MHNYMA
Ελένη Γούλα
Πώς θα ήταν ένας κόσμος όπου όλα τα όντα έχουν φωνή και άποψη;
Αν ξεχάσουμε την ανθρωποκεντρική, λογική ανάγνωση των ερεθισμάτων...
Ο Βαγγέλης ξύπνησε και σήμερα στις εφτά το πρωί, όπως κάθε μέρα. Ένιωσε το κεφάλι του βαρύ, αλλά αυτό ήτανε κάτι συνηθισμένο, κι έτσι δεν έδωσε σημασία ιδιαίτερη. Μπήκε στο μπάνιο και άρχισε να βγάζει τις πυτζάμες του και τα εσώρουχα μπροστά στον καθρέφτη. Κύτταζε τον εαυτό του παραξενεμένος. Ποτέ ως τώρα δεν είχε προσέξει ότι το δέρμα του ήταν ανάγλυφο. Σα να είχε γίνει ο καθρέφτης μεγενθυντικός και του έδειχνε όσα υπήρχανε πάνω στην επιφάνεια του κορμιού του με κάθε λεπτομέρεια.
Όλα είναι ζωντανά και κινούνται , θαύμασε εντυπωσιασμένος. Παρόλο που ήξερε πώς λειτουργεί το σώμα, δεν είχε ποτέ του σκεφτεί πόσο θαυμάσιο είναι.
Τραβήχτηκε λιγάκι από τον καθρέφτη για να κοιτάξει κάτω από την κοιλιά. Χαμογέλασε ευχαριστημένος προτού μπει μέσα στη μπανιέρα και ανοίξει τη βρύση.
Η Φωτεινή, η γυναίκα του, έκανε θόρυβο στην κρεβατοκάμαρα, καθώς άνοιγε τα ξύλινα πατζούρια της μπαλκονόπορτας. Είχανε φουσκώσει από τις βροχές του χειμώνα και θέλανε δύναμη. Πάντα μόλις ξύπναγε το πρωί, πριν από ο,τιδήποτε άλλο, χειμώνα-καλοκαίρι, η Φωτεινή άνοιγε τα πατζούρια. Ήθελε να δει αν υπάρχει ακόμα ο κόσμος γιατί όλα τα βράδια κοιμότανε μ' αυτή την ανησυχία. Από τότε που άφησε το βουνό της και ήρθε να εγκατασταθεί στην Αθήνα, αναρωτιότανε κάθε πρωί το ίδιο πράγμα. Πότε θα χαθούν όλα όσα στοίβαξε ο άνθρωπος σ' αυτή την πόλη.
Και σήμερα είδε ότι όλα ήτανε ακόμα στη θέση τους · αναστέναξε δυνατά.
Όμορφη μέρα θα κάνει. Μπήκε η Ανοιξη , αναστέναξε πηγαίνοντας προς το άλλο δωμάτιο, όπου κοιμόντουσαν τα παιδιά της. Έπρεπε να τα ξυπνήσει σε λίγο για να πάνε στο σχολείο. Τράβηξε τις κουρτίνες και το φως έπεσε πάνω στα μικρά κεφαλάκια.
Χωρίς να τους μιλήσει τράβηξε προς την κουζίνα. Έβαλε καφέ και άρχισε να ετοιμάζει σάντουιτς για όλους.
Κάτι πάνω στο βούτυρο όμως, της έκανε εντύπωση.
Πλησίασε πιο κοντά και ανασκάλεψε λίγο την πηχτή επιφάνεια. Ποτέ άλλοτε δεν είχε δει τέτοιο βούτυρο. Γύρισε το καπάκι, διάβασε τη μάρκα, την ημερομηνία λήξης και όλα τα αναγραφόμενα συστατικά. Παραξενεύτηκε. Ενώ όλα ήτανε κανονικά και όπως συνήθως, εκείνη ένιωσε μια ιστορία να της έρχεται στο νου. Μια απίθανη ιστορία για το βούτυρο και τον τρόπο παρασκευής του. Όχι όμως όπως διαβάζουμε στα βιβλία της χημείας. Σα να μιλούσε το βούτυρο. Έμεινε για μια στιγμή μετέωρη χωρίς να μπορεί να καταλάβει.
Εκείνη τη στιγμή, όμως άκουσε το σούρσιμο από τα σανδάλια του Βαγγέλη δυνατά, τόσο δυνατά και καθαρά, που δεν τα είχε ποτέ άλλοτε ακούσει.
« Φωτεινή » άκουσε και τη φωνή του, όμως ήτανε τόσο διαφορετική από τις άλλες φορές, που δεν μπόρεσε να αντιληφθεί όσα έλεγε· καταλάβαινε τους τόνους και τις αποχρώσεις, το κυμάτισμα και το άπλωμα των δονήσεων του αέρα.
Τον είδε μπροστά της φρεσκοπλυμένο, μοσχοβολητό όπως δεν τον είχε ποτέ της ξαναδεί.
«Σ' αγαπώ... » του ψιθύρισε, απορώντας με τον ίδιο της τον εαυτό. Συνήθως τα πρωινά βιαζότανε πολύ για να τα προλάβει όλα, έτσι ούτε που έβλεπε το Βαγγέλη, την ώρα που έμπαινε στην κουζίνα για να γιομίσει το φλυτζάνι του με καφέ.
Ο άντρας της την αγκάλιασε και την έσφιξε στο στήθος του. Είχε καιρό να τη σφίξει έτσι και η Φωτεινή αισθάνθηκε να λιώνει μέσα στην αγκαλιά του.
«Σ' αγαπώ πολύ... » του ξαναψιθύρισε και κείνος τράβηξε τη ρόμπα της ψηλά για να μπορέσει να βρει την περιοχή που τον ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή. Η Φωτεινή του φίλησε το λαιμό, το σβέρκο και παραξενεύτηκε από το δέρμα του. Κι αυτό σαν το βούτυρο, της φάνηκε ότι απλωνότανε ανάγλυφο και ζωντανό, με πλήθος στόματα που διηγούνται... Χαμογέλασε και χαλάρωσε πολύ για να αισθανθεί την ηδονή που κυρίευε σαν ποτάμι ορμητικό το μυαλό της.
Στο γραφείο όλα ήταν αλλιώτικα. Τα κάδρα, οι καρέκλες, το τηλέφωνο, και κυρίως το κομπιούτερ.
Θεέ μου πόσες ιστορίες! σκέφτηκε αμέσως και, χωρίς να το καταλάβει, άρχισε να τις ανιστορεί μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή της. Κάτω από τις γραμμές των εταιρικών που έπρεπε να συντάξει, σκόρπιες λέξεις στριμώχνανε την ύπαρξή τους, ακάλεστες από το νου, όμως οικείες στην ψυχή και στα πράγματα που περιτριγυρίζανε τη ζωή της χρόνια ολόκληρα.
Η καρέ κλα, το γραφείο, οι τοίχοι, όλα θέλανε τη θέση τους ανάμεσα στις λέξεις.
Ο Αγγελος, το αφεντικό, έγινε έξω φρενών όταν πήρε στα χέρια του τα τυπωμένα εταιρικά. Αρχισε να διαβάζει βιαστικός, πάντα βιαζότανε αυτός, ήθελε να βγάλει πολλά λεφτά σε τούτη τη ζωή, μιας και πίστευε ότι δεν υπάρχει άλλη και μόνο με τα λεφτά μπορούσε να γίνει κάποιος που τον σέβεται η κοινωνία.
«Μα τι γράφεις; »
Τα δάχτυλά της Φωτεινής αυθαίρετα είχαν πληκτρολογήσει: «Σ' αγαπώ, μ' αγαπάς, αγαπιόμαστε, αύριο θα είναι όλα τέλεια».
Είχε σταθεί πάνω από το κεφάλι της. Ήτανε ωραίος άντρας ο Αγγελος. Τα μαλλιά του σγουρά και ξανθά ακόμα, παρόλο που είχε φτάσει στα σαράντα. Τα μάτια του γαλάζια και το στόμα του σκληρό. Έχουνε μερικοί άντρες τέτοιο στόμα, σκεφτότανε η Φωτεινή όπως τον παρατηρούσε τώρα, με την καινούρια της οπτική. Ένα στόμα χωρίς χείλια. Οι τρίχες κατεβαίνουνε ως την άκρη του πάνω χείλους, ενώ το κάτω προεξέχει ελαφρά.
«Σαν του πίθηκου » είπε ξαφνικά, χωρίς να μπορεί να συγκρατήσει ένα ειρωνικό χαμόγελο.
Ο Αγγελος την κοίταξε άγρια.
«Τι σου συμβαίνει; » τα γαλάζια του μάτια ήτανε εξεταστικά, μοιάζανε να εισχωρούν ως μέσα βαθιά την ψυχή της.
«Ακούστε: Χτες πήγα να δω την ξαδέρφη μου, τη Βαρβάρα, που ήρθε από τη Βοστώνη. Είχαμε μεγαλώσει μαζί πάνω στο βουνό μας, αλλά αυτή έφυγε μετά το Γυμνάσιο για σπουδές στην Αμερική, κοντά σε κάποιο θείο που είχε εκεί πέρα. Ήτανε πολύ γερό μυαλό, η καλύτερη μαθήτρια , και την πήρανε χωρίς να πληρώνει δίδακτρα σε κάποιο σπουδαίο πανεπιστήμιο. Τώρα στα σαράντα της είναι μια πετυχημένη χημικός αλλά τόσο μόνη... Δεν παντρεύτηκε ποτέ, δε μπορεί καμιά μας τελικά να συνδυάσει οικογένεια και καριέρα ... Πάντως, αυτή τη φορά φαινότανε τόσο αλλιώτικη... τόσο ευτυχισμένη...»
Σταμάτησε, ξαφνικά, έτσι όπως άρχισε και άφησε το βλέμμα της να καρφωθεί στον απέναντι τοίχο. Μια ενδιαφέρουσα ιστορία είχε αρχίσει να σχηματίζεται στο μυαλό της, που την απορρόφησε τελείως. Δεν πρόσεξε την έκφραση του Αγγελου, ούτε τα νευρικά του βήματα μέσα στο γραφείο. Δεν άκουσε ούτε την πόρτα που άνοιξε διστακτικά...
«Χαίρετε!... »
Η τρεμάμενη φωνή συνέφερε τη Φωτεινή. Στο γραφείο είχε μπει ένας κύριος ηλικιωμένος, με κυρτωμένη ράχη και αραιωμένα άσπρα μαλλιά. Φορούσε ένα καλοραμένο γκρι κουστούμι, ενώ στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα χαρτοφύλακα. Η Φωτεινή πετάχτηκε σαν ελατήριο από την καρέκλα της, έπιασε τον άντρα από το μπράτσο και, προτού προλάβει το αφεντικό να αντιδράσει, παρέσυρε τον άνθρωπο στη γωνία. Εκεί υπήρχε ένας πίνακας, που παρίστανε ένα παράθυρο χωρίς κουρτίνα.
Αρχισε να περιφέρει το δείχτη του ελεύθερου χεριού της πάνω στον πίνακα. «Πίσω από το άσπρο χρώμα της ζωγραφιάς βρίσκεται ένα αγόρι». Η φωνή της έγινε απαλή. «Περπατάει ξυπόλυτο μέσα στις λάσπες και βιάζεται να γίνει ένας σπουδαίος άνθρωπος. Πιο πέρα είναι τα μεγάλα δέντρα και μακριά φαίνεται η θάλασσα. Φυσάει πολύ και κάνει κρύο. Το αγόρι όμως σφίγγει το τρύπιο σακάκι γύρω από το κορμί του. Το παντελόνι είναι κοντό και δεν έχει ούτε κάλτσες.Δάκρυα τρέχουνε από τα μάτια του, αλλά όχι από λύπη, ούτε από παράπονο. Είναι θυμωμένο. Θυμωμένο γιατί κρυώνει· γιατί πρέπει να περπατάει ξυπόλυτο μέσα στις λάσπες και γιατί τα ρούχα, που του μικρύνανε, δεν είναι δικά του. Πριν από αυτόν τα έχουνε φορέσει δυο μεγαλύτερα ξαδέρφια του και ο αδερφός του. Σήμερα είναι γιορτή στο σχολείο, θα πάρουνε τη σημαία και θα παρελάσουν μέσα στην πόλη και αυτός θα είναι κακοντυμένος και φτωχός. Θα τον κοιτάζουνε και θα τον λυπούνται. Και αυτός... όχι, προ πάντων δεν αντέχει τη λύπηση όσων ζούνε στην πόλη, έχουνε μαγαζιά και υπηρέτες και δεν καταλαβαίνουν τίποτα από την την ανέχεια του φτωχού...»
«Σταματήστε!... Το ξέρω αυτό το παιδί. Ξέρω τη συνέχεια. Θυμάμαι πολύ καλά το θυμό και τα δάκρυα. Μη συνεχίζετε παρακαλώ».
Ο πελάτης είχε τραβήξει το χέρι του από τον αγκώνα της Φωτεινή ς. Με μάτια που λάμπανε την κοιτούσε στο πρόσωπο. Φαινότανε να μην πιστεύει πως αυτή η γυναίκα ήξερε τόσο καλά την ψυχή του. Πως ακριβώς εκείνη τη μέρα, που ήρθε εδώ στο συμβολαιογραφείο για να συντάξει τη διαθήκη του, βρήκε να του θυμίσει τόσο παραστατικά εκείνη την ξεχασμένη εποχή, που αυτός, ο καλοντυμένος κύριος Αγγελής δεν είχε ρούχα να φορέσει στη σχολική γιορτή.
Κάθισε στην πολυθρόνα και ακούμπησε το χαρτοφύλακα ανάμεσα στα γόνατά του. Συνέχισε να εξετάζει το πρόσωπο της Φωτεινής με μάτια φλογισμένα. Ο Αγγελος πλησίασε και στάθηκε μπροστά του, παραμερίζοντας ελαφρά τη Φωτεινή.
«Κύριε Αγγελή, χαίρομαι που σας γνωρίζω. Ο κύριος Τασούλης μου μίλησε για σας. Θέλετε παρακαλώ να περάσετε μέσα στο γραφείο μου, για να συζητήσουμε την υπόθεσή σας; »
Δεν του μίλησε, ούτε τον κοίταξε το συμβολαιογράφο. Κρατούσε την προσοχή του ολόκληρη πάνω στη Φωτεινή, η οποία κι αυτή τον κοιτούσε ήσυχα και ολότελα σοβαρή. Ήταν τρομαγμένη με όσα έβλεπε πάνω σ'αυτό τον άνθρωπο. Σα να ξεχυνότανε στο πρόσωπό του μια κακιασμένη ψυχή. Όσο το ένιωθε αυτό πάνω στο πετσί της, ήθελε να λέει κάτι σιβυλικά πράμματα, που ούτε ήξερε από πού ξεφυτρώνανε. Έτσι και τώρα, τη γλώσσα της την έτρωγε να του μιλήσει αινιγματικά, χωρίς η ίδια να καταλαβαίνει ακριβώς τι λέει.
«Εδώ ήρθατε γιομάτος μ' έναν άλλο θυμό τώρα, που μαυρίζει την ψυχή σας. Δεν ξέρετε ότι «ζωή που δε μοιράζεται είναι ζωή κλεμμένη»; Δεν είμαστε εδώ στη γη μόνο για τον εαυτό μας. Έχουμε υποχρεώσεις να δίνουμε από την ψυχή μας και στους άλλους ».
Σταμάτησε η Φωτεινή. Δεν είχε τίποτα άλλο να πει. Σταύρωσε τα χέρια και πήγε στη θέση της.
Ο κύριος Αγγελής σηκώθηκε από την πολυθρόνα και χαιρέτησε δια χειραψίας τον Αγγελο.
«Συγνώμην κυριέ μου. Πρέπει να φύγω τώρα. Θα ξαναέρθω σε μερικές μέρες. Είναι ανάγκη να διευκρινίσω πρώτα τις διαθέσεις ενός προσώπου, το οποίο με επηρεάζει ως προς τη σύνταξη της διαθήκης μου. Το γνωρίζετε και εσείς αυτό το πρόσωπον άλλωστε... » Χωρίς να ονοματίσει το πρόσωπο, έφυγε με αθόρυβη περπατησιά, έτσι όπως είχε μπει στο γραφείο...
«Καλά δε μου λες τι σ' έπιασε εσένα;» Ο Αγγελος είχε σταθεί πάνω από τη Φωτεινή με αυστηρό ύφος και περίμενε μια εξήγηση για την πρωτοβουλία της υπαλλήλου του να διώξει έναν καλό, απ' ό,τι φαινότανε, πελάτη.
Μα δε ν μπόρεσε για πολύ να κρατήσει το αυστηρό του ύφος. Είδε το πρόσωπο της Φωτεινής να ροδίζει σαν ένα τριαντάφυλλο πλεξουάνας, τα μάτια της να λαμπυρίζουνε όπως τ' αστέρια της νύχτας και τα χέρια της να απλώνουνε όπως το μαλακό ζυμάρι της πίτσας πάνω στο μεγάλο ταψί του φούρνου.
«Μα πώς είσαι έτσι; » ρώτησε βάζοντας τα γέλια. Γελούσε για κάμποση ώρα, ακόμη και όταν όρμησε βιαστικός μέσα στο γραφείο ο πελάτης που ήθελε το εταιρικό.
Ολόκληρη εκείνη τη μέρα, ο Αγγελος έβλεπε ανάγλυφα δέρματα και διάβαζε στα μάτια τη διάθεση της ψυχής και του φαινόντουσαν αστεία τα σχήματα των πραγμάτων.
Την ώρα που κλείνανε, έβγαλε το μπλοκ των επιταγών του και συμπλήρωσε ένα νούμερο μουρμουρίζοντας.
«Εκείνος ο Αγγελής ξέρεις ποιες διαθέσεις ήθελε να διευκρινίσει; Νομίζω ότι μιλούσε για την Αμαλία, που τον διπλάρωσε τώρα στα γεράματα. Σε κείνη σκόπευε να γράψει την περιουσία του. Θ' αποκλήρωνε για χατήρι της το γιο του και τη γυναίκα του. Έτσι μου είπε ο Τασούλης».
Ύστερα έδωσε την επιταγή στη Φωτεινή.
«Αύριο έλα αργότερα στη δουλειά » της είπε. Πήγαινε να εισπράξεις την επιταγή και να ψωνίσεις ό,τι θέλεις για σένα ή τα παιδιά σου.
Η Φωτεινή είδε τα σκληρά χείλια του άντρα να μαλακώνουν και το πρόσωπό του να αποκτάει έκταση και βάθος. Πλησίασε να τον φιλήσει, αλλά μπερδεύτηκε με την αίσθηση του βάθους και του κουτούλισε τη μύτη.
«Είσαι πολύ καλός. Σ' ευχαριστώ » του είπε συγκινημένη, αλλά και αμήχανη. Δεν είχε ξανασυμβεί κάτι ανάλογο σ' όλα τα χρόνια δέκα που δούλευε κοντά του.
Τα παιδιά την περίμεναν στην πόρτα του σχολείου ανήσυχα. Η δασκάλα την κοίταξε αγριεμένη. Μπόρεσε να διακρίνει μια μαυρίλα γύρω από τα μάτια της κακιάς γυναίκας. Πρόσεχε τα παιδιά από την ώρα που σχόλαγε το μάθημα ως τις τέσσερις. Τώρα ήτανε τέσσερις παρά πέντε και βιαζότανε να προλάβει το βραζιλιάνικο σήριαλ. Το ήξερε η Φωτεινή γιατί η δασκάλα ήτανε τόσο ανόητη που το συζητούσε με τα μικρά και κείνα βέβαια τα λέγανε όλα στη μαμά.
«Καλό απόγευμα » της φώναξε γελώντας, μα εκείνη δεν μπήκε στον κόπο να απαντήσει.
Μέχρι να φτάσει στο σπίτι η Φωτεινή, με τα δυο παιδιά κοντά της, μια αίσθηση στενοχώριας γέμισε την ψυχή της. Τα μικρά φλυαρούσανε, αλλά δεν καταλάβαινε τα λόγια τους. Υπήρχε κάτι στον αέρα, που τη γέμιζε θλίψη.
Απομακρύνθηκε από το σχολείο, και σιγά σιγά η θλίψη υποχωρούσε. Όταν πετάξανε τις τσάντες τους τα πιτσιρίκια στο πάτωμα και βγάλανε τα παπούτσια ανακουφισμένα, και η δική της καρδιά άρχισε να φλετουράει.
Το σχολείο είναι θλιβερό σκέφτηκε, ανήσυχη γιατί μέχρι τώρα δεν το είχε προσέξει αυτό. Κι εκεί μέσα στραβώνουνε οι αθώες ψυχούλες , ξανασκέφτηκε. Θυμήθηκε ύστερα πόσες βρωμοκουβέντες μάθανε εκεί τα μικρά της, πόσα κλάμματα ρίξανε για τα διαγωνίσματα, τα προβλήματα και την αναμονή των βαθμών. Και είναι ακόμα εννιά και δέκα χρόνων, είπε με το νου της, όσο ετοίμαζε το τραπέζι. Σερβίρισε τα μακαρόνια και φώναξε τα πιτσιρίκια.
«Πλύντε τα χέρια σας ».
Δεν έφαγε μακαρόνια η Φωτεινή, ανακάτευε το πιάτο της κοιτάζοντας τα μικρά προσωπάκια. Οι φωνούλες τους ήτανε γλυκιές, απαλές, όμορφες σαν θεία μελωδία. Της φαινόντουσαν τόσο υπέροχα αυτά τα κεφαλάκια, που τα μάτια της γεμίζανε δάκρυα από τη συγκίνηση.
Πόσο εξαιρετικό είναι που υπάρχουνε εδώ κοντά μου, αυτά τα αγγελούδια έλεγε και ξαναέλεγε μόνη της όσο ανακάτευε τα μακαρόνια με τη σάλτσα τους.
«Μαμά δε θα φας το φαγητό σου; » ρώτησε η Αννούλα, που ήτανε δέκα χρονών και συνήθως νιαζότανε για τους άλλους.
«Αν δε φας εσύ μαμά, πώς περιμένεις εμείς να αδειάζουμε το πιάτο μας;» συμπλήρωσε και ο Σταμάτης, που ήτανε εννιά χρονών και πάντα έκανε ό,τι και η Αννούλα.
«Είμαι λίγο αδιάθετη, και δεν έχω όρεξη. Τελειώστε εσείς και εγώ θα περιμένω το ν μπαμπά. Ίσως τότε να τελειώσω κι εγώ το πιάτο μου ».
Όμως ούτε και όταν ήρθε ο Βαγγέλης μετά τις εφτά το απόγευμα είχε όρεξη. Κάθισε απέναντί του. Πολύ καιρό είχε να καθίσει έτσι απέναντί του και να του κάνει παρέα, συνήθως καταπιανότανε με τις δουλειές του νοικοκυριού όλο το απόγευμα , αγχωμένη, με την ψυχή στο στόμα.
«Ξέρεις, Φωτεινή, σήμερα συνέβησαν διάφορα πράγματα στη δουλειά » κι άρχισε ο άντρας ν' ανιστορεί εξελίξεις που μοιάζανε με της γυναίκας του...
Στις εννιά το βράδυ, τα παιδιά είχανε τελειώσει τα μαθήματα και πίνανε το γάλα τους.
Ο Βαγγέλης με τη Φωτεινή βλέπανε τις ειδήσεις.
«... Ο ιός που εντοπίστηκε πριν μερικές μέρες στη Βοστώνη, προκαλεί εύθυμη διάθεση... Πιθανολογείται ότι κατά τ' άλλα είναι ακίνδυνος, αν και σύμφωνα με πληροφορίες σε μερικές περιπτώσεις προκαλεί ανορεξία ... ερευνάται αν μεταδίδεται και πώς ...»
«Ένας ιός από τη Βοστώνη, για φαντάσου!... » Κοίταξε ο ένας τον άλλο και βάλανε τα γέλια.
Η συγγραφέας εμφανίστηκε στο Βig Bang
Νο 3 με
το οικοθρίλλερ «Σκομευτής».
Εδώ εισάγει έναν χιουμοριστικό καταλύτη στην συμβατική
καθημερινότητα.
H Eλένη Γούλα είναι φιλόλογος που
γεννήθηκε στο Βασιλίτσι Μεσσηνίας. Ζει και διδάσκει στην Αθήνα. Ακούστε την:
Η σχέση με την ε.φ. δε νομίζω ότι είναι πάρα πολύ στενή.
Έχω διαβάσει αρκετά βιβλία, κυρίως επειδή υπήρχανε στη βιβλιοθήκη του σπιτιού
μας. Μερικά απ' αυτά μου αρέσανε ιδιαίτερα. Σαν είδος λογοτεχνίας νομίζω ότι
είναι αξιόλογο και αποτελεί μια σημαντική πρόταση στην προσπάθεια που
καταβάλλει η τέχνη κατά τον Αριστοτέλη για την ερμηνεία του κόσμου.
Το στοιχείο
του φανταστικού νομίζω είναι κομμάτι της πραγματικότητας, αφού η ίδια η
πραγματικότητα, τουλάχιστον θεωρητικά, δεν είναι δυνατόν να οριστεί με
ακρίβεια. Δηλαδή, τι είναι η πραγματικότητα; Είναι αυτό που μάς δείχνουν οι
αισθήσεις μας ή μήπως ό,τι κατανοεί ο νους μας; Είναι αυτό που αντιλαμβάνεται ο
καθένας χωριστά ή μήπως είναι η αντίληψη των πολλών; Είναι αυτό που έρχεται μια στιγμή, σαν φώτιση, ή εκείνο που
συμβαίνει καθημερινά; Αν
συνεχίσουμε αυτόν τον προβληματισμό θα φτάσουμε σε έναν χώρο «διευρυμένης
πραγματικότητας» όπου θα βάλουμε τις ιστορίες και τους ήρωες που ζουν μέσα σ'
αυτές. Όσοι από τους ήρωες είναι
πλασμένοι με αληθοφάνεια, όσοι έχουν ψυχή μέσα τους, επιβιώνουν, ενώ οι
υπόλοιποι ξεχνιούνται και χάνονται.
Δεν σκέφτομαι αν οι ιστορίες μου ανήκουν στο χώρο του φανταστικού,. Αυτό
που προσπαθώ κάθε φορά είναι να βρίσκω μια θεσούλα κάπου μέσα στη φαντασία μου,
όσο γίνεται πιο βολική, χωρίς να ασφυκτιώ από συμβάσεις και όρους δεδομένους.