Δεσμώτης Του Χρόνου

Χρήστος Μπουτσίδης

... Και μια μέρα, ξαφνικά, ο χρόνος έπαψε να υπάρχει.

ΣΑΝ ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ στην αμμουδιά, που τα διαλύει η βραδυνή φουσκοθαλασσιά αφήνοντας μονάχα ένα σωρό από άμμο και βότσαλα στο φως της ημέρας, έτσι κι ο χρόνος. Ένα νοερό, εξωκοσμικό κύμα, ερχόμενο από το πουθενά, αναποδογύρισε την υπάρχουσα τάξη του πλανήτη αχρηστεύοντας οτιδήποτε είχε κατορθώσει να επινοήσει ως τότε ο άνθρωπος, για να μπορεί να ελέγχει το χρόνο.

Μέσα σε μία μόνο στιγμή οποιαδήποτε τεχνητή συσκευή υπήρχε πάνω στη γη, για να υπενθυμίζει στον άνθρωπο που πιάστηκε αφηρημένος ότι ο χρόνος κυλάει και δε μπορεί να τον περιμένει, τέθηκε αυτομάτως εκτός λειτουργίας.

Τα ρολόγια που φορούσαν οι άνθρωποι στα χέρια τους, για να ενημερώνονται όσο πιο τακτικά γίνεται για τη ροή του χρόνου, εξερράγησαν όλα μαζί σε μια φαντασμαγορική βροχή από γυάλινα θραύσματα. Μόνο ένα σύμπλεγμα από στραβωμένους λεπτοδείκτες και ξεχαρβαλωμένα ελατήρια απέμεινε, για να θυμίζει αυτό που κάποτε άλλοτε ονομαζόταν ρολόι χειρός.

Αλλά και τα ρολόγια σε ψηλά κτίρια που κάθε μεγάλη ή μικρή πόλη ανά τον κόσμο διέθετε, για να πληροφορεί τους πολίτες της για την ώρα, νεκρώθηκαν. Δίπλα από τα ήρεμα νερά του Τάμεση ένα δυνατό τρίξιμο κροτάλισε στον αέρα, πριν οι δύο δείκτες του ρολογιού στο επιβλητικό Μπιγκ Μπεν πάψουν μια για πάντα να εκτελούν τον περιστροφικό τους χορό.

Από την καταστροφική επιδημία δε γλύτωσαν ούτε τα ηλεκτρονικά ρολόγια. Την ώρα που τα μηχανικά τους αδέλφια αποδημούσαν εις τον Κύριον, τούτα αντί να δείχνουν την ώρα όπως θα 'πρεπε, λες και τα 'χε μεθύσει κανείς, άρχισαν ένα τρελό παιχνίδι παράθεσης αριθμών. Τυχαία νούμερα εναλλάσσονταν το ένα μετά το άλλο στην οθόνη, παίζοντας με τα νεύρα και τη λογική του ανθρώπου.

Σ' αυτές τις κρίσιμες ώρες κάποιοι λίγοι προσπάθησαν να διατηρήσουν τη νηφαλιότητά τους. Θυμήθηκαν ότι στα παλιά τα χρόνια, πριν ακόμα την εφεύρεση της μηχανής, ο άνθρωπος είχε την κλεψύδρα για να μετρά το χρόνο. Αφού λοιπόν η μηχανή είχε πια αχρηστευθεί, ήταν ανάγκη να καταφύγουν στις παλιές δοκιμασμένες μεθόδους. Με αργές και σίγουρες κινήσεις ανέσυραν ξεχασμένα μπαούλα, ξεκλείδωσαν αραχνιασμένα πατάρια, επισκέφτηκαν σκοτεινά μουσεία... Σωροί από σπασμένα γυαλιά και άμμο που σχημάτισε ρυάκια στην προσπάθειά της να φτάσει στο δάπεδο ήταν όλο ό,τι βρήκανε.

Κι όταν πια κατάλαβαν ότι τίποτα πάνω στη γη δεν ήταν σε θέση να τους βοηθήσει στην εύρεση της ώρας, με αγωνία έστρεψαν τα βλέμματά τους στον

ουρανό. Και ο μισός κόσμος λοξοκοίταξε τον ήλιο την ώρα που ο άλλος μισός γύρεψε το φεγγάρι. Η κίνησή τους στον ουράνιο θόλο θα 'ταν το πρώτο βήμα για τη σύλληψη και υποταγή του επαναστατημένου χρόνου.

Μετά από μια κάποια ώρα-κανείς δεν ήταν βέβαιος αν είχε περάσει μια στιγμή μονάχα ή μια αιωνιότητα - με τρόμο όλοι τους συνειδητοποίησαν ότι τα δύο φωτεινά σώματα ήταν κολλημένα στο στερέωμα. Και πρώτοι-πρώτοι το αντιλήφτηκαν εκείνοι που στα μέρη τους ο ήλιος κυλούσε για να δύσει. Μια σπάνια εικόνα ενός ονειρικού, ασάλευτου ηλιοβασιλέματος είχε χαραχτεί στον ορίζοντα, αποδίδοντας με τις πυρόξανθες του ανταύγειες στο χώρο την ίδια μαγεία που αναδύει κι ένα τοπίο του Βαν Γκογκ.

Όλα έδειχναν να είχαν παγώσει σαν ο χρόνος να είχε δραπετεύσει από τον κόσμο αφήνοντας ξοπίσω του μια νεκρή φύση. Κι ενώ θα περίμενε κανείς ότι οι άνθρωποι θα ήταν ευχαριστημένοι με τη νέα τους ζωή, μια ζωή που έμελλε να διαρκέσει αιώνια αφού τίποτα δεν υφίστατο τη φθοροποιό δύναμη του χρόνου, εκείνοι πέσαν σε βαθιά μελαγχολία. Πολλοί εγκατέλειψαν τη δουλειά τους, άλλοι παράτησαν τις σπουδές τους κι άλλοι τους έρωτές τους, ενώ μερικοί από την πολλή τους στεναχώρια δεν είχαν όρεξη ούτε για να φάνε. Κάποιοι, πολύ λίγοι, τρομοκρατημένοι με την ιδέα της παντοτινής ύπαρξης προτίμησαν να τελειώνουν μ' αυτό το αστείο μια ώρα αρχύτερα.

ΜΕΣΑ ΣΕ ΤΟΥΤΟΝ τον - φαινομενικά - στατικό κόσμο, το μαράζωμα σιγά-σιγά απλωνόταν και σύντομα θα έπαιρνε εφιαλτικές διαστάσεις, αν δεν έκανε την απρόσμενη εμφάνισή του ο μυστηριώδης ξένος.

Κανείς δεν ήξερε από πού ερχόταν κι ούτε είχε ακούσει ποτέ πριν γι' αυτόν. Εξωτερικά είχε την όψη παράτολμου και τυχοδιωκτικού ατόμου σαν αυτούς που συναντάς κατά δεκάδες στον ιππόδρομο να στοιχηματίζουν όλες τους τις οικονομίες. Μεσόκοπος, μ' έναν αέρα ευφορίας και αισιοδοξίας να διαπνέει όλο του το είναι, φορούσε ένα γκρίζο σακάκι που θαρρείς ήταν κολλημένο πάνω του, ενώ ένα μαύρο παπιγιόν του προσέδιδε μια υποψία επισημότητας.

Εντελώς ξαφνικά, παρουσιάστηκε στα ραδιοτηλεοπτικά δίκτυα όλου του κόσμου και πάνω-κάτω αυτά ήταν που είπε:

"Αγαπητοί μου φίλοι, επιτρέψτε μου αρχικά να συστηθώ. Αν και τ' όνομά μου δεν έχει κάποια σημασία σ' αυτή την υπόθεση, για τους τύπους μπορείτε να με καλείτε Υπερίωνα. Ο λόγος που μ' έχετε τώρα μπροστά σας να σάς μιλώ νομίζω πως είναι προφανής· έχει να κάνει με την τρέχουσα αδυναμία σας να ελέγξετε το χρόνο.

"Μάθετε, λοιπόν, πως βρίσκομαι εδώ ως άγγελος της βούλησης του Αρχοντα Χρόνου. Ο Παλαιός των Ημερών, όπως θα λέγατε κι εσείς, είναι ιδιαίτερα δυσαρεστημένος μαζί σας. Εδώ και κάποιο διάστημα η συμπεριφορά σας απέναντί του ήταν τουλάχιστον ανάρμοστη. Όχι μόνο θελήσατε να τον καθυποτάξετε φυλακίζοντάς τον σε ρολόγια πάσης φύσεως, σε ημερολόγια και χιλιάδες τόμους ιστορίας, όχι μόνο τον κατατεμαχίσατε εντελώς αυθαίρετα σε χρόνια, μέρες, ώρες, δευτερόλεπτα επειδή απλά έτσι σάς βόλεψε, αλλά σπεύσατε κι από πάνω να του αποδώσετε όλες τις ευθύνες για το άγχος, τις αγωνίες και τη γενική κόπωση που ο τυποποιημένος τρόπος ζωής σάς έχει προκαλέσει. Μέχρι και με το πιο τιποτένιο δημιούργημα του πολιτισμού σας τολμήσατε να τον εξισώσετε, το χρήμα.

"Φίλτατοι, δεν αντιλαμβάνεστε ότι ο άρχων Χρόνος υπήρξε πολύ πριν τη δημιουργία του κόσμου σας και ότι συνεχίζει να εκτυλίσσεται στο άπειρο σαν ένα κουβάρι που δεν έχει άκρες; Δυστυχώς, φαίνεται ότι η πεπερασμένη φύση σας δε σας επιτρέπει να καταλάβετε την αδιάσπαστη ενότητα του χρόνου. Έτσι, προσπαθήσατε να τον εκλογικεύσετε φέρνοντάς τον στις διαστάσεις σας και διασύροντάς τον με όποιον τρόπο βρήκατε πρόσφορο".

Αφού έκανε μια σύντομη διακοπή για να πάρει ανάσα, ο αινιγματικός κύριος Υπερίων συνέχισε το λόγο του:

"Για την απρέπειά σας αυτή, λοιπόν, ο Μέγας Χρόνος θέλησε να σας δώσει ένα μάθημα με την ελπίδα ότι θα πάψετε να του συμπεριφέρεστε όπως και πριν. Σας έδειξε πώς είναι να ζείτε σ' έναν κόσμο άχρονο...

" Βέβαιος ότι όλοι πια έχετε λάβει το μήνυμά του, επιστρέφει στη ζωή σας προσδοκώντας μια δικαιότερη και πιο έντιμη αντιμετώπιση.

"Κάπου εδώ έχει ολοκληρωθεί και η αποστολή μου, αφού σας μετέφερα όλα όσα ο αφέντης μου με πρόσταξε. Έχετε γεια ... "

ΚΙ ΑΜΕΣΩΣ με την επιστροφή του χρόνου μια φρέσκια πνοή ζωντάνιας διαπέρασε τον πλανήτη, γεμίζοντας μ' ενθουσιασμό τις καρδιές των ανθρώπων. Βαθύτατα επηρεασμένοι απ' τα λόγια που άκουσαν, αφού φρόντισαν πρώτα να καταστρέψουν και εκείνα τα εναπομείναντα ρολόγια που είχαν ξαναρχίσει να λειτουργούν και αφού εγκατέλειψαν κάθε σύστημα καταμέτρησης του χρόνου, έθεσαν τις βάσεις εκείνες για ένα νέο κοινωνικό μοντέλο ζωής που δε θ' αγκιστρωθεί ποτέ ξανά με νύχια και με δόντια πάνω στο κορμί του χρόνου.

Και ο κόσμος τους έγινε καλύτερος, οι φοβίες και οι καταναγκασμοί τους εξαφανίστηκαν και μια πρωτόγνωρη ευδαιμονία πλημμύρισε τις ψυχές τους.

Ωστόσο, παρά την ουτοπική ελευθερία που γεύτηκαν, στάθηκε αδύνατο να ξεφύγουν τελείως απ' το πρόγραμμα στη ζωή τους. Συνέχισαν να ξυπνούν τις ώρες που ξυπνούσαν και πριν, να τρώνε τις ώρες που έτρωγαν και πριν, να κάνουν έρωτα τις ίδιες ώρες με πριν. Γιατί μέσα στην ολική υπέρβαση των ρολογιών δεν μπόρεσαν να απαλλαγούν μόνο από ένα· το βιολογικό τους ρολόι.

... ΚΑΙ ΤΟΤΕ η γη άρχισε να στροβιλίζεται πιο γρήγορα γύρω από τον εαυτό της, πιο γρήγορα και όλο πιο γρήγορα να στροβιλίζεται, να στροβιλίζεται, να στροβιλίζεται ...

ΔΕΚΑΔΕΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ εκατομμύρια στροφές αργότερα άρχισε να επιβραδύνει αποκτώντας και πάλι τον παλιό της ρυθμό. Στην επιφάνειά της αχανείς δασώδεις εκτάσεις κάλυπταν ένα μεγάλο τμήμα από παράξενες νέες ηπείρους.

Μέσα σ' ένα τέτοιο δάσος, έξω από την είσοδο μιας κουφάλας δέντρου, ένα μοναχικό οχτάποδο ζωάκι με κεραίες κοιτούσε προς τον γαλάζιο ουρανό. Περίμενε να 'ρθει η νύχτα, όπως νωρίτερα η μέρα ήρθε μετά το σκοτάδι που πρωτύτερα είχε ακολουθήσει το φως της μέρας και πάει λέγοντας.

Και πράγματι σε λίγο ο ήλιος βασίλεψε, πέπλο σκοταδιού σκέπασε τον τόπο και αστέρια έλαμψαν στον καθαρό νυχτερινό ουρανό. Και τότε το ζωάκι μπήκε στο δέντρο και κοιμήθηκε.

Ο Χρήστος Μπουτσίδης γεννήθηκε το 1973 στις Σέρρες. Είναι πτυχιούχος αρχαιολογίας και τον τελευταίο καιρό ζει μόνιμα και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Ο Δεσμώτης του Χρόνου γράφτηκε το 1995 και είναι η πρώτη του λογοτεχνική απόπειρα που δημοσιεύεται.