Το μουσικό κουτί στο υπόγειο

Αντώνης Νικολάου

Ακόμη και τώρα, που πέρασαν τόσα χρόνια κι ό,τι ήταν να συμβεί, συνέβη, αδυνατώ να ξεχάσω εκείνο το πρωινό του Δεκέμβρη και πάντα, όταν γνωρίζω κάποιον, του λέω την ιστορία μου, όσο απίστευτη κι αν είναι. Κι όσοι την έχουν ακούσει, με κοιτάνε περίεργα και μερικοί αποφεύγουν να μου μιλάνε...ακόμη και σε αυτόν εδώ το χώρο, που κανείς δεν μπορεί να πείσει ότι υπήρξε άγιος...

***

Τον Δεκέμβριο του 1952 είχα αγοράσει το υπόγειο, που ήταν στη γωνία των οδών Ανωνύμων Ηρώων και Μουσών. Ήταν σ' ένα παλιό, πέτρινο κτίριο, που ο ιδιοκτήτης του, είχε πεθάνει από χρόνια κι ο κληρονόμος του, ήθελε να το ξεφορτωθεί όσο-όσο. Έτσι το είχα αγοράσει σε ιδιαίτερα χαμηλή τιμή και μάλιστα όχι τοις μετρητοίς. Τότε ήμουν εικοσιπέντε ετών και δεν είχα τίποτα άλλο, παρά το απολυτήριο του στρατού και τα χρήματα, που μου είχε δώσει ο πατέρας μου, όταν εγκατέλειπα το μικρό χωριό για να βρω την τύχη μου, στην πόλη. Με τα χρήματα εκείνα, πλήρωσα την προκαταβολή για το υπόγειο, που είχα σκοπό να το μετατρέψω σε παλαιοπωλείο, μια και από τον παππού μου, είχα μάθει αρκετά πράγματα γι' αυτή τη δουλειά, ενώ κληρονόμησα και πάρα πολλά παλαιά είδη, μερικά μάλιστα σημαντικής αξίας. Ο παππούς μου, ήταν γυρολόγος και άφθαστος στο εμπόριο, ενώ πολλές φορές, με την καπατσοσύνη του κατάφερνε ν' αγοράζει, από ανύποπτες, φτωχές γυναίκες, πράγματα, που μόνον εκείνος ήξερε την πραγματική τους αξία. Έτσι όταν πέθανε, μου άφησε και σπάνια είδη, κυρίως μικρά έπιπλα, που στην πόλη θα μου δινόταν η ευκαιρία, να τα πουλήσω και φυσικά να δημιουργήσω μια μικρή και παράξενη, για τα εμπορικά δεδομένα της επαρχίας, επιχείρηση.

Με τη βοήθεια των γονέων και της μικρότερης αδελφής μου, σε λίγες ημέρες είχα καταφέρει να στήσω το μαγαζάκι μου και στις 28 Φεβρουαρίου του '53, τοποθετήθηκε η μικρή, κίτρινη, με τα γαλάζια γράμματα, ταμπελίτσα «Αντίκες- Σπάνιες ευκαιρίες».

Οι πρώτες ημέρες λειτουργίας του καταστήματός μου δεν ήταν καθόλου ικανοποιητικές, αλλά δεν απογοητευόμουν. Το περίμενα άλλωστε, αφού στην πόλη δεν με ήξεραν και όπως και να έχει το πράγμα, εάν ένας έμπορος ασκεί τις δραστηριότητές του σε μια μικρή επαρχία, πρέπει πάνω απ' όλα να είναι γνωστός, να είναι οι καταναλωτές κατά κάποιο τρόπο υποχρεωμένοι απέναντί του, από φιλικές σχέσεις ή άλλου είδους συνεργασία. Πολλοί ήταν όμως εκείνοι, που κοιτούσαν έστω και με περιέργεια το μαγαζάκι μου. Και μετά από οκτώ ακριβώς ημέρες, χαμογέλασα στον πρώτο πελάτη.

- Καλημέρα σας, σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος;
- Μια ματιά θέλω να ρίξω...

Ήταν ένας ηλικιωμένος κύριος. Φορούσε ένα ακριβό, καφέ παλτό και μια γραβάτα ολομέταξη. Το άρωμά του, είχε γεμίσει το μικρό μου χώρο. Κοιτούσε τα διάφορα μικροέπιπλα και μερικά απ' αυτά τα χάιδευε λες και 'κείνα θα του μιλούσαν. Κάποια στιγμή σταμάτησε σ' ένα ρολόι τοίχου. Στο βλέμμα του διέκρινα αμέσως το θαυμασμό. Με την άκρη του ματιού του, με κοίταξε, σαν να τον ενόχλησε η αδιακρισία μου. Το ξεκρέμασε και άρχισε να το επεξεργάζεται, από κάθε πλευρά. Ήταν πράγματι ένα εξαιρετικό κομμάτι, από τα καλύτερα που είχε συλλέξει ο παππούς μου και σίγουρα κατασκευής του προηγούμενου αιώνα. Ο ηλικιωμένος κύριος το κούρδισε και περίμενε υπομονετικά να δει τη λειτουργία του. Μετά από λίγο με κοίταξε.

- Πόσο κοστίζει αυτό; ρώτησε.
- Ω, είναι πολύ σπάνιο, απάντησα. Είναι η βιτρίνα του καταστήματός μου...δεν ξέρω εάν θα έπρεπε να το πουλήσω.
Εκείνος χαμογέλασε και άναψε τσιγάρο.
- Είσαι πολύ μικρός για να λες τέτοια σ' ένα παλιό έμπορο, δε νομίζεις;
Προς στιγμήν τα έχασα και κάπου ντράπηκα για το θράσος μου, αλλά πού να ήξερα ότι θα έπεφτα σε έμπορο. Γρήγορα όμως το ξεπέρασα.

- Με συγχωρείτε κύριε, δεν γνωρίζω τη δουλειά σας, αλλά ό,τι και να είστε, δε σημαίνει απολύτως τίποτα για το ωραιότερο κομμάτι του καταστήματος. Αυτό το ρολόι, που κρατάτε στα χέρια σας, είναι του 1897- εκείνη η χρονολογία μου είχε έρθει στο μυαλό - και το σκάλισμά του είναι μοναδικό. Εάν είστε έμπορος, ένας λόγος περισσότερο, για να εκτιμήσετε την αξία του.
- Πού το βρήκες; ρώτησε ο πανέξυπνος, όπως φαινόταν, πελάτης.
- Μου το άφησε ο παππούς μου. Έκανε την ίδια δουλειά. Αγόραζε και πουλούσε παλιά αντικείμενα...
- Ωραία, αν σκοπεύεις να το πουλήσεις αυτό το ρολόι τι ζητάς;
- Σας είπα...
- Νεαρέ δεν πρόκειται να επιμείνω πολύ...

Μου ζήτησε ένα τασάκι για το τσιγάρο του κι έβγαλε το μαντήλι του. Σκούπισε τα χέρια του και σχεδόν αμέσως έβγαλε το πορτοφόλι του.

- Αφού δε μιλάς, είπε, ας σου κάνω εγώ μια προσφορά. Τι θα έλεγες για μια χρυσή λίρα;

Μου κόπηκε η αναπνοή. Ήταν πάρα πολλά τα χρήματα. Ολόκληρη χρυσή λίρα! Απίστευτο ποσό για σεφτέ. Έβαλα τα δυνατά μου, για να κρύψω τη χαρά που θα πρέπει να έλαμπε στο πρόσωπό μου.

- Είναι καλή η τιμή, είπα μετά από λίγο, αλλά...

Αφησε τη λίρα στον πάγκο μου και χαμογέλασε.

- Δεν πρόκειται να σου δώσει κανείς παραπάνω νεαρέ... Σου δίνω τη λίρα για να σε βοηθήσω. Ξέρω ότι χρειάζεσαι χρήματα. Είναι πολύ καλός σεφτές και σου υπόσχομαι κι άλλους πελάτες. Φαίνεται ότι ο παππούς σου, ήξερε να διαλέγει πράγματα...

Πήρε το ρολόι και χωρίς να μου ζητήσει να το τυλίξω έφυγε. Έβαλα γρήγορα τη λίρα στην τσέπη μου κι ευχαρίστησα το Θεό, που εκείνο το πρωινό, εισέπραξα ένα αμύθητο, για μένα, ποσό. Δεν πρόλαβα να συνέλθω από τη μεγάλη μου χαρά και κατέβηκε και δεύτερος πελάτης. Εκείνος όμως δεν είχε καμία σχέση με τον προηγούμενο. Ήταν κακόμοιρος, κοντά στα εβδομήντα, με φτωχά ρούχα και ρυτιδιασμένο πρόσωπο. Τα μαλλιά του ήταν μακριά, μέχρι τους ώμους και γεμάτα λίγδα. Η μύτη του γαμψή, σαν του γερακιού και οι κόγχες των ματιών του, είχαν ένα παράξενο, αφύσικο, κόκκινο χρώμα. Μπορώ να πω ότι η εμφάνισή του, προξενούσε και φόβο...

Στάθηκε στην πόρτα και κοιτούσε στ' αριστερά του, τη γλυκιά μπαλαρίνα. Ήταν ένα πανέμορφο μουσικό κουτί, που όταν το άνοιγες χόρευε μια χαριτωμένη μπαλαρίνα. Ο παράξενος γέρος, το πήρε στα χέρια του, το κούρδισε καλά και μετά το άνοιξε. Φάνηκε να ταξιδεύει σε παραμυθένιους κόσμους. Είχε κλείσει τα μάτια του και κάτι σιγοτραγουδούσε. Μόλις τέλειωσε η μουσική, άνοιξε τα μάτια του και με πατρική, θα έλεγα φροντίδα, έβαλε το κουτί ξανά στη θέση του. Και τότε ήταν που είδα τα χέρια του.

Η κραυγή μου, θα πρέπει να ακούστηκε μέχρι την κεντρική πλατεία, γιατί σε λίγο μαζεύτηκαν πολλοί στο υπόγειο και όλοι μου είπαν στη συνέχεια, ότι με είχαν βρει λιπόθυμο. Όσο για το γέρο δεν τον είχε δει κανένας!

- Μα ήταν εδώ, διαμαρτυρήθηκα, τον είδα που άνοιξε το μουσικό κουτί...

Ο ηλικιωμένος κύριος, που μου είχε δώσει τη λίρα, με χτύπησε φιλικά στην πλάτη.

- Μήπως δεν τρως καλά, ρώτησε; Μήπως έχεις παραμελήσει τον εαυτό σου; Έλα από το ιατρείο μου, το απόγευμα. Βρίσκεται στο επόμενο τετράγωνο, δίπλα στην ταβέρνα του «Κόκορα».
- Α, ώστε γιατρός είστε, μουρμούρισα...

Όλοι έφυγαν από το μαγαζί μου, πλην του γιατρού. Εκείνος με κοίταξε και χαμογέλασε.

- Δεν είσαι παραπάνω από εικοσιπέντε χρονών, έτσι δεν είναι;
- Όχι γιατρέ...
- Θα πρέπει να ζεις με στερήσεις στην πόλη... Πιστεύω τώρα με τη λίρα να τα βολέψεις. Πάντως έχεις μυαλό και θα προκόψεις...

Έκανε να φύγει.

- Ο γέρος, φώναξα, ήταν εδώ...και ξέρετε τι είδα;
Ο γιατρός κοντοστάθηκε.
- Τι είδες ρώτησε;
- Τα χέρια του...από τη μέσα πλευρά...ήταν γεμάτα με αίμα! Δες το μουσικό κουτί, θα πρέπει να έμειναν τα αποτυπώματά του...

Ταυτόχρονα πήραμε το κουτί στα χέρια. Αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Ζήτησα συγγνώμη από το γιατρό και γύρισα στον πάγκο. Εκείνος χαμογέλασε και με χαιρέτισε.

Δεν θα πέρασαν ούτε δέκα λεπτά, όταν τα νεύρα μου δέχτηκαν και νέα δοκιμασία. Στο ίδιο σημείο, εκεί στη μπαλαρίνα, εμφανίστηκε ο γέρος, που δε νομίζω να τον άκουσα να κατεβαίνει τα λιγοστά σκαλιά. Η καρδιά μου, κόντευε να σπάσει, ενώ το βλέμμα μου έπεσε στα χέρια του, όπου δεν άργησα να δω το αίμα... Εκείνος πήρε το μουσικό κουτί ξανά στα χέρια του και έκανε ότι και νωρίτερα. Μόνο που αυτή τη φορά, έστω και με κομμένη την ανάσα, δεν φώναξα. Προσποιήθηκα τον αδιάφορο κι έκανα πως σκουπίζω τον πάγκο.

Ο παράξενος γέρος, χάζευε στο κουτί και πολλές φορές τον είδα να κλείνει τα μάτια και να σιγοτραγουδά, έναν ρυθμό, κάτι σαν νανούρισμα. Κάποια στιγμή, κοίταξε τα χέρια του. Έμεινε βουβός σαν άγαλμα. Από τα μάτια του, ξέφυγαν δάκρυα. Σε λίγο τον είδα να έρχεται προς το μέρος μου. Κατάπια με δυσκολία το σάλιο μου, ενώ άρχισα να τρέμω. Στάθηκε απέναντί μου.

Γιατί φοβάσαι; ρώτησε με μια φωνή, που ίσα-ίσα ακουγόταν. Τι μπορώ να σου κάνω; Τίποτα. Και πριν φώναξες και με ανάγκασες να φύγω και να κρυφτώ στο διπλανό μισογκρεμισμένο υπόγειο...

Χαμογέλασε.
- Θα σε τρόμαξαν τα χέρια μου, συνέχισε. Τώρα πια τι μπορούν να κάνουν... τότε ήταν που...Σταμάτησε. Τα μάτια του θόλωσαν.

- Το αίμα στα χέρια μου, δεν φεύγει ποτέ...μέχρι να πεθάνω, αλλά κι αυτό δε γίνεται... δεν πεθαίνω! Η μπαλαρίνα και το μουσικό κουτί, είναι δικής μου κατασκευής... Ξέρεις από πότε; Από το 1897... Τότε μετρούσαν ακόμη τα χρόνια για μένα... Ήμουν πενήντα χρονών και το εργαστήρι μου ήταν στην πρωτεύουσα...
- Απίστευτο, ψιθύρισα... Δεν ξέρεις τι λες, είσαι τρελός...
- Η κατάρα υπάρχει πάνω μου, από τότε...που όλα θόλωσαν γύρω μου και με το μεγάλο μαχαίρι, αυτό που μου είχαν φέρει από το χωριό, δεν έκανα τίποτα άλλο απ' το να αφαιρώ ζωές... Με είχε πιάσει μανία... σκότωνα, σκότωνα... και σε κάθε έναν απ' αυτούς, που τους στερούσα από τις οικογένειές τους, άφηνα ένα μουσικό κουτί...κάθε φορά και διαφορετικής κατασκευής... Τον Ιανουάριο του 1898 με συνέλαβαν... Ούτε που είχα μετρήσει πόσους σκότωσα... Με κυνηγούσαν μήνες, αλλά πάντα τους μπέρδευα... Και από τη φυλακή έφυγα. Δεν είχε ξεσπάσει ο πόλεμος ακόμη. Ποτέ δεν κατάφεραν να με βρουν. Και χωρίς να καταλάβω, άλλαξα όψη. Το πρόσωπό μου, τα μάτια...δεν είμαι αυτός που ήμουν... Και ξαφνικά στα χέρια μου, εμφανίστηκαν αυτά τα αίματα.

Από τα μάτια του άρχισαν να πέφτουν δάκρυα.

- Ποτέ δεν με είχε ερωτευθεί γυναίκα... Ήθελα να κάνω οικογένεια...μισούσα αυτούς που τα κατάφερναν...
Με κοίταξε..

- Το αίμα τόσων ανθρώπων κόλλησε στα χέρια μου...τα χρόνια κόλλησαν...δεν πρόκειται ποτέ να λυτρωθώ... Αν θες να μάθεις την ιστορία μου, βρες τις εφημερίδες της εποχής...
- Υπήρχαν τότε; ρώτησα.
- Ναι...κάποια μάλιστα με έβαζε στην πρώτη σελίδα με το μεγαλύτερο τίτλο.

Έκανε να φύγει. Στην πόρτα κοντοστάθηκε.

- Και σκέψου, δεν θα είμαι ο μόνος με αυτή την κατάρα πάνω μου... Και φαίνεσαι τόσο έξυπνος!

Εξαφανίστηκε λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε, πριν προλάβω να πω οτιδήποτε. Βγήκα στο δρόμο. Δεν υπήρχε πουθενά. Στο σώμα μου, άρχισε να τρέχει κρύος ιδρώτας. Το στήθος μου άρχισε να βαραίνει και το κεφάλι μου μούδιασε. Κλείδωσα γρήγορα το κατάστημά μου και τρέχοντας σχεδόν, πήγα στον γιατρό. Χτύπησα τη βαριά ξύλινη πόρτα.

Εκείνος έκπληκτος με την παρουσία μου, μου έκανε νόημα να περάσω.

- Το έχω κλειστό το ιατρείο για λίγες ημέρες, μου είπε. Θέλω να κάνω μερικές αλλαγές στο χώρο, αλλά αυτό δεν σημαίνει, ότι αρνούμαι μερικές επισκέψεις. Για πες μου λοιπόν, τι σου συμβαίνει και είσαι έτσι χλωμός; Πάω στοίχημα ότι οι σφυγμοί σου δεν είναι καλοί... Θα σε εξετάσω αργότερα.

Αρχισα να διηγούμαι στον γιατρό τα όσα είχα ζήσει πριν λίγα λεπτά και 'κείνος, όσο με άκουγε, δεν έκανε τίποτα άλλο, απ' το να χαμογελάει.

- Καλύτερα να γυρίσεις στο χωριό σου, για κάμποσες ημέρες. Να δεις που θα σε ωφελήσει. Η στέρηση φίλων και της οικογένειάς σου, έχουν δημιουργήσει αυτή την κακή ψυχολογία.

Προσπάθησα να πείσω τον γιατρό, ότι δεν ήταν αποτέλεσμα της φαντασίας μου, εκείνος ο γέρος, αλλά δεν τα κατάφερα. Στο τέλος, μάλλον ενοχλημένος από την επιμονή μου, σηκώθηκε από την καρέκλα του και με αυστηρή πια φωνή είπε:

- Επειδή είσαι ξεροκέφαλος, μπορώ να σου αποδείξω ότι λες ανοησίες. Ποια χρονολογία είπες ότι γίνονταν οι φόνοι;
- Το 1897 ή 1898, απάντησα.

Ο γιατρός, πήγε στο γραφείο του, άνοιξε ένα χοντρό σημειωματάριο, έβαλε τα γυαλιά του και μετά πήρε κάποιον αριθμό στο τηλέφωνο. Ζήτησε τον Νίκο.

- Γεια σου Νίκο, είπε σε λίγο χαμογελώντας, τι μου κάνεις, καλά; Δόξα να έχει ο μεγαλοδύναμος Νίκο μου, αφού πατάμε στα πόδια μας... Τι λέει η ζωή της δημοσιογραφίας εκεί στην Αθήνα; Αγώνας έτσι; Ξέρεις τι ήθελα από σένα Νίκο μου. Θέλω να δεις ποιες εφημερίδες κυκλοφορούσαν το 1897 ή 1898 και να ψάξεις, εάν την Αθήνα την απασχολούσε τότε μια περίπτωση απανωτών φόνων, μ' έναν παράξενο δολοφόνο, που άφηνε σε κάθε πτώμα μουσικά κουτιά, ξέρεις αυτά με τις μπαλαρίνες.

Είπε κι άλλα πολλά με 'κείνον το δημοσιογράφο ο γιατρός και τελικά, έκλεισε το τηλέφωνο και με το ίδιο χαμόγελο, που διατηρούσε στο τηλεφώνημα, είπε:

- Ο Νίκος είναι πρώτος μου ξάδερφος. Θα μας πει ότι βρει και θα μας στείλει το σχετικό σημείωμα. Ικανοποιήθηκες τώρα;

 

Πέρασαν αρκετές ημέρες από τότε. Τα πρωινά φοβόμουν, παρά τα καθησυχαστικά λόγια του γιατρού. Φοβόμουν, ότι θα εμφανιζόταν εκείνος ο γέρος, που έμοιαζε να είχε ξεπηδήσει από τον χειρότερο εφιάλτη. Κάθε φορά που άκουγα βήματα, η καρδιά μου σταματούσε, ενώ το μουσικό κουτί, το είχα πάρει από 'κει και το έκρυψα σ' ένα συρτάρι. Οι δουλειές μου άρχισαν να πηγαίνουν πολύ καλά και όταν πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, έμπαινε τόσος κόσμος στο μαγαζί μου, που δεν προλάβαινα να τους εξυπηρετήσω. Κι ένα πρωί, κάποια όμορφη, νεαρή κοπέλα, με ρώτησε αν είχα κάποιο μουσικό κουτί. Τα έχασα και το κατάλαβε.

- Σας συμβαίνει κάτι; με ρώτησε.

- Όχι, απάντησα, χωρίς να είμαι ιδιαίτερα πειστικός. Απλά, η ορθοστασία, η κούραση, η πολλή δουλειά, τώρα τις γιορτές...

- Δεν μου απαντήσατε όμως, έχετε μουσικό κουτί, από 'κείνα τα παλιά, που βλέπουμε στον κινηματογράφο;

- Ναι...βεβαίως, μόνο που είναι μεγάλης αξίας... Σπάνιο κομμάτι, του 1897... Κοστίζει δηλαδή...

- Πόσο; επέμενε η νεαρή κοπέλα.

- Δεν θα μπορέσετε δεσποινίς μου να το πληρώσετε... Πάρα πολλά... Και δεν μπορώ να κάνω ευκολίες...

Κούνησε το κεφάλι απογοητευμένη.

- Μάλλον δεν θα θέλετε να το πουλήσετε- ή δεν έχετε, είπε φεύγοντας.

Η αλήθεια ήταν ότι δεν μπόρεσα να εξηγήσω στον εαυτό μου, γιατί δεν πούλησα το μουσικό κουτί. Ίσα-ίσα κιόλας, που θα έπρεπε να το είχα κάνει με ανακούφιση, αφού το κουτί ήταν εκείνο, που μου είχε φέρει όλη την αναστάτωση.

Την επόμενη μέρα, πρωί-πρωί κιόλας, η νεαρή κοπέλα, ήρθε ξανά. Τη συνόδευε μια καλοντυμένη κυρία, που σίγουρα ήταν η μητέρα της. Εκείνη ήταν κιόλας, που μου μίλησε και κάπως απότομα.

- Αγαπητέ μου κύριε, μου είπε, όταν διαθέτετε κατάστημα, θα πρέπει να γνωρίζετε, ότι τα είδη είναι προς πώληση και δεν σας πέφτει λόγος εσάς, εάν είναι ακριβά ή όχι. Είστε αρκετά νεαρός, για να κοροϊδεύετε τον κόσμο. Έχετε λοιπόν το μουσικό κουτί που σας ζήτησαν και αν ναι, πείτε μας το κόστος. Συνεννοηθήκαμε;

- Ωραία λοιπόν, απάντησα. Υπάρχει το μουσικό κουτί, είναι κατασκευής του 1897, η μπαλαρίνα του είναι από καθαρό ασήμι και κοστίζει... Όχι κυρία μου δεν το πουλάω... Να με συγχωρείτε. Είναι ένα προσωπικό αντικείμενο, με συνδέουν πολλά, καταλαβαίνετε...

Η κυρία έφυγε εκνευρισμένη και λίγες μέρες αργότερα είχα μάθει ότι ήταν η σύζυγος του Δημάρχου της πόλης.

Ένα πρωί, γύρω στις δέκα, μπήκε μέσα ο γιατρός. Είχε ένα περίεργο βλέμμα και δεν ήταν καθόλου δύσκολο να διακρίνεις ότι του συνέβαινε κάτι το σοβαρό.

- Είστε καλά γιατρέ; τον ρώτησα και πήγα δίπλα του.

Αντί να μου απαντήσει, έβγαλε από την τσέπη του ένα φάκελο. Μου το έδωσε χωρίς να πει τίποτα.

Το άνοιξα και άρχισα να διαβάζω:

Αγαπητέ γιατρέ. Για την περίπτωση, που μου είχες πει βρήκα τελικά το χρόνο κι έψαξα. Μου προξένησε βέβαια την περιέργεια, τι θα μπορούσες να θες εσύ από μια τέτοια ιστορία, αλλά δεν ήθελα να σε ρωτήσω. Το 1897 και αρχές του 1898 λοιπόν, στην Αθήνα υπήρχε μια παράξενη όσο και φρικιαστική περίπτωση με κάποιον τρελό που σκότωνε, συνήθως νιόπαντρους και τους άφηνε ένα μουσικό κουτί, με μια μπαλαρίνα. Ο ίδιος ο δολοφόνος δε, όταν τον συνέλαβαν, Ιανουάριος του 1898, ήταν ο ίδιος κατασκευαστής τέτοιων αντικειμένων. Συμπληρωματικά σου λέω ακόμη, ότι ο παρανοϊκός αυτός δολοφόνος, εξαφανίσθηκε κατά περίεργο τρόπο από τις φυλακές, πριν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και κανείς ποτέ δεν έμαθε τι απέγινε.

Ό,τι άλλο χρειαστείς πες μου.

Νίκος

Πάγωσα. Αν κανείς μου έκοβε τις φλέβες δεν θα έβγαινε αίμα. Ο γιατρός με χτύπησε στην πλάτη κι έφυγε, χωρίς να πει τίποτα. Εγώ έμεινα ακίνητος λες και κάποιος με μάγεψε. Δύο πελάτες που μπήκαν μέσα, ούτε που τους έδωσα σημασία. Ήμουν πια σίγουρος ότι ο εφιάλτης ήταν πέρα για πέρα πραγματικός.

Οι μέρες, τα χρόνια, περνούσαν, χωρίς να συμβεί κάτι το ιδιαίτερο μέχρι τότε, που γνώρισα την Αννα... Ήταν μια όμορφη κοπέλα, κοντά στα εικοσιπέντε, που μου την είχε γνωρίσει ο γιατρός και την ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή. Ήταν σε μια φιλανθρωπική βραδιά για την ενίσχυση των οικογενειών, που είχαν χάσει τα σπίτια τους από το μεγάλο σεισμό του '54. Η γνωριμία είχε γίνει κάποια Τρίτη του 1962, στις αρχές του φθινοπώρου. Τότε ήταν που ο γιατρός με το ευγενικό του χαμόγελο, έκανε τη σύσταση...

- Από δω η Αννα, κόρη του εξαίρετου φίλου μου, Αλκιβιάδη, θα τον θυμάσαι, ο Γυμνασιάρχης του 4ου. Είχε αγοράσει εκείνο το εκπληκτικό μαρμάρινο τραπεζάκι.

- Ασφαλώς, έκανα, με έντονη τη χαρά στο πρόσωπό μου. Ο κ. Αλκιβιάδης, με το αμίμητο χιούμορ... Χάρηκα ιδιαίτερα δεσποινίς.

- Κι εγώ το ίδιο, απάντησε εκείνη χαμογελώντας.

Ο γιατρός μάς άφησε, κάποιος τον φώναξε. Ένιωθα ένα πρωτοφανές τρακ, μπροστά στην ομορφιά της Αννας.

- Ασχολείστε με κάτι; ρώτησα μετά από λίγο. Έχετε σπουδάσει;

- Πέρυσι τέλειωσα την ιατρική, αποκρίθηκε εκείνη, ξανά με το ίδιο γοητευτικό χαμόγελο. Σε λίγες ημέρες θα επιστρέψω στην πόλη και θα ανοίξω το δικό μου ιατρείο. Εσείς έχετε το παλαιοπωλείο, έτσι δεν είναι;

Είπαμε αρκετά εκείνο το πρώτο βράδυ της γνωριμίας μας και είναι περιττό να μιλώ για τη μεγάλη μου χαρά. Με την Αννα βγαίναμε συχνά, όταν πια είχε εγκατασταθεί μόνιμα στην πόλη. Μάλιστα μου έδειχνε τη συμπάθειά της, αφήνοντάς με να υποθέσω, ότι δεν θα είχε καμιά αντίρρηση, εάν οι σχέσεις μας προχωρούσαν...

Στην ονομαστική μου εορτή, είχαμε αποφασίσει να πάμε πρώτα στον κινηματογράφο και στη συνέχεια, σ' ένα ταβερνάκι. Εκεί μου έδωσε και το δώρο της. Ένα μαχαίρι από την Κρήτη.

- Δεν ξέρω γιατί επέλεξα αυτό το δώρο, μου είπε. Αυτό το μαχαίρι το είχα αγοράσει, σε μια εκδρομή στο Ηράκλειο, όταν ήμουν ακόμη φοιτήτρια. Σου αρέσει;

- Πάρα πολύ, απάντησα.

Και ήταν αλήθεια, ότι ένιωσα μια περίεργη χαρά, όταν το πήρα στα χέρια μου. Τη φίλησα, για πρώτη φορά στο μάγουλο. Θα πρέπει να ξαφνιάστηκε. Σηκώθηκε.

- Δεν είναι σωστό αυτό που έκανες, είπε με αυστηρό ύφος. Τόσος κόσμος μας είδε.

- Δεν καταλαβαίνω, διαμαρτυρήθηκα. Ήθελα να σου πω μ' αυτόν τον τρόπο ευχαριστώ. Πιστεύω μάλιστα ότι το περίμενες...

Έσκυψε το κεφάλι. Σε λίγα λεπτά τα μάτια της είχαν βουρκώσει.

- Δεν είχα σκοπό να σου πω τίποτα απόψε, είπε μετά από λίγο, για να μην χαλάσω την εορταστική ατμόσφαιρα, αλλά από την επόμενη εβδομάδα, δεν πρόκειται να με ξαναδείς...Θα αρραβωνιαστώ ξέρεις...

- Δεν το πιστεύω, φώναξα, σίγουρα μου κάνεις πλάκα, με πειράζεις...

- Όχι, είπε εκείνη, ο πατέρας μου, θέλει να παντρευτώ έναν καθηγητή, είναι περίπου στην ηλικία μου... Δεν μπορώ να αρνηθώ...

Τα λόγια δεν έβγαιναν από το στόμα μου. Σηκώθηκα από το τραπέζι.

- Σε στενοχώρησα, είπε η Αννα, αλλά δεν πιστεύω να είχες σκεφτεί κάτι άλλο για μένα, έτσι δεν είναι; Αλλωστε δεν θα μπορούσαμε ποτέ να είμαστε κάτι παραπάνω από δύο καλοί φίλοι...

Έφυγα χωρίς να πω τίποτα. Πήγα στο παλαιοπωλείο μου. Έβγαλα το μουσικό κουτί... Το κούρντισα και παρατηρούσα την ωραία μπαλαρίνα...

Στις 18 Δεκεμβρίου του 1962, γράφτηκε η πρώτη είδηση... Στην τοπική εφημερίδα και στον κυρίως πρωτοσέλιδο τίτλο, με τους πολλούς υπότιτλους, οι κάτοικοι της πόλης διάβασαν:

«Παρανοϊκός δολοφόνος σκοτώνει νιόπαντρους. Έξι τα θύματα μέχρι τώρα. Μουσικό κουτί του περασμένου αιώνα, μεγάλης αξίας, βρέθηκε προχθές, αργά το βράδυ, δίπλα σε πτώμα. Αποκαλύψεις της Ασφάλειας, για πρώτη φορά. Εφιάλτης στην πόλη μας»

Ο Αντώνης Νικολάου, γεννήθηκε το 1966 στην Καρδίτσα, όπου κατοικεί και σήμερα. Έχει τελειώσει σκηνοθεσία κινηματογράφου στην Αθήνα, ενώ το 1991 ίδρυσε τη Θεατρική Σκηνή Καρδίτσας, την οποία διευθύνει και σήμερα. Παράλληλα εργάζεται ως συντάκτης, στην καθημερινή εφημερίδα της Καρδίτσας «Νέος Αγών».
Έχει δημοσιεύσει τις συλλογές διηγημάτων «Ανθρωπος καλεί ανθρώπους» και «Η γυναίκα που στα μάτια της έβλεπες τη θάλασσα» (1988 και 1996, Εκδόσεις «Αιγόκερως»). Υπό έκδοση «Το μουσικό κουτί στο υπόγειο». Για το θέατρο έγραψε: Προσπάθεια (1984), Το χαμόγελο της ζωής (1988- α΄ βραβείο σε πανθεσσαλικό διαγωνισμό), Τα αστέρια χάνονται (1989), Ανθρώπινες ιστορίες στο πάρκο (1990), Η φωνή της αλήθειας (Επιμέλεια και σύνδεση με λογοτεχνικά κείμενα, έπαινος σε πανελλήνιο φεστιβάλ θεάτρου, 1993), Η μοναξιά δεν έχει χρώμα (1994), Ελλάς Ελλήνων Νομαρχών (1995), Το κορίτσι με το τριαντάφυλλο (1996), Όλοι για την εξουσία (1996), Εμείς οι βουλευτές (1997), Όνειρο στο στοιχειωμένο δάσος (1997-98).