Ο Γυρισμός του Κυνηγού

Henry Kuttner
Home is the hunter (1953)
Μετάφραση: Παύλος Παυλίδης

Μόνο στον εαυτό μου μπορώ να μιλήσω. Στέκομαι στην κορυφή του μεγάλου καταρράκτη από μαρμάρινα σκαλοπάτια που κατρακυλά ως την αίθουσα υποδοχής χαμηλά. Εκεί που όλες μου οι γυναίκες προσμένουν στολισμένες, γιατί σήμερα είναι ο Θρίαμβος του Κυνηγού - ο Θρίαμβος ο δικός μου, του Τίμιου Ρότζερ Μπέλλαμυ, του Κυνηγού. Εκεί που το φως στραφταλίζει πάνω στις γυάλινες θήκες των εκατοντάδων αποξηραμένων κεφαλών που έχω πάρει με τίμια μάχη και είμαι ένας από τους ισχυρότερους άνδρες στη Νέα Υόρκη. Οι κεφαλές με κάνουν ισχυρό.

Αλλά δεν μπορώ να μιλήσω σε κανένα. Εκτός από τον εαυτό μου; Μέσα μου άραγε υπάρχει και με αφουγκράζεται ένας άλλος Τίμιος Ρότζερ Μπέλλαμυ; Δεν ξέρω. Ίσως αυτός είναι το μοναδικό γνήσιο κομμάτι μου. Πηγαίνω με τα νερά του όσο μπορώ, αλλά δεν ωφελεί. Ίσως ο Μπέλλαμυ μέσα μου να μην αρέσκεται σε ό,τι κάνω. Όμως πρέπει να το κάνω. Δεν μπορώ να σταματήσω. Γεννήθηκα Κεφαλοκυνηγός. Είναι βαριά κληρονομιά. Υπάρχει κανείς που δε με φθονεί; Ποιός δε θα άλλαζε τη ζωή του με τη δική μου, αν μπορούσε;

Αλλά δεν ωφελεί πια.

Είμαι άχρηστος.

Ακουσέ με Μπέλλαμυ, άκουσέ με, εάν υπάρχεις εκεί, βαθιά μες στο κεφάλι μου. Πρέπει να ακούσεις - πρέπει να καταλάβεις. Εσύ μες στο κρανίο μου. Μπορεί να καταλήξεις σε μια γυάλινη θήκη στην αίθουσα υποδοχής ενός άλλου Κεφαλοκυνηγό οποιαδήποτε ώρα, οποιαδήποτε μέρα, ενώ οι πληβείοι απέξω θα στριμώχνονται μπρος στα παράθυρα και οι καλεσμένοι θα καταφθάνουν για να δουν και να θαυμάσουν και οι γυναίκες θα στέκουν στο πλάι ντυμένες στα σατέν και στολισμένες με κοσμήματα.

Ίσως δεν με καταλαβαίνεις, Μπέλλαμυ. Μάλλον νιώθεις περίφημα τώρα. Πρέπει να φταίει το ότι δεν ξέρεις τον αληθινό κόσμο στον οποίο εγώ είμαι υποχρεωμένος να ζω. Εκατό ή χίλια χρόνια νωρίτερα ίσως να ήταν όλα διαφορετικά. Αλλά ζούμε στον εικοστό πρώτο αιώνα. Ζούμε το σήμερα, το τώρα, και γυρισμός δεν υπάρχει.

Δεν νομίζω ότι καταλαβαίνεις.

Δεν υπάρχει επιλογή, βλέπεις. Είτε καταλήγεις σε μια γυάλινη θήκη ενός άλλου Κεφαλοκυνηγού μαζί με όλη σου τη συλλογή και οι γυναίκες και τα παιδιά σου πετιούνται στην κάστα των πληβείων, είτε πεθαίνεις από φυσικά αίτια (ένας τρόπος είναι και η αυτοκτονία) και τη συλλογή σου κληρονομεί ο πρωτότοκος γιος σου, και μένεις αθάνατος, θαμμένος μέσα σε ένα μνημείο από πλαστικό. Στέκεις για πάντα μέσα στο διάφανο πλαστικό πάνω στο βάθρο σου στην περιφέρεια του Σέντραλ Πάρκ, όπως ο Ρένγουεη και ο γερο-Φάλκονερ και ο Μπρένναν και όλοι οι άλλοι. Και όλοι σε θυμούνται και σε σέβονται και σε φθονούν.

Αραγε, θα σκέφτεσαι μες στο πλαστικό, Μπέλλαμυ; Κι' εγώ;

Ο Φάλκονερ ήταν μεγάλος Κυνηγός. Δεν επαναπαύθηκε ποτέ και έφτασε τα πενήντα δύο. Αυτή η ηλικία είναι πολύ μεγάλη για Κεφαλοκυνηγό. Μερικοί λένε ότι αυτοκτόνησε. Ποιος ξέρει; Το απίστευτο είναι ότι τα κατάφερε και κράτησε το κεφάλι του στη θέση του για πενήντα δύο χρόνια. Ο συναγωνισμός σήμερα αυξάνει διαρκώς και εμφανίζονται όλο και περισσότεροι νέοι άνδρες.

Ακουσέ με Μπέλλαμυ, εσύ ο μέσα-Μπέλλαμυ. Έχεις ποτέ καταλάβει πραγματικά; Μήπως νομίζεις πως ακόμη ζω τα όμορφα παιδικά μου χρόνια, τα χρόνια της εύκολης ζωής; Ήσουν μαζί μου τα ατελείωτα, εξοντωτικά χρόνια που το σώμα και το μυαλό μάθαιναν τη θανατερή τέχνη του Κεφαλοκυνηγού; Είμαι νέος και δυνατός ακόμη. Δεν έπαψα στιγμή να εκπαιδεύομαι. Αλλά τα πρώτα χρόνια ήταν τα σκληρότερα.

Πριν όμως, ήταν η όμορφη εποχή. Κράτησε μόνο έξι χρόνια, έξι χρόνια ευτυχίας και θαλπωρής και αγάπης με τη μητέρα μου στο χαρέμι, μαζί με τις μητριές και τα άλλα παιδιά. Ο πατέρας μου ήταν πολύ ευγενικός τότε. Αλλά στα έξι μου όλα τελείωσαν. Δεν έπρεπε καθόλου να μας μάθουν στην αγάπη, αφού ήταν να χαθεί τόσο γρήγορα. Αυτά θυμάσαι εσύ, μέσα-Μπέλλαμυ; Δε θα ξαναγυρίσουν ποτέ. Το ξέρεις αυτό. Σίγουρα το ξέρεις.

Οι βάσεις της εκπαίδευσής μου ήταν η υπακοή και η πειθαρχία. Ο πατέρας μου δεν ήταν πια ευγενικός. Συναντούσα τη μητέρα μου σπάνια, κι' όταν την έβλεπα ήταν κι' αυτή διαφορετική. Υπήρχε όμως και η επιβράβευση. Στις παρελάσεις ο όχλος ζητωκραύγαζε εμένα και τον πατέρα μου. Μαζί με τους εκπαιδευτές μου με επαινούσε όποτε επεδείκνυα τις ικανότητές μου στη μονομαχία, ή τη σκόπευση ή την καταδίωξη-τζούντο.

Αν και απαγορευόταν, μερικές φορές τα αδέλφια μου κι' εγώ προσπαθούσαμε να σκοτώσουμε ο ένας τον άλλο. Οι εκπαιδευτές μάς παρακολουθούσαν στενά. Δεν ήμουν ο διάδοχος ακόμη. Έγινα όταν ο μεγαλύτερος αδελφός μου έσπασε το λαιμό του σε μια πτώση στο τζούντο. Φάνηκε σαν ατύχημα, φυσικά όμως δεν ήταν, και από τότε έπρεπε να προσέχω πολύ. Έπρεπε να γίνω πολύ επιδέξιος.

Όλος αυτός ο χρόνος, αυτός ο επίπονος καιρός, ώσπου να μάθω να σκοτώνω. Ήταν φυσικό.

Μας το επαναλάμβαναν συνέχεια πόσο φυσικό ήταν. Έπρεπε να μάθουμε. Και υπήρχε χώρος για ένα μόνο διάδοχο...

Ζούσαμε κάτω από τη σκιά του φόβου, από τότε ακόμη. Αν κάποιος έπαιρνε το κεφάλι του πατέρα μου, θα μας έδιωχναν όλους από την έπαυλη. Δε θα μέναμε νηστικοί ή άστεγοι, φυσικά. Όχι σ' αυτή την εποχή της προόδου. Αλλά να μη γίνεις Κεφαλοκυνηγός! Να μη γίνεις αθάνατος, μες στο πλαστικό σου μνημείο δίπλα από το Σέντραλ Παρκ!

Μερικές φορές ονειρεύομαι ότι είμαι πληβείος. Είναι αλλόκοτο, αλλά στο όνειρο πεινάω. Κάτι που είναι αδύνατον. Τα μεγάλα εργοστάσια ενέργειας ικανοποιούν όλες τις ανάγκες του πληθυσμού. Οι Μηχανές συνθέτουν τροφή, κτίζουν σπίτια και μας προσφέρουν όλα τα απαραίτητα της ζωής. Ποτέ δε θα γινόμουν πληβείος, αλλά αν ήμουν θα έμπαινα σε ένα εστιατόριο και θα έπαιρνα όποιο φαγητό ήθελα από τις κυβο-οπές με την γυάλινη πρόσοψη. Θα έτρωγα καλά - πολύ καλύτερα απ' ό,τι τρώω τώρα. Κι όμως, στο όνειρό μου πεινάω.

Ίσως το φαγητό που τρώω δεν σε ικανοποιεί, μέσα-Μπέλλαμυ. Ούτε εμένα με ικανοποιεί - αλλά αυτό είναι περιττό. Είναι θρεπτικό. Η γεύση του είναι δυσάρεστη μεν, αλλά περιέχει όλες τις απαραίτητες πρωτεΐνες και μέταλλα και βιταμίνες για να διατηρώ το μυαλό και το σώμα μου ακμαία. Εξάλλου δεν πρέπει να είναι ευχάριστο. Ο άνδρας δεν οδηγείται στην αθανασία του πλαστικού μέσω της ηδονής. Η ηδονή είναι κάτι μαλθακό και κακό.

Μέσα-Μπέλλαμυ - με μισείς;

Η ζωή μου δεν ήταν ποτέ εύκολη. Ούτε και τώρα. Η σάρκα η πεισματάρα αντιπαλεύει το αθάνατο μέλλον, ωθώντας τον άνθρωπο στην αδυναμία. Αν είσαι αδύναμος όμως, πόσο καιρό ελπίζεις ότι θα κρατήσεις το κεφάλι σου στη θέση του;

Οι πληβείοι κοιμούνται τις νύχτες με τις γυναίκες τους. Εγώ δεν έχω καν φιλήσει τις δικές μου. (Εσύ μου στέλνεις εκείνα τα όνειρα;) Τα παιδιά μου; - ναι, δικά μου είναι, μέσω τεχνητής γονιμοποίησης. Κοιμάμαι πάνω σε σκληρό στρώμα. Μερικές φορές φοράω ένα τρίχινο πουκάμισο. Πίνω μόνο νερό. Το φαγητό μου είναι άνοστο. Προπονούμαι με τους εκπαιδευτές μου κάθε ημέρα, μέχρι τελικής πτώσεως. Η ζωή είναι σκληρή - αλλά στο τέλος θα σταθούμε για πάντα σε ένα πλαστικό μνημείο, εσύ και εγώ, κι' ο κόσμος θα φθονεί και θα θαυμάζει. Θα πεθάνω Κεφαλοκυνηγός, και θα μείνω αθάνατος.

Η απόδειξη είναι μέσα στις γυάλινες θήκες εκεί κάτω, στην αίθουσα υποδοχής. Οι κεφαλές, οι κεφαλές - κοίτα, Μπέλλαμυ, πόσες πολλές κεφαλές. Ο Στράττον, ο πρώτος μου. Τον σκότωσα μέσα στο Σέντραλ Παρκ με φαλτσέτα. Να και η ουλή που μου χάραξε στο μέτωπο εκείνη τη νύχτα. Έμαθα να είμαι πιο επιδέξιος. Έπρεπε να είμαι.

Κάθε φορά που πήγαινα στο Σέντραλ Παρκ, με βοηθούσαν ο φόβος και το μίσος. Μερικές φορές είναι τρομαχτικά στο πάρκο. Πηγαίνουμε εκεί μόνο τη νύχτα, και μερικές φορές παραμονεύουμε για πολλές νύχτες πριν πάρουμε ένα κεφάλι. Στο πάρκο, ξέρεις, επιτρέπεται να μπεις μόνο αν είσαι Κεφαλοκυνηγός. Είναι ο κυνηγότοπός μας.

Έχω κυνηγήσει έξυπνα, πονηρά και επιδέξια. Έχω επιδείξει μεγάλη γενναιότητα. Έχω αποβάλει τον φόβο και συντηρήσει το μίσος μου, εκεί στο σκοτάδι του πάρκου, στήνοντας αυτί, περιμένοντας, καταδιώκοντας, χωρίς να ξέρω πότε θα νιώσω κοφτερό ατσάλι να διαπερνά το λαιμό μου. Στο πάρκο δεν υπάρχουν κανόνες. Όπλα ή ρόπαλα ή μαχαίρια - μια φορά πιάστηκα σε μια ανθρωποπαγίδα, γεμάτη ατσάλι, καλώδια και κοφτερά δόντια. Αλλά αντέδρασα έγκαιρα και αρκετά γρήγορα, κράτησα το δεξί μου χέρι ελεύθερο και πυροβόλησα τον Μίλλερ στο δόξα πατρί όταν ήρθε να με σκοτώσει. Νάτο το κεφάλι του εκεί κάτω. Δεν θα καταλάβαινες ποτέ ότι το μέτωπό του έχει τρυπηθεί από σφαίρα. Οι ταριχευτές είναι ξύπνιοι. Συνήθως όμως επιδιώκουμε να μην χαλάμε τα κεφάλια.

Τι σε απασχολεί, μέσα-Μπέλλαμυ; Είμαι ένας από τους μεγαλύτερους Κυνηγούς της Νέας Υόρκης. Αλλά πρέπει να είσαι πολυμήχανος. Πρέπει να απλώνεις παγίδες και δίχτυα εκ των προτέρων, και όχι μόνο μέσα στο Σέντραλ Παρκ. Πρέπει να έχεις δραστήριους σπιούνους και ανοιχτές γραμμές επικοινωνίας σε κάθε έπαυλη της πόλης. Πρέπει να ξέρεις ποιός είναι ισχυρός και ποιόν αξίζει να κυνηγήσεις. Ποιό το όφελος αν πάρεις το κεφάλι ενός Κυνηγού με δώδεκα μόνο κεφαλές στη συλλογή του;

Εγώ έχω εκατοντάδες. Μέχρι χθες, ήμουν πρώτος από όλους τους συνομήλικούς μου κυνηγούς. Μέχρι χθες ήμουν ο φθόνος όλων όσων γνώριζα, το είδωλο των πληβείων, ο αναγνωρισμένος άρχοντας της μισής Νέας Υόρκης. Της μισής Νέας Υόρκης! Ξέρεις πόσα σήμαινε αυτό για μένα; Το ότι οι αντίπαλοί μου με μισούσαν και με παραδέχονταν ως καλύτερό τους; Το ξέρεις, Μπέλλαμυ. Ήταν απόλυτη ευτυχία η γνώση ότι ο Αληθινός Τζόναθαν Χαλλ και ο Καλός Μπεν Γκρίζγουολντ έτριζαν τα δόντια τους όταν με σκέφτονταν, και ότι ο Μαύρος Μπιλ Λιντμαν και ο Σφυρίχτρας Κάουλς μετρούσαν τα τρόπαιά τους και ύστερα με καλούσαν στο βιντεόφωνο και με εκλιπαρούσαν με δάκρυα μίσους και οργής να τους συναντήσω στο πάρκο και να τους δώσω την ευκαιρία που αποζητούσαν.

Τους περιγελούσα. Ερέθισα τον Μαύρο Μπιλ Λίντμαν μέχρι που αφηνίασε και μάνιασε και έχασε τον έλεγχο του εαυτού του - και ύστερα μισοζήλεψα, γιατί εγώ έχω να χάσω τον έλεγχο πολύ καιρό. Μου αρέσει αυτό το άγριο λευτέρωμα των ενστίκτων, όλων εκτός του δολοφονικού, του άλογου και τυφλού. Μπορεί να ξεχνούσα κι' εσένα τότε, μέσα-Μπέλλαμυ.

Μέχρι χθες.

Χθες βράδι, ο Καλός Μπεν Γκρίζγουολντ πήρε ένα κεφάλι. Θυμάσαι πως νιώσαμε μόλις το μάθαμε; Στην αρχή ήθελα να πεθάνω, Μπέλλαμυ. Ύστερα μίσησα τον Μπεν περισσότερο από κάθε άλλον, και έχω μισήσει πολύ πάρα πολλούς στη ζωή μου. Δεν πίστευα τι είχε κάνει. Δεν πίστευα ποιό κεφάλι είχε πάρει.

Είπα ψέματα είναι, θα πήρε το κεφάλι κανενός πληβείου. Αλλά ήξερα ότι κορόιδευα τον εαυτό μου. Κανείς δε παίρνει κεφάλια του όχλου. Είναι άχρηστα. Μετά είπα δεν μπορεί να είναι το κεφάλι του Αληθινού Τζόναθαν Χαλλ. Δεν μπορεί να είναι. Δεν πρέπει να είναι. Ο Χαλλ ήταν ισχυρός. Η συλλογή του είχε σχεδόν τόσα κεφάλια, όσα κι' η δική μου. Αν ο Γκρίζγουολντ τα έχει πάρει, τότε θα είναι πολύ πιο ισχυρός από μένα. Η σκέψη και μόνο μου ήταν αβάσταχτη.

Φόρεσα το πηλίκιο της κάστας μου, φορτωμένο με καμπανάκια, ένα για κάθε κεφάλι στη συλλογή μου, και βγήκα έξω να δω. Ήταν αλήθεια, Μπέλλαμυ.

Αδειάζανε την έπαυλη του Τζόναθαν Χαλλ. Κόσμος έμπαινε και έβγαινε. Οι γυναίκες και τα παιδιά του έφευγαν σε μικρές, ήσυχες ομάδες. Οι γυναίκες δεν ήταν θλιμμένες, σε αντίθεση με τα αγόρια (τα κορίτσια στέλνονται στους πληβείους μόλις γεννιούνται, επειδή είναι άχρηστα). Παρακολούθησα τα αγόρια για λίγο. Ήταν όλα δυστυχισμένα και οργισμένα. Ένα ήταν σχεδόν δεκάξι, ένας μεγαλόσωμος, ευκίνητος έφηβος με την εκπαίδευσή του σχεδόν τελειωμένη. Ίσως μια νύχτα να τον συναντήσω στο πάρκο.

Τα υπόλοιπα αγόρια ήταν πολύ μικρά. Με την εκπαίδευσή τους αφημένη στη μέση, δε θα τολμούσαν να πατήσουν μες στο πάρκο. Αυτός είναι κι' ο λόγος που οι πληβείοι δεν γίνονται κυνηγοί. Χρειάζονται πολλά χρόνια σκληρής εκπαίδευσης για να μετατραπεί ένα αγόρι από λαγός σε τίγρη.

Μόνο οι τίγρεις επιβιώνουν στο Σέντραλ Παρκ.

Κοίταξα μέσα από τα παράθυρα του Αληθινού Τζόναθαν. Είδα τις άδειες από κεφάλια γυάλινες θήκες της αίθουσας υποδοχής. Δεν ήταν ούτε εφιάλτης ούτε ψέματα, λοιπόν. Τα πήρε ο Γκρίζγουολντ, είπα στον εαυτό μου, μαζί με το κεφάλι του Αληθινού Τζόναθαν. Βρήκα έναν έρημο διάδρομο, έσφιξα τις γροθιές μου και κοπάνησα το κεφάλι μου πάνω στην καφετιά πέτρα και μούγκρισα ντροπιασμένος.

Ήμουν ένας άχρηστος. Σιχαινόμουν τον εαυτό μου, και σιχαινόμουν τον Γκρίζγουολντ. Το μίσος για τον Γκρίζγουολντ ήταν αυτό που έμεινε. Ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Νάτος, σκέφτηκα, εκεί που χθες στεκόμουν εγώ. Ανδρες απελπισμένοι θα του μιλούν, θα τον εκλιπαρούν, θα τον προκαλούν, θα δοκιμάζουν κάθε τρόπο για να τον μπάσουν απόψε στο πάρκο.

Εγώ όμως είμαι πολυμήχανος. Σχεδιάζω τις κινήσεις μου από πολύ νωρίς. Τα δίκτυά μου απλώνονται στις επαύλεις όλων των κυνηγών της πόλης και εισχωρούν στα δικά τους.

Το κλειδί ήταν η Νέλντα, μια από τις γυναίκες μου. Πριν καιρό κατάλαβα ότι άρχισε να με αντιπαθεί. Ποτά δεν έμαθα το γιατί. Έθρεψα την αντιπάθειά της ώσπου έγινε μίσος. Ύστερα άφησα τον Γκρίζγουολντ να μάθει την ιστορία. Με τέτοια στρατηγήματα έγινα τόσο ισχυρός όσο ήμουν χθες - και θα ξαναγίνω, σίγουρα θα ξαναγίνω.

Φόρεσα ένα ειδικό γάντι στο χέρι μου (δεν το ξεχώριζες ότι ήταν γάντι) και πήγα στο βιντεόφωνο και κάλεσα τον Καλό Μπεν Γκρίζγουολντ. Εμφανίστηκε χαμογελώντας στην οθόνη.

"Μπεν, σε προκαλώ," του είπα. "Απόψε στις εννέα, δίπλα στο λούνα-παρκ."

Γέλασε περιφρονητικά. Ήταν ένας άντρας ψηλός, με βαρείς, δεμένους μυς και χοντρό λαιμό. Κοίταξα το λαιμό του.

"Το περίμενα ότι θα μου τηλεφωνήσεις, Ρότζερ," μου απάντησε.

"Απόψε στις εννέα," επανέλαβα.

Ξανασάρκασε. "Α, όχι, Ρότζερ," είπε. "Γιατί να παίξω το κεφάλι μου;"

"Είσαι ένας δειλός."

"Φυσικά και είμαι δειλός," μου είπε, χασκογελώντας ακόμη, "γιατί δεν θέλω να τα χάσω όλα για το τίποτα. Ήμουν και χθες βράδι δειλός, όταν έκοβα το κεφάλι του Χαλλ; Τον είχα στο μάτι πολύ καιρό, Ρότζερ. Παραδέχομαι ότι φοβόμουν μήπως τον πάρεις πρώτος εσύ. Αλήθεια, γιατί δεν τον πήρες;"

"Το δικό σου κεφάλι κυνηγάω, Μπεν."

"Όχι απόψε," απάντησε. "Ούτε για κάμποσο ακόμη. Δε θα ξαναμπώ στο πάρκο για πολύ καιρό. Θα είμαι πολύ απασχολημένος. Είσαι εκτός συναγωνισμού τώρα, Ρότζερ, έτσι κι αλλιώς. Πόσα κεφάλια είπαμε έχεις;"

Ήξερε, που να τον πάρει ο διάολος, πόσο μπροστά ήταν! - τώρα. Αφησα το μίσος να φανεί στο πρόσωπό μου.

"Στο πάρκο απόψε στις εννιά," ξαναείπα. "Στο λούνα-παρκ. Αλλιώς θα ξέρω ότι φοβάσαι."

"Λύσσαξε, Ρότζερ," με χλεύασε. "Σήμερα έχω την παρέλασή μου. Παρακολούθησέ με. Ή μη με παρακολουθείς - αλλά θα με σκέφτεσαι. Δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς."

"Γουρούνι, βρωμερό και τρισάθλιο γουρούνι!"

Γέλασε. Με ειρωνεύτηκε, με ερέθισε, όπως είχα κάνει κι' εγώ τόσες φορές σε άλλους. Δεν χρειαζόταν να προσποιηθώ οργή. Ήθελα να περάσω το χέρι μέσα από την οθόνη και να βυθίσω τα δάχτυλά μου στο λαιμό του. Η μανιασμένη οργή με έκανε κι' ένιωθα όμορφα. Ήταν πολύ καλά. Την άφησα να φουσκώσει μέχρι που μου φάνηκε αρκετή. Τον άφησα να γελάει και να διασκεδάζει.

Στο τέλος έκανα αυτό που σχεδίαζα εξαρχής. Την κατάλληλη στιγμή, όταν φαινόταν αληθινό, άφησα τον εαυτό μου ελεύθερο και κατέστρεψα με τη γροθιά μου την οθόνη. Αυτή θρυμματίστηκε και το πρόσωπο του Γκρίζγουολντ διαλύθηκε. Μου άρεσε.

Η σύνδεση διακόπηκε, φυσικά. Αλλά γνώριζα ότι σύντομα θα ξανακαλούσε. Έβγαλα το προστατευτικό γάντι από το δεξί μου χέρι και φώναξα έναν έμπιστο υπηρέτη (Είναι εγκληματίας και τον προστατεύω. Αν πεθάνω, πεθαίνει κι αυτός και το ξέρει). Έδεσε με επίδεσμο το άθικτο δεξί μου χέρι και του είπα τι να διηγηθεί στους άλλους υπηρέτες. Ήξερα ότι η Νέλντα θα μάθαινε τα νέα σύντομα στο χαρέμι, και ότι ο Γκρίζγουολντ θα το ήξερε πριν περάσει ώρα.

Συντήρησα την οργή μου. Εξασκήθηκα όλη μέρα στο γυμναστήριο με τους εκπαιδευτές μου στο πιστόλι και το φαλτσέτα. Με το αριστερό χέρι μόνο. Προσποιούμουν ότι πλησίαζα το στάδιο του μανιακού φονιά, τη δολοφονική τρέλα που μας κυριεύει όταν νιώθουμε πως αποτύχαμε οικτρά.

Αυτού του είδους η αποτυχία έχει δύο πιθανά αποτελέσματα. Το δεύτερο είναι η αυτοκτονία. Δε διακινδυνεύεις τίποτα, και ξέρεις ότι το σώμα σου θα στηθεί έξω από το πάρκο μέσα στο πλαστικό του μνημείο. Μόνο που μερικές φορές το μίσος είναι ασυγκράτητο και ο φόβος εξαφανίζεται. Τότε ο κυνηγός γίνεται φονιάς, και ενώ γίνεται εξαιρετικά επικίνδυνος, μετατρέπεται και σε εύκολο θύμα - γιατί ξεχνάει να φυλάγεται.

Το διακινδύνευα κι εγώ, γιατί η λησμονιά του φονιά είναι δελεαστική. Το αμέσως καλύτερο συναίσθημα μετά την ίδια τη λήθη.

Έτσι έριξα το δόλωμα στον Γκρίζγουολντ. Χρειαζόταν όμως κάτι περισσότερο από ένα απλό δόλωμα για να τον σύρω έξω αφού δεν είχε να κερδίσει τίποτε από τέτοιο ρίσκο. Γι' αυτό διέδωσα φήμες. Πολύ πειστικές φήμες. Αφησα να κυκλοφορήσει ότι ο Μαύρος Μπιλ Λίντμαν και ο Σφυρίχτρας Κάουλς, απελπισμένοι όπως εγώ από το θρίαμβο του Γκρίζγουολντ, προκάλεσαν ο ένας τον άλλο σε μονομαχία εκείνη τη νύχτα. Ο νικητής της αναμέτρησης θα ήταν ο κυρίαρχος της Νέας Υόρκης στην ηλικία μας (Υπήρχε και ο Γέρος Μέρντοκ με την αμύθητη συλλογή του. Αλλά ο συναγωνισμός αναπτυσσόταν ανάμεσα σ' εμάς τους νεότερους).

Περίμενα τον Γκρίζγουολντ να δράσει μόλις άκουγε τη διάδοση. Τέτοια νέα είναι δύσκολο να ελεγχθούν. Σπάνια ένας άνδρας ανακοινώνει ότι θα μπει στο πάρκο. Ούτε εγώ ήξερα αν τελικά θα μονομαχούσαν ή όχι. Ο Γκρίζγουολντ ήξερε μόνο ότι η πρωτοκαθεδρία κινδύνευε θανάσιμα πριν καν τη χαρεί. Θα ήταν επικίνδυνο, βέβαια, να βγει να υπερασπιστεί τη νίκη του. Και οι δύο ήταν μεγάλοι κυνηγοί. Ο Γκρίζγουολντ, όμως, εφόσον δεν μυριζόταν την παγίδα μου, θα κέρδιζε μία σίγουρη νίκη - εμένα, τον Τίμιο Ρότζερ Μπέλλαμυ, που τον περίμενα μανιασμένος στις εννιά με το δεξί μου χέρι άχρηστο στη μάχη. Δεν ήταν ολοφάνερο; Αλλά δεν γνωρίζετε τον Γκρίζγουολντ.

Μόλις σκοτείνιασε φόρεσα τα κυνηγετικά ρούχα. Είναι αλεξίσφαιρα, μαύρα, εφαρμοστά και ταυτόχρονα άνετα στην κίνηση. Μαύρισα το πρόσωπο και τα χέρια. Πήρα μαζί μου πιστόλι, μαχαίρι και φαλτσέτα. Το μέταλλό τους είναι ειδικά κατεργασμένο για να μην αντανακλά το φως. Προτιμώ ιδιαίτερα τη φαλτσέτα. Έχω δυνατά μπράτσα. Πρόσεχα να μην χρησιμοποιώ καθόλου το δεξί χέρι, ούτε κι' όταν νόμιζα πως δε με έβλεπε κανείς. Και θυμόμουν ότι έπρεπε να δείχνω στα όρια του φονικού θυμού, γιατί οι σπιούνοι του Γκρίζγουολντ θα του τα λέγανε όλα.

Κινήθηκα προς το Σέντραλ Παρκ και την πλησιέστερη στο λούνα-παρκ είσοδο. Έως εδώ οι άντρες του με παρακολουθούσαν. Παραπέρα όχι.

Στην είσοδο κοντοστάθηκα για ένα λεπτό - το θυμάσαι, μέσα-Μπέλλαμυ; Θυμάσαι τα μνημεία που προσπεράσαμε στην άκρη του πάρκου; Τον Φάλκονερ και τον Μπρένναν και τους άλλους, αθάνατους για πάντα, να στέκουν περήφανοι και θεϊκοί μες στα διαφανή, αιώνια κουτιά τους, με στερεμένο το πάθος τους, τελειωμένους τους αγώνες τους, για πάντα διαφυλαγμένη τη δόξα τους. Ζήλεψες κι εσύ Μπέλλαμυ;

Θυμάμαι τα μάτια του γερο-Φάλκονερ που φαίνονταν να με αγνοούν περιφρονητικά. Ο αριθμός των κεφαλιών που είχε πάρει ήταν χαραγμένος στη βάση του μνημείου του - ήταν ένας πολύ μεγάλος άνδρας. Για μια στιγμή, σκέφτηκα. Θα σταθώ κι' εγώ μες στο πλαστικό. Θα πάρω πιο πολλά κεφάλια ακόμη κι' από εσένα, Φάλκονερ, και τη μέρα που θα το κάνω θα μπορέσω να αναπαυθώ...

Μέσα από την πύλη, στο πηχτό σκοτάδι, έβγαλα τον επίδεσμο από το δεξί μου χέρι. Τράβηξα το μαύρο μαχαίρι μου και μένοντας κοντά στο τείχος κινήθηκα γοργά προς τη μικρή πύλη που είναι κοντύτερα στην έπαυλη του Γκρίζγουολντ. Δεν είχα φυσικά καμία πρόθεση να πλησιάσω στο λούνα-παρκ. Ο Γκρίζγουολντ στη βιασύνη του να με συναντήσει και να ξαναβγεί μπορεί να μη σκεφτόταν. Δεν σκεφτόταν πολύ έτσι κι αλλιώς. Στοιχημάτισα πως θα διάλεγε τη μικρότερη διαδρομή.

Περίμενα νιώθοντας ολομόναχος και μου άρεσε. Δεν ήταν εύκολο να μείνεις οργισμένος. Τα δέντρα ψιθύριζαν μες στο σκοτάδι. Το φεγγάρι ανέβαινε από τον Ατλαντικό, πίσω από το Λόνγκ Αιλαντ. Το φαντάστηκα να λάμπει πάνω από την πόλη. Θα ανέβαινε έτσι για πολύ ακόμη μετά το θάνατό μου. Θα γυαλίζει πάνω στο πλαστικό του μνημείου μου και θα λούζει το πρόσωπό μου με το ψυχρό του φως πολύ καιρό μετά που εμείς θα ησυχάσουμε, επιτέλους φιλιωμένοι, από τον πόλεμό μας.

Τότε άκουσα τον Γκρίζγουολντ να 'ρχεται. Προσπάθησα να αδειάσω το μυαλό μου απ' όλα τ' άλλα εκτός από το θάνατο. Γι' αυτό είχα εκπαιδευτεί ψυχή τε και σώματι τόσο σκληρά από τα έξι μου. Πήρα μερικές βαθιές ανάσες. Όπως πάντα, ο σκοτεινός, απύθμενος φόβος προσπάθησε να με καταλάβει. Ο φόβος και κάτι άλλο. Κάτι μέσα μου - εσύ, Μπέλλαμυ; - που λέει ότι δε θέλω πραγματικά να σκοτώσω.

Τότε φάνηκε ο Γκρίζγουολντ και το γνώριμο, καυτό μίσος τα έβαλε όλα στη θέση τους.

Δε θυμάμαι πολλά από τη μονομαχία. Όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα, σαν σε μια στιγμή, αν και υποθέτω πως κράτησε αρκετά. Ήταν καχύποπτος από τη στιγμή που πέρασε την πύλη. Νόμισα ότι δε με είχε ακούσει, αλλά η οξεία ακοή του τον έσωσε από τον πρώτο πυροβολισμό που θα είχε τελειώσει τη μονομαχία πριν καν αρχίσει.

Αυτή τη φορά δεν ήταν παγανιά. Ήταν σκληρή, γρήγορη, επιδέξια μάχη. Και οι δύο φορούσαμε αλεξίσφαιρα, αλλά πληγωθήκαμε και οι δύο πριν βγάλουμε τα μαχαίρια και πάμε για το κεφάλι του άλλου. Το ξίφος του ήταν μακρύτερο από τη φαλτσέτα μου. Η μονομαχία ήταν ισόπαλη. Παλεύαμε γρήγορα γιατί ο θόρυβος μπορεί να προσέλκυε άλλους κυνηγούς, αν ήταν κανένας στο πάρκο απόψε.

Στο τέλος τον σκότωσα.

Του πήρα το κεφάλι. Το φεγγάρι δεν είχε φτάσει ακόμη πάνω από τα ψηλά κτίρια στην άλλη μεριά του πάρκου. Ήταν νωρίς ακόμη. Κοίταξα ψηλά τα γαλήνια, περήφανα πρόσωπα των αθανάτων κατά μήκος της περιφέρειας του πάρκου όταν βγήκα έξω με το κεφάλι του αντιπάλου μου.

Κάλεσα ένα αμάξι. Σε λίγα λεπτά ήμουν πίσω στην έπαυλή μου μαζί με το τρόπαιό μου. Πριν αφεθώ στους χειρούργους να με περιποιηθούν, φρόντισα προσωπικά να μεταφερθεί το κεφάλι στο εργαστήριο για μία πρόχειρη και πολύ γρήγορη προετοιμασία. Ύστερα διέταξα να οργανωθεί ένας μεσονύκτιος Θρίαμβος.

Όσην ώρα ήμουν ξαπλωμένος στην τράπεζα και οι χειρούργοι απολύμαιναν και έδεναν τις πληγές μου, τα νέα διαδόθηκαν αστραπιαία στην πόλη. Οι υπηρέτες μου ήταν ήδη στην έπαυλη του Γκρίζγουολντ, μετέφεραν τις συλλογές του στην αίθουσα υποδοχής μου και έστηναν καινούριες γυάλινες θήκες που θα χωρούσαν όλα τα τρόπαια - τα δικά μου και του Αληθινού Τζόναθαν Χαλλ και του Γκρίζγουολντ. Θα γινόμουν ο πιο ισχυρός άντρας στη Νέα Υόρκη, μη συμπεριλαμβανομένων μόνο θρύλων όπως ο γερο-Μέρντοκ και ένας δυο ακόμη. Όλοι οι κυνηγοί της ηλικίας μου και ο ένας μεγαλύτερος θα είχαν λυσσάξει από φθόνο και μίσος. Σκέφτηκα τον Λίντμαν και τον Κάουλς και γέλασα θριαμβευτικά.

Νόμιζα ότι ήταν θρίαμβος - τότε.

Τώρα στέκομαι στην κορυφή της σκάλας, κοιτάζοντας κάτω τα φώτα και τη λάμψη, τις σειρές με τα τρόπαια, τις στολισμένες μου γυναίκες. Οι υπηρέτες πηγαίνουν να ανοίξουν τις μεγάλες μπρούτζινες πόρτες. Τι θα εμφανισθεί; Ένας ποταμός καλεσμένων με τους τρανούς Κυνηγούς που ήρθαν να τιμήσουν έναν τρανότερό τους; Ή μήπως δεν ήρθε κανένας στον Θρίαμβό μου τελικά;

Οι μπρούτζινες πόρτες αρχίζουν να ανοίγουν. Δεν θα είναι κανείς απ' έξω. Δεν είμαι βέβαιος ακόμη, αλλά το ξέρω, είμαι σίγουρος. Ο φόβος που ποτέ δεν εγκαταλείπει τον Κυνηγό παρά μόνο στον ύστατο και μέγιστο Θρίαμβό του, είναι ακόμη μέσα μου. Κι' αν την ώρα που εγώ παραμόνευα τον Γκρίζγουολντ απόψε, κάποιος άλλος κυνηγός κυνηγούσε μεγαλύτερο θήραμα; Κι' αν κάποιος πήρε το κεφάλι του γερο Μέρντοκ; Κι' αν κάποιος άλλος έχει Θρίαμβο στη Νέα Υόρκη απόψε, ένα Θρίαμβο μεγαλύτερο από τον δικό μου;

Ο φόβος με πνίγει. Απέτυχα. Ένας άλλος κυνηγός με νίκησε. Είμαι άχρηστος...

Όχι. Όχι! Ακου. Ακουσέ τους να φωνάζουν το όνομά μου! Κοίτα, κοίταξέ τους πως ξεχύνονται μέσα από τις ανοιχτές πόρτες, όλοι οι μεγάλοι Κυνηγοί με τις χρυσοστολισμένες γυναίκες τους, πως συνωστίζονται να χωθούν μες στη λαμπερή αίθουσα από κάτω μου. Φοβήθηκα άδικα. Τελικά ήμουν ο μοναδικός Κυνηγός στο πάρκο απόψε. Έχω νικήσει λοιπόν, κι' αυτός είναι ο Θρίαμβός μου. Νάτοι, στέκονται ανάμεσα στις αστραφτερές γυάλινες θήκες, κι έχουν τα πρόσωπά τους στραμμένα προς εμένα, θαυμάζοντας, ζηλεύοντας. Να ο Λίντμαν. Να κι ο Κάουλς. Μπορώ να διαβάσω τις εκφράσεις τους τόσο εύκολα. Ανυπομονούν να με ξεμοναχιάσουν για να με προκαλέσουν σε μονομαχία στο πάρκο.

Όλοι τους υψώνουν τα χέρια τους προς εμένα και με χαιρετούν. Όλοι φωνάζουν το όνομά μου.

Μέσα-Μπέλλαμυ - άκου! Αυτός είναι ο δικός μας Θρίαμβος. Δε θα μας τον πάρει κανείς ποτέ.

Νεύω σε έναν υπηρέτη. Μου δίνει το γεμισμένο ποτήρι. Τώρα κοιτώ κάτω στους Κυνηγούς της Νέας Υόρκης - τους κοιτώ από το ύψος του Θριάμβου μου - και υψώνω το ποτήρι μου.

Κυνηγοί - δεν μπορείτε να με ληστέψετε πια.

Θα στέκω περήφανα μες σε πλαστικό, θεϊκός μέσα στο αιώνιο κουτί που με συγκρατεί, με το πάθος μου ξοδεμένο, τις μάχες μου τελειωμένες, τη δόξα μου εξασφαλισμένη στους αιώνες.

Το δηλητήριο ενεργεί γοργά.

Αυτός είναι Θρίαμβος.