Ανθίππη Φιαμού
Δυο βδομάδες από τότε που έφυγαν από τη Βαραγκάλ, οι άνθρωποι του καραβιού είδαν την ομίχλη. Έμοιαζε συμπαγής και αδιαπέραστη, σαν να είχε γεννηθεί από τα ίδια τα βάθη της θάλασσας ένας άσπρος τοίχος, από άγνωστο σ' αυτόν τον κόσμο υλικό, για να την κόψει στα δυο.
Ένας ναυτικός από το πλήρωμα του καραβιού ανέβηκε στο κατάρτι και προσπάθησε να δει αν φαίνονταν τα πέρατα της ομίχλης, όμως δεν κατάφερε να διακρίνει τίποτα.
«Μοιάζει να σκεπάζει όλον τον κόσμο από δω και πέρα» είπε όταν κατέβηκε.
Ο Τζέντορ αναρωτήθηκε αν είχε καμιά σχέση με την ομίχλη το γεγονός ότι ο άνεμος είχε κόψει σχεδόν εντελώς. Αρκετά πρωινά οι άνθρωποι της Έσνα είχαν ξυπνήσει τυλιγμένοι την υλοποιημένη ανάσα της θάλασσας, υγρή, κρύα και γκρίζα. Εκείνη όμως ήταν διάφανη, αέρινη και ο άνεμος την παράσερνε και ο ήλιος τη διέλυε όταν υψωνόταν στον ουρανό.
Τούτη εδώ που είχαν βρει μπροστά τους, δεν έμοιαζε με τίποτα τέτοιο. Ήταν κάτασπρη σαν πάγος και λίγο έλειψε να την περάσουν για παγόβουνο, μια και το καράβι βρισκόταν στα γεωγραφικά πλάτη όπου οι ναυτικοί τα συναντούσαν συχνά. Τότε ήταν που ο Τζέντορ πρόσεξε ότι δεν τους ακολουθούσαν πια δελφίνια. Σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού οι φίλοι του Τζέντορ κολυμπούσαν κοντά στο καράβι, τραγουδώντας χαρούμενα, γιατί περίμεναν να συναντήσουν τους συγγενείς τους, τα άσπρα δελφίνια που ζούσαν στα νερά της Χώρας του Πάγου. Εκείνα είχαν φέρει ένα βραδάκι το μήνυμα στη Βαραγκάλ, λίγο πριν αρχίσουν τα νυχτερινά τραγούδια στη λιμνοθάλασσα της Έσνα. Ο Τζέντορ και ο Σράμαν είδαν ένα από τα μεγάλα αρσενικά να ξεχωρίζει από το κοπάδι, να πλησιάζει στο μουράγιο του μικρού λιμανιού και να αρχίζει το τραγούδι.
Μιλούσε για κάποιο μήνυμα που τους έφερε ένα δελφίνι από τις θάλασσες του βορρά. Οι σύντροφοί του άνοιξαν δρόμο και μπροστά βγήκε ένα άσπρο δελφίνι, αρκετά μεγαλύτερο από τα άλλα.
Στο μέγεθος ήταν σαν μωρό φάλαινας, με δέρμα κάτασπρο σαν το πάγο, μάτια τεράστια σαν φεγγάρια και ένα μακρύ ρύγχος. Αρχισε να τραγουδάει σε τόνο, χροιά και χρώμα εντελώς διαφορετικά από τα γκρίζα δελφίνια της Έσνα και οι Οδηγοί της Βαραγκάλ χρειάστηκαν αρκετή ώρα για να προσαρμόσουν το δικό τους τραγούδι για να μπορέσουν να συνεννοηθούν.
Όταν κατάφεραν τελικά να επικοινωνήσουν, ο Τζέντορ άρχισε μια συνομιλία με το άσπρο δελφίνι που κράτησε αρκετή ώρα. Έτσι έμαθε για τους πληθυσμούς που έμεναν στα νερά της Χώρας του Πάγου, πάνω από τα βόρεια άκρα της Βαραγκάλ. Τυχαία, από κάποιο δελφίνι που ξενέρισε στα νερά του Νότου, έμαθαν την ύπαρξη των ανθρώπων και ζήτησαν να τους γνωρίσουν.
Αφού μίλησαν και τραγούδησαν αρκετή ώρα, οι Τραγουδιστές υποσχέθηκαν ότι θα έστελναν κι εκείνοι ένα καράβι για να επισκεφτεί τους τόπους τους.
Ο Σράμαν ήθελε να πάει κι αυτός στην αποστολή και με πολύ κόπο
ο Τζέντορ τον έπεισε να μείνει στην Έσνα. «Πρώτη φορά θα ταξιδέψουμε σε εκείνα
τα νερά» είπε. «Θα είναι δύσκολο κι επικίνδυνο. Αν σου συμβεί το παραμικρό, ο
πατέρας θα με σκοτώσει».
«Και νομίζεις ότι θα χαρεί αν χαθείς εσύ;»
«Όχι, βέβαια. Όμως εσύ είσαι ο διάδοχος Αρχιτραγουδιστής. Δεν πρέπει να εκτίθεσαι
σε κινδύνους. Μόλις αναγνωρίσουμε τον τόπο και αναπτύξουμε σχέσεις με τα λευκά
δελφίνια θα μπορέσεις να έρθεις κι εσύ».
Ο Σράμαν δεν πείστηκε εύκολα. Καταγόταν από ολόκληρη γενιά θαλασσινών κι ήταν κι ο ίδιος καλός Ναυτικός· το ένστικτο του εξερευνητή επαναστατούσε όταν του αρνούνταν ένα τέτοιο ταξίδι. Αφού λογομάχησε γι' αρκετή ώρα με τον Τζέντορ, στο τέλος δέχτηκε, έστω και με μισή καρδιά, να μείνει.
Σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού τα δελφίνια τους ακολουθούσαν. Κάποια στιγμή όμως εξαφανίστηκαν, σιωπηλά, χωρίς καμιά προειδοποίηση, γεγονός που ανησύχησε τον Τζέντορ. Δίχως τα τραγούδια τους και τα λευκά σώματα των συντρόφων του ανθρώπου η θάλασσα φάνταζε πια άδεια από ζωή.
Ξαφνικά το καράβι άρχισε να αναπτύσσει ταχύτητα και σύντομα έτρεχε σαν τρελό προς την ομίχλη. Λες κι εκείνος ο αλλόκοτος τοίχος ήταν ένας τεράστιος μαγνήτης που τραβούσε προς το μέρος του τα καράβια. Ο Τζέντορ θυμήθηκε ιστορίες για θαλασσινά τέρατα που κατάπιναν τη θάλασσα με όλα της τα πλάσματα και τα καράβια για να την ξεράσουν μετά, γεμάτη νεκρά σώματα και συντρίμμια.
Τούτη τη φορά, ωστόσο, δεν φαινόταν να συμβαίνει τίποτα τέτοιο.
«Καπετάνιε!» φώναξε ο Τζέντορ. «Γιατί τρέχουμε τόσο;»
«Δεν το κάνουμε εμείς!» είπε ο καπετάνιος. «Δεν ελέγχουμε τον κρύσταλλο!»
Το καράβι πέρασε με μεγάλη ταχύτητα το σύνορο της ομίχλης, χωρίς να συγκρουστεί με κάτι στερεό, όπως φοβόταν ο Τζέντορ. Βρέθηκαν ξαφνικά κυκλωμένοι από ένα κάτασπρο πέπλο, άγνωστης υφής, που δεν τους άφηνε να δουν μπροστά τους ούτε ένα γιάρεν.
Ο κρύσταλλος που έδινε ώθηση στο καράβι άλλαζε χρώματα διαρκώς σκορπώντας λάμψεις με ιλιγγιώδη ρυθμό και γεμίζοντας τον αέρα εκκωφαντικούς ήχους σαν επιθανάτιες κραυγές. Οι άνθρωποι σχεδόν πονούσαν από τους κακόφωνους ήχους κι έψαχναν κάπου να πιαστούν για να μη σωριαστούν παρασυρμένοι από την εξωπραγματική ορμή του καραβιού.
Μέχρι που, απότομα, η τρελή πορεία του πήρε τέλος κι απόμεινε ακίνητο, τυλιγμένο τα άσπρα σάβανα της ομίχλης, σαν ναυάγιο σε παράξενη θάλασσα. Ο Τζέντορ είδε ότι κανείς δεν είχε πάθει τίποτα, όμως όσο κι αν προσπάθησαν δεν μπόρεσαν να προσανατολιστούν. Οι ναυτικοί προσπάθησαν με το τραγούδι να λειτουργήσουν τον κρύσταλλο μήπως και μπορέσουν να φύγουν, χωρίς αποτέλεσμα όμως. Ο κρύσταλλος παρέμενε διάφανος και άχρωμος, ανενεργός σαν κομμάτι γυαλί.
Αποκλειστήκαμε, σκέφτηκε ο Τζέντορ, πού όμως, τι τόπος είναι αυτός;
Το καράβι είχε παγιδευτεί ακινητοποιημένο στην καρδιά ενός φαινομένου κάθε άλλο παρά φυσικού. Και, το χειρότερο, είχε πάψει να λειτουργεί ο ηχητικός κρύσταλλος, η ζωή του καραβιού που του έδινε ώθηση, κάτι που ήταν πρωτοφανές στα χρονικά της Βαραγκάλ.
Ο Τζέντορ είχε ακούσει για καταιγίδες που οι αστραπές κι οι κεραυνοί τους επηρέαζαν τα ηχητικά ενεργειακά πλέγματα των κρυστάλλων. Ακόμα και για κάποιους τόνους φορτισμένους με ενέργεια, που τους γεννούσε η ίδια η γη και προκαλούσαν παρεμβολές στους κρυστάλλους. Τίποτα, ωστόσο, από αυτά, δεν μπορούσε να απενεργοποιήσει εντελώς τον κρύσταλλο. Αρχισε να κάνει σκέψεις δυσοίωνες. Σε τούτα τα νερά και πιο βόρεια άπλωνε τους παλιούς καιρούς τις επικράτειές της η ήπειρος της Μου, μια χώρα που καταποντίστηκε σε έναν μακρινό κατακλυσμό, πνιγμένη κάτω από το βάρος του κακού που διαφέντευαν οι μάγοι της. Ένα κακό που δεν γνώριζε χρόνο και θάνατο, που ίσως κοιμάται μόνο και περιμένει την ώρα να νικήσει ακόμα και την τρίσβαθη θάλασσα.
Ένας ξαφνικός βόμβος διέκοψε τις σκέψεις του Τζέντορ. Σκοτεινός και βαρύς ήταν, υπόκωφος στην αρχή, που μεγάλωνε διαρκώς σε ένταση μέχρι που έφτασε στα όρια αντοχής των Τραγουδιστών. Πηγή του ήχου ήταν ο κρύσταλλος. Κανείς δεν τον είχε ενεργοποιήσει ή συντονίσει, ωστόσο εκείνος εξακολουθούσε να ηχεί παίρνοντας ένα αρρωστημένο πράσινο χρώμα, φορτισμένος με μια ενέργεια που δεν είχε καμιά σχέση με τις καθαρές και αναζωογονητικές ενέργειες της Βαραγκάλ.
Καθώς ο απειλητικός ήχος έφτανε σε κορύφωση, όλο το σκάφος άρχισε να τρίζει σαν σπίτι που το ταράζει σεισμός. Οι άνθρωποι κρατήθηκαν ξανά ενώ τα τραντάγματα συνεχίζονταν πιο δυνατά και ο κρύσταλλος είχε αρχίσει να πάλλεται. Έμοιαζε να έχει χάσει την υλική του υπόσταση, να έχει γίνει μια πράσινη σφαίρα που εξέπεμπε κακή, αρνητική ενέργεια.
Κάποια στιγμή, αυτή η ενέργεια ελευθερώθηκε και ο Τζέντορ είδε με τρόμο το καράβι να τινάζεται στον αέρα και να διαλύεται σαν ξύλινο σπιτάκι που το σκορπάει ο άνεμος. Ο Τζέντορ βρέθηκε για λίγο να παλεύει με τα κύματα, ώσπου ο κόσμος σκοτείνιασε και τον τύλιξε στα μαύρα πέπλα του.
Τα δελφίνια ήταν αναστατωμένα. Ο Σράμαν τα κοίταζε έτσι όπως ήταν συγκεντρωμένα στη λιμνοθάλασσα να κραυγάζουν απελπισμένα σαν να θρηνούσαν μεγάλο κακό και προμήνυαν μεγαλύτερο. Είχε καταλάβει ότι η αιτία για την ανησυχία των πλασμάτων της θάλασσας ήταν ο Τζέντορ. Τα δελφίνια τον είχαν πάρει υπό την προστασία τους όταν ήταν μόνος στον κόσμο και του είχαν δώσει την αγάπη τους όταν τους την αρνούνταν ο ίδιος ο πατέρας του και τώρα προειδοποιούσαν για εκείνον.
Ο Σράμαν, αναστατωμένος από τα απελπισμένα και γεμάτα έννοια μηνύματα των δελφινιών, δοκίμασε να βρει τον Τζέντορ με τον Ήλιο της Βαραγκάλ, όμως στάθηκε αδύνατο να εντοπίσει το στίγμα του σε όλους τους Οίκους της Αρμονίας. Ο Οδηγός θα πρέπει να βρισκόταν σε κίνδυνο και μάλιστα μεγάλο. Με το μαύρο φίδι του φόβου να του δαγκώνει την καρδιά έτρεξε στον οίκο του Κρυστάλλου, να χρησιμοποιήσει το μοναδικό Ίμπα του χωριού. Στον καθρέφτη του είδε το καράβι του Τζέντορ να χώνεται στην ομίχλη τρέχοντας σαν τρελό, σπρωγμένο από δυνάμεις που δεν είχαν την παραμικρή σχέση με τις ευεργετικές και καθάριες ενέργειες της Βαραγκάλ. Από κει και πέρα χάνονταν τα πάντα. Ο Σράμαν προσπάθησε να διακρίνει στο Όργανο τα όρια της ομίχλης και την υφή της, όμως ξαφνικά, ο καθρέφτης θόλωσε και γέμισε με μια άσπρη σύγχυση που δεν αποκάλυπτε κανένα από τα μυστικά της.
Ο Σράμαν ήξερε τι έπρεπε να κάνει, όμως δίσταζε. Ο Αρχιτραγουδιστής είχε ξαναβρεί τον γιο του που ο ίδιος είχε απομακρύνει από κοντά του και τώρα θα βρισκόταν αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο να τον χάσει οριστικά και αμετάκλητα. Ωστόσο, δεν υπήρχε άλλη λύση. Ο Σράμαν πήγε στην αίθουσα του κρυστάλλου και κάλεσε τον Αρχιτραγουδιστή.
Ο Τζέντορ άνοιξε τα μάτια, νιώθοντας τον κόσμο να παίρνει ξανά υπόσταση γύρω του, όμως όταν είδε τα πλάσματα που έγερναν από πάνω του, τρόμαξε και τα ξανάκλεισε. Πλατιά κεφάλια, με μάτια τεράστια, γουρλωμένα, χωρίς βλέφαρα αλλά και χωρίς το παραμικρό δείγμα ανθρώπινης νοημοσύνης. Τα στόματά τους ήταν φαρδιά, χωρίς χείλη, γεμάτα δόντια με δυο τρύπες στο πλατύ κόκαλο της μύτης. Κάτω από τις τρύπες των αυτιών διακρίνονταν σχισμές που μαρτυρούσαν ότι τα πλάσματα εκείνα ανέπνεαν και με βράγχια. Ήταν πρόσωπα τεράτων γεννημένων Κύριος οίδε από ποια διεστραμμένη κοσμική ιδιοτροπία.
Ένιωσε ένα χτύπημα στα πλευρά και αναγκάστηκε ν' ανοίξει ξανά τα μάτια. Ένα δεύτερο χτύπημα ακολούθησε και χέρια τον άρπαξαν για να τον στήσουν όρθιο. Τότε ο Τζέντορ είδε τα πλάσματα σε όλη τους την ασχήμια. Στηρίζονταν σε ένα ζευγάρι στραβά πόδια και τα χέρια τους ήταν τόσο μακριά που, έτσι καθώς καμπούριαζε το σώμα τους, ακουμπούσαν στο έδαφος. Όλα τα μέλη τους ήταν άσαρκα, λες και το πράσινο, φολιδωτό δέρμα απλώς σκέπαζε τα κόκαλα. Έμοιαζαν τεράστιοι βάτραχοι που στέκονταν στα πισινά τους πόδια ενώ από τα στόματά τους έβγαιναν λαρυγγώδεις βρυχηθμοί. Κρατούσαν από μια μακριά λόγχη με μεταλλική αιχμή. Μ' αυτήν παρακινούσαν τον Τζέντορ να περπατήσει, που τα χέρια του ήταν δεμένα πίσω τόσο σφιχτά που ένοιωθε το αίμα του να κόβεται.
Στην αρχή, όταν έκανε τα πρώτα βήματα, ένιωσε να ζαλίζεται· γρήγορα όμως συνήλθε, πάτησε σταθερά κι έκανε μια πρώτη αναγνώριση του τόπου. Ένας άσπρος αδύναμος ήλιος, σαν άρρωστος, κρεμόταν πάνω από ένα κατάλευκο τοπίο, μια έκταση παγωμένη ως εκεί που έφτανε το μάτι, χωρίς βλάστηση, χωρίς καν τα πλάσματα του πάγου που αφθονούν στις ακτές των νησιών και της Πολικής Ηπείρου. Ούτε φώκιες, ούτε θαλάσσιοι λέοντες, ούτε θαλάσσιοι ελέφαντες ή οδόβαινοι. Όλος ο τόπος ήταν νεκρός, στείρος -- πράγμα όχι περίεργο αν λογάριαζες ότι στον τόπο εκείνο κατοικούσαν τέρατα σαν αυτά που τον είχαν αιχμαλωτίσει.
Παρά τη ζωώδη όψη τους είχαν τρόπους ανθρώπων και οι λόγχες που κρατούσαν μαρτυρούσαν ανθρώπινη επιρροή. Ίσως αυτούς τους αόρατους αφέντες πήγαιναν να συναντήσουν.
Η συνοδεία έφτασε κάποτε στους πρόποδες ενός όγκου από πάγο. Οι πλαγιές ήταν απότομες, κατακόρυφες, δίνοντας του το σχήμα ενός τεράστιου κύβου με επιφάνειες που γυάλιζαν στον ήλιο σαν κρύσταλλα. Οι επικεφαλής των πλασμάτων σταμάτησαν μπροστά σε μια από τις πλευρές και πρόφεραν μερικούς υπόκωφους λαρυγγισμούς. Ένα μέρος του τοιχώματος σύρθηκε στο πλάι, αποκαλύπτοντας μια πόρτα που οδηγούσε σε ένα διάδρομο φωτισμένο από πυρσούς. Τα τέρατα έσπρωξαν τον Τζέντορ να μπει μέσα· όταν είχαν μπει όλοι, η πόρτα γλιστρώντας έκλεισε ξανά πίσω τους. Αρχισαν να περπατούν σε διαδρόμους από πάγο, ίσιους χωρίς το παραμικρό στολίδι, εκτός από τους πυρσούς και τους λυχνοστάτες που δημιουργούσαν κοκκινωπά μισοσκόταδα κι έκαναν τον πάγο να φαντάζει διάφανος.
Η μυρωδιά από τους πυρσούς και τους λύχνους χτύπησε τον Τζέντορ σαν κύμα ξαφνικής καταιγίδας και παρά τη σύγχυσή του, αναγνώρισε την προέλευσή του· λάδι φάλαινας, σκέφτηκε. Όποιος κι αν είναι αυτός που μένει εδώ μέσα, σκοτώνει φάλαινες και ένας Θεός ξέρει τι άλλο. Αυτό ήταν αρκετό για να προειδοποιήσει τον Τζέντορ να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του για να αντιμετωπίσει όσο καλύτερα μπορούσε τον αόρατο Αρχοντα του Πάγου. Ωστόσο, τα περιθώρια που είχε ήταν στενά. Το πλάσμα εκείνο είχε δημιουργήσει την ομίχλη που παγίδευσε το καράβι της Βαραγκάλ, είχε καταστρέψει τον κρύσταλλο και το ίδιο το καράβι, παρεμβαίνοντας στις ενέργειές του. Ακόμα, είχε στη δούλεψή του πλάσματα όπως αυτά τα τέρατα με την όψη βατράχων και σκότωνε φάλαινες, πράγμα που ο Τζέντορ φοβόταν ότι ήταν το μικρότερο κακό. Δεν του είχε μείνει καμιά αμφιβολία.
Ο κύριος σκοπός τούτου του παράξενου τόπου θα πρέπει να είχε σχέση με τις Μαύρες Τέχνες.
Αφού πέρασαν αμέτρητους διαδρόμους, ο Τζέντορ και οι φύλακές του έφτασαν σε μια αίθουσα. Τα τοιχώματά της ήταν κι αυτά παγωμένα, όμως διατρέχονταν από λωρίδες διαφόρων χρωμάτων που άστραφταν σαν αστρικά σμήνη στο φως των πυρσών.
Πάνω σε μια εξέδρα υψωνόταν ένας θρόνος, από πάγο κι αυτός, γύρω από τον οποίο στέκονταν φρουροί κι άλλα βατραχόμορφα τέρατα. Το πλάσμα που καθόταν στο θρόνο είχε μορφή ανθρώπινου όντος, όμως φαινόταν καθαρά ότι δεν ήταν τίποτα τέτοιο. Το κρανίο του ήταν τελείως άτριχο, το δέρμα του άσπρο σαν τον πάγο που τον τριγύριζε ενώ τα μάτια το ήταν κάτασπρα χωρίς κόρες, λες και σφηνώθηκαν δυο παγοκρύσταλλα στις κόγχες του κρανίου του. Παρ' όλα αυτά, δεν ήταν τυφλός. Ο Τζέντορ το κατάλαβε αυτό από την πρώτη στιγμή που το πλάσμα κάρφωσε τα μάτια του πάνω του.
«Ένας Οδηγός των Ζώων της Βαραγκάλ» είπε το πλάσμα. «Πολύ ενδιαφέρον».
«Ποιος είσαι;» είπε ο Τζέντορ. «Τι έκανες στους συντρόφους μου;»
«Είμαι ο Σενουσρέτ, αλλά δεν νομίζω ότι αυτό σημαίνει τίποτα για σένα. Όσο για
τους συντρόφους σου, δεν μου χρησίμευαν σε τίποτα. Εξ' άλλου, οι δικοί μου σύντροφοι
τους είχαν περισσότερη ανάγκη».
Με μια χειρονομία του Σενουσρέτ, ένα μέρος του τοίχου έγινε διάφανο κι εκεί ο Τζέντορ είδε τη σφαγή. Τα τέρατα με τη μορφή βατράχου είχαν πέσει πάνω στους επιζώντες του ναυαγίου· ξέσχιζαν τις σάρκες με τα νύχια τους κι έχωναν ολόκληρα κομμάτια στα ήδη αιματοβαμμένα στόματά τους με τα κοφτερά δόντια. Ο πάγος είχε βαφτεί κόκκινος από το αίμα, το ίδιο και τα τέρατα. Είχαν σκεπαστεί από την κορφή ως τα νύχια με τα ζωτικά υγρά των ανθρώπων, έτρωγαν με βουλιμία καρδιές που πάλλονταν ακόμα, καταξεσχίζοντας σώματα που σπαρταρούσαν -- που πριν από λίγο ανήκαν σε ανθρώπους που χαίρονταν τον κόσμο, στην ακμή της ζωής τους.
Ο Τζέντορ ένιωσε να αναγουλιάζει, εμετός ανέβηκε στο λαιμό του, όμως κατάφερε να συγκρατηθεί. Δεν ήθελε να δείξει στον Σενουσρέτ ότι κλονίστηκε, μια και αυτός ήταν ο σκοπός της επίδειξής του.
«Θα αναρωτιέσαι γιατί σε άφησα να ζήσεις», είπε ο Σενουσρέτ σαν
να είχε διαβάσει τη σκέψη του Τζέντορ.
«Είσαι μάγος» είπε εκείνος περιφρονητικά. «Κάτι διεστραμμένο θα ετοιμάζεις».
Ο μάγος φάνηκε να το διασκεδάζει. «Η αλήθεια είναι ότι δεν θέλω εσένα αλλά τον
πατέρα σου».
«Τον πατέρα μου;» είπε ο Τζέντορ ξαφνιασμένος.
Αντί για άλλη απάντηση, ο Σενουσρέτ ανέμισε ξανά το χέρι του και η εικόνα στο διάφανο τοίχο άλλαξε.
Η ακτή ήταν απότομη, γεμάτη βράχια απόκρημνα που έπεφταν στη θάλασσα κάθετα, σαν κομμένα με τεράστιο μαχαίρι. Στη βάση τους λυσσομανούσε η θάλασσα, λες και προσπαθούσε να διαλύσει τα βράχια με τη μανία και την ορμή της. Πάνω σ' εκείνη την αγριεμένη θάλασσα γινόταν μια μάχη. Ο άνθρωπος που στεκόταν στην πλώρη του καραβιού που, παρ' όλη την τρικυμία έμενε σταθερό, παλεύοντας τη μανία των κυμάτων, έμοιαζε με θεό που ήρθε στο πεδίο μάχης για να επιβάλει την ειρήνη. Το μέτωπό του λαμπερό στον κόκκινο ήλιο που άστραφτε καταυγάζοντας τον κόσμο, κι ένας απίστευτα ψηλός, κρυστάλλινος ήχος επικρατούσε παντοδύναμος πάνω από την καταιγίδα.
Το άλλο πλάσμα που αιωρούνταν πάνω από την ταραγμένη θάλασσα, τυλιγμένο με μια άσπρη χιονένια αύρα, πάλευε απεγνωσμένα ν' αντισταθεί στον Ήλιο της Βαραγκάλ, όμως δεν κατάφερνε τίποτα. Ο Τζέντορ αναγνώρισε αμέσως το κάτασπρο, γυμνό, χωρίς μάτια πρόσωπο και κατάλαβε τι ζητούσε ο Σενουσρέτ από τον πατέρα του.
Η δύναμη του Ήλιου της Βαραγκάλ από το μέτωπο του παλιού Αρχιτραγουδιστή υπερίσχυσε της μαγείας του Σενουσρέτ, έτσι η αύρα που το περιέβαλλε ξεθώριασε και χάθηκε, μαζί με τον ίδιο.
«Αυτό έγινε πριν από αιώνες» είπε ο Σενουσρέτ. «Εκείνος ο Αρχιτραγουδιστής
κατάφερε να με καθυστερήσει αρκετά. Όμως τώρα είναι η ώρα μου. Κανείς δεν θα με
σταματήσει».
«Αφού τα κατάφερε ο παλιός, γιατί να μην πετύχει και ο πατέρας μου;» είπε ο Τζέντορ.
«Γιατί εκείνος δεν είχε γιο όμηρο στα χέρια του» είπε ο Σενουσρέτ με ένα τόνο
θριάμβου στη φωνή του. «Αλλωστε, έχω κι άλλα σχέδια για σένα και για όλο τον κόσμο.
Σε άφησα να ζήσεις για να με βοηθήσεις».
«Αυτό ούτε να το σκέφτεσαι» είπε ο Τζέντορ.
Αντί για άλλη απάντηση ο Σενουσρέτ έκανε νόημα στους φρουρούς κι εκείνοι έσυραν
τον Τζέντορ έξω από την αίθουσα.
Σηκώνοντας τα μάτια του από το Ίμπα, όπου είχαν δει το καράβι του Τζέντορ να το καταπίνει η ομίχλη, ο Σράμαν είδε τον Αρχιτραγουδιστή να σκοτεινιάζει.
«Ο Σενουσρέτ» τον άκουσε να λέει. «Ξαναγύρισε. Κι έχει τον Τζέντορ.
Ω, Θεέ μου, αυτή είναι η τιμωρία μου!»
«Τι συμβαίνει, Αρχιτραγουδιστή;»
Εκείνος αναστέναξε βαθιά και κάρφωσε τα μάτια του στον καθρέφτη του Ίμπα, σαν να προσπαθούσε να διαπεράσει το συμπαγές σάβανο της ομίχλης και να βρει το γιο του που είχε χαθεί κάπου εκεί, στα παγωμένα βάθη της.
«Έκανα μεγάλο κακό στον Τζέντορ», είπε τέλος βαριά. «Και ήρθε
η ώρα να πληρώσω».
«Θα τον βρούμε, όμως, έτσι δεν είναι;» είπε ο Σράμαν ανυπόμονα.
«Ο Σενουσρέτ θα τους έχει ήδη σκοτώσει. Έχει μίσος άσβηστο ενάντια στους Τραγουδιστές
από τότε που τον σταμάτησε για πρώτη φορά ο Αρχιτραγουδιστής Έλντιν».
Ο Σράμαν ήξερε την ιστορία. Ο Σενουσρέτ ήταν ένας από τους μάγους της αρχαίας Μου. Είχε προβλέψει το χαμό της πατρίδας του στην Καταστροφή και κρύφτηκε σε μιαν άλλη διάσταση. Φαίνεται πως τώρα τα άστρα πήραν ξανά τη σωστή θέση στον ουρανό, κι ο Σενουσρέτ γύρισε ξανά στον κόσμο αυτόν, όπου είχε δημιουργηθεί η Βαραγκάλ.
Μια στρατιά από τέρατα είχε σκορπίσει τον τρόμο στη θάλασσα που περιέβαλλε τη χώρα του Ορφέα, πράγμα που ο Αρχιτραγουδιστής δεν μπορούσε να παραβλέψει. Οι Οδηγοί των Ζώων υπέφεραν από τον πόνο των δελφινιών, των φαλαινών αλλά και των άλλων πλασμάτων της θάλασσας που γίνονταν λεία του Μάγου και των ορδών από τέρατα που είχε για στρατό.
Ο Αρχιτραγουδιστής Έλντιν τον συνάντησε κοντά στις βόρειες ακτές της Βαραγκάλ σε μια μάχη που ο αντίκτυπός της απλώθηκε σε όλον τον ωκεανό, μέχρι τα νησιά των Πηκτών στα ανατολικά και τις μακρινές, χαμένες στην ομίχλη της απόστασης ακτές της Βαλούσια.
Ο Σενουσρέτ αναγκάστηκε να γυρίσει στη διάσταση από όπου είχε ξεφύγει και τώρα είχε εμφανιστεί ξανά, ζητώντας εκδίκηση από τους απογόνους των Τραγουδιστών που τον πολέμησαν και το διάδοχο του Αρχιτραγουδιστή Έλντιν που τον νίκησε. Κι είχε αρχίσει αιχμαλωτίζοντας το καράβι όπου βρισκόταν ο γιος του Αρχιτραγουδιστή.
«Μπορεί να μην τους σκότωσε ακόμα» είπε ο Σράμαν. «Πρέπει να τον σταματήσουμε...»
Αντί για άλλη απάντηση, ο καθρέφτης του Ίμπα άστραψε από μια κάτασπρη λάμψη και εικόνες φάνηκαν στον καθρέφτη του Οργάνου. Ήταν ένα στενό κελί με τοιχώματα από πάγο, διάφανα από το φως των πυρσών. Στο δάπεδο, κειτόταν ένας άνθρωπος. Ο Αρχιτραγουδιστής και ο Σράμαν τον αναγνώρισαν αμέσως.
Ο Τζέντορ έμοιαζε να υποφέρει. Βραχνές κραυγές τού ξέφευγαν, ενώ το κεφάλι του τιναζόταν πέρα δώθε σαν να τον χτυπούσε στο πρόσωπο ένα αόρατο χέρι. Ιδρώτας τον έλουζε, παρά τον πάγο και παρά το αγώνα του να ξεφύγει από το μαρτύριο, δε φαινόταν να τα καταφέρνει. Το δέρμα του έμοιαζε να έχει πάρει μια πρασινωπή απόχρωση, που οι δυο Τραγουδιστές δεν μπορούσαν να καταλάβουν αν ήταν πραγματική ή ήταν ένα παιχνίδι των σκιών που έριχναν οι πυρσοί. Ο Σράμαν, ωστόσο, διέκρινε φευγαλέα κάτι σαν σχισμές κάτω από τα αυτιά του Τζέντορ, αλλά δεν είπε τίποτα μια και δεν ήταν σίγουρος.
Στον καθρέφτη φάνηκε το παγερό και ανέκφραστο σαν πέτρα πρόσωπο του Σενουσρέτ του Μάγου.
«Είδες το γιο σου, Αρχιτραγουδιστή» είπε κι η φωνή ήταν σαν να
γκρεμίζονταν παγόβουνα στα απροσμέτρητα βάθη του ωκεανού. «Ξέρεις τι πρέπει να
κάνεις, αν δε θέλεις να τον αποτελειώσω».
«Ζει;» ρώτησε ο Αρχιτραγουδιστής με σβησμένη, τρεμάμενη φωνή.
«Για την ώρα, μέχρι να αποφασίσω πώς θα τον σκοτώσω. Εξαρτάται κι από σένα, βέβαια».
«Μην του κάνεις κακό», ικέτευσε σχεδόν ο Αρχιτραγουδιστής. «Θα έρθω».
Η μάσκα που ήταν το πρόσωπο του Σενουσρέτ έσπασε σε ένα διαβολικό χαμόγελο που αποκάλυψε μυτερά δόντια αρπαχτικού.
«Το ήξερα ότι θα έκανες αυτό που πρέπει, Αρχιτραγουδιστή» είπε,
βάζοντας αρκετή ειρωνεία στον τίτλο. «Σε περιμένω».
Μ' αυτά τα λόγια, η εικόνα στο Ίμπα χάθηκε και ο καθρέφτης έμεινε ξανά άδειος.
«Ετοιμάσου, Σράμαν» είπε ο Αρχιτραγουδιστής αποφασιστικά. «Φεύγουμε αμέσως».
Ο πόνος ήταν αφόρητος. Σα μαχαίρι κοφτερό έσχιζε το μυαλό του Τζέντορ και τον έκανε να εύχεται το θάνατο. Γρήγορα κατάλαβε ότι ο πόνος απλωνόταν σε όλο του το σώμα και το φλόγιζε σαν τη φωτιά της κόλασης. Ήταν ένα μαρτύριο χειρότερο από αυτό που δημιουργούσε η στέρηση της μαύρης παπαρούνας και που μέχρι τότε ο Τζέντορ νόμιζε αβάσταχτο.
Παρ' όλα αυτά, ο Τζέντορ βρήκε τη δύναμη να κοιτάξει γύρω του. Το κελί ήταν μικρό και στενό με τοιχώματα και δάπεδο από πάγο. Όμως τίποτα από αυτά δεν δρόσιζε τη φλόγα που τύλιγε τον Τζέντορ από παντού. Προσπάθησε να σηκωθεί και να σταθεί όρθιος· όμως το σώμα του πονούσε παντού κι έμοιαζε μουδιασμένο σαν να μην ήταν δικό του -- σαν να υποστεί κάποια αλλαγή στην οποία δεν είχε ακόμα προσαρμοστεί.
Ωστόσο, ο Τζέντορ προσπάθησε· μετά από αρκετό κόπο και πόνο κατάφερε να σηκωθεί στα γόνατα. Τώρα η ανάσα του έβγαινε βαριά· στην αρχή νόμισε ότι ήταν από την προσπάθεια -- εκεί απέδωσε και τον τρελό ρυθμό που χτυπούσε η καρδιά του. Είχε μια αίσθηση σαν το σώμα του να είχε μεγαλώσει και η ανθρώπινη καρδιά του δεν είχε τη δύναμη να το τροφοδοτήσει με αίμα. Τότε ήταν που είδε τα δάχτυλά του.
Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει καν αυτό που έβλεπε, η πόρτα του κελιού άνοιξε και μπήκε ο Μάγος συνοδευόμενος από τρεις βατραχόμορφους.
«Βλέπω, αρχίζεις να συνειδητοποιείς την αλλαγή, παρά την αντίδραση
που έδειξες στην αρχή» είπε ο μάγος, σχεδόν ευχάριστα. «Όταν έρθει ο πατέρας σου,
θα σε βρει έτοιμο».
«Ώστε γι' αυτό με ποτίζεις μ' εκείνο το φαρμάκι» είπε ο Τζέντορ. «Δε θα τα καταφέρεις,
δεν θα με κάνεις σαν κι αυτούς».
«Πώς θα αντισταθείς, Οδηγέ;» είπε ο Μάγος σαν να διασκέδαζε με την οργή του Τζέντορ.
Εκείνος προσπάθησε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του, να νικήσει τον πόνο, να βρει ξανά τον οδηγό των Ζώων που κρυβόταν μέσα του, να καλέσει το χάρισμα που του είχε δώσει ο Ορφέας. Κάποτε το κατάφερε, προσπάθησε να τραγουδήσει ένα σκοπό που θα σταματούσε τους βατραχόμορφους που έρχονταν προς το μέρος του με κακό σκοπό, όμως μόνο βραχνά μουγκρητά βγήκαν από το στόμα του. Αγωνίστηκε, έστειλε τη συνείδησή του ως τα πιο απόμακρα βάθη της ψυχής του, να βρει αποθέματα δύναμης να πολεμήσει, να μην αφήσει τα τέρατα που τον αιχμαλώτισαν να τον αγγίξουν ξανά με τα γλοιώδη χέρια τους, με τα κοφτερά νύχια τους. Δεν θα τους άφηνε να τον ποτίσουν ξανά με το φαρμάκι που θα τον μεταμόρφωνε σε έναν από αυτούς.
Δεν τα κατάφερε. Ο πόνος τον κυρίευσε πιο δυνατός από ποτέ, πανίσχυρος, εξαντλητικός και τον απέκοψε βίαια από την πηγή της δύναμης του Ορφέα. Ο Τζέντορ μαζεύτηκε σαν πληγωμένο ζώο κι έσφιξε το κεφάλι του με τα χέρια, σαν να προσπαθούσε να σταματήσει τον πόνο που τον ξέσχιζε στα δυο, ενώ από πάνω του το γέλιο του μάγου Σενουσρέτ αντηχούσε στα παγωμένα τοιχώματα.
Σ' ένα νεύμα του, οι βατραχόμορφοι άρπαξαν τον Τζέντορ, τον υποχρέωσαν να σηκώσει το κεφάλι κι να ανοίξει το στόμα. Ο τρίτος βατραχόμορφος έχυσε μέσα εκεί ένα κίτρινο υγρό. Ο Τζέντορ προσπάθησε να το φτύσει όμως ο μάγος με μια κίνηση και δυο λόγια που πρόφερε έβαλε τέλος σε κάθε αντίσταση.
Ο Τζέντορ κατάπιε το υγρό και οι βατραχόμορφοι τον άφησαν να πέσει ξανά αναίσθητος στο παγωμένο πάτωμα. Ο μάγος πλησίασε κι έπιασε το χέρι του. Ανάμεσα στα δάχτυλα που είχαν μακρύνει πέρα από το φυσιολογικό υπήρχαν μεμβράνες, ενώ τα νύχια είχαν μεγαλώσει και σκληρύνει. Ύστερα, ο Σενουσρέτ έβαλε τα δάχτυλά του πίσω από τα αυτιά του Τζέντορ, έπιασε τις σχισμές που είχαν εμφανιστεί εκεί κι εξέτασε το δέρμα που είχε αρχίσει να παίρνει τη μορφή του δέρματος των ερπετών, πράσινο και φολιδωτό. Χαμογέλασε ξανά ικανοποιημένος κι έφυγε από το κελί, ακολουθούμενος από τους βατραχόμορφους, κι άφησαν τον Τζέντορ αναίσθητο, παραδομένο στους πόνους και το σοκ της μεταλλαγής.
Ανθρωπε ... άνθρωπε ... ξύπνα ... μην παραδίνεσαι άκουσε ο Τζέντορ μια φωνή στο ταραγμένο μυαλό του. Δυνατή ήταν, όμοια με κάλεσμα προς κάτι φωτεινό, σ' έναν κόσμο όπου δεν υπήρχε πόνος και φάρμακα που φέρνουν συμφορές.
Ανθρωπε ... άνθρωπε, έλεγε η άγνωστη φωνή. Είμαστε εδώ...κοντά σου...όμως πρέπει να αγωνιστείς, να πολεμήσεις ... μην αφήνεσαι ...
Αφήστε με, σκέφτηκε ο Τζέντορ, δεν μπορώ, δεν γίνεται τίποτα πια. Θα γίνω βατραχόμορφος σαν τους άλλους. Τότε θα πάψει επιτέλους ο πόνος που μου τρώει τα σωθικά.
Και ο πατέρας σου; ακούστηκε ξανά η φωνή, θυμωμένη τώρα, αγανακτισμένη με την παθητική στάση του Τζέντορ. Όμως δεν έφταιγε εκείνος, σκεφτόταν. Το μόνο που ήθελε ήταν να μην πονάει πια, να τελειώσει ο πόνος ακόμα κι αν ήταν να πεθάνει. Ωστόσο, η φωνή τού είχε θυμίσει ότι δεν ήταν μόνος στον κόσμο. Ο μάγος είχε καλέσει στον τόπο αυτόν του πόνου και του πάγου τον πατέρα του. Κι εκείνος θα ερχόταν, ο Τζέντορ ήταν σίγουρος γι' αυτό, και η θέση του θα ήταν πολύ πιο δύσκολη. Γιατί εκείνος δεν είχε γιο να τον κρατάει όμηρο ο Σενουσρέτ.
Ο πατέρας του, απασχολημένος με τη δική του μοίρα, δεν θα μπορούσε να συγκεντρωθεί με όλες του τις δυνάμεις να πολεμήσει τον Μάγο και τότε ... ο Τζέντορ δεν τολμούσε καν να σκεφτεί τι θα γινόταν. Είχε δίκιο η φωνή, κάτι έπρεπε να κάνει, ο πατέρας του περίμενε από αυτόν.
«Ποιος είσαι;» είπε δυνατά, και η απάντηση ήρθε με ένα τραγούδι. Μελωδικό ήταν, κρυστάλλινο, ανείπωτα όμορφο, σωστό βάλσαμο για το βασανισμένο μυαλό και σώμα του Τζέντορ. Μπορούσε ακόμα να δεχτεί μηνύματα που είχαν ευεργετική επίδραση πάνω του, πράγμα που σήμαινε ότι η διαδικασία της μεταλλαγής του σε πλάσμα των Μαύρων Τεχνών δεν είχε προχωρήσει ακόμα σε μη αναστρέψιμο σημείο. Το τραγούδι είχε δύναμη, ανταγωνιζόταν τον πόνο, μπορούσε να τον νικήσει, να τον διώξει μακριά, να τον ελευθερώσει από τα δεσμά του.
Ο Τζέντορ κατάλαβε ποιος τραγουδούσε, ποιος του έστελνε μήνυμα ζωής στα σκοτάδια που τον είχαν κυριεύσει· κάτι που τα δελφίνια είχαν κάνει γι' αυτόν άλλη μια φορά, πριν ένα χρόνο περίπου, τότε που τον είχαν κυριεύσει άλλου είδους σκοτάδια. Δεν είχε ιδέα πού βρίσκονταν τα δελφίνια, όμως δεν είχε σημασία για την ώρα, το μήνυμά τους έφτανε.
Ο Οδηγός των Ζώων της Βαραγκάλ, σηκώθηκε όρθιος, στάθηκε για λίγο για να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να κρατηθεί σταθερός, κι άρχισε να τραγουδάει.
Ο Αρχιτραγουδιστής στεκόταν στο κατάστρωμα του καραβιού και κοίταζε τον αδιαπέραστο, συμπαγή όγκο της ομίχλης που έκοβε τον κόσμο στα δυο. Πίσω από εκείνο το τείχος, το γεννημένο από τη διεστραμμένη μαγεία ενός αρχαίου όντος, βρισκόταν ο γιος του· και υπέφερε. Ξανά, όπως υπέφερε σε όλη του τη ζωή. Εξ' αιτίας του. Και τότε και τώρα. Τότε, γιατί εκείνος του είχε στερήσει την αγάπη που του όφειλε, κάνοντάς τον να ριχτεί σε καταστάσεις επικίνδυνες, τώρα γιατί ο Μάγος ήθελε τον πατέρα και βασάνιζε τον γιο.
Έτσι είναι, σκέφτηκε ο Αρχιτραγουδιστής. Ο δρόμος του Θεού είναι δύσκολος. Μια συγγνώμη δεν αρκεί, όσο κι αν ο Τζέντορ την έδωσε πρόθυμα· θα πληρώσω για το κακό που έκανα στο παιδί μου, ενώ έπρεπε να τον αγαπώ και να τον προστατεύω. Να μη χαθεί ο Τζέντορ, είπε μέσα του με απελπισία ο Αρχιτραγουδιστής, δεν πρέπει να πληρώσει αυτός το κακό που έκανα εγώ. Ο ίδιος ο Αρχιτραγουδιστής ήταν διατεθειμένος να υπομείνει ο,τιδήποτε του ετοίμαζε ο Σενουσρέτ προκειμένου να εκδικηθεί τους Τραγουδιστές. Θα έκανε όμως τα πάντα για να σώσει το γιο του.
«Δεν είναι δικό σας το λάθος, Αρχιτραγουδιστή» είχε πει ο Σράμαν, όταν του μίλησε για τις σκέψεις του. «Ο Θεός δεν είναι ούτε κακός, ούτε εκδικητικός. Θα πολεμήσουμε, άλλωστε».
Ο Σράμαν είχε δίκιο και η ώρα του πολέμου είχε φτάσει.
Το καράβι είχε μπει στην ομίχλη και είχαν ήδη αρχίσει οι διαταραχές. Ο κρύσταλλος πλοήγησης άστραφτε σκορπώντας προς όλες τις κατευθύνσεις λάμψεις κοφτές, ψυχρές, ακανόνιστες, δείγμα ότι είχε εισέλθει σε πεδία που διατάρασσαν τις αρμονίες του. Το καράβι άρχισε να τρέχει σαν τρελό, αλλάζοντας διαρκώς πορεία· οι ναυτικοί προσπαθούσαν να το σταθεροποιήσουν, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Τότε, ο Αρχιτραγουδιστής έκανε νόημα στον Σράμαν, και όταν εκείνος πήγε κοντά του, στάθηκαν κι οι δυο αντίκρυ στον κρύσταλλο, ενώ γύρω τους συγκεντρώθηκαν οι ναυτικοί.
Με κόπο καταφέρνοντας να μείνει σταθερός μέσα στα τραντάγματα και τα τριξίματα του καραβιού, ο Αρχιτραγουδιστής άναψε τον Ήλιο της Βαραγκάλ και κατεύθυνε την ακτίνα του πάνω στον κρύσταλλο του καραβιού. Αρχισε να τραγουδά και ο Σράμαν τον ακολούθησε μετά από λίγο, ανάβοντας κι αυτός το δικό του Ήλιο της Βαραγκάλ για να ενισχύσει την ακτίνα που είχε καρφώσει ο Αρχιτραγουδιστής πάνω στον κρύσταλλο.
Γρήγορα κατάλαβαν ότι έπρεπε να επιστρατεύσουν όλες τις δυνάμεις που διέθεταν, μια και ο Μάγος Σενουσρέτ είχε διδαχτεί πολλά από την προηγούμενη σύγκρουσή του με τους Τραγουδιστές. Βοηθούμενος από τον Σράμαν και τους ναυτικούς, ο Αρχιτραγουδιστής ενίσχυσε την ακτίνα του Ήλιου του και διοχέτευσε την ενέργειά του στον κρύσταλλο. Η δύναμη του Σενουσρέτ ήταν αρκετά ισχυρή και πολεμούσε τους Αρχιτραγουδιστές με σθένος, εξουθενώνοντάς τους.
Ο κρύσταλλος άρχισε να πάλλεται και να εκπέμπει πότε κόκκινες και πότε πράσινες αστραπές, σαν να μην ήξερε ποια από τις δυο πανίσχυρες δυνάμεις να ακολουθήσει. Όσα όμως κι αν είχε μάθει για τους Τραγουδιστές και τις δυνάμεις τους, ο Σενουσρέτ δεν μπορούσε να μετρηθεί με δυο Αρχιτραγουδιστές της Βαραγκάλ. Ενισχυμένη από τις δυνάμεις των Ήλιων και τα τραγούδια των απογόνων του Ορφέα, η ενέργεια του κρυστάλλου έγινε πανίσχυρη κι απομάκρυνε την κακοποιό δύναμη του μάγου.
Ο κρύσταλλος άστραψε ξανά με τη γνώριμη κόκκινη λάμψη του, και το καράβι, αφού σταθεροποιήθηκε, άρχισε ξανά την πορεία του μέσα στην ομίχλη.
«Τον διώξαμε!» είπε ο Σράμαν. «Τον νικήσαμε!»
«Όχι ακόμα, Σράμαν», είπε ο Αρχιτραγουδιστής. «Αυτό ήταν μόνο μια επίδειξη, μια
δοκιμή. Το χειρότερο δεν το είδαμε ακόμα. Έπειτα, υπάρχει κι ο Τζέντορ. Αν δεν
ελευθερώσουμε αυτόν, δεν έχουμε καταφέρει τίποτα».
Ο Σράμαν αναγνώρισε ότι ο Αρχιτραγουδιστής είχε δίκιο και δεν είπε τίποτα. Περιορίστηκε απλώς να κοιτάζει την ομίχλη, σκοτεινός.
Γεμάτος ως τις πιο απόμακρες πτυχές της ύπαρξής του με το πνεύμα του θηρίου που είχε καλέσει, ο Τζέντορ στάθηκε αντίκρυ στην πόρτα από πάγο που τον κρατούσε φυλακισμένο. Με μια άγρια κραυγή χτύπησε το παγωμένο τοίχωμα τόσο δυνατά που τα γαμψά, μακριά νύχια του μεταμορφωμένου χεριού του καρφώθηκαν στον πάγο. Όταν το τράβηξε, ολόκληρο κομμάτι αποκολλήθηκε ανοίγοντας μια αρκετά μεγάλη τρύπα. Με δυο ακόμα τέτοια χτυπήματα, το άνοιγμα στον πάγο είχε μεγαλώσει αρκετά ώστε να χωράει ένα ανθρώπινο σώμα.
Ο Τζέντορ πέρασε από κει και βγήκε στο διάδρομο. Στάθηκε για λίγο ακίνητος για να προσανατολιστεί κι άκουσε τις φωνές των δελφινιών ακόμα πιο δυνατές, μια και μιλούσαν στις οξυμένες αισθήσεις του θηρίου του οποίου ο Τζέντορ είχε καλέσει το πνεύμα.
Έλα, σύντροφε, έλα, σε περιμένουμε, έλα ...
Ο Τζέντορ άρχισε να τρέχει στο διάδρομο που ανοίχθηκε μπροστά του, με μια δύναμη που δεν ήταν δική του, ωστόσο τον οδήγησε μακριά από το κελί προς τα σπλάχνα του καταφυγίου όπου κρυβόταν ο Μάγος Σενουσρέτ.
Περνούσε λαβυρινθώδεις διαδρόμους, μισοφωτισμένους από καχεκτικούς πυρσούς, όμως ο Τζέντορ δεν είχε φόβο μη χαθεί στα πολυδαίδαλα περάσματα από πάγο, όσο είχε την καθοδήγηση των δελφινιών. Δε φοβήθηκε ούτε τους βατραχόμορφους που βγήκαν μπροστά του στη στροφή ενός διαδρόμου. Πρότειναν τις λόγχες τους, όμως ο Τζέντορ τις άρπαξε από τα νύχια τους με μια ακρίβεια και μια δύναμη που τα τέρατα δεν φαντάζονταν ότι είχε. Με δυο χτυπήματα τους έριξε αναίσθητους, και με τα νύχια του ξέσχισε τους λαιμούς τους, βάφοντας τα χέρια του με το πράσινο ζωτικό υγρό τους. Μια αποκρουστική οσμή ανοιχτών τάφων πλημμύρισε τον κλειστό, παγωμένο χώρο. Ο Τζέντορ στάθηκε για μια στιγμή και κοίταξε τα χέρια του, συγχυσμένος. Σε ένα μακρινό σημείο της μνήμης του γεννήθηκε μια διαμαρτυρία για την αφαίρεση ζωής, όμως το κάλεσμα των δελφινιών τον έκανε να αρχίσει ξανά να τρέχει.
Συνάντησε κι άλλους βατραχόμορφους στην τρελή πορεία του μέσα στους διαδρόμους του παγωμένου κάστρου. Τους πολέμησε όλους, ώσπου βάφτηκε ολόκληρος με το δύσοσμο πράσινο υγρό που τους έδινε ζωή.
Κάποτε το παραισθητικό ταξίδι του Τζέντορ τελείωσε μπροστά σε μια πύλη. Αφού εκτέλεσε τους φρουρούς, την άνοιξε και βγήκε στον ομιχλιασμένο παγωμένο αέρα του νησιού. Έπεσε στο έδαφος, σχεδόν αναίσθητος από την προσπάθεια. Η δύναμη του θηρίου που τον είχε κρατήσει ως τότε, είχε αρχίσει να ξεθωριάζει, κι εκείνος ήταν ήδη εξαντλημένος από το φάρμακο και την ανέλπιδη αντίστασή του στην ενέργειά του.
Ανθρωπε, ακούστηκε ξανά η φωνή στο μυαλό του. Έλα...έλα.
«Δεν μπορώ...αφήστε με να πεθάνω εδώ...να φύγει ο πόνος...»
Ο πατέρας σου...
Δεν χρειάστηκε δεύτερος λόγος. Ο Τζέντορ μάζεψε όση δύναμη του είχε απομείνει, σύρθηκε στην άκρη της θάλασσας και μπήκε στο νερό. Εκεί τον βρήκαν τα λευκά δελφίνια.
Όταν το καράβι έφτασε στο παγωμένο νησί, οι βατραχόμορφοι παρέλαβαν τον Αρχιτραγουδιστή και τον Σράμαν για να τους οδηγήσουν στο κάστρο του Μάγου Σενουσρέτ.
Ο άρχοντας του πάγου τους περίμενε στην αίθουσα του θρόνου, μόνος, χωρίς φρουρά από τα τέρατα που τον υπηρετούσαν. Όταν είδε τους Αρχιτραγουδιστές σηκώθηκε για να τους υποδεχτεί.
«Πού είναι ο γιος μου;» ήταν η πρώτη κουβέντα του Αρχιτραγουδιστή. «Τι του έκανες;»
Ο Σενουσρέτ είχε μάθει την απόδραση του Τζέντορ. Οι φρουροί είχαν βρει το κελί αδειανό και τους διαδρόμους του παγωμένου κάστρου σπαρμένους με διαμελισμένα κορμιά βατραχόμορφων. Ο μάγος δεν ήξερε πού να αποδώσει την προέλευση της ξαφνικής δύναμης που είχε κυριεύσει τον αιχμάλωτό του. Το μόνο που έβαλε με το νου του ήταν ότι επρόκειτο για αντίδραση του οργανισμού ενός Τραγουδιστή στο φάρμακο που τον πότιζε. Είχε στείλει τους υποτακτικούς του να ερευνήσουν όλο το νησί, μια και δεν υπήρχε τόπος να κρυφτεί άνθρωπος στο μέρος εκείνο, που το γνώριζαν σπιθαμή προς σπιθαμή.
Η έρευνα είχε αποβεί άκαρπη και ο Σενουσρέτ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Τζέντορ είχε προτιμήσει να χαθεί στη θάλασσα παρά να υποστεί τη μοίρα που του ετοίμαζε. Όμως ο Αρχιτραγουδιστής βρισκόταν εκεί και ο Σενουσρέτ μπορούσε να πάρει την εκδίκηση που ζητούσε, όμως, παρ' όλα αυτά, δεν ήταν απόλυτα ικανοποιημένος. Ήθελε να δείξει σ' αυτόν που ήταν ο Αρχοντας των Τραγουδιστών πώς είχε καταντήσει ο γιος του, να κάνει τον πόνο του πιο μεγάλο, κάμπτοντας έτσι την αντίστασή του. Ωστόσο, μπορούσε ακόμα να χειριστεί το ζήτημα όπως ήθελε αφού ο Αρχιτραγουδιστής πίστευε ότι ο Τζέντορ ήταν αιχμάλωτός του.
«Το γιο σου θα τον δεις αφού πρώτα με νικήσεις» είπε. «Αν μπορέσεις».
«Θέλω να τον δω πρώτα» επέμεινε ο Αρχιτραγουδιστής.
«Αλλιώς τι θα κάνεις; Δε θα πολεμήσεις;»
Ο Αρχιτραγουδιστής δεν πρόλαβε να απαντήσει. Ο Σενουσρέτ σήκωσε το χέρι του και μια παγωνιά απλώθηκε στον κόσμο, τυλίγοντάς τον σαν παγωμένη ανάσα αιμοβόρου θηρίου. Ο Αρχιτραγουδιστής ένοιωσε την παγωνιά να τον κυριεύει, σαν να τον μεταμόρφωνε σε στήλη από πάγο. Γύρισε στον Σράμαν και είδε ότι εκείνος είχε ανάψει τον Ήλιο της Βαραγκάλ και πολεμούσε την παγωνιά με τη θέρμη του.
Δεν έχασε άλλο καιρό. Αναψε κι εκείνος το δικό του Ήλιο κι αφού έδιωξε την παγωνιά κατεύθυνε την ακτίνα του καταπάνω στον Σενουσρέτ. Όταν είδε το αποτέλεσμα, ένοιωσε τέτοια έκπληξη που σχεδόν άφησε τον Ήλιο να σβήσει.
Η ακτίνα δεν άγγιξε τον μάγο. Μια άυλη ασπίδα τον τύλιγε, μια σφαίρα από διάφανο υλικό, αδιαπέραστο ακόμα κι από τον Ήλιο της Βαραγκάλ. Ο Σράμαν είχε στείλει κι αυτός την ακτίνα του Ήλιου του καταπάνω στον μάγο για να στηρίξει αυτήν του Αρχιτραγουδιστή.
Δεν κατάφεραν τίποτα. Ο Σενουσρέτ γέλασε με το βραχνό, λαρυγγώδες γέλιο του κι άρχισε να εκτοξεύει παγωμένες λόγχες κακόβουλης ενέργειας ενάντια στους δυο Αρχιτραγουδιστές. Εκείνοι τις εξουδετέρωσαν γρήγορα με τις ακτίνες των Ήλιων όμως οι λόγχες έρχονταν με ιλιγγιώδη ρυθμό και δύσκολα θα μπορούσαν να κρατήσουν. Οι ήχοι που έβγαζε τώρα ο Αρχιτραγουδιστής πλησίαζαν τα όρια της φωνής του, προσπαθώντας με την ενέργεια τους να εξουδετερώσει την ακτίνα του μάγου.
Δυο «λόγχες» χτύπησαν τον Σράμαν κάνοντάς τον να διπλωθεί στα δυο, φωνάζοντας από τον πόνο. Ο Αρχιτραγουδιστής στράφηκε προς το μέρος του και μόλις πρόφτασε να αποφύγει δυο ακόμα λόγχες. Επιστράτευσε όλη του τη δύναμη κι έπιασε ένα από τα πιο ισχυρά τραγούδια του Ορφέα, έχοντας πάντα την ακτίνα του Ήλιου της Βαραγκάλ καρφωμένη πάνω στην ασπίδα του μάγου.
Η ασπίδα ξαφνικά χάθηκε. Εξαφανίστηκε, σαν να μην υπήρξε ποτέ, σκόρπισε στον παγωμένο αέρα της αίθουσας σαν ομίχλη που τη διαλύει ο πρωινός ήλιος. Η ακτίνα του Ήλιου της Βαραγκάλ βρήκε τον Σενουσρέτ στο στήθος κι εκείνος, αφήνοντας μια κραυγή, έμεινε ακίνητος σαν άγαλμα από πάγο. Ο Αρχιτραγουδιστής κράτησε πάνω του την ακτίνα του Ήλιου, τραγουδώντας ακόμα, και ξαφνικά είδε ότι ο μάγος άρχισε να λειώνει σαν χιονάνθρωπος στον ολόλαμπρο ήλιο.
Έλιωνε κι έλιωνε ο μάγος, μέχρι που το μόνο που έμεινε από αυτόν ήταν μια μεγάλη κηλίδα από άσπρο σαν γάλα υγρό που γέμισε τον αέρα με ανυπόφορες οσμές. Ο Αρχιτραγουδιστής και ο Σράμαν, που κατάφερε να σταθεί όρθιος παρά τον πόνο που τον βασάνιζε ακόμα, είδαν ότι δεν ήταν ο μάγος το μόνο πράγμα που έλειωνε.
Από κάθε σημείο των παγωμένων τοιχωμάτων έτρεχαν υγρά, ενώ ο πάγος γινόταν διάφανος. Μερικοί πυρσοί έπεσαν στο έδαφος που έλειωνε μια και δεν υπήρχε πια τοίχος στερεός να τους στηρίξει. Έσβησαν και έλειωσαν στο δάπεδο, που είχε αρχίσει κι αυτό να ρευστοποιείται.
«Το νησί λειώνει» είπε ο Σράμαν. «Ο Τζέντορ θα χαθεί!..»
Εκείνη την ώρα, από μια πόρτα που είχε ήδη μισολειώσει, πρόβαλε ένα πλάσμα που μόνο ακαθόριστα θύμιζε τον Τζέντορ. Είχε μακριά, σκελετώδη χέρια που κατέληγαν σε νύχια μακριά και μυτερά. Είχε φολιδωτό δέρμα και μυτερά δόντια και το αφύσικο ύψος τον έκανε να καμπουριάζει.
Ο Αρχιτραγουδιστής δεν κάθισε να εξετάσει το ζήτημα. Ήταν ο Τζέντορ κι έπρεπε να τον πάρουν από κει.
Ο Τζέντορ ένιωσε μια παράξενη δροσιά όταν έπεσε στη θάλασσα, σαν χάδι παρηγοριάς μετά από καιρό μεγάλης θλίψης. Προς έκπληξή του, διαπίστωσε ότι μπορούσε να αναπνεύσει κάτω από το νερό κι αυτό οφειλόταν στα βράγχια που είχαν σχηματιστεί στο λαιμό του, συνέπεια του φαρμάκου που του έδωσαν. Να που η απόπειρα του Σενουσρέτ να τον μεταμορφώσει σε ένα από τα τέρατα υποτακτικούς του στρεφόταν τελικά προς όφελός του.
Τα δελφίνια οδήγησαν τον Τζέντορ στο κατώτερο σημείο του παγόβουνου. Ένα άνοιγμα έχασκε στον πάγο σ' εκείνο το σημείο. Χώθηκαν σ' αυτό χωρίς καθυστέρηση, δελφίνια και άνθρωπος. Για αρκετή ώρα κολυμπούσαν σ' ένα πέρασμα σκοτεινό, στο οποίο καθοδηγούνταν από τα ηχητικά σήματα των δελφινιών που ανίχνευαν τον τόπο. Κάποτε είδαν στο βάθος του περάσματος ένα πράσινο φως. Κολύμπησαν γρήγορα προς τα κει, κατά μήκος του περάσματος που είχε γίνει ανηφορικό και κατέληγε σε κατακόρυφο πηγάδι με λεία τοιχώματα από πάγο. Το ανέβηκαν, ώσπου κατέληξαν στην επιφάνεια μιας λίμνης που βρισκόταν στο δάπεδο μιας θολωτής αίθουσας, που θα πρέπει να βρισκόταν στην καρδιά του παγωμένου νησιού.
Στο κέντρο της λίμνης ο Τζέντορ είδε ένα μικρό νησί από πάγο, πάνω στο οποίο άστραφτε ένας κρύσταλλος. Πράσινος ήταν και πλημμύριζε την κρυμμένη αίθουσα με ανταύγειες αρρωστημένης πράσινης λάμψης, που ήταν γεμάτη κακόβουλη ενέργεια.
Ο Τζέντορ δε χρειάστηκε την παρακίνηση των δελφινιών για να καταλάβει τι έπρεπε να κάνει. Αρχισαν όλοι μαζί να τραγουδούν και με τη βοήθεια των δελφινιών το τραγούδι του δυνάμωσε μέχρι που η φωνή του έφτασε σε σημείο οριακό. Κάποτε, όταν πια η πίεση στο λαιμό και τους πνεύμονες του Τζέντορ έγινε τόσο μεγάλη που φοβήθηκε ότι θα πάθαινε κακό, ακούστηκε ένας εκκωφαντικός κρότος και σκοτάδια απλώθηκαν στην αίθουσα, μια και ο κρύσταλλος που τη φώτιζε είχε γίνει χίλια κομμάτια.
Το νησί ολόκληρο άρχισε να λειώνει και μόλις πρόλαβαν τα δελφίνια και ο Τζέντορ να γυρίσουν στη θάλασσα. Όση ώρα κολυμπούσαν για να γυρίσουν στον ανοιχτό ωκεανό και όση ώρα χρειάστηκε ο Τζέντορ για να γυρίσει στην αίθουσα του θρόνου, μια σκέψη κυριαρχούσε στο μυαλό του.
Ο πατέρας μου...
Οι Τραγουδιστές έφτασαν στο καράβι λίγο πριν χαθεί στην θάλασσα και το τελευταίο κομμάτι πάγου, ενώ τα ξέφτια της ομίχλης αιωρούνταν γύρω τους κι ο άνεμος ερχόταν να τα παρασύρει και να τα διαλύσει για πάντα.
Σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού ο Τζέντορ βρισκόταν σε κώμα. Ο Αρχιτραγουδιστής είχε θεραπεύσει τα τραύματα του Σράμαν με τον Ήλιο της Βαραγκάλ, όμως για τον Τζέντορ δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Το φάρμακο που τον είχε ποτίσει ο Σενουσρέτ είχε επηρεάσει βαθιά τον οργανισμό του, κι η κατάστασή του χειροτέρεψε με την υπεράνθρωπη προσπάθεια που έκανε για να καταστρέψει τον κρύσταλλο του μάγου. Κειτόταν αναίσθητος στη μεγάλη καμπίνα του καραβιού και ο πατέρας του αγωνιούσε στο πλευρό του.
«Αμάρτησα» έλεγε στον Σράμαν. «Ο Θεός μου έδωσε έναν γιο σαν τον
Τζέντορ κι εγώ τον αρνήθηκα. Τώρα τιμωρούμαι για την ύβρη μου».
«Μη μιλάτε έτσι, Αρχιτραγουδιστή» έλεγε ο Σράμαν. «Ο Τζέντορ ζει ακόμα κι αυτό
είναι καλό. Δε χάθηκαν όλα».
Χρειάστηκε να μεταφέρουν τον Τζέντορ στην πρωτεύουσα, ελπίζοντας στην ενέργεια του Μεγάλου Κρυστάλλου για να αναχαιτίσουν την πορεία του φαρμάκου στον οργανισμό του και να αναστρέψουν τη διαδικασία. Πέρασε μέρες ανάμεσα σε ζωή και θάνατο, ενώ ο πατέρας του και ο Σράμαν αγρυπνούσαν στο προσκέφαλό του. Όλες εκείνες τις μέρες παρακολουθούσαν τα άκρα του να παραμένουν μακριά σαν αποστεωμένα άκρα νεκρού, τα νύχια μακριά και γαμψά, το δέρμα του να διατηρεί την πράσινη απόχρωση και τις φολίδες, καθώς και τα βράγχια.
Μια νύχτα, ο Σράμαν σκούντησε τον Αρχιτραγουδιστή που πάλευε να κλέψει λίγο ύπνο σε μια καρέκλα, κοντά στο κρεβάτι του Τζέντορ. Ξύπνησε αμέσως, πλησίασε το κρεβάτι του γιου του και είδε ότι είχε ανοίξει τα μάτια του. Αμέσως, τα μάτια του πήγαν στα χέρια του. Είχαν ξαναγυρίσει στο φυσιολογικό τους μέγεθος, τα νύχια είχαν εξαφανιστεί, ενώ το δέρμα του είχε ξαναπάρει την ανθρώπινη όψη του.
Ο Αρχιτραγουδιστής του χάιδεψε το πρόσωπο. «Γύρισες, γιε μου!» είπε με φωνή που έτρεμε.
Ο Τζέντορ δεν μίλησε· όμως ο πατέρας του είδε ότι δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του. Ο Αρχιτραγουδιστής και ο Σράμαν παραξενεύτηκαν.
«Τι συμβαίνει, Τζέντορ;» είπε ο Σράμαν.
«Δε φύγανε όλα» είπε εκείνος σπασμένα. «Τα βράγχια... είμαι ακόμα σαν αυτούς...»
Ο Αρχιτραγουδιστής ψηλάφισε την περιοχή πίσω από τα αυτιά του Τζέντορ και είδε ότι οι σχισμές από τα βράγχια βρίσκονταν ακόμα εκεί. Κοίταξε τον Σράμαν χωρίς να μιλήσει.
Ο Τζέντορ το πήρε βαριά. Έβλεπε τα βράγχια που είχαν απομείνει στο σώμα του σαν ένα στίγμα που του είχαν αφήσει οι υπηρέτες του μάγου Σενουσρέτ. Ο πατέρας του και ο Σράμαν προσπαθούσαν να τον πείσουν ότι δεν είχε αλλάξει τίποτα, ότι ήταν άνθρωπος σαν όλους, με ένα πρόσθετο χάρισμα που θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει για να κάνει καλό.
«Σκέψου, Τζέντορ» του είπε ο Σράμαν μια μέρα που περπατούσαν οι δυο τους στους κήπους του παλατιού. «Θα μπορείς να δεις τα πλάσματα της θάλασσας στο φυσικό τους περιβάλλον. Φαντάζεσαι τι κόσμους θα ανακαλύψεις τότε;»
Ο Τζέντορ το σκέφτηκε. Τώρα θα μπορούσε να δει τα θαύματα της θάλασσας με τα μάτια του. Τους απέραντους κάμπους από κογχύλια και κοράλλια, την άγρια, οργιώδη βλάστηση, τους ύφαλους, τα βράχια κι όλων των ειδών τα ζωντανά πλάσματα. Θα μπορούσε να τους μιλήσει, να ζήσει κοντά τους, να μπει στους κόσμους τους, να γίνει ένα με αυτά.
Και οι άνθρωποι; σκέφτηκε με κάτι σαν αγωνία. Αν προσκολλούνταν στα πλάσματα της θάλασσας, οι σχέσεις του με τους ανθρώπους ίσως γίνονταν προβληματικές.
«Μη φοβάσαι γι' αυτό, Τζέντορ» του είπε ο Σράμαν. «Οι άνθρωποι της Έσνα είναι Οδηγοί των Ζώων, θα καταλάβουν».
Έτσι ο Τζέντορ άρχισε να ελπίζει.
Ο Αρχιτραγουδιστής λυπήθηκε πολύ τη μέρα που ο Τζέντορ και ο Σράμαν ετοιμάστηκαν να γυρίσουν στην Έσνα.
«Δεν φεύγω εξ' αιτίας σου, αυτή τη φορά, πατέρα» είπε ο Τζέντορ. «Με πείσατε να δεχτώ τα βράγχια σαν ένα ακόμα χάρισμα. Πρέπει, λοιπόν, να το αξιοποιήσω, κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο στην Έσνα. Αλλωστε, έχω βρει πια το σκοπό της ζωής μου. Είμαι Οδηγός των Ζώων κι εκεί θα είμαι πιο χρήσιμος από οπουδήποτε αλλού».
Με περιμένουν και τα δελφίνια, σκέφτηκε. Δεν μπορούσε να τα απογοητεύσει.
Η συγγραφέας έχει γράψει μια σειρά από ιστορίες στην φανταστική χώρα που συναντάμε εδώ, με τον προσωρινό τίτλο Μεταμορφώσεις
Γεννήθηκε στη Χίο τον Οκτώβριο τον 1966. Ο παππούς της ήταν Μικρασιάτης, γι' αυτό κι η ίδια δηλώνει Μικρασιάτισσα. Σπούδασε στο Παιδαγωγικό τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης της ΑΘήνας. Διδάσκει σε δημοτικό σχολείο. Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη έχει εκδοθεί το πρώτο της μυθιστόρημα ε.φ με τίτλο Λαμπρά φεγγάρια στον Ποταμό της Λησμονιάς.