Το Σκληρό Καρύδι

Alfred Bester
The Die Hard (1958)
Από τη συλλογή Starburst - Alfred Bester - Signet Book, 1st
Μετάφραση: Γ. Γούλας

Τον παλιό καιρό" είπε ο Παλιός "ήτανε η Αμερική, η Ρωσία, η Αγγλία, η Ρωσία, η Ισπανία, η Αγγλία, η Αμερική. Χώρες. Μεγάλες Δυνάμεις. Ανθρωποι του κόσμου".
"Σήμερα έχουμε ανθρώπους του κόσμου, Παλιέ".
"Εσύ ποιος είσαι;" ρώτησε απότομα ο Παλιός.
"Ο Τομ".
"Ο Τομ;"
"Όχι, Παλιέ. Ο Τομ".
"Τομ είπα κι εγώ".
"Δεν το πρόφερες σωστά, Παλιέ. Είπες το όνομα άλλου Τομ".
"Όλους Τομ σας λένε" είπε ο Παλιός κατσούφικα. "Όλους Τομ, Ντικ και Χάρυ.

Καθότανε τρέμοντας στη λιακάδα κι ένιωθε μίσος για τον ευχάριστο νεαρό. Ήτανε στην πλατιά βεράντα έξω από το δωμάτιό του στο νοσοκομείο. Στο δρόμο αποκάτω τους στριμωγμένοι γοητευτικοί άνδρες και γυναίκες, όλοι περίμεναν γεμάτοι ανυπομονησία. Κάπου μέσα στη λευκή πόλη ακούγονταν ζωηρές επευφημίες, ένας σαματάς ενθουσιασμού που πλησίαζε αργά-αργά.

"Κοίτα τους. Ο Παλιός κούνησε τη μαγκούρα του κατά το δρόμο.
"Όλοι Τομ, Ντικ και Χάρυ. Όλες Νταίζη, Ανν και Μαίρη.
"Όχι, Παλιέ". Ο Τομ χαμογέλασε. "Έχουμε κι άλλα ονόματα.
"Εδώ, δίπλα μου έχουν καθίσει εκατό Τομ" γρύλισε ο Παλιός.
"Συχνά έχουμε το ίδιο όνομα, αλλά το προφέρουμε διαφορετικά. Δε με λένε Τομ ή Τομ ή Τομ. Με λένε Τομ. Το ακούς τώρα;"
"Τι σαματάς είναι αυτός;" ρώτησε ο Παλιός.
"Είναι ο Διπλωματικός Αντιπρόσωπος του Γαλαξία" εξήγησε πάλι ο Τομ. "Απεσταλμένος από τον Σείριο, το άστρο του Ωρίωνα. Κάνει περιήγηση στην πόλη. Είναι η πρώτη φορά που επισκέπτεται τη Γη πλάσμα από άλλον κόσμο κι υπάρχει μεγάλος λαϊκός ενθουσιασμός.
"Τον παλιό καιρό" είπε ο Παλιός είχαμε αληθινούς αντιπροσώπους. Από το Παρίσι, τη Ρώμη, το Βερολίνο, το Λονδίνο, το Παρίσι το Έρχονταν με πολλή επισημότητα. Κάνανε πόλεμο. Κάνανε ειρήνη. Στολές και όπλα και τελετές. Ηρωικές στιγμές! Συναρπαστικές στιγμές!"
"Eχουμε και σήμερα ηρωικές και συναρπαστικές στιγμές, Παλιέ.
"Δεν έχετε" γρύλισε ο Παλιός. Ο αντίχειράς του έπαιζε αδύναμα με τη μαγκούρα του. "Δεν υπάρχει πάθος ούτε έρωτας ούτε φόβος ούτε θάνατος. Δεν κυκλοφορεί ζεστό αίμα στις φλέβες σας. Είσαστε όλο λογική. Όλο ήρεμες σκέψεις. Όλο Τομ, Ντικ και Χάρυ.
"Όχι, Παλιέ. Ερωτευόμαστε. Έχουμε πάθη. Έχουμε πολλούς φόβους. Εκείνο που νοσταλγείς είναι το κακό που έχουμ' εξαλείψει από μέσα μας.
"Εξαλείψατε τα πάντα! Εξαλείψατε τον άνθρωπο!" φώναξε ο Παλιός.
Ένα δάχτυλο που έτρεμε έδειξε τον Τομ. "Εσύ! Πόσο αίμα έχεις μες στις φλέβες σου;"
"Ούτε σταγόνα, Παλιέ. Στις φλέβες μου έχω το Διάλυμα του Ταμάρ. Το αίμα δεν αντέχει τις ακτινοβολίες κι εγώ κάνω έρευνα πάνω στην Ατομική Διάσπαση.
"Ούτε αίμα ούτε κόκαλα ούτε σπλάχνα ούτε καρδιά. Ούτε απόκρυφα. Τι κάνεις με τις γυναίκες; Πόσα κομμάτια σου είναι μηχανικά;"
"Όχι πάνω από το 60 τοις εκατό, Παλιέ" γέλασε ο Τομ. "Έχω παιδιά.
"Κι οι άλλοι Τομ και Ντικ και Χάρυ;"
"Ποικίλουν από 30 ως 70 τοις εκατό, Παλιέ. Κι εκείνοι έχουν παιδιά. Αυτό που οι άνθρωποι του καιρού σου κάνανε στα δόντια εμείς το κάνουμε σ' ολόκληρο το σώμα. Δεν παθαίνουμε τίποτα.
"Δεν είσαστ' άνθρωποι! Μηχανές είσαστε!" φώναξε ο Παλιός. "Ρομπότ! Τέρατα! Καταστρέψατε τον άνθρωπο.

Ο Τομ χαμογέλασε. "Στ' αλήθεια, Παλιέ, έχουν ανακατευτεί οι μηχανές μες στον άνθρωπο κι ο άνθρωπος μες στις μηχανές τόσο πολύ που δύσκολα τα διακρίνεις. Δεν ασχολούμαστε πια. Μας φτάνει να ζούμε, να δουλεύουμε ευτυχισμένοι. Έχουμε προσαρμοστεί.
"Tον παλιό καιρό" είπε ο Παλιός "είχαμ' όλοι αληθινά σώματα. Αίμα και κόκαλα και νεύρα και σπλάχνα. Σαν εμένα. Δουλεύαμε κι ιδρώναμε κι ερωτευόμαστε και παλεύαμε και σκοτώναμε και ζούσαμε. Σεις δε ζείτε . . . προσαρμοσμένοι υπεράνθρωποι . . . άνθρωποι - μηχανές . . . μπάσταρδα παράγωγα από οξέα και σπέρμα. Πουθενά δεν είδα να ρίχνουνε μια γροθιά, να δίνουν ένα φιλί, να ξεσπάει ένας καυγάς, λίγη ζωή. Πόσο νοσταλγώ να ξαναδώ αληθινή ζωή . . . όχι τη μηχανική σας απομίμηση.
"Ετούτη είν' η παλιά αρρώστια, Παλιέ" είπε ο Τομ με σοβαρότητα. "Ασε μας να σε αναπλάσουμε και να σε γιατρέψουμε. Αν μας αφήσεις να αντικαταστήσουμε τους φραγμένους αδένες σου, να επαναριθμήσουμε τα ανακλαστικά σου και "
"Όχι! Όχι! Ποτέ!" φώναξε ο Παλιός με πολύ πάθος. "Δε θα γίνω κι εγώ Τομ. Σηκώθηκε τρεκλίζοντας από την πολυθρόνα και χτύπησε με το μπαστούνι του τον ευχάριστο νεαρό καταπρόσωπο. Το χτύπημα έσκισε το δέρμα κι ήταν τόσο απρόσμενο που τον έκανε να φωνάξει από έκπληξη. Ένας άλλος νεαρός όρμησε στη βεράντα, άρπαξε τον Παλιό και τον ξανακάθισε στην πολυθρόνα του. Ύστερα γύρισε στον Τομ που σκούπιζε το ψυχρό υγρό που έσταζε από το κόψιμο στο πρόσωπό του.
"Εισ' εντάξει, Τομ;"
"Δεν έγινε μεγάλη ζημιά". Ο Τομ κοίταξε τον Παλιό με δυσπιστία.
"Ξέρεις, πιστεύω πως ήθελε στ' αλήθεια να με πληγώσει.
"Φυσικά ήθελε. Πρώτη σου φορά, έτσι; Που να δεις να πιάνει το βλαστήμι και σταματημό να μην έχει. Επαναστάτης ο γέρος. Ατόφιος. Όλοι το καμαρώνουμε τ' αγοράκι μας. Μοναδικός. Μουσείο παθολογίας". Ο δεύτερος νεαρός κάθισε δίπλα στον Παλιό. "Τον αναλαμβάνω για λίγο. Αντε να δεις τον Αντιπρόσωπο".

Ο Παλιός τρανταζόταν κι έκλαιγε. "Τον παλιό καιρό" γαργάρισε "είχαμε ψυχή κι αντρειοσύνη και καρδιά και θάρρος και -"
"Όσο για τώρα, όσο για τώρα, Παλιέ" τον έκοψε ζωηρά ο νέος του σύντροφος "τα 'χουμε κι εμείς. Σαν αναπλάθουμε τους ανθρώπους δεν τους στερούμε παρά τη σαπίλα στο νου και στο σώμα".
"Ποιος είσαι συ;" ρώτησε ο Παλιός.
"Ο Τομ".
"Τομ;"
"Όχι. Τομ. Όχι Τομ. Τομ.
"Εισ' αλλαγμένος.
"Δεν είμαι ο ίδιος Τομ που ήταν εδώ πριν από λίγο.
"Όλοι σας Τομ είσαστε" κραύγασε θλιβερά ο Παλιός. "Ολόιδιοι αξιοθρήνητοι Τομ.
"Όχι, Παλιέ. Είμαστε όλοι μας διαφορετικοί. Μονάχα που δεν μπορείς να το δεις.

Η αναταραχή κι οι ζητωκραυγές ήρθαν κοντύτερα. Κάτω στο δρόμο μπροστά απ' το νοσοκομείο ο ανυπόμονος ενθουσιασμός του πλήθους δυνάμωνε. Αδειάστηκε μια λωρίδα κυκλοφορίας. Μπρούτζινη λάμψη στο βάθος του δρόμου, παλμός από μουσική που ζύγωνε. Έπιασε ο Τομ τον Παλιό από τη μασχάλη και τον ανασήκωσε από την πολυθρόνα.

"Έλα να πιαστείς απ' τα κάγκελα, Παλιέ" του 'πε ζωηρά. "Έλα να δεις τον Αντιπρόσωπο. Μεγάλη μέρα ετούτη για τη Μάννα Γη. Ήρθαμ' επιτέλους σ' επαφή με τ' άστρα. Καινούρια εποχή φτάνει.
"Είν' αργά πια" μουρμούρισε ο Παλιός. "Πολύ αργά.
"Τι θες να πεις, Παλιέ;"
"Θα 'πρεπε να τους βρούμ' εμείς. Όχι εκείνοι. Να 'μασταν πρώτοι. Τον παλιό καιρό θα 'μασταν πρώτοι. Τον παλιό καιρό είχαμε ψυχή και τόλμη. Παλεύαμε κι αντέχαμε..
"Νάτος" φώναξε ο Τομ, κι έδειχνε κάτω στο δρόμο. "Σταμάτησε στο Ίδρυμα .... Βγαίνει έξω τώρα .... Πλησιάζει .... Όχι. Στάσου! Ξανασταματάει .... Στο Κέντρο .... Τι μαγευτική χειρονομία. Δεν είν' απλή εθιμοτυπική επίσκεψη ετούτη. Επιθεωρεί τα πάντα.
"Τον παλιό καιρό" μούγκρισε ο Παλιός "θα 'ρχόμασταν με φωτιές και καταιγίδες. Θα παρελαύναμε σ' απόκοσμους δρόμους με όπλα στο μηρό, με περιφρόνηση στο βλέμμα. Αλλά τώρα....μπάσταρδοι μηχανών....υπεράνθρωποι του εργαστηρίου .... προσαρμοσμένοι .... αναπλασμένοι .... άχρηστοι.
"Βγαίνει από το Κέντρο" αναφώνησε ο Τομ. "Πλησιάζει. Λοιπόν, Παλιέ, κοίτα. Ποτέ μην ξεχάσεις τούτη τη στιγμή. Τώρα " σταμάτησε ταραγμένος. "Παλιέ" είπε. "Θα 'ρθει στο νοσοκομείο!"

Το αστραφτερό όχημα σταμάτησε μπροστά στο νοσοκομείο. Η μπάντα έκανε σημειωτόν, συνεχίζοντας να παίζει όλο πάθος, όλο απόλαυση. Πάνω απ' τις κραυγές του πλήθους. Οι επίσημοι μέσα στ' όχημα χαμογελούσαν, έδειχναν, εξηγούσαν. Ο Γαλαξιακός Αντιπρόσωπος ορθώθηκε σ' όλο το μεγαλόπρεπο ύψος του, κατέβηκε απ' το όχημα και κατευθύνθηκε προς τα σκαλιά που οδηγούσαν πάνω στον εξώστη.

Η συνοδεία του ακολούθησε.

"Έρχεται!" φώναξε ο Τομ, βγάζοντας κι ο ίδιος συγκεχυμένες κραυγές.

Ξαφνικά, ο Παλιός άφησε τα κάγκελα, προχώρησε σπρώχνοντας στο πλάι τον Τομ κι όλους τους άλλους Τομ και τους Ντικ και τους Χάρυ και τις Νταίζη και τις Ανν και Μαίρη που 'χαν στριμωχτεί στον εξώστη. Ανοιξε δρόμο ανάμεσά τους με το αδύναμο, κακό μπαστούνι του κι ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Γαλαξιακό Αντιπρόσωπο στο κεφαλόσκαλο. Για μια στιγμή ατένισε με τρόμο κι αποστροφή το πρόσωπο του Αλόγου της Παναγίτσας, ύστερα κραύγασε: "Σε καλωσορίζω. Μονάχα εγώ μπορώ να σε καλωσορίσω.

Σήκωσε το ραβδί του κι έπληξε το πρόσωπο μ' όλη του τη δύναμη.

"Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος πάνω στη Γη" φώναξε.

 

 

 

 

 

 

 

Ύστερα από κάποια πρωτόλεια διηγήματα στα '40ς, ο Α. Bester έβαλε φωτιά στην κούτα με τα πυροτεχνήματα στα '50ς. Τα δυο αριστουργήματά του (Ο Υπεράνθρωπος, Το πεπρωμένο μου είναι τα άστρα) κυκλοφόρησαν ακρωτηριασμένα και στην Ελλάδα (ΚΑΚΤΟΣ). Καλύτερα γνωρίστε τον από τα διηγήματά του στις ανθολογίες του ΕΞΑΝΤΑ, άμα τις βρείτε και στην 4x4 (ARS LONGA). Αποσύρθηκε για 15 χρόνια κι επανέκαμψε, όμως ποτέ ξανά, ως το θάνατό του, δεν ήταν ο ίδιος.