Aφίσσα Α.Ε.  

Απόστολος Δ. Μανουράς  

Mε τα πολλά βρήκα το διακόπτη του πορτατίφ στο κομοδίνο και άναψα το φως.

Το κουδούνι της εξώπορτας συνέχισε να χτυπάει.

Κοίταξα το ρολόι δίπλα μου, αγριεμένος, σα να μου έφταιγε αυτό κι όχι ο άγνωστος που με ξυπνούσε από τον μεσημεριανό μου ύπνο.

Έπιασα το παντελόνι μου και μία μπλούζα, λέγοντας «εντάξει... εντάξει... έρχομαι...» εντούτοις χαμηλόφωνα, διατηρώντας την ελπίδα στο μεταξύ αυτός ο άγνωστος να βαρεθεί και να φύγει.

Ποιόν κοροϊδεύω όμως ;

Οι άνθρωποι των εταιριών δεν παίρνουν υψηλούς μισθούς για το τίποτα. Αν υπήρχε νόμπελ επιμονής, θα το μοιραζόντουσαν κάθε χρόνο.

Κοίταξα από το ματάκι της πόρτας. Ήρθαν τέσσερις αυτή τη φορά.

Πήρα μια βαθιά ανάσα και άνοιξα την πόρτα.

Αυτός με το πιο σκούρο κουστούμι άνοιξε το χαρτοφύλακά του και ξεδίπλωσε το προσωπικό μου συμβόλαιο, προτείνοντας το προς τα πρησμένα μάτια μου. Οι άλλοι έμειναν ακίνητοι και σιωπηλοί.

«Ο κύριος Πέκερ;»  ρώτησε.

Ήμουν έτοιμος να του απαντήσω: «ΟΧΙ, ο κύριος Πέκερ κοιμάται αυτήν τη στιγμή και αν δεν κοιμόταν θα σας έλεγε τι να κάνετε με το συμβόλαιό του»· προτίμησα όμως τη σιωπή από την ειρωνεία, αφενός γιατί οι άνθρωποι των εταιριών έχουν ανοσία σε τέτοιου είδους σχόλια και αφετέρου, για να έλθουν τόσοι πολλοί, κάποια σχέδια πρέπει να είχαν στο μυαλό τους για μένα.

Σχέδια που θα ήθελα πρώτα να ακούσω, προτού με αρχίσουν με τις συνηθισμένες απειλές για ακόμη μία προσβολή του συμβολαίου μου.

Ο άνθρωπος της εταιρείας δίπλωσε το συμβόλαιο με μια γρήγορη κίνηση και το ξανάβαλε στο χαρτοφύλακά του.

Με παραμέρισε και πέρασε το κατώφλι του σπιτιού μου σα να του ανήκε, σα να του ανήκα κι εγώ ο ίδιος. Μαζί του πέρασαν στο σπίτι κι άλλοι δύο από τους τρεις κουστουμάτους και άφησαν τον τέταρτο έξω στο διάδρομο. Για μια στιγμή νόμιζα πως θα έκλειναν και οι ίδιοι την πόρτα, μιας και αυτοεξυπηρετήθηκαν τόσο γρήγορα και με τόσο μεγάλη άνεση, διαψεύστηκα όμως γι' αυτό και της έριξα μια δυνατή σπρωξιά και έκλεισε με τον πρέποντα προσβλητικό πάταγο.

Ήξερα βέβαια, πως ούτε από αυτά ίδρωνε το αυτί των ανθρώπων της εταιρίας, ήταν περισσότερο μια κίνηση που η συμβολικότητά της είχε σημασία μόνο σε μένα, κάτι σαν απόδοση τιμών στο μεσημεριανό ύπνο που έχασα.

«Μπορούμε να έχουμε λίγο περισσότερο φως εδώ μέσα κύριε Πέκερ;» είπε ένα από τα κουστούμια.

Αναψα τον παλιό πολυέλαιο της γιαγιάς μου. Οι μισές λάμπες ήταν καμένες ούτως ή άλλως.

Αυτός με το πιο σκούρο κουστούμι έριξε τα σκληρά εταιρικά μάτια του απάνω μου.

«Εννοούσαμε ν' ανοίξετε τα παντζούρια σας κύριε Πέκερ...»

Έτσι είναι.  Όταν είσαι δεμένος με το συμβόλαιό σου, είσαι υποχρεωμένος και τα παντζούρια σου να ανοίξεις, και τον επιταχτικό τόνο του κάθε εργολάβου της εταιρίας να καταπιείς, και τον ύπνο το μεσημεριανό να χάσεις τέλος πάντων (ας μην το ξεχνάμε κι αυτό) .

Ανοιξα απρόθυμα τα παντζούρια. Ο φθινοπωρινός ήλιος κατέκλυσε το σαλόνι.

Οι τρεις εταιρικοί ιχνηλάτησαν με το εξεταστικό τους βλέμμα το δωμάτιο, σπιθαμή προς σπιθαμή, τοίχο προς τοίχο. Όλα φαινόντουσαν να είναι εντάξει.

Και οι αφίσες των ηλεκτρονικών συσκευών ήταν στη θέση τους, αλλά και τα κάδρα της τελευταίας κολεξιόν της κατασκευαστικής επίπλων, ζυγισμένα στοιχημένα μ' ένα λεπτό φίλμ σκόνης στο πάνω τους μέρος, πρέπει να παραδεχτώ στέκονταν στον τοίχο, εκεί που η εταιρία τα έστησε από τότε που νοίκιασα αυτό το σπίτι.

Το ταβάνι κοσμούσε η γιγαντοαφίσα της ναυαρχίδας των παρκετέζων, το τελευταίο μοντέλο της εταιρίας.

Μάλιστα, είχα αφήσει απλωμένο και ένα μικρό δειγματολόγιο μοκετών πάνω στο στρογγυλό τραπέζι της σαλοτραπεζαρίας. Δεν ήμουν υποχρεωμένος, όμως μετά την τελευταία προσβολή του συμβολαίου είχα μάθει για ποια πράγματα κοιτούν οι άνθρωποι της εταιρείας και ήμουν πάντοτε προετοιμασμένος.

«Πολύ ωραία»  είπε πάλι το σκούρο κουστούμι. «Νομίζω πως μπορούμε να περάσουμε τώρα στην κουζίνα ».

Και οι τρεις ομαδικώς κίνησαν για την κουζίνα· τους ακολούθησα κι εγώ από πίσω με την ελπίδα να μην είχε ξεκολλήσει πάλι η κάτω δεξιά άκρη από την αφίσα του στιγμιαίου καφέ δίπλα στο ψυγείο.

Μπαίνοντας στην κουζίνα τους βρήκα να κοιτάνε αυστηρά την απείθαρχη κάτω δεξιά γωνία της εν λόγω αφίσας που είχε αγνοήσει και πάλι τις φροντίδες μου και όρθωνε αυθάδικα την κατσαρή ουρά της στον αέρα.

Αποφάσισα να μιλήσω, πίσω από τον τοίχο που σχημάτιζαν οι πλάτες των σκούρων κουστουμιών.

«Κοιτάξτε,... είχα σκοπό το απόγευμα να την κολλήσω με πιο δυνατή κόλλα στον τοίχο άλλωστε δε νομίζω πως...»

Μια στεγνή φωνή ακούστηκε πίσω από τις πλάτες.

«Αδικα νομίζετε κύριε Πέκερ. Έτσι νομίζατε και με την αφαίρεση της αφίσας του αποχυμωτή. Νομίζατε πως η εταιρία δε γνωρίζει τι κάνετε μέσα στο σπίτι σας».

Πάλι η ίδια ιστορία. Δε μου έφτανε το πρόστιμο, έπρεπε να ακούσω και τις νουθεσίες των εταιρικών για πολλοστή φορά.

«Πόσες φορές θα σας πω πως δεν την αφαίρεσα την αφίσα του αποχυμωτή! Επιτέλους! Κρέμασα πάνω από την αφίσα μια ιχνογραφία που ζωγράφισε ο ανιψιός μου στο νηπιαγωγείο όταν με επισκέφτηκε η αδελφή μου· θα την έβγαζα όταν έφευγε».

«Το ίδιο κάνει κύριε Πέκερ. Να την κρεμάγατε κάπου αλλού την ιχνογραφία σας».

Κοίταξα ένα γύρω την κουζίνα. Ήξερα τι εννοούσε ο απαίσιος. Παντού οι αφίσες της εταιρίας. Πουθενά χώρος για την ιχνογραφία.

Ο εταιρικός με κοίταξε με το γνωστό χαμόγελο της στυγνής θριαμβολογίας .

«Αλλωστε... δεν είμαστε εδώ για την παρελθούσα αυτή υπόθεσή σας κύριε Πέκερ».

Όχι.

Είχαν σίγουρα έλθει για να μου χαλάσουν τον ύπνο οι τρισκατάρατοι και για να μου θυμίσουν πως τους ανήκα ψυχή τε και σώματι, τρόπον τινά.

«Ήρθαμε ...» κοίταξε και τους άλλους δύο και κάγχασαν παρέα «ήρθαμε για να δούμε την κρεββατοκάμαρά σας...»

«Ωχ» σκέφτηκα. «Κάτι ήξεραν. Όμως τι; »

Οπισθοχώρησα προς την κρεβατοκάμαρα για να τους προλάβω και σήκωσα αυτή τη φορά το παντζούρι μόνος μου. Ανοιξα βιαστικά και την μπαλκονόπορτα για να φύγει η μυρωδιά της φρέσκιας μπογιάς.

Πολύ αργά !

Το σκούρο κουστούμι μπήκε στο δωμάτιο σα λαγωνικό με τη μύτη ορθωμένη στον αέρα.

Αφέθηκε για λίγο σε αυτή την εργασία και μετά γύρισε προς το κουστούμι δίπλα του.

«Μυρίζετε κάτι και εσείς κύριε Τζόνσον; » είπε μειδιώντας ύπουλα και ειρωνικά.

«Κάτι μυρίζω....» είπε εκείνος, ρουφώντας άπληστα τον αέρα της κρεβατοκάμαρής μου.

«Δεν είμαι σίγουρος όμως....» Έκλεισε την πόρτα πίσω του, μειδιώντας. «Μυρίζει σαν ...»

«Σαν τι να μυρίζει κύριε Γκάμπλ;» είπε το σκούρο κουστούμι στο τρίτο μειδιόν κουστούμι.

Αυτός ήταν και ο καλύτερος ηθοποιός από όλους. Μύρισε πρώτα τον αέρα με την αντιπαθητική μυτόγκα του, ύστερα άρχισε να μυρίζει τους τοίχους και στο τέλος γύρισε να μυρίσει και εμένα. Με κάρφωσε με τα αγελαδίσια μάτια του, που από επιθετικά-χαζά, έγιναν χαζά-πέτρινα και στο τέλος σκέτο πέτρινα.

«Μυρίζω νέφτι» είπε.

Επακολούθησε σιωπή, για λίγο όμως, διότι αποφάσισα να αφήσω και το δικό μου στίγμα, σα σφήνα έστω σε αυτή την σαπουνόπερα που διαδραματιζόταν στο σπίτι μου.

Έκανα λίγο στο πλάι για να ξεφύγω από τη σκιά του ορεινού όγκου που μου έκλεινε το οπτικό πεδίο προς το σκούρο κουστούμι, και είπα: «Ε λοιπόν ναι! Μυρίζει νέφτι. Μυρίζει νέφτι διότι έβαψα το δωμάτιο. Καθώς βλέπετε όμως οι αφίσες είναι στη θέση τους, στην ακριβή τους θέση, και δε νομίζω πως υπάρχει λόγος για αυτό το θέατρο κύριε ...»

Κανείς δεν κουνήθηκε, συμπεριλαμβανομένου και του εταιρικού με το πιο σκούρο κουστούμι, στον οποίο απηύθυνα και το λόγο.

« Κύριε ...» επανέλαβα για να καλύψω το δηλητηριώδες κενό που επακολούθησε.

Ο εταιρικός εξερράγη σαν δυναμίτης με κοντό φυτίλι. Πρώτα έγινε πιο ροζ, ύστερα κόκκινος, με ένα πετυχημένο ντεγκραντέ από το ροζ στο κόκκινο, και μετά κατακόκκινος έως μωβ. Στο τέλος καταπιάστηκε να φωνάζει φτύνοντας προς το μέρος μου.

«Δεν είστε ΕΣΕΙΣ που θα μας κάνετε έλεγχο εδώ απόψε κύριε Πέκερ. ΕΜΕΙΣ ήρθαμε για να σας ελέγξουμε. Και θα κάνουμε τον έλεγχό μας με όποιον τρόπο το επιλέξουμε. Αρχίζοντας μάλιστα από  ΑΥΤΟ » .

Ο αγνώστου ταυτότητας εταιρικός έδειξε προς τη μεγάλη αφίσα διαφήμισης τσιγάρων στον τοίχο δίπλα στο κρεβάτι μου.

Να πάρει σκέφτηκα. Πρέπει να ήξεραν πιο πολλά από όσα νόμιζα .

«Δε σας καταλαβαίνω...» είπα. «Η αφίσα δεν έχει... δεν έχει πέσει έξω, ούτε πόντο από την αρχική της θέση». Προσπαθούσα να κερδίσω λίγο χρόνο.

Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και γέλασαν ταυτόχρονα. Ο πιο σκούρος χαμογέλασε, δείχνοντάς μου μόνο την πάνω οδοντοστοιχία του.

«Είπατε πως βάψατε το δωμάτιο έτσι;». Γύρισε να κοιτάξει γύρω του άλλη μία φορά. «Κόψατε σωστά τις γωνίες... Περάσατε δύο χέρια... και μετά... μετά επανατοποθετήσατε τις αφίσες...».

Χαμήλωσα το κεφάλι με επιτηδευμένη μετριοφροσύνη. Βασικά, δεν είχα και άλλες επιλογές.

«Κι απ' ό,τι  βλέπω κάνατε πολύ καλή δουλειά...».

Οι άλλοι δύο συμφώνησαν κρυφογελώντας. Δεν υπήρχε αμφιβολία πλέον για του πού θα κατέληγε. Ήθελα να του τα πω όλα, ΟΛΑ και να υποστώ τις συνέπειες, μόνο και μόνο για να τον κάνω να σταματήσει.  Εκείνος όμως ήταν αποφασισμένος να τραβήξει το παιχνίδι με τις είκοσι ερωτήσεις ως το τέλος.

«Θαυμάζω το γούστο σας» είπε. «Αυτό το παστέλ μελιτζανί είναι ιδανικό για υπνοδωμάτιο».  Αρχισαν να γελούν πάλι όλοι ομαδικώς.

Ήμουν έτοιμος να αρχίσω τα αιχμηρά σχόλια για το ασορτί ντύσιμό τους, φρέναρα όμως στην ιδέα του επερχόμενου δέκατου πέμπτου προστίμου μου. Αρκέστηκα να πω: «Δεν καταλαβαίνω... Υπάρχει ρητώς απαγορευτικός όρος στο συμβόλαιό μου κατά του παστέλ μελιτζανί;»

Αυτό μάλιστα φαίνεται πως έδωσε ακόμα ένα έναυσμα για γέλια, αντί να σηκώσει θύελλα αντιδράσεων από τους «κριτικούς τέχνης» παύλα εταιρόσκυλα. Το σκούρο κουστούμι δε, δεν έλεγε να βγάλει το χέρι από τον ώμο μου.

«Μα όχι αγαπητέ, η εταιρία σάς επιτρέπει να βάφετε ό,τι χρώμα θέλετε το δωμάτιό σας».

«Ε, τότε;»

Γύρισε προς τον κύριο Γκαμπλ. «Δε μου λέτε, κύριε Γκαμπλ, από χρώματα τι ξέρετε;».

«Πολλά» απάντησε εκείνος.

«Τους τοίχους τι χρώμα τους βάφουμε συνήθως, λαδομπογιά ή πλαστικό;» Γύρισε προς εμένα και τόνισε τις τρεις αυτές λέξεις, « πλαστικό ή λαδομπογιά ; ».

Δεν κουνιόμουν, δεν μιλούσα, δεν ανέπνεα καν.

«Πλαστικό φυσικά....»

«Φυσικά !», επανέλαβε το σκούρο κουστούμι με το χέρι πλοκάμι.

«Μα φυσικά» είπε και ο κύριος Τζόνσον.

«Λαδομπογιά βάφουμε μόνο τα ντουλάπια της κουζίνας και τις ντουλάπες, έτσι δεν είναι κύριε Τζόνσον;».

Μπίνγκο , σκέφτηκα εγώ.

«Βεβαίως» απάντησε ο κύριος Τζόνσον.

«Έτσι είναι» είπε και ο κύριος Γκαμπλ για να μη λείψει από τη στιχομυθία.

«Παιδιά είμαστε τώρα;» τόλμησα να πω κάνοντας τον πιο σκούρο κουστουμάτο να εκραγεί για μια ακόμα φορά.

« Ούτε εμείς είμαστε παιδιά, κύριε Πέκερ ».

Τουλάχιστον ξεπάρκαρε το χέρι από τον ώμο μου.

«Σ' αυτό το δωμάτιο κρύβετε μία μη καταχωρημένη ντουλάπα...»

«Όχι, εγώ δεν...» προσπάθησα να διαφωνήσω.

Ο κύριος Γκαμπλ και ο κύριος Τζόνσον όρμησαν σαν ένα σώμα, παραμέρισαν την αφίσα του ευτυχισμένου αγελαδάρη με το τσιγάρο στο στόμα, και άνοιξαν την ντουλάπα που βρισκόταν από πίσω του.

Η μυρωδιά του νεφτιού γέμισε το δωμάτιο.

Ο τοίχος της φιλοξενούσε την περιβόητη ιχνογραφία του ανιψιού μου, και δύο φωτογραφίες των γονιών μου. Αν η μπογιά είχε στεγνώσει για τα καλά θα είχα προλάβει να κρεμάσω και τα ρούχα μου.

Όταν άρχισα να βάφω το δωμάτιο αποκαλύφθηκε η ντουλάπα πίσω από τη διαφήμιση των τσιγάρων.  Φαίνεται ο προηγούμενος ένοικος ή κάποιος από τους προηγούμενους τέλος πάντων είχε ανεβάσει την τιμή του συμβολαίου με το να καλύψει την ντουλάπα για να κερδίσει έναν τοίχο παραπάνω.

Το σκούρο κουστούμι με κοιτούσε σα να ήθελε να πει: «Και αυτό εδώ τι είναι;»  Ήταν φανερό πως απολάμβανε κάθε στιγμή του προσωπικού του θριάμβου.

«Γαμώτο» σκέφτηκα. «Έπρεπε να την είχα βάψει κι αυτή πλαστικό εντέλει κι ας έσκαγε το χρώμα...»

Δεν ωφελούσε πλέον να το αρνούμαι. τα ήξεραν όλα . Ήθελα να 'ξερα μόνο ποιος ... «Δεν μπορώ να καταλάβω κάτι πάντως...» είπα.

«Ποιος μας πληροφόρησε, κύριε Πέκερ;» κάγχασε το σκούρο κουστούμι. Στα γυαλιά ηλίου του καθρεφτιζόταν το μελιτζανί χρώμα του τοίχου και αυτό τον έκανε να δείχνει ακόμη πιο μακρινός και απόκοσμος.

Δε μίλησε· η σιωπή του όμως μου έλεγε πως: «Η ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΡΕI..."

Τότε ήταν που έχασα την ψυχραιμία μου.

Όχι... Όχι αυτή... Οποιοσδήποτε άλλος από αυτή!

Οι εταιρικοί κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Κάποιος έγνεψε συγκαταβατικά. Μετά, ο " μεγάλος" εταιρικός έσκυψε κι έβγαλε ένα φάκελο το χαρτοφύλακά του. Τον άνοιξε, παραμέρισε καναδυο χαρτιά στην κορυφή και ξεχώρισε μια δακτυλογραφημένη κόλλα χαρτί.

«Σάντρα Μούνατ» διάβασε. «Λογίστρια στο τμήμα επιστροφών του τοπικού υπερμάρκετ. Ετήσιο εισόδημα 45.000 καταναλωτικές μονάδες, χωρίς επιδόματα κλπ κλπ. Λευκή, άγαμος, ετών 32, μάτια κυανοπράσινα, σχήμα προσώπου ωοειδές κλπ κλπ. Κατάσταση συμβολαίου με εταιρεία: μέτρια. Ένδεκα πρόστιμα για ποικίλες παραβάσεις κλπ κλπ».

Το σκούρο κουστούμι παραμέρισε με τα τρία ακροδάχτυλά του την πρώτη κόλλα σαν ιερό σάβανο για να περάσει στην επόμενη. 

«Α!» έκανε.

Χαμογέλασε και με κοίταξε βαθιά στα μάτια με τα μελιτζανιά γυαλιά του. «Τώρα είναι και το καλύτερο» είπε. «Τακτικές συνευρέσεις μετά του γείτονός της Πέκερ Μπόουνς, υπαλλήλου κατασκευαστικής παιδικών παιγνίων, εις την οικίαν του, κυρίως τις απογευματινές ώρες».

Είχα μείνει άφωνος.

Έβαλε το δάχτυλο στη σελίδα σαν εκφωνητής ειδήσεων. «Περιστασιακές σχέσεις: Γ.Σ. λογιστής, ισόγειο καταστήματος , μία συνεύρεση εβδομαδιαίως κατά μέσο όρο.  Σ.Κ. πωλητής, τρίτος όροφος καταστήματος , τρεισήμισι συνευρέσεις μηνιαίως. Και τέλος Α.Π. ιδιοκτήτης υπερμάρκετ, μία συνεύρεση ανεπιτυχής ».

Γύρισε να με κοιτάξει. «Ο εν λόγω κύριος είναι περασμένης ηλικίας, βλέπετε»

Ακούστηκε θόρυβος από το σαλόνι. Οι δυο εταιρικοί κάλυψαν αστραπιαία τον κυρίως εταιρικό που βάλθηκε να εξαφανίσει την αναφορά του στον μαύρο χαρτοφύλακα. Η πόρτα του δωματίου άνοιξε και αποκάλυψε δύο άλλους εταιρικούς που κρατούσαν «α λα μπρατσέτα» εκείνον που είχε μείνει έξω από την πόρτα. Πρέπει να ήταν από άλλη εταιρεία, κρίνοντας από τα δύο τόνους πιο σκούρα κουστούμια που φόραγαν. Και το πρόσωπο του εταιρικού στη μέση είχε γίνει δυο τόνους πιο σκούρο από τις «περιποιήσεις» τους.

Τον άφησαν να σωριαστεί στο πάτωμα και παραμέρισαν για να περάσει στο δωμάτιο ένας άλλος «γύπας» των εταιρειών.

«Καλό σας απόγευμα, κύριε διευθυντά» είπε προς τον αρχηγίσκο των πρώτων τη εμφανίσει εταιρικών.

«Καλό απόγευμα και σε σας, κύριε διευθυντά» απάντησε αυτός, χωρίς να του ξεφύγει καμιά έκφραση που σίγουρα θα υποδήλωνε συναίσθημα. «Ποιος καλός άνεμος σας φέρνει από τα μέρη μας;»

«Όχι και μέρη σας, κύριε διευθυντά μου, ... όχι και μέρη σας. Δεν νομίζω να εκπροσωπείτε εξ ολοκλήρου τον κύριο Πέκερ...»

«Μα, φυσικά, αγαπητέ μου... Και μάλιστα μάς διέκοψες στη φάση που ανέλυα τα πλεονεκτήματα του νέου του συμβολαίου».

«Προφανώς εννοείτε την μη καταχωρημένη ντουλάπα του υπνοδωματίου του που σας ξέφυγε κατά την καταμέτρηση του εμβαδού των ελεύθερων χώρων της κατοικίας του...»

O εταιρικός μου παρουσίαζε εμφανή σημάδια κόπωσης. «Λέτε μάλλον για την ντουλάπα που απέκρυψε από την εταιρεία μας, με την οποία διατηρεί πολυετές συμβόλαιο και δεσμεύεται βάσει του άρθρου 17/ΣΚ Α/2001/ΑΤ του νόμου περί αρωγής ελευθέρων αγαθών, όπως αναφέρει σαφώς...»

Ο εταιρικός, με τα μούτρα να βλέπουν το πάτωμα του υπνοδωματίου μου, απελευθέρωσε ένα παρατεταμένο «ωωωωωχ», δίνοντάς μου έτσι την ευκαιρία να πω κι εγώ το δικό μου μέρος της ιστορίας.

«Ξέρετε, την ντουλάπα αυτή την ανακάλυψα στο βάψιμο. Δεν είχα σκοπό να την αποκρύψω. Επιπλέον, ο νόμος απελευθέρωσης της επικάλυψης των εντοιχισμένων χώρων υπογράφτηκε μόλις την περασμένη εβδομάδα... Δεν πιστεύω να...»

«Αυτό είναι το μόνο βέβαιον» είπε με σιγουριά ο καινούργιος εταιρικός.

«Μα, επιτέλους... Ποιος σας απηύθυνε το λόγο, κύριε Πέκερ;» είπε ο άλλος.

Αυτό ήταν που μου άρεσε στους εταιρικούς. Αυτός ο γόνιμος διάλογος. Αυτό το ζεστό εποικοδομητικό πνεύμα ανταλλαγής απόψεων.

«Για να τελειώνουμε» είπε ο εταιρικός που μου αφαίρεσε το λόγο «αυτή η ντουλάπα θα καταχωρηθεί στο ωφέλιμο εμβαδόν της δικιάς μας εταιρείας».

«Δεν το νομίζω αυτό, κύριε συνάδελφε... Ο κύριος Πέκερ δεν έχει ακούσει ακόμα την προσφορά της δικής μας...»

«Ο κύριος Πέκερ δεν θα ακούσει την προσφορά της εταιρείας σας, διότι έχει εναποθέσει την εμπιστοσύνη του στα αξιόπιστα χέρια της εταιρείας με την οποία ήδη συνεργάζεται».

Στο άκουσμα της τελευταίας φράσης, οι «θεματοφύλακες» της πρώτης εταιρείας έκαναν μια αδιόρατη κίνηση σύμπτυξης γύρω από το διευθυντή τους.

«Ο κύριος Πέκερ έχει δικαίωμα να ακούσει όλες τις προσφορές» είπε το πιο σκούρο κουστούμι στο δωμάτιο, ενθαρρύνοντας με τα λόγια του τους δικούς του εταιρικούς να τον πλευρίσουν με ανάλογες προθέσεις αξιοποίησης όλων των δυνατοτήτων της ανθρώπινης πειθούς.

Ο κύριος Πέκερ εντωμεταξύ είχε αρχίσει να χάνει κάθε έλεγχο με όλο αυτό το εταιρομάνι στο υπνοδωμάτιό του.

Τα βογκητά του εταιρικού που δέχτηκε μέρος της παραπάνω πειθούς μ' έκαναν να σκεφτώ τα βογκητά της Σάντρας, στις σκοτεινές αποθήκες του υπερμάρκετ που εργαζόταν. Όλες αυτές τις ώρες που περάσαμε στο διαμέρισμά μου, σχεδόν κάθε μέρα για το τελευταίο δίμηνο. Όλα τα λόγια που μπορεί να μοιράστηκε με μένα και με άλλους... Κι όλα αυτά για ποιο λόγο; Για να με κατασκοπεύσει καλύτερα; Για να μοιράζεται, εκτός των άλλων, εμπιστευτικές πληροφορίες με την εταιρεία; Γιατί, όμως;  Ήταν μήπως τα πρόστιμα και  το ενδεχόμενη της λήξης του συμβολαίου της; Ή μήπως είχε κάτι να κρύψει; Κάτι που δεν ήθελε να μάθει η εταιρεία και μ' έριξε ως βορά των θηρίων για τους αποπροσανατολίσει;

Αποφάσισα ν' ακουστώ κι εγώ στο δικό μου σπίτι.

«Δηλαδή, θέλετε να μου πείτε πως το εμβαδόν μιας μη καταχωρημένης ντουλάπας έχει μεγαλύτερη αξία από το εμβαδόν ενός ολόκληρου μη καταχωρημένου αποθηκευτικού χώρου;»

Αυτό ήταν!  Κατάφερα να τους τραβήξω την προσοχή.

«Τι εννοείς;»  είπαν μ' ένα στόμα.

«Με συγχωρείτε...Δεν είχα σκοπό να σας διακόψω...»

«Έχει πέσει στην αντίληψή σας ένας μη καταχωρημένος αποθηκευτικός χώρος;» είπε πρώτο το πιο σκούρο κουστούμι.

«Όχι,... εγώ δεν...» κόμπιασα ηθελημένα.

«Αφήστε τον επιτέλους, κύριε διευθυντά, δεν βλέπετε πως τον ταράξατε με τις ερωτήσεις σας τον αγαπητό μου τον κύριο Πέκερ;» είπε το δεύτερο στον τόνο σκούρο κουστούμι, κοιτάζοντάς μελιστάλαχτα προς το μέρος μου.

«Παρακαλώ,...συνεχίστε τη συζήτησή σας,... μη μου δίνετε σημασία...» είπα, διορθώνοντας την κλίση που είχε πάρει η αφίσα του αγελαδάρη.

«Ακου να δεις, Μπόουνς...» ξέσπασε ο εταιρικός με το ταμπεραμέντο «κοντό φυτίλι». Δεν θα μας φας όλο το απόγευμα εσύ. Αν έχεις κάποιο γνωστό που κατέχει αναξιοποίητο εμβαδόν στο σπίτι του οφείλεις να μας...»

Οι εταιρικοί κοιτάχτηκαν απότομα μεταξύ τους, σαν να είχαν προετοιμαστεί γι' αυτό. Ένας απ' αυτούς χτύπησε το κούτελό του με την παλάμη.

«Η Σάντρα Μούνατ» είπε και γύρισε προς τους άλλους με την ένταση της δίψας για δράση.

Ο κύριος Γκαμπλ και ο κύριος Τζόνσον μάζεψαν από το πάτωμα τον πεσμένο συνάδελφό τους κι έσπευσαν προς την εξώπορτα. Πίσω τους ακολούθησαν κι όλοι οι άλλοι.

Τελευταίο έμεινε το πιο σκούρο κουστούμι απ' όλα. «Όταν ακούσεις τις προσφορές μας» μου είπε με απαλή φωνή «είμαι σίγουρος πως θ' αλλάξεις γνώμη για τους ερασιτέχνες της εταιρείας που συνεργάζεσαι...»

Έκανε ένα πρόχειρο σκάνινγκ του υπνοδωματίου μου και ακολούθησε τη φυγή των άλλων προς την έξοδο. Αυτή τη φορά τουλάχιστον κάποιος έκανε τον κόπο να κλείσει την πόρτα, ίσως  λίγο πιο βίαια απ' ό,τι θα την έκλεινα ο ίδιος· αλλά μην είμαστε και πλεονέκτες...

Πήρα το σακάκι μου απ' την καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι και το φόρεσα. Σκέφτηκα πως το φευγιό των υπαλλήλων των εταιρειών μου έδινε ένα πλεονέκτημα λίγων λεπτών προτού ανακαλύψουν το σκηνοθετημένο μου ψέμα.

Τα μαγαζιά θα ήταν ανοιχτά τώρα και μπορούσα να κάνω τον απογευματινό μου περίπατο απολαμβάνοντας το τέλος ενός Σεπτέμβρη που δεν έλεγε ακόμη να αποχαιρετίσει το καλοκαίρι. Μάλιστα, σκεφτόμουν να περάσω αργότερα κι απ' το χρωματοπωλείο κοντά στη λεωφόρο για ν' αγοράσω πέντε κιλά πλαστικό ακόμα.

Δεν είμαι σίγουρος για το χρώμα. Πάντως το μελιτζανί παστέλ απορρίπτεται ασυζητητί.

Σ' αυτό τουλάχιστον οι εταιρικοί είχαν δίκιο.

 

O Απόστολος Δ. Μανουράς γεννήθηκε τον Απρίλη του '70 στη Θεσσαλονίκη, καταγόμενος από το Ρέθυμνο. Είναι απόφοιτος του Εργαστηριού Δημοσιογραφίας και της Σχολής Σταυράκου (τμήμα σκηνοθεσίας). Έχει εργαστεί στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση και στο χώρο της διαφήμισης. Έχει δημοσιεύσει διηγήματα ε.φ. στα περιοδικά Απαγορευμένος Πλανήτης, Big Bang , Pixel Jr , Θητεία. Συμμετείχε στο Εργαστήρι Συγγραφέων του Big Bang και στο Dune προτιμά το ρόλο του Harkonnen , γεγονός που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το χαρακτήρα του.