Η Εποχή των Ανακαλύψεων

Norman Spinrad
The age of invention (1966)
Μετάφραση: Γ. Γούλας

Ενα πρωινό που δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω πήγα να δω τον ξάδερφο Κατσαρίδα που έμενε στην ανατολική μεριά του βουνού, στις σπηλιές με τις σαύρες. Ο Κατσαρίδας δεν κυνηγούσε αρκούδες, ούτε έσπερνε στάρι. Ολημερίς πέταγε στους τοίχους της σπηλιάς του σβώλους αρκουδίσιο λίπος, κομματάκια από κρέας βίσωνα και μισοξεραμένα χόρτα.

Ο Κατσαρίδας έλεγε είναι Καλλιτέχνης. Και το 'λεγε με κεφαλαίο "Α" (Παρόλο που η γραφή δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμη).

Όσο απίθανο κι αν φαίνεται, ο Κατσαρίδας είχε και γυναίκα. Την πιο αποκρουστική, πάντως, σ' όλο το βουνό. Που ολημερίς κειτότανε στο δάπεδο της σπηλιάς κι ατένιζε τα πασαλείμματα από αρκουδίσιο λίπος, κομματάκια από κρέας βίσωνα και σάπια χόρτα στον τοίχο.

Έλεγε αυτό ήταν η ψυχή του Κατσαρίδα. Έλεγε επίσης ο Κατσαρίδας είχε πολύ μεγάλη ψυχή.
Πολύ μεγάλη και πολύ βρωμερή.

Πλησιάζοντας στην είσοδο της σπηλιάς, με χτύπησε έντονη μυρωδιά καπνιάς. Και πράγματι, η σπηλιά ήτανε τίγκα στον καπνό. Στη μέση της σπηλιάς κάθονταν ο Κατσαρίδας με τη γυναίκα του. Είχανε βάλει φωτιά σ' ένα σωρό αγριόχορτα κι αναπνέανε τον καπνό.

"Τι κάνετε εκεί;" ρώτησα.
"Τη βρίσκουμε, κολλητέ" απάντησε ο Κατσαρίδας. "Η τελευταία μου ανακάλυψη".
"Και τι πα να πει "τη βρίσκετε";"
"Πρώτα μαζεύεις ένα σωρό αγριόχορτα σαν αυτά, ωραία; Μετά τα καις και παφ-πουφ, ρουφάς τον καπνό".
Έξυσα το κεφάλι μου, σκοτώνοντας εξ ακουσίας κάμποσες από τις αγαπημένες μου ψείρες.
"Και γιατί αυτό;"
"Σ' ανεβάζει, δικέ μου".
"Μα σα να σάς βλέπω να πατάτε στο χώμα, σαν κι εμένα" παρατήρησα. "Ασε που 'σαστε και κομμάτι στούμποι".

Ο Κατσαρίδας ρουθούνισε αηδιασμένος. "Ξέχνα το, κολλητέ" είπε. "Αυτά άλλωστε είναι μονάχα για Καλλιτέχνες, Φιλόσοφους και Πνευματιστές (Ασχέτως αν δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμα η Φιλοσοφία κι ο Πνευματισμός). Πώς το κόβεις το τελευταίο μου;"

Στον κοντινό τοίχο ήταν ένας τεράστιος σβώλος αρκουδίσιο λίπος. Στο μέσο του ήτανε κολλημένο ένα κοψιδάκι από βίσωνα, με κόκκινα και πράσινα χορταράκια ολόγυρά του. Η μυρωδιά του ήτανε ανάλογη με την όψη του.

"Μμμμμ..... ενδιαφέρον....." είπα.
"Δε λες αριστούργημα, κούκλε" είπε με περηφάνια ο Κατσαρίδας. "Τού 'δωσα τίτλο "Νου Φάρος το Κεφάλι".
"Μμμμ..... "Νούφαρο στο κεφάλι"; Εμ... πράγματι φέρνει λίγο προς λουλούδι".
"Α, όχι, κολλητέ! Νου Φάρος όχι Νούφαρο!"
"Πάντως" είπα για να τον κάνω να νιώσει καλύτερα "πιθανότατα είναι Τέχνη" (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό).
"Καλοσύνη σου, κολλητέ" είπε ο Κατσαρίδας, μουτρωμένος.
"Τι τρέχει, Κατσαρίδα;" ρώτησα. Ήτανε στο μαύρο του το χάλι.
"Είμαστε μια βδομάδα νηστικοί".
"Για δεν πας να σκοτώσεις καμιά αρκούδα;" πρότεινα.
"Πού χρόνος ν' ασχοληθώ με το κυνήγι" εξανέστη ο Κατσαρίδας. "Εγώ ζω για την Τέχνη!"
"Θα 'λεγα μάλλον πεθαίνεις για την Τέχνη" απάντησα. "Ασε που δεν μπορείς να ζωγραφίσεις τίποτα πεθαμένος".
"Τέλος πάντων" είπε ο Κατσαρίδας κι η φωνή του ίσα που ακουγόταν "για να λέμε την αλήθεια σαν κυνηγός είμαι για κλάμματα. Κι όλη μέρα να κυνηγάω, το πιθανότερο και πάλι να πεθάνω της πείνας. Ή να πάω από αρκούδα. Ασε, έτσι τουλάχιστον λιμοκτονώ για κάποια Αιτία".
Παραδέχομαι πως δεν είχε άδικο. Ο Κατσαρίδας είναι τρομερά μύωψ. Καθώς επίσης κι απίστευτα καχεκτικός. Ένα αξιολύπητο ανθρωπάκι κατηγορίας φτερού.
"Μμμμμμ....." παρατήρησα.
"Μμμμμμ.... τι;" ρώτησε ο Κατσαρίδας.
"Ε, να, τον ξέρεις το γερο Αρντβαρκ; Κι εκείνος δεν μπορεί να κυνηγήσει. Τι κάνει λοιπόν, πελεκάει μύτες για κοντάρια και τις ανταλλάσσει με αρκούδες. Κι εσύ ίσως....;"
"Να στήσω επιχείρηση; " διαμαρτυρήθηκε ο Κατσαρίδας. "Να γίνω μπουρζουάς; Έλεος! Εγώ είμαι Καλλιτέχνης. Κι εκτός αυτού" πρόσθεσε άψυχα "δεν ξέρω να φτιάχνω μύτες για κοντάρια".
"Μμμμμμ....."
"Μμμμμμ....."
"Βρήκα!" αναφώνησα. "Ν' ανταλλάξεις τους πίνακές σου!"
"Ασε με ρε κολλητέ!" είπε. "Ε....δηλαδή, ποιος ο λόγος να δώσει κανείς φαγητό για πίνακες;"
"Επειδή.....εμ.....χμ....."
"Ασε, πρέπει να το χωνέψω πως θα πεθάνω της πείνας".
"Στάσου λίγο" είπα. "Χμ.... άμα σου φέρω φαγητό για τους πίνακές σου, θα μου δώσεις εμένα ένα μέρος από το φαγητό, χμ, ας πούμε μια αρκούδα για κάθε δέκα που θα παίρνεις;"
"Μετά χαράς" είπε ο Κατσαρίδας. "Τι έχω να χάσω;"
"Σύμφωνοι, λοιπόν;"
"Σύμφωνοι, κούκλε!"

Είχα μόλις ανακαλύψει το Δέκα Τοις Εκατό.

Κι έτσι πήγα και βρήκα τον Διάνο. Ο Διάνος έμενε στην πιο εκκεντρική σπηλιά του βουνού - όλο παράταιρα αντικείμενα εδώ κι εκεί, όπως τομάρια ταράνδων βαμμένα ροζ ή παραγεμισμένα αρμαντίλο, ενώ οι τοίχοι ήτανε καλυμμένοι με περικοκλάδες. Για κάποιο λόγο που μου ήταν αδύνατο να καταλάβω, οι πιο τσαούσες γυναίκες του βουνού δίνανε αρκούδες στον Διάνο να τους φτιάξει τις σπηλιές τους στο ίδιο χάλι.

Είχε πάντως κι αυτός μια δόση εξαλλοσύνης. Φόραγε ένα εφαρμοστό βιολετί δέρμα από γατόπαρδου.

"Καλώς το χρυσό μου" είπε ο Διάνος μόλις μπήκα στην παρφουμαρισμένη σπηλιά του.
"Γεια σου, Διάνε" είπα με ανήσυχη φωνή. "Έμαθες για τον Κατσαρίδα;"
"Τον Κατσαρίδα;" είπε με τη στριγγή φωνούλα του. "Εκείνον τον άπλυτο μπήτνικ με την απίστευτα απερίγραπτη σπηλιά;"
"Εκείνον" είπα. "Ο Κατσαρίδας είναι Καλλιτέχνης. Και πολύ καλός, αν θες να ξέρεις. Εδώ που τα λέμε εκείνος την ανακάλυψε την Τέχνη".
"Και τι τρέχει μ' εκείνο το τρισάθλιο πλάσμα;"
"Χμ, ξέρεις ο φίλος σου ο Κοκορίκος -;"
"Σε παρακαλώ, χρυσέ μου" τσίριξε ο Διάνος. "Μην ξαναπείς αυτό το όνομα μπροστά μου! Ο Κοκορίκος κι εγώ χωρίσαμε τα τσανάκια μας. Κι αναρωτιέμαι τι του έβρισκα. Έχει καταντήσει σκέτη αντρογυναίκα".
Ο Κοκορίκος είναι εκείνος ο .... εχμ.... φίλος του Διάνου.....ή μάλλον ήταν. Είχαν ..... εχμ..... ανακαλύψει κάτι οι δυο τους. Τι ακριβώς, κανείς δεν ήξερε να πει με ακρίβεια, πάντως ιδρύσαμε μια αντί-οργάνωση, καλού-κακού.

"Μάλιστα" μουρμούρισα. "Τέλος πάντων λοιπόν, ο Κοκορίκος δίνει στον Κατσαρίδα είκοσι αρκούδες να του φτιάξει έναν πίνακα στη σπηλιά του. Έτσι και βάλει, λέει, έναν Αυθεντικό Κατσαρίδα στον τοίχο του, η δικιά σου σπηλιά θα μοιάζει πια με .... εμ .... "φωλιά Βραδύποδα, σίγουρα, καλέ μου". Νομίζω έτσι ακριβώς το είπε".
"Ωωωωω!" τσίριξε ο Διάνος. "Ωωωωω!" Αρχισε να χοροπηδάει ένα γύρω στη σπηλιά, βαρώντας τους τοίχους με τις μικρές του γροθιές. "Το τέρας! Α, το λυσσάρικο ερπετό! Ωωω! Μα είναι απαίσιο, δε συμφωνείς; Τι να κάνω τώρα, χρυσό μου, τι μου μένει να κάνω του άμοιρου;"
"Κοίτα να δεις" πρότεινα. "Ο Κατσαρίδας είναι ξάδερφός μου και μπορώ να του πω δυο κουβέντες. Ίσως γίνεται να τον πείσω να φτιάξει πίνακα στη δική σου σπηλιά αντί για του Κοκορίκου. Ιδιαίτερα άμα πληρώσεις τριάντα αρκούδες αντί για είκοσι ...."
"Ω, και να τα κατάφερνες, χρυσέ μου! Στ' αλήθεια μπορείς;"
"Ε, δεν ξέρω. Είναι αλήθεια ότι σε συμπαθώ αρκετά, Διάνε, αλλά απ' την άλλη μεριά ...."
"Σ' εκλιπαρώ, σε ικετεύω γονατιστός ....."
Αναστέναξα βαθιά. "Εντάξει, Διάνε" είπα. "Με τούμπαρες".

Κι έτσι, για τριάντα αρκούδες απέκτησε ο Διάνος τον Αυθεντικό Κατσαρίδα του. Την άλλη βδομάδα πήγα στον Κοκορίκο και του έσκασα το ίδιο παραμύθι.

Τον κατάφερα να πληρώσει σαράντα αρκούδες. Σαράντα και τριάντα μας κάνουν εβδομήντα. Οι εφτά για μένα. Όχι κι άσχημα για δυο ώρες δουλειά. Να 'χω το νου μου μονάχα μην ανακαλύψει κανείς τη φορολογία.

Την περασμένη βδομάδα είδα τον Κατσαρίδα, τον αχάριστο. Μετακόμισε σε μεγαλύτερη σπηλιά, στο Γουέστ Σάιντ του βουνού. Φοράει φίνο δέρμα λεόπαρδου κι έχει τρεις καινούριες γυναίκες. Ασε που ανακάλυψε και το πούρο Αβάνας, έτσι για να 'χει κάτι ακριβό να φουμάρει.

Δυστυχώς, ανακάλυψε ότι δε με χρειάζεται πια για να πουλάει πίνακες. Και τους χρεώνει τώρα ογδόντα αρκούδες τον έναν. Γιατί εγώ ο ηλίθιος παρέλειψα ν' ανακαλύψω το αποκλειστικό συμβόλαιο. Δεν μπορείς να τ' ανακαλύπτεις και όλα, φαντάζομαι.

Ο Κατσαρίδας πάντως έχει καταντήσει ανυπόφορος. Τώρα μιλάει για "τέχνη" με μικρό "τ" και για "Αρκούδες" με κεφαλαίο "Α". Τι βάρβαρος.
Θα πάθει ό,τι του πρέπει.

Πώς σου φαίνεται ο καινούριος μου λεόπαρδος; Θες ένα πούρο Αβάνας; Σου γνώρισα τη καινούρια μου γυναίκα; Την είδες την καινούρια μου σπηλιά;

Τώρα τον Κατσαρίδα τον αγοράζω και τον πουλάω όποτε θέλω. Είμαι ο πρώτος μεγιστάνας. Πώς τα κατάφερα; Λοιπόν....

Ο Χοίρος είναι το ψώνιο του βουνού. Ποτέ δεν έχει κουρέψει τη γενειάδα του. Ποτέ δεν πήρε γυναίκα, ούτε καν κακάσχημη. Ολημερίς κλωθογύριζε μες στη βρωμερή σπηλιά του χωρίς να κάνει τίποτα εξόν από το να ρεύεται κάπου κάπου. Τι μπουνταλάς.

Αλλά κι ένας κρετίνος όπως ο Χοίρος ξέρει να πετάει στον τοίχο αρκουδίσιο λίπος και κομματάκια κρέας βίσωνα.

Τον έκανα κι εγώ Καλλιτέχνη. Πώς τα κατάφερα; Του είπα μπορεί να βγάλει πενήντα αρκούδες την ημέρα πετώντας αρκουδίσιο λίπος και κομματάκια κρέας βίσωνα στους τοίχους των άλλων.

Του άρεσε του Χοίρου.

Αυτή τη φορά δεν παρέλειψα να εφεύρω το αποκλειστικό συμβόλαιο με αυτόματη ανανέωση. Κι ήταν άλλη μια συμφωνία για δέκα τοις εκατό.

Ο Χοίρος παίρνει δέκα τοις εκατό.

Και πάω μετά στη σπηλιά του Διάνου, κοιτάζω με απόγνωση τον πίνακα του Κατσαρίδα στον τοίχο και βάζω τα γέλια. "Τ' είν' αυτό το πράγμα!" κάνω.

"Αυτό, χρυσέ μου, είναι Αυθεντικός Κατσαρίδας" τιτίβισε ο Διάνος. "Θεϊκό έργο! Τέτοια ευαισθησία, τέτοια πρωτοτυπία, τέτοια χάρη, τέτοιο - "
"Κατσαρίδας!" ρουθούνισα. "Θα αστειεύεσαι. Αυτές οι Νεο-ψευδο-κλασικομοντερνιστικές αηδίες είναι τόσο παρωχημένες όσο κι οι Βροντόσαυροι. Είσαι χιλιόμετρα πίσω από της εποχή μας, Διάνε" είπα, ανακαλύπτοντας επιτόπου την Τεχνοκριτική. "Σήμερα ο Καλλιτέχνης είναι ο Μέγας Χοίρος".
"Ο Χοίρος;" κλαψούρισε ο Διάνος. "Ο Χοίρος είναι κτήνος, κτήνος. Αγενέστατος, βρωμερός και ανόητος, μπουνταλάς θα έλεγα. Το εσωτερικό της σπηλιάς του είναι εμετικό, πνιγμένο στο βούρκο!"

"Ακριβώς!" απάντησα. "Ονόμασες την πηγή της έμπνευσής του. Ο Χοίρος είναι ο κορυφαίος Καλλιτέχνης του Βούρκου σ' όλο το βουνό".
"Ούουου...... Πόσο κοστίζουν οι πίνακες του μεγάλου Χοίρου;"
"Εκατό αρκούδες ο ένας" είπα χωρίς να παίξω βλέφαρο. "Ο Κοκορίκος ήδη συζητάει ένα συμβόλαιο για -"
"Σου είπα μην ξανακούσω αυτό το όνομα!" τσίριξε ο Διάνος. "Δε θα μου κλέψει αυτός τον Αυθεντικό Χοίρο, μ' ακούς; Δε θα το άντεχα! Μονάχα που αυτή η ιστορία αρχίζει να στοιχίζει πολύ ...."

Του χάρισα το καλό μου συγκαταβατικό χαμόγελο. "Διάνε, παλιόφιλε" είπα "σου 'χω μια πρόταση για συνεργασία ...."

Λοιπόν, αυτό ήταν όλο. Θα το καταλάβατε πια, όποτε ο Διάνος αναλαμβάνει να κάνει χάλια τη σπηλιά καμιάς τσαούσας, περιλαμβάνει αδιαλείπτως κι έναν τουλάχιστον Αυθεντικό Χοίρο, ή ίσως κάνα-δυο Αυθεντικούς Βραδύποδες - άλλος ένας κρετίνος Καλλιτέχνης που έχω δέσει με συμβόλαιο. Πουλάω τους πίνακες στον Διάνο για εκατό αρκούδες κι εκείνος χρεώνει τα κορόιδα - ε, τους πελάτες του διακόσιες αρκούδες γι αυτό το χάλι από αρκουδίσιο λίπος και κομματάκια κρέας βίσωνα. Ο Διάνος αυτό το λέει Διακόσμηση Εσωτερικών Χώρων.

Εγώ το λέω "Πολιτισμό". Μακάρι να 'μαι τυχερός να κρατήσει κάνα-δυο μήνες ακόμη.

 

Με ξεκαρδιστική απερισκεψία, ο Spinrad δίνει εδώ πέρα μια γερή κλωτσιά σ' ό,τι κατάλοιπα παραπληροφόρησης σχετικά με τον Πρωτόγονο Ανθρωπο, διεισδύει στις βασικές αρχές του πολιτισμού και μας δείχνει με αστείο τρόπο πως ήταν, πως είναι και πως θα 'ναι τα πράγματα.
Brian Aldiss