Μάθημα ανατομίας

Scott Sanders
The Anatomy Lesson (1981)
Μετάφραση: Μαρία Κλουκίνα
εικονογράφηση: S. ΠοΛο

Όταν έφτασα στην βιβλιοθήκη Ανατομίας, όλα τα οστά είχαν ήδη δανειστεί σε άλλους. Φοιτητές έσκυβαν πάνω από τα ξύλινα κουτιά τους παντού, στους διαδρόμους, στο κυλικείο, συναρμολογώντας πόδια και χέρια, σκιτσάροντας βιαστικά διαγράμματα στα σημειωματάριά τους. Οι μισές καρέκλες ήταν πιασμένες από τεμπέλικους σκελετούς κι άλλοι σκελετοί ήταν σκόρπιοι στα τραπέζια, σαν ξερόκλαδα που τα ξέβρασε ο χείμαρρος. Επειδή κι εγώ έδινα το μάθημα την επομένη, ζήτησα απ' τη βιβλιοθηκάριο να κοιτάξει άλλη μια φορά μήπως βρεθεί κανένα κουτί με οστά στην αποθήκη.

«Μα σας λέω έχουν δοθεί όλα» είπε, κοιτάζοντας με κάτω από μια ανοικονόμητη αφάνα μαύρου μαλλιού, σαν ένα αγρίμι που πιάστηκε σε θάμνο. Πόσοι φοιτητές τής είχαν ήδη γίνει τσιμπούρια για οστά απόψε;

Επέμενα «Η Ιατρική εξαρτάται απ' αυτό το μάθημα. Δεν έχετε τίποτα ελαττωματικούς σκελετούς; Στρεβλούς;»

Αγνοώντας το χαμόγελο μου, μ' έκοψε με το άγριο βλέμμα της, σα να ήθελε να μετρήσει το μέγεθος του κουτιού που θα χρειαζόταν για να βάλει τα κόκκαλα μου, αφού πρώτα μ' ετρωγε για βραδυνό.

Μια σκιά έπεσε στα μάτια της, μόνιμη θλίψη, σα το δάκρυ ενός κλόουν. «Στρεβλούς» επανέλαβε κι απομακρύνθηκε απ' το γκισέ.

Ανέπνευσα με ανακούφιση, βλέποντας να πηγαίνει προς τα πίσω. Μόνο όταν γλίστρησε αθόρυβα μες στην αποθήκη, πρόσεξα τα γαντοφορεμένα χέρια της. Σχολαστική, σκέφτηκα. Δε θέλει να λερωθεί με σκόνη οστών και μούχλα. Περιμένοντας τα δείγματα μου, παρακολουθούσα τους σπόνδυλους που εξείχαν στους σκυμένους λαιμούς των φοιτητών που ήταν γύρω μου, απορροφημένοι πάνω από μέρη σκελετών. Πέντε οσφυικοί σπόνδυλοι, εφτά αυχενικοί, μια δωδεκάδα θωρακικοί, επανέλαβα μέσα μου τα ονόματα και η αυτοπεποίθηση μου μεγάλωσε.

Εκείνη τη στιγμή η βιβλιοθηκάριος επέστρεψε μ' ένα κουτί. Ήταν στο μέγεθος καφασιού, ξύλινο, πανβρώμικο, ξεθωριασμένο απ' το χρόνο ή τη σκόνη. Τα μεταλλικά ελάσματα που το κρατούσαν κλειστό είχανε γίνει πράσινα από τη μούχλα. Κατάλαβα τώρα γιατί φορούσε γάντια.

«Αυτό είναι για περιορισμένη χρήση» μου ανακοίνωσε αφήνοντάς το πάνω στο γκισέ. Δίστασα, με τα χέρια πάνω στο κουτί σα να του'παιρνα τη θερμοκρασία.
«Λοιπόν, το θες, ναι ή όχι;» είπε.

Φοβούμενος μην το επιστρέψει στο αρχείο, το άρπαξα με το 'να χέρι και με το άλλο υπέγραψα τη δανειστική κάρτα. «Παλιό μοντέλο;» ρώτησα ευχάριστα. Δε χαμογέλασε.

Απομακρύνθηκα με το κουτί στα χέρια. Το φορτίο φαινόταν ελαφρύτερο απ' ό,τι ο όγκος του υποσχόταν, λες και το ξύλο είχε ξεραθεί απ' τα χρόνια. Ίσως αντί για οστά εκεί μέσα να υπήρχαν πυραμίδες σκόνης. Αισθάνθηκα τις μεταλλικές αγκράφες κρύες στα χέρια μου.

Μετά από λίγο ψάξιμο βρήκα έναν άδειο χώρο στο πάτωμα, δίπλα σ' έναν κοκκαλιάρη τύπο, που οι αγκώνες και τα γόνατά του ξεπρόβαλλαν από τις τρύπες στα ρούχα του, σαν τις δίπλες του νερόφιδου πάνω απ'τα κύματα. Τράβηξα τα ελάσματα, που υποχώρησαν με δυσκολία. Οι μεντεσέδες άνοιξαν με ένα δυνατό ήχο, που έκανε αρκετά παγωμένα βλέμματα να γυρίσουν στιγμιαία προς τα μένα,επιστρέφοντας όμως αμέσως στις μελέτες τους.

Μέσα βρήκα τους συνηθισμένους ξύλινους δίσκους οστών, που ήταν ελαφρά σα φτερά πουλιών, αλλά αντί για τη συνήθη επένδυση από βινύλιο, ήταν καλυμμένα μ' ένα μέταλλο που είχε το χρώμα του χαλκού και τη συνεκτική ευκαμψία του μολύβδου. Κάθε κόκκαλο ταίριαζε μες την μεταλλική υποδοχή του. Χωρίς να συμβουλευτώ τις σημειώσεις μου, ξεκίνησα με αυτοπεποίθηση απ' το πόδι, ενώνοντας το τάρσιο με το μετατάρσιο. Σύντομα όμως ήταν φανερό ότι υπήρχαν πάρα πολλά κόκκαλα. Το καθένα έμοιαζε λίγο παράξενο στο σχήμα, με μια παραπάνω φλάντζα, εκεί που καμιά δεν έπρεπε να υπάρχει, ή ένα κοίλωμα αντί για τις φυσιολογικές ορθές γωνίες. Ο μόνος τρόπος να τακτοποιήσω όλα τα κόκκαλα ήταν να συναρμολογήσω ένα τερατούργημα από εφτά δάχτυλα, λίγο μεγαλύτερο απ' το πόδι ενός ενήλικα άντρα, με όλες τις φάλαγγες στο ίδιο μήκος, και με τους αστραγάλους να 'χουν, χωρίς αμφιβολία, υποδοχές για, τι; Φτερά; Πτερύγια; Αυτό με οδήγησε στο βιβλίο της ανατομίας. Αλλά κανένα σχεδιάγραμμα απ' αυτά που συμβουλεύτηκα δεν έδινε κάποιο νόημα σ' αυτό το πόδι. Ένα χάραγμα με το μαχαίρι μου, με διαβεβαίωσε ότι τα κόκκαλα ήταν αληθινά. Αλλά από τι φρικιαστικό πλάσμα; Νιώθοντας αόριστα ένοχος, λες κι η άγνοιά μου ήταν που γέννησε αυτό το τερατούργημα, κοίταξα γύρω μου να δω αν με παρατηρούσε κάποιος. Παντού, ζωντανά κρανία έγερναν μελετηρά πάνω από νεκρά, αγνοώντας με. Μόνο η βιβλιοθηκάριος φαινόταν να με παρακολουθεί λοξά μέσ' απ' την ανακατωμένη τούφα της. Σκόρπισα βιαστικά τα οστά του ποδιού στις διάφορες θήκες τους.

Μετά έπιασα το χέρι, που μάλλον είχε έξι παρά εφτά δάχτυλα. Δύο απ'αυτά ήταν σίγουρα αντίχειρες, αντίθετοι στον προσανατολισμό τους, κι όλα τα υπόλοιπα δάχτυλα είχαν δυο αρθρώσεις, επομένως κι οι δυο πλευρές απ' αυτά τα εξαφανισμένα χέρια θα μπορούσαν να είναι παλάμες. Στον καρπό είχε μια εσοχή στη μια πλευρά κι έναν χόνδρο που προεξείχε στην άλλη, λες και το χέρι έπρεπε να συνδεθεί με ένα άλλο. Έσκυψα με μυστικοπάθεια πάνω απ' τον εξωφρενικό μου σκελετό, απρόθυμος να αντιμετωπίσω τα βλέμματα των άλλων φοιτητών.

Αφού παιδεύτηκα με την κνήμη και την ωλένη, αναγνωρίσιμα αλλά κάπως διαφορετικά απ' τ' ανθρώπινα, συγκέντρωσα κι αποσφράγισα με προσοχή τα οστά του κρανίου. Φοβόμουν αυτά τα οστά περισσότερο απ' όλα. Και μόνο το γεγονός ότι δεν ήταν συσκευασμένα σε κρανιοθήκη, όπως είθισται στους σκελετούς ανατομίας, ήταν ανησυχητικό. Όταν μπήκαν στη θέση τους, πάντως, το αποτέλεσμα ήταν ακόμα πιο ανησυχητικό. Ο μοναδικός τρόπος για να συναρμολογηθούν μου φαινόταν τόσο εξωφρενικός, που πίεσα τον εαυτό μου να ξανασυναρμολογήσει το κρανίο άλλες τρεις φορές. Υπήρχε μόνο ένα σαγόνι, αυτό ήταν σίγουρο, πάρα πολύ πλατύ όμως, και μόνο δύο τρύπες για αυτιά. Αλλά το κρανίο το ίδιο, ήταν καθαρά διπλό, λες κι είχαν συμπιεστεί μαζί δυο κεφάλια, σαν δυο κεράσια που φύτρωσαν στον ίδιο μίσχο. Κάθε ημισφαίριο του εγκεφάλου ενωνόταν με το δικό του κρανίο. Η τρύπες της μύτης και των ματιών ήταν στις φυσιολογικές τους θέσεις. Στο κέντρο όμως, του τεράστιου μετώπου, υπήρχε μια απροσδόκητη εσοχή για ένα τρίτο μάτι.

Έκλεισα το βιβλίο ανατομίας, που δεν μπορούσε να μου πει τίποτα γι' αυτή τη φρικαλεότητα. Έσκυψα για να το κρύψω απ' τα βλέμματα των άλλων φοιτητών. Παρατηρούσα για πολλή ώρα αυτό το τρίγωνο των ματιών και τα δίδυμα κρανία, που ενώνονταν κατά μήκος σαν μισοφέγγαρα. Όχι, αποφάσισα, ένα τέτοιο πλάσμα δεν είναι πιθανό. Ήταν μια φάρσα, ένα κακόγουστο αστείο που κάποιος το επινόησε για να ξεχάσω όσα ήξερα από ανατομία. Αλλά δε θα 'πεφτα στην παγίδα. Θυμωμένος, διέλυσα το κάλπικο κρανίο, έβαλα τα οστά πίσω στις μεταλλικές τους θήκες, έκλεισα το κουτί και το επέστρεψα στο γκισέ.

«Αυτό εσείς μπορεί να το βρίσκετε αστείο, είπα, αλλά εγώ έχω να δώσω το μάθημα».
«Αστείο;» απάντησε η βιβλιοθηκάριος.
«Αυτή την απάτη». Χτύπησα στον πάγκο το κουτί, σηκώνοντας ένα συννεφάσκι σκόνη.
Όταν σήκωσε το φρύδι κοροϊδευτικά, επέμεινα: «Είναι φάρσα».
«Είναι;» είπε. Κι ακούμπησε τα γαντοφορεμένα χέρια της πάνω στο κουτί.
Εξοργισμένος, είπα «Και κακόγουστη μάλιστα. Δε χρειάζεται να ξέρεις και πολλά από ανατομία για να το καταλάβεις».
«Αλήθεια;» είπε, και τράβηξε λίγο το γάντι της, αποκαλύπτοντας τον καρπό. Σκόπευα τα της τα ψάλω και να εξαφανιστώ, προτού προλάβει να βγάλει το γάντι. Αλλά απόμεινα σαν υπνωτισμένος να παρακολουθώ το γλίστρημα του υφάσματος, το ροδαλό δέρμα που φάνηκε αποκάτω.

«Δυσκολεύτηκα κι εγώ να το πιστέψω στην αρχή» είπε απλώνοντας το γυμνό χέρι μπροστά μου, με την παλάμη προς τα πάνω. Ανακουφίστηκα όταν μέτρησα μόνο πέντε δάχτυλα. Αλλά στη σαρκώδη βάση της παλάμης, που ήταν ερεθισμένη και πρησμένη, έμοιαζε να ξεφυτρώνει το μπουμπούκι ενός αντίχειρα.
Μια μόλυνση σκέφτηκα πυρετώδικα. Τίποτα άσχημο. Μετά γύρισε ανάποδα το χέρι της και μού 'δειξε άλλη μια παλάμη. Δίπλωσε τα δάχτυλα προς τα πάνω κι ύστερα τα δίπλωσε προς την αντίθετη κατεύθυνση, σχηματίζοντας ένα κλουβί από δάχτυλα στο γκισέ.

Απομακρύνθηκα. Σκελετοί χόρευαν στο μυαλό μου, ονόματα οστών φτερούγιζαν κι έφευγαν σαν φύλλα που παρασύρει ο άνεμος. Όλη η γνώση που συγκέντρωνα μ' επιμέλεια διαλυόταν. Ανίκανος να την κοιτάξω, απρόθυμος να ρίξω μια ματιά στην εσοχή που μπορεί να άνοιγε στη σάρκα του μετώπου της, κάτω απ' τ' ατίθασα μαλλιά της, κρατούσα το βλέμμα μου, γυρισμένο αλλού.
«Πόσοι υπάρχουν σαν και σένα;» ψιθύρισα.
«Είμαι η πρώτη, απ' όσο ξέρω. Εκτός αν μετράς και το φίλο σου εδώ» πρόσθεσε, χτυπώντας απαλά το κουτί.
Λογάριασα αποστάσεις για κατοικημένους πλανήτες, φαντάστηκα περιγράμματα διατημοπλοίων.
«Μα, από που είσαι;»
«Μπόις».
«Του Αϊντάχο
«Για να λέμε την αλήθεια, μεγάλωσα σε μια φάρμα έξω απ' το Μπόις».
«Εννοείς οτι είσαι --» Έδειξα με το δείχτη πρώτα αυτή και μετά εμένα.
«Ανθρωπος; Φυσικά!» Γέλασε, κι ο ήχος θύμιζε φυσαλίδες πού 'βγαιναν απ' το νερό. Φοιτητές απ' τα κοντινά τραπέζια γύρισαν και κοίταξαν νυσταγμένα, αφήνοντας για μια στιγμή τους σκελετούς. Η βιβλιοθηκάριος χαμήλωσε τη φωνή της, ώσπου έγινε σαν ψιθυριστό τραγούδι φάλαινας.
«Είμαι άνθρωπος, ακριβώς όπως και συ» μουρμούρισε.
«Αλλά, τα χέρια σου; Το πρόσωπό σου;»
«Μέχρι πριν λίγους μήνες ήταν ακριβώς όπως όλων των άλλων ανθρώπων». Φόρεσε το γάντι γρήγορα και άγγιξε τα πρησμένα μάγουλα της. «Το πρόσωπό μου ήταν λεπτό, τα παπούτσια μου μού ταίριαζαν ».
«Και τι συνέβη τότε;»
«Συναρμολόγησα αυτά τα κόκκαλα». Χτύπησε πάλι ελαφρά το κουτί. Ο κούφιος ήχος που ήρθε από μέσα θύμιζε χαλίκια που που κυλάνε.
«Γίνεσαι σαν -- γίνεσαι ένας απ'αυτούς;»
«Έτσι φαίνεται».

Τα χείλη της, που οι άκρες τους καμπύλωναν προς τα πάνω, και τα χαμηλωμένα μάτια της, μου 'διναν αντικρουόμενα μηνύματα. Τα θλιμμένα, σαν του κλόουν, μάτια της ήταν πολύ μακριά το ένα απ' το άλλο. Ακόμα και κρυμμένο κάτω απ'το θάμνο των σκούρων μαλλιών, το μέτωπο της έδειχνε απίστευτα πλατύ.

«Δε φοβάσαι;» είπα.
«Όχι πια» μου απάντησε. «Όχι απ' τη στιγμή που το κεφάλι μου άρχισε να ανοίγει».
Μόρφασα, φέρνοντας στο νού μου το τεράστιο κρανίο, χλωμό σαν πορσελάνη και το τρίγωνο από μάτια. Αγγιξα το κουτί προσεχτικά. «Τι είναι;»
«Δεν ξέρω ακόμα. Αλλά αρχίζω να 'χω αναλαμπές, αρχίζω να το βλέπω, ολοζώντανο και να πετάει».
«Να πετάει;»
«Ή να κολυμπάει. Η όρασή μου είναι ακόμα θολή. Για την ώρα, το σκέφτομαι σαν ένα σκελετό του πιθανού, ένα απολίθωμα του μέλλοντος».
Προσπάθησα να τη φανταστώ με φτερά στους αστραγάλους, το κεφάλι της πρησμένο σαν διπλό φεγγάρι, το τρίτο της μάτι να λαμποκοπά.
«Και τι είδους πλάσμα θα 'σαι, όταν θ' αλλάξεις;»
«Θα περιμένουμε και θα δούμε, έτσι δεν είναι;»
«Θα περιμένουμε;» επανέλαβα, οπισθοχωρώντας προσεχτικά.
«Δεν τα συναρμολόγησες κι εσύ τα κόκκαλα;»

Κοίταξα τις παλάμες μου, κι ύστερα γύρισα τα χέρια μου, για να εξετάσω τα σημεία που είχα τη φαγούρα, εκεί που οι αρθρώσεις θά 'πρεπε κανονικά να βρίσκονται.