Οι άνθρωποι της Παρασκευής

Ναούμ Θεοδοσιάδης

1

Ήταν μια από εκείνες τις μέρες.

Μετά τη δουλειά του τριγυρνούσε μόνος στους δρόμους και μπαινόβγαινε στα μικρά αποπνιχτικά μπαράκια της πόλης, περνώντας τις ώρες του μπροστά σε βρώμικα ποτήρια γεμάτα μπέρμπον. Τις νύχτες, με το κεφάλι του ζαλισμένο και με μάτια που είχαν από καιρό συνηθίσει στα δάκρυα, έγραφε στην γραφομηχανή του με μεγάλα, κεφαλαία γράμματα:

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ.

Η γραφομηχανή του, μια μικρή πράσινη μηχανική Ολιβέτι, του χαμογελούσε γλυκά κάθε βράδυ και του έδειχνε τα σκουριασμένα αργοκίνητα δόντια της, βουτηγμένα στην μαύρη μελανή της κορδέλας και στις σκοτεινές ερημιές της ψυχής του. Συμπλήρωνε μετά την ημερομηνία και είχε έτοιμη άλλη μια σελίδα για το ημερολόγιο του. Ολόιδια με τις υπόλοιπες, που είχαν αρχίσει να ξεχειλίζουν από το μικρό ξύλινο μπαούλο, που είχε κρυμμένο στην αποθήκη του εδώ και είκοσι χρόνια.

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ...ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ... ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ.......

Κι ίσως τελικά και να μην ήταν.

 

2

Ήταν μια από εκείνες τις μέρες.

Ξύπνησε αργά, με το κεφάλι του βαρύ από το χτεσινοβραδινό μεθύσι. Ήπιε μια γουλιά μπέρμπον, πήρε δυο ασπιρίνες και λίγο πριν τελειώσει και την δεύτερη κούπα του καφέ που άχνιζε ακόμα μπροστά στην μύτη του η διάθεσή του έφτιαξε. Τηλεφώνησε στην δουλειά του, λέγοντας πως είχε αρρωστήσει και πως του ήταν αδύνατον να πάει και ξαναμπήκε στην κρεβατοκάμαρα σφυρίζοντας έναν χαρούμενο σκοπό.

Ναι, ήταν μια από εκείνες τις μέρες. Λαμπερή κάτω από τον φθινοπωρινό ουρανό και τα ασπρογάλαζα σύννεφά του, που έτρεχαν κατά τον νότο. Από το παράθυρό μπορούσε να δει το καθρέφτισμά τους στην λιμνούλα του δημοτικού πάρκου. Ήταν όλοι τους εκεί: οι ηλικιωμένοι κύριοι με τα μπαστούνια τους που πήγαιναν κι έρχονταν με αργά βήματα πάνω στα μονοπάτια, που οι ίδιοι είχαν χαράξει μέσα στα χρόνια και τα μικρά παιδιά με τα πολύχρωμα ρούχα τους που έτρεχαν σαν τρελά κάτω από τα δένδρα. Ένα κύμα ευφορίας του έφερε ένα χαμόγελο στα χείλη του που είχαν ακόμα πάνω τους την πικρά του πρωινού καφέ.

Το καλό του μαύρο κοστούμι, τον περίμενε υπομονετικά στην ντουλάπα. Την άνοιξε κι από μέσα της ξεχύθηκε η μυρουδιά της ναφθαλίνης. Δυνατή, εκνευριστική, αποπνικτική. Ανοιξε αμέσως το παράθυρο κι ο δροσερός φρέσκος αέρας -που τον έκανε να ριγήσει- του θύμισε για άλλη μια φορά πως σήμερα ήταν μια από εκείνες τις μέρες.

Xαμογέλασε.

Το κουστούμι, του ήταν λίγο φαρδύ. Έψαξε και βρήκε τις μαύρες σατέν τιράντες που είχε αγοράσει πριν μερικούς μήνες και προσπάθησε να θυμηθεί, πότε ήταν που είχε φορέσει το κοστούμι του για τελευταία φορά. Δεν χρειάστηκε πολύ ώρα. Ήταν τον περασμένο Γενάρη, τότε που οι δρόμοι σκεπάστηκαν με χιόνι και τα φορτηγά του δήμου πηγαινοέρχονταν μέρα-νύχτα μέσα στους δρόμους, με εκείνο το καταθλιπτικό πορτοκαλί φως τους, που τον εξόργιζε κάθε φορά που έπεφτε πάνω στα παράθυρα του δωματίου του. Μέσα σε εννέα μόλις μήνες είχε χάσει τουλάχιστον δώδεκα κιλά κι έπρεπε αναγκαστικά να χρησιμοποιήσει τις πανάκριβες τιράντες - καταστρέφοντας έτσι την τρυφερή, βελούδινη συσκευασία τους - για να μπορέσει να φορέσει για άλλη μια φορά το καλό μαύρο του κοστούμι.

Αρχισε να ντύνεται.

Απέναντί του, στον ζωγραφισμένο τοίχο πίσω από το κρεβάτι του, ο Ιούδας του χαμογελούσε καθισμένος στο τραπέζι του ''Μυστικού Δείπνου'', μ' ένα φωτοστέφανο -ζωγραφισμένο με μαύρη μπογιά- πάνω από το κεφάλι του. Ο Ιούδας. Ο δέκατος τρίτος άνθρωπος. Ο μόνος που γνώριζε, πως κάποιος από τους φίλους του στο τραπέζι, περίσσευε.

 

 

3

Ήταν μια από εκείνες τις μέρες.

Ο νεαρός υπάλληλος τον θυμήθηκε αμέσως. Δεν υπήρχαν και πολλοί άνθρωποι που προτιμούσαν πεισματικά τις κίτρινες μαργαρίτες, μέσα από έναν κυκεώνα πολύχρωμων λουλουδιών.

Ένα μικρό μπουκέτο με δεκατρία λουλούδια και λίγη πρασινάδα.

Ένας ακόμα λόγος για να τον θυμάται, ήταν το πλουσιοπάροχο φιλοδώρημα που άφηνε πάντα. Κρίμα μόνο που δεν ερχόταν πιο συχνά. Μια δυο φορές το χρόνο. Ακουμπούσε το μπουκέτο στην αγκαλιά του, άφηνε ένα χαρτονόμισμα κι έφευγε δίχως να πει λέξη. Το ίδιο έγινε και σήμερα. Ο υπάλληλος τον είδε να περνάει τον δρόμο και να κατευθύνεται προς την μεγάλη αψιδωτή πύλη του νεκροταφείου. Τον είδε να σταματάει και να ξεσκονίζει το παντελόνι του. Του φάνηκε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Βέβαια, σκέφτηκε, αυτό είναι. Το κουστούμι. Του πέφτει λίγο φαρδύ. Και γύρισε για να εξυπηρετήσει τους υπόλοιπους πελάτες του.

 

 

4

Ήταν μια από εκείνες τις μέρες.

Στέκονταν ακίνητος πάνω από το λευκό μάρμαρο με τους απαλούς γκρίζους κυματισμούς που καθρέφτιζε τον φωτεινό ουρανό: ΤΖΕΗΚΟΜΠ ΚΑΙ ΜΑΙΡΗ ΚΛΑΪΝ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΜΑΖΙ, έγραφαν τα ασημένια γράμματα πάνω στο μάρμαρο, που είχαν ήδη αρχίσει να χάνουν την πρώτη τους λάμψη. Τον είχαν διαβεβαιώσει πως κάτι τέτοιο δεν επρόκειτο να γίνει, κι όμως να που είχε κιόλας συμβεί. Δεν πειράζει, σκέφτηκε, δεν είναι το πρώτο ψέμα που μου λένε και κατά πάσα πιθανότητα ούτε και το τελευταίο. Το πρόσωπο του είχε μια γαλήνια έκφραση εναρμονισμένη τέλεια με το περιβάλλον γύρω του.

Θυμόταν τον γέρο Τζάκ - έτσι φώναζε τον πατέρα του - σκυμμένο πάνω από το ταμείο του να μετράει ξανά και ξανά τις εισπράξεις της ημέρας. Ποτέ δεν τον είχε ακούσει να μιλάει για τίποτε άλλο έξω από τα λεφτά και το μαγαζί του. Αντί για παραμύθια, ο πατέρας του συνήθιζε να του κάνει οικονομικές αναλύσεις και διαλέξεις πάνω στον ανατοκισμό του χρήματος. Στο μυαλό του λειτουργούσαν μόνο τα μαθηματικά σύμβολα κι οτιδήποτε άλλο συναντούσε τυχαία μέσα του, το πετούσε στον δρόμο την ώρα που γύριζε σπίτι το βράδυ.

Δεν μπορείς όμως να αγαπάς με την πρόσθεση ούτε να μισείς με την αφαίρεση. Δεν γίνετε να ερωτεύεσαι με την διαίρεση ούτε να συγκινείσαι με τον πολλαπλασιασμό. Όλα αυτά σε βοηθούν μόνο να μετράς. Κι αυτό ακριβώς έκανε πάντα ο πατέρας του. Μετρούσε.

Η Μαίρη από την άλλη - που ο γερο Τζάκ την φώναζε πάντα Μαρία - είχε αυτήν την φλόγα στα μάτια, που την έκανε να ξεχωρίζει, μα παρ' ολα αυτά δεν μπόρεσε να ξεφύγει τελικά από την μοίρα της. Σιγά-σιγά αυτή η φλόγα άρχισε να σβήνει και το μόνο που απόμεινε ήταν μια γυναικούλα που ήταν πάντα έτοιμη να προσφέρει ένα πιάτο φαΐ κι ένα καθαρό πουκάμισο στην οικογένεια της. Στις φωτογραφίες της νιότης της -πολύ πριν από τον γάμο της- μπορούσε κάποιος να διακρίνει ένα πλάσμα γεμάτο ζωή και νεύρο, ένα πλάσμα γεμάτο όνειρα. Όταν αργότερα χρειάστηκε να ψάξει κάποια φωτογραφία των γονιών του για να την βάλει δίπλα στο καντήλι στον τάφο τους, δεν βρήκε παρά μόνο μια και μοναδική. Πόζαραν κι οι δυο τους σοβαροί κι αγέλαστοι μπροστά σε κάποιον υπαίθριο φωτογράφο, σε έναν τους κυριακάτικους περιπάτους τους. Πάνω σ' αυτή την μικρή ασπρόμαυρη φωτογραφία ήταν αποτυπωμένη όλη η κακομοιριά της ζωής τους. Και της δικής του. Δεν έφταιγε μόνο ο πατέρας του, μα και εκείνη, που δεν είχε την δύναμη να κρατήσει μέσα της μια μικρή γωνιά για τα πρώτα της όνειρα, μια μικρή γωνιά για την αξιοπρέπεια της.

Ήταν λοιπόν κι οι δυο τους το ίδιο ένοχοι.

Τους μισούσε.

Πέταξε με μια απότομη κίνηση το μπουκέτο στο μάρμαρο μπροστά του κι οι κίτρινες μαργαρίτες σκόρπισαν ανάμεσα στα ασημένια γράμματα. Ήταν κίτρινες, γιατί ήταν το μοναδικό χρώμα που μισούσαν κι οι δυο τους, τις είχε ακριβοπληρώσει γιατί του άρεσε να φαντάζεται τα κοκάλα του γέρο Τζάκ να τρίζουν κάτω από το σκληρή ταφόπλακα και ήταν δεκατρείς γιατί...

Μετά χαμογέλασε, μ' ένα χαμόγελο που το πετούσε σαν φτυσιά πάνω τους για όλες εκείνες τις χαρές που του είχαν αρνηθεί μια ολόκληρη ζωή.

Χαμογέλασε όμως και γιατί σήμερα ήταν μια από εκείνες τις μέρες.

 

 

5

Ήταν μια από εκείνες τις μέρες.

Μερικές φορές ένα ποτήρι μπέρμπον, που αδειάζει και γεμίζει ασταμάτητα, πάνω σ' ενα ξύλινο πάγκο, γίνετε το μαγικό κλειδάκι που ανοίγει τα σκοτεινά συρτάρια της μνήμης κι εκείνα τρίζουν παράξενα καθώς υποδέχονται το φως. Τα μεγάλα μαύρα μάτια του, αντανακλούσαν τα φωτεινά γράμματα που τρεμόπαιζαν στον τοίχο απέναντι του, και το ποτήρι στα χέρια του έγινε ξαφνικά παιδικό τρενάκι που τον οδηγούσε αγκομαχώντας πίσω στον χρόνο.

...Ήταν και πάλι δεκατρία χρόνων, η Μαίρη του έσφιγγε το χέρι κι ανέβαιναν τις πλατιές όμορφες μαρμάρινες σκάλες του θεάτρου. Αισθάνονταν άσχημα χωμένος μέσα στο χιλιοτριμμένο κουστουμάκι του και είχε την εντύπωση πως όλος ο κόσμος, του έριχνε λοξές ματιές. Εκείνος χαμήλωνε τα μάτια και μετρούσε από μέσα του τα βήματα που έκανε ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια, προσπαθώντας να μη σκέφτεται πως οι άνθρωποι γύρω του, γελούσαν κρυφά μαζί του.

Ένα, δυο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, εφτά, οκτώ, εννέα, δέκα, έντεκα, δώδεκα, δεκατρία...... Κάποιος περίσσευε.

Κρυμμένος βαθιά μέσα στην βελούδινη καρέκλα του, έζησε για πρώτη φορά στην ζωή του το μυστήριο του θεάτρου. Εκατοντάδες ορθάνοιχτα μάτια μέσα από το σκοτάδι παρακολουθούσαν την ζωή που φωτίζονταν πάνω στην σκηνή. Φαντάστηκε την δική του ζωή φωτισμένη και μέσα από ένα άλλο σκοτάδι δυο μάτια να τον παρακολουθούν και να του ψιθυρίζουν.

- Δεν θα είσαι ποτέ μόνος σου, μικρούλι. Κανείς δεν είναι μόνος. Αυτό μην το ξεχάσεις ποτέ σου.

Δεν το ξέχασε. Το μόνο που ξέχασε ήταν το πρώτο θεατρικό έργο που παρακολούθησε. Τους ανθρώπους που είχαν γίνει σκιές πάνω στην σκηνή και έναν χείμαρρο από λέξεις που άφησαν μόνο μια τρικυμία στην εύπλαστη ψυχή του.

Ψέματα.

Θυμόταν μόνο μια φράση που στοίχειωσε μέσα του και σαν αράχνη ύφαινε περίτεχνα τον ιστό της μέσα στο μυαλό του.

''Οι άνθρωποι πεθαίνουν και δεν είναι ευτυχισμένοι.''

 

6

Ήταν μια από εκείνες τις μέρες.

Περπατούσε ζαλισμένος στους έρημους, σκοτεινούς δρόμους της πόλης. Ο παγωμένος αέρας του Οκτωβρίου που παρέσερνε τα ξερά φύλλα των δέντρων, κατάφερε να τον συνεφέρει. Κρύωνε. Τα βήματά του τον οδηγούσαν βιαστικά πίσω στο σπίτι του. Μα ένοιωθε ένα κενό μέσα του, σαν κάτι να μην πήγαινε καλά. Ο αέρας έσερνε μια εφημερίδα πάνω στα τετράγωνα πλακάκια του δρόμου μπροστά του κι εκείνη σκόνταψε στο πόδι του. Διάβασε έκπληκτος την ημερομηνία στην πρώτη σελίδα:

 

Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 1994.

Μα ναι, πως μπόρεσε να το ξεχάσει!!! Παρασκευή και 13, σκέφτηκε και στα μάτια του μια φλόγα άρχισε να φουντώνει ξανά. Μια από εκείνες τις μέρες.

Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν δέκα και μισή. Προλάβαινε. Δυο επίμονα μάτια τον κοιτούσαν μέσα από το σκοτάδι. Δεν έπρεπε να τα προδώσει. Περίμεναν υπομονετικά για να δουν την παράσταση. Κι η παράσταση έπρεπε να γίνει σήμερα, γιατί σήμερα ήταν μια από εκείνες τις μέρες.

 

 

7

Ήταν μια από εκείνες τις μέρες.

Την βρήκε εύκολα. Ήταν μια πόρνη του δρόμου. Μια μικρόσωμη ξανθιά που ισορροπούσε παράξενα πάνω στα ψηλοτάκουνα γοβάκια της. Λίγα παζάρια στην αρχή, ένα πλατύ φωτεινό χαμόγελο και την τράβηξε κοντά του. Γελούσε μ' ενα γέλιο ψεύτικο, κρυμμένο πίσω από τα έντονα κόκκινα βαμμένα χείλη της. Μόλις μπήκαν στο σπίτι την τράβηξε πάνω στο κορμί του. Εκείνη τεντώθηκε ευχαριστημένη και άφησε τα χέρια του να γλιστρήσουν πάνω της. Μια πόρτα έτριξε πίσω της. Γύρισε να κοιτάξει ξαφνιασμένη. Μια σκάλα που κατέβαινε χαμηλά στο υπόγειο. Κάτι πήγε να πει μα δεν πρόλαβε. Την έσπρωξε με δύναμη κι εκείνη άρχισε να κατρακυλάει τις σκάλες που χάνονταν στο σκοτάδι. Μετά λιποθύμησε.

 

 

8

Ήταν μια από εκείνες τις μέρες.

Συνήλθε απότομα από το παγωμένο νερό που της έριξε στο πρόσωπο. Ήταν δεμένη χειροπόδαρα πάνω σε μια ξύλινη καρέκλα. Στα δεξιά της ένας προβολέας την σημάδευε με το εκτυφλωτικό του φως. Μύρισε για μια στιγμή την γνώριμη υγρασία των υπογείων. Πονούσε. Φοβόταν. Ήθελε να φωνάξει μα δεν μπορούσε. Ένα μαντήλι της έκλεινε σφιχτά το στόμα. Παρ' όλα αυτά ούρλιαξε. Το μόνο που ακούστηκε ήταν ένα υπόκωφο κι αδύναμο μουγκρητό που την τρόμαξε ακόμα περισσότερο.

Την πλησίασε και την κοίταξε στα μάτια. Το γελαστό φωτεινό του πρόσωπο είχε γεμίσει τώρα με σκιές. Σιωπηλά δάκρυα άρχισαν να αυλακώνουν το πρόσωπο της και κυλούσαν χρωματιστά πάνω στο λειωμένο μέηκ-απ.

- Μην κλαις, της είπε σκουπίζοντας τα βρεγμένα της μάτια με τρυφερότητα, δεν αξίζει τον κόπο. Αλήθεια σου λέω.

Τον κοίταξε με τα μεγάλα, υγρά, έκπληκτα μάτια της. Έτρεμε ολόκληρη. Εκείνος ακούμπησε ένα μικρό ξύλινο κουτί στα πόδια της. Έβγαλε από μέσα, μια στοίβα χαρτιά πασαλειμμένα με αίμα και της τα έδειξε.

- Κοίταξε πόσο μαύρο είναι το αίμα τους, της είπε. Οι άνθρωποι της Παρασκευής. Οι αγαπημένοι μου φίλοι... Ξέρεις, δυο φορές τον χρόνο η Παρασκευή φοράει τα καλά της και διαλέγει το δεκατρία για τυχερό αριθμό. Δυο αγαπημένοι φίλοι κάθε χρόνο. Δυο άνθρωποι που δίνουν παράταση στην ζωή μου.

Έβγαλε ένα πιστόλι. Η κοπέλα άρχισε τώρα να κλαίει με αναφιλητά που πνίγονταν από το μαντήλι στο στόμα της. Μια σφαίρα έκανε ταχυδακτυλουργικά την εμφάνισή της στα χέρια του. Την τοποθέτησε ήρεμα σε μια από τις άδειες θαλάμες του περίστροφου. Γύρισε δυνατά τον μύλο του και το κροτάλισμα έμεινε για λίγη ώρα μετέωρο στο αέρα. Ακούμπησε την παγωμένη κάνη στο κρόταφο της. Εκείνη έμεινε ακίνητη. Με τα μάτια κλειστά. Κρατώντας μια βαθιά ανάσα μέσα στα στήθη της.

Έσκυψε και την φίλησε τρυφερά στο μέτωπο.

- Θα σε θυμάμαι για πάντα, ψιθύρισε. Κι Εκείνος θα σε θυμάται. Τα νοιώθεις κι εσύ, έτσι δεν είναι; Τα μάτια Του, εκεί, βαθιά μέσα στο σκοτάδι. Δυο μεγάλα ανυπόμονα μάτια που περιμένουν να δουν την παράσταση μας. Ας τους δώσουμε αυτό που περιμένουν λοιπόν. Κρίμα μόνο που δεν θα μείνεις μέχρι το φινάλε, για ν' ακούσεις τα χειροκροτήματα.

Πάτησε την σκανδάλη.

Κλικ. Μια άδεια θαλάμη.

- Κι η παράσταση συνεχίζεται, φώναξε με στόμφο κι έκανε μια βαθιά υπόκλιση προς το σκοτάδι που τους τύλιγε.

Ξαναγύρισε τον μύλο του περιστρόφου και τον ακούμπησε στον δικό του κρόταφο. Την κοιτούσε ίσα στα μάτια.

- Ας παίξουμε τώρα λίγη ρώσικη ρουλέτα. Του αρέσει πολύ αυτό το παιχνίδι. Και... μη χαίρεσαι, κοριτσάκι μου. Ποτέ ως τώρα δεν στάθηκα τυχερός. Η μοίρα μου, εδώ και χρόνια είναι αυτή... να συνεχίζω να ζω εις βάρος των καλών μου φίλων.

Πάτησε την σκανδάλη.

Η σφαίρα διαπέρασε μ' εναν υπόκωφο θόρυβο το κεφάλι του και σφηνώθηκε στον προβολέα που φώτιζε το υπόγειο. Σκοτάδι. Ο θόρυβος από τις πρώτες ψιχάλες της φθινοπωρινής καταιγίδας που έρχονταν, έπεφταν ολοένα και πιο δυνατά, πάνω σε κάποια λαμαρίνα του κήπου κι έφτανε στα αυτιά της κοπέλας καθαρός κι επίμονος, σαν το χειροκρότημα ενός φανταστικού κοινού που συνεχίζεται ασταμάτητο μέσα στο σκοτάδι που πέφτει μαζί με την αυλαία του θεάτρου.

 

Ο Ναούμ Θεοδοσιάδης γεννήθηκε στην Πεντάπολη Σερρών και ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Έχει γράψει πολλά άρθρα σε περιοδικά κι έχει διατελέσει αρχισυντάκτης του περιοδικού Strange, επιμελητής έκδοσης του περιοδικού Ανιχνεύσεις και είναι υπεύθυνος της σειράς «Κόσμοι του Φανταστικού» στις εκδόσεις Αρχέτυπο. Τον Δεκέμβριο που μας πέρασε κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Ξωτικά» (εκδόσεις Αρχέτυπο, 1998). Το διήγημα Οι Ανθρωποι της Παρασκευής ανήκει στη συλλογή διηγημάτων «Τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου», που πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα.