κατέχουν όμως - κι αυτό είναι το
σημαντικό. Με τέτοιες γνώσεις
μπορούμε να γίνουμε βασιλιάδες
στις φαρμακευτικές πατέντες σ'
ολόκληρο το σύμπαν, μιας κι οι
Προαβιτανοί δεν ταξιδεύουν, δεν
έχουνε πολλές επαφές με τους έξω.
Μ' αυτές τις γνώσεις λύνεις και
δένεις ο,τιδήποτε. Υποψιάζομαι πως
οι Προαβιτανοί έχουν την ικανότητα
να συρρικνώνουν κύτταρα κι
υποψιάζομαι πως έχουν την
ικανότητα να κάνουν κι άλλα που δεν
φανταζόμαστε» .
«Όχι. Τα κύτταρα δε γίνεται να
συρρικνωθούν. Εσύ λες ανοησίες
τώρα, Κρανιοθραύστη» .
«Και λοιπόν; Ήδη με τα καμώματά τους
η συμβατική χημεία μοιάζει μ'
ανοησίες. Αν μάθεις τα γιατροσόφια
που ξέρουν αυτοί εδώ δεν πεθαίνεις
ποτέ. Τούτο το καλάμι δεν καβάλησες;
Μόνο που το καβάλησες ανάποδα και
κοιτάς την ουρά. Οι Προαβιτανοί
λένε πως δεν πεθαίνουν ποτέ» .
«Φαίνονται αρκετά σίγουροι γι αυτό.
Αν πεθαίνανε θα το μάθαιναν πρώτοι,
όπως λέει κι η Νοκόμα» .
«Τί; Έχουνε και χιούμορ αυτά τα
πλάσματα;»
«Λιγάκι» .
«Όμως, Σέρακ, δε συνειδητοποιείς τη
σπουδαιότητα του πράγματος» .
«Ως τώρα είμαι ο μόνος που τη
συνειδητοποιεί. Και σημαίνει πως αν
οι Προαβιτανοί ήταν ανέκαθεν
αθάνατοι, όπως ισχυρίζονται, τότε
κι οι πιο παλιοί απ' αυτούς είν'
ακόμα ζωντανοί. Ίσως από κείνους
μπορέσω να μάθω πώς εμφανίστηκε η
φυλή τους - και ίσως κάθε φυλή» .
Οπότε ο Κρανιοθραύστης υποδύθηκε τον θανάσιμα τραυματισμένο βούβαλο. Διέρρηξε την κόμη του και σχεδόν ξεκόλλησε τ' αυτιά του απ' τις ρίζες. Στριφογύρισε βαριά, ξύνοντας το χώμα με τις οπλές του κι απομακρύνθηκε μουγκανίζοντας: «Το πώς άρχισε δεν αξίζει φράγκο, ηλίθιε! Εδώ μπορεί να μην τελειώσει!» τόσο δυνατά που λόφοι αντήχησαν:
Δεν αξίζει φράγκο - ηλίθιε!
Ο ΣΕΡΑΚ ΣΙΠΝΑΚΙΑ πήγε στο σπίτι της Νοκόμα, όχι όμως σαν καλεσμένος, μαζί της. Πήγε μόνος του, ξέροντας πως δεν ήταν εκεί. Πράξη ύπουλη, αλλά οι άντρες της Αποστολής είχαν εκπαιδευτεί στη δολιότητα.
Θα 'ταν πιο εύκολο χωρίς συμβούλους ν' ανακαλύψει την αλήθεια για τις Εννιακόσιες Γιαγιάδες, για τις θρυλούμενες ζωντανές κούκλες. Να βρει τί κάναν οι ηλικιωμένοι άμα δεν πέθαιναν και πώς πρωτοήρθαν στον κόσμο. Όσο για την απρόσκλητη εισβολή του βασιζόταν και στην έμφυτη διακριτικότητα των Προαβιτανών.
Το σπίτι της Νοκόμα ήταν στο
ψηλότερο σύμπλεγμα σπιτιών, πάνω
στην κορυφή του μεγάλου, επίπεδου
λόφου, της Ακρόπολης του
Προαβίτους.
Αν και πλίθινα, τα σπίτια ήταν
φτιαγμένα με μαστοριά και χάρη κι
έμοιαζαν να φυτρώνουν απ' το λόφο,
να 'ναι μέρος του.
Ο Σέρακ ανέβηκε φιδογυριστά, ανηφορικά πλακόστρωτα μονοπάτια και μπήκε στο σπίτι που κάποτε του 'χε δείξει η Νοκόμα. Μπήκε κλεφτά και βρήκε εμπρός του μια από τις εννιακόσιες γιαγιάδες - από την οποία μάλλον δε χρειαζόταν να κρύβεται.
Η γιαγιά ήτανε καθιστή, μικροσκοπική και χαμογελαστή.
Συνεννοήθηκαν χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, αν και όχι τόσο εύκολα όσο με τη Νοκόμα που τον συναντούσε στα μισά του δρόμου στη δικιά του γλώσσα. Στο κάλεσμά της εμφανίστηκε ένας παππούς που του χαμογέλασε παρομοίως. Τούτοι οι δυο γέροι ήταν λιγάκι πιο μικρόσωμοι από τους Προαβιτανούς των δραστήριων χρόνων. Ήταν ευγενείς και γαλήνιοι.
Ένιωθε στον αέρα, μύριζε σχεδόν, κάτι όχι δυσάρεστο, νυσταλέο, κάτι που θύμιζε θλίψη.
«Υπάρχουν άλλοι πιο ηλικιωμένοι
από σας;» ρώτησε ο Σέρακ με αγωνία.
«Τόσοι πολλοί, τόσοι πολλοί, ποιος
ξέρει πόσοι πολλοί;» είπε η γιαγιά.
Κάλεσε κι άλλες γιαγιάδες και
παππούδες πιο γέρους και
μικρόσωμους απ' αυτή, στο μισό
μέγεθος των δραστήριων Προαβιτανών
κι ακόμη πιο μικρούς, νυσταλέους,
χαμογελαστούς.
Ήταν πια βέβαιος πως δε φόραγαν μάσκες. Όσο πιο ηλικιωμένοι ήταν, τόσο πιο έντονα ήταν στα πρόσωπά τους χαραγμένα τα χαρακτηριστικά τους κι η περιέργεια. Μόνο για τους ανώριμους, δραστήριους Προαβιτανούς γινόταν ν' αμφιβάλεις. Καμιά μάσκα δεν ήταν ικανή να δείξει τέτοια γελαστή, γεροντική γαλήνη. Το υλικό με την περίεργη υφή ήταν τ' αληθινά τους πρόσωπα.
Τόσο γέροι και φιλικοί, τόσο αδύναμοι και νυσταλέοι - θα 'τανε καμιά δεκαριά γενιές ως τους πιο ηλικιωμένους και μικροσκοπικούς.
«Τι ηλικία έχουν οι πιο γέροι;»
ρώτησε ο Σέρακ την πρώτη γιαγιά.
«Λέμε πως όλοι έχουν την ίδια
ηλικία, αφού όλοι είναι αιώνιοι»
είπε η γιαγιά. «Δεν έχουν όλοι την
ίδια ηλικία, μα είναι αδιακρισία να
ρωτάς την ηλικία» .
«Δεν ξέρετε τον αστακό» τους είπε ο
Σέρακ, τρέμοντας «... είναι ένα
πλάσμα που κάθεται να βράσει
ευτυχισμένο άμα ζεστάνεις το νερό
σιγά σιγά. Δεν ταράζεται γιατί δεν
ξέρει πότε η θερμοκρασία γίνεται
επικίνδυνη. Έτσι βαθμιαίο είναι και
για μένα, εδώ. Γλιστράω μαζί σας από
βαθμίδα σε βαθμίδα κι η ευπιστία
μου δεν ταράζεται.
» Κινδυνεύω να πιστέψω ο,τιδήποτε
για σας, αν παίρνω μικρές δόσεις,
όπως και γίνεται. Δέχομαι πως είστε
εδώ, πως είστε όπως είστε, απλώς και
μόνο επειδή σας βλέπω και σας
αγγίζω. Εντάξει λοιπόν, δε θα κάνω
πίσω προτού βράσω σαν αστακός.
Είναι άλλοι πιο ηλικιωμένοι από
τους παρόντες;»
Η πρώτη γιαγιά ένευσε στον Σέρακ να την ακολουθήσει. Κατηφόρισαν έναν κεκλιμένο διάδρομο που οδηγούσε κάτω απ' το πάτωμα, προς ένα παλιότερο κομμάτι του σπιτιού που θα πρέπει να ήταν υπόγειο.
ΖΩΝΤΑΝΕΣ ΚΟΥΚΛΕΣ! Ήταν σε σειρές πάνω στα ράφια, καθισμένες σε μικροσκοπικές καρέκλες μες στις γωνίτσες τους. Πραγματικά σαν κούκλες σε μέγεθος, και μάλιστα πολλές εκατοντάδες.
H εισβολή ξύπνησε πολλές. Αλλες ξυπνούσαν μόλις τους απηύθυνε το λόγο ή τις άγγιζε. Ήταν απίστευτα ηλικιωμένες, μα στις ματιές τους διάβαζες ευφυΐα και γνώση. Χαμογελούσαν και τεντώνονταν νυσταγμένα κι οι κινήσεις τους πιο λίγο τους ανθρώπους και πιο πολύ εκείνες τις αρχαίες μαριονέττες θύμιζαν. Τους μιλούσε ο Σέρακ και όλως παραδόξως καταλάβαιναν ο ένας τον άλλο.
«Αστακέ, αστακέ» είπε μέσα του «το νερό ξεπέρασε την επικίνδυνη θερμοκρασία! Κι εσύ δεν κατάλαβες διαφορά. Έτσι και πιστέψεις τις αισθήσεις σου τώρα θα βράσεις ζωντανός μες στην ευπιστία σου» .
Ήξερε πια πως οι ζωντανές κούκλες υπήρχαν και πως ήταν οι πρόγονοι των Προαβιτανών.
Πολλά από τα πλασματάκια είχαν αποκοιμηθεί και πάλι. Μικρό το διάστημα της εγρήγορσής τους, αλλά και του ύπνου τους φαινόταν το ίδιο. Κάμποσες από τις ζωντανές μούμιες αφυπνίστηκαν για δεύτερη φορά μες στο διάστημα που ο Σέρακ ήταν στο δωμάτιο, αφού αναζωογονήθηκαν από τον σύντομο ύπνο, κι είχαν πάλι όρεξη για κουβέντα.
«Είσαστε απίστευτες!» ανέκραξε ο Σέρακ και τα μικρά και πιο μικρά κι ακόμη πιο μικρά πλάσματα επιδοκίμασαν με γέλια και χαμόγελα.
Φυσικά και ήταν. Κάθε κανονικό πλάσμα είναι απίστευτο και, πού ξαναβρέθηκαν τόσα πολλά μαζεμένα; Μα ο Σέρακ ήταν άπληστος. Ένα δωμάτιο γεμάτο θαύματα δεν του 'φτανε.
«Πρέπει ν' ακολουθήσω το νήμα
προς τα πίσω όσο μακριά και να
πάει!» φώναξε με πάθος. «Πού είναι
οι ακόμα πιο γέροι;»
«Υπάρχουνε πιο γέροι κι ακόμα πιο
γέροι και πάλι πιο γέροι» είπε η
πρώτη γιαγιά «και τρεις φορές κι
ακόμα γεροντότεροι, μα ίσως σοφό θα
'ταν τόση σοφία να μη γυρεύεις.
Είδες αρκετά. Οι ηλικιωμένοι
χρειάζονται ύπνο. Ας επιστρέψουμε
πάνω» .
Να επιστρέψουν επάνω, μακριά απ' αυτό; Ο Σέρακ πάντως όχι. Έβλεπε διαδρόμους και ράμπες που κατηφόριζαν μες στην καρδιά του ογκώδους λόφου. Ολόκληροι κόσμοι από δωμάτια απλώνονταν ολόγυρά του, κάτω απ' τα πόδια του. Ο Σέρακ τράβηξε μπρος και κάτω, και ποιος θα τον σταμάταγε; Κούκλες και όντα μικρότερα από κούκλες;
Ο Κρανιοθραύστης είχε κάποτε παρομοιάσει τον εαυτό του με γερο-πειρατή που απολάμβανε τα σωρωμένα πλούτη του. Μα ο Σέρακ ήταν ο Νεαρός Αλχημιστής, έτοιμος να βρει την ίδια τη Λίθο.
Τις ράμπες κατέβαινε, αιώνες και χιλιετίες προσπέρναγε. Το κάτι σαν μυρωδιά στον αέρα των πιο πάνω επιπέδων ήτανε τώρα οσμή ευδιάκριτη - νυσταλέα, αόριστα γνωστή, γελαστή, θλιμμένη και βαριά.
Έτσι μυρίζει ο Χρόνος.
Ο Σέρακ πήρε μια μικροσκοπική
γιαγιά στην παλάμη του: «Είναι
άλλοι πιο ηλικιωμένοι από σένα;»
«Τόσο γέροι και τόσο μικροί που
τους παίρνω στην παλάμη μου»
απάντησε η γιαγιά στην γλώσσα που,
σύμφωνα με τη Νοκόμα, ήταν η
παλιότερη, απλή γλώσσα του
Προαβίτους.
Όλο και πιο μικροσκοπικά, όλο και πιο γέρικα πλάσματα έβρισκε ο Σέρακ όσο διάσχιζε και διάσχιζε δωμάτια. Ήτανε πια βρασμένος αστακός, σίγουρα πράματα - το 'βλεπε και το 'νιώθε. Η σπουργιτόσωμη γιαγιά μίλαγε, γέλαγε κι έλεγε πως ήταν κι άλλοι απ' αυτή πολύ πιο γέροι και πάνω εκεί έγειρε ξανά το μέτωπο στην αγκάλη του Μορφέα. Ο Σέρακ την ξανάβαλε στη γωνίτσα της στον τοίχο που 'μοιαζε κυψέλη μαζί μ' άλλες χιλιάδες, γενιές σε μινιατούρα.
Φυσικά, δεν ήταν πια στο σπίτι της Νοκόμα, μα στην καρδιά του λόφου που πάνω του ήταν όλα τα σπίτια του Προαβίτους και τούτοι ήταν οι πρόγονοι όλων των κατοίκων του αστεροειδή.
«Είν' εδώ πέρα κι άλλοι πιο γέροι
από σένα;» ρώτησε ο Σέρακ μια
μικροσκοπική γιαγιά, κρατώντας την
στην άκρη του δαχτύλου του.
«Πιο γέροι και στο μπόι πιο μικροί»
είπε η γιαγιά «μα πλησιάζεις στο
τέλος» .
Είχε κιόλας αποκοιμηθεί και την ξαναπόθεσε στη θέση της. Όσο μεγαλύτερη ηλικία, τόσο περισσότερος ύπνος.
Πάταγε πια στέρεο βράχο, χαμηλότερα απ' τη ρίζα του λόφου. Σε διαδρόμους σκαλισμένους μέσα στο συμπαγή βράχο, που δεν μπορούσαν να πηγαίνουν πολύ βαθιά. Τον κυρίεψε ξάφνου ο φόβος μην και τα πλάσματα γίνονταν τόσο μικρά που να μην μπορεί να τα δει ή να τους μιλήσει κι έτσι να χάσει της αρχής το μυστικό.
Μα δεν είχε πει η Νοκόμα πως όλοι οι ηλικιωμένοι ξέραν το μυστικό; Φυσικά. Ήθελε όμως να τ' ακούσει απ' την πιο ηλικιωμένη.
Θα μάθαινε τώρα, όπως και να 'ταν.
«Ποιά είναι η πιο ηλικιωμένη;
Έφτασα στο τέλος; Είμαι στην αρχή;
Ξυπνήστε! Ξυπνήστε!» φώναξε μόλις
βεβαιώθηκε πως ήταν στο χαμηλότερο
και παλιότερο δωμάτιο.
«Η Τελετή είναι;» ρώτησαν κάμποσοι
που ξύπνησαν. Πλάσματα μικρότερα
από ποντίκια, όχι μεγαλύτερα από
μέλισσες, ίσως αρχαιότερα κι απ' τα
δυο.
«Έκτακτη Τελετή» είπε ο Σέρακ. «Ενημερώστε
με πώς ήταν στην αρχή» .
Τι ήταν αυτός ο θόρυβος - πολύ αμυδρός και σκόρπιος για να 'ναι μπουμπουνητό; Σα γέλιο από εκατομμύρια μικρόβια. Έκρηξη ιλαρότητας από μικροσκοπικά πραγματάκια που ξύπναγαν για μια μεγάλη στιγμή.
«Ποια είναι η πιο ηλικιωμένη απ'
όλες;» φώναξε ο Σέρακ, ενοχλημένος
από τα γέλια τους. «Ποια είναι η
πρώτη;»
«Εγώ είμαι η πρώτη, η έσχατη γιαγιά»
είπε μια χαρωπή φωνή. «Όλα τ' άλλα
είναι παιδιά μου. Είσαι κι εσύ παιδί
μου;»
«Φυσικά» είπε ο Σέρακ και το γελάκι
της δυσπιστίας ξεπήδησε από το
σύνολο των πλασμάτων.
«Θά 'σαι, τότε, το έσχατο παιδί,
γιατί με κανένα άλλο δε μοιάζεις. Κι
αν πράγματι είσαι, τότε το τέλος
είναι αστείο όσο κι η αρχή» .
«Πώς ήταν η αρχή;» βέλαξε ο Σέρακ. «Είσαι
η πρώτη. Πώς έγινε κι ήρθες στη ζωή,
ξέρεις;»
«Ω, ναι, ναι» γέλασε η έσχατη γιαγιά
κι η έκρηξη ιλαρότητας από τα
μικροσκοπικά πραγματάκια ήταν
πραγματικό μπουμπουνητό τώρα.
«Πώς άρχισε;» επέμεινε ο Σέρακ
βηματίζοντας και χοροπηδώντας από
έξαψη.
«Ω, είναι τόσο αστεία ιστορία το πώς
άρχισε που δεν θα την πίστευες»
χαχάνισε η γιαγιά. «Τί αστείο, τί
αστείο!»
«Πες μου λοιπόν το αστείο. Αν η φυλή
σας γεννήθηκε από ένα αστείο, τότε
πες το μου αυτό το κοσμικό αστείο» .
«Εσύ να πεις» κουδούνισε η γιαγιά. «Είσαι
μέρος του αστείου αν είσαι παιδί
μου. Ω, πώς να πιστέψω τέτοιο αστείο!
Τί ωραία να ξυπνάς για να γελάσεις
και να ξανακοιμηθείς» .
Αστραφτερή πράσινη απογοήτευση! Να 'χεις φτάσει στο τσακ και να 'χεις να κάνεις με μια χαζοχαρούμενη μέλισσα!
«Μην ξανακοιμάσαι! Πες μου αμέσως
πώς άρχισε!» στρίγγλισε ο Σέρακ κι
έπιασε την έσχατη γιαγιά ανάμεσα σε
δείχτη κι αντίχειρα.
«Δεν είναι έτσι η Τελετή»
διαμαρτυρήθηκε η γιαγιά. «Η Τελετή
είναι να μαντεύεις εσύ πώς ήταν για
τρεις μέρες κι εμείς να γελάμε και
να λέμε Όχι, όχι όχι, ήταν εννιά
φορές πιό τρελό. Μάντεψε κι άλλο!»
«Να μαντεύω για τρεις μέρες, ποτέ!
Πες μου αμέσως, αλλιώς σε λιώνω!»
απείλησε ο Σέρακ με φωνή που έτρεμε.
«Σε κοιτώ και με κοιτάς,
αναρωτιέμαι αν θα το κάνεις» είπε
ήρεμα η έσχατη γιαγιά.
«Οποιοσδήποτε απ' τους ζόρικους
άντρες της Αποστολής θα το 'χε
κάνει - θα την είχε συντρίψει,
πρώτα αυτή κι ύστερα κι άλλη, κι
άλλη, κι άλλη, ώσπου να φανέρωναν το
μυστικό. Κι ο Σέρακ αν είχε πάρει
μια ζόρικη προσωπικότητα με ζόρικο
όνομα θα το 'χε κάνει. Αν είχε γίνει
Αττίλας Ψυχάρας θα το 'χε κάνει
δίχως ενδοιασμούς. Μα ο Σέρακ
Σιπνάκια δεν μπορούσε.
«Πες μου» ικέτευσε αγωνιωδώς. «Σ'
όλη μου τη ζωή παλεύω ν' ανακαλύψω
πώς άρχισε, πώς ξεκίνησαν όλα. Κι
εσείς ξέρετε!»
«Ναι, ξέρουμε. Ω, τι μεγάλη πλάκα το
πώς ξεκίνησε. Τόσο αστείο! Τόσο
γελοίο, τόσο κοροϊδίστικο, τόσο
αλλόκοτο! Ούτε που θα το
φανταζόσουν, ούτε που θα το
πίστευες.»
«Πες μου! Πες μου!» Ο Σέρακ ήτανε
σταχτής, σε υστερία.
«Όχι, όχι, δεν είσαι παιδί μου»
ρουθούνι-σε η έσχατη γιαγιά. «Δε
λέγονται σε ξένους τέτοια αστεία.
Δεν προσβάλλουμε ξένους με
ξεκαρδιστικά και απίστευτα. Μπορεί
και να πεθάνουν. Να το 'χω στη
συνείδησή μου ότι ένας ξένος πέθανε
απ' τα γέλια;»
«Πες μου! Πρόσβαλέ με! Κάνε με να
πεθάνω απ' τα γέλια!» Μα ο Σέρακ
παραλίγο να πεθάνει απ' την
ανήμπορη απελπισία που τον
κατακυρίευε καθώς εκατομμύρια
μικρές μέλισσες γελούσαν,
κορόιδευαν και χαχάνιζαν:
«Ω, τί πλάκα που είχε το πώς άρχισε!»
Και γελούσαν. Και γελούσαν. Και συνέχισαν να γελάνε .... ώσπου ο Σέρακ Σιπνάκια έκλαψε και γέλασε μαζί τους, και σύρθηκε μακριά, και γύρισε στο πλοίο γελώντας ακόμη. Στο επόμενο ταξίδι του άλλαξε τ' όνομά του σε Στράπο Βρόντης και βασίλεψε για ενενήντα εφτά μέρες σ' ένα νησί στη γλυκιά θάλασσα του Μ-81, άλλ' αυτή είναι άλλη, πολύ λιγότερο ευχάριστη ιστορία.
Από τους πιο εκκεντρικούς χιουμορίστες συγγραφείς της ε.φ., είχε πολύ μεγάλη επίδραση στο στενό κύκλωμα των νέων συγγραφέων και οπαδών του new wave, αν και όχι τόσο μεγάλη στο ευρύ κοινό, στη δεκαετία του εξήντα. Έχει ειδικότητα σε διηγήματα με ριζοσπαστικό χιούμορ και γραφή - όπως είπε ο Samuel Delany «Ώρες-ώρες το χιούμορ του Lafferty περνάει σαφώς στο υπεριώδες»- ή όπως είπε ο Sturgeon, «τις ιστορίες που γράφει ο Lafferty δεν πρέπει να τις ταξινομούμε ούτε σαν ε.φ. ούτε σαν φάντασυ, αλλά σαν Λαφερτίες».