κάποιος
θα χτυπήσει
την πόρτα σου
Ι. Μ. Στίγκας
H ΠΟΡΤΑ ΤΟΥ σπιτιού μου χτύπησε στις τέσσερις μετά τα μεσάνυχτα. Όχι πολλές φορές, τρεις... τακ τακ τακ ... στις τέσσερις ακριβώς, πάνω στη γαλήνη του ύπνου. Τα βλέφαρα ανοίγουν απότομα, σκέψεις απρόσκλητες, η καρδιά χτυπάει συναγερμό. Ποιος μπορεί να είναι τέτοια ώρα;
Ένας άστεγος δαίμονας, ένας αργοπορημένος πλασιέ που καίγεται να σου διαφημίσει την καινούργια του μαύρη κουκούλα, ένας έμπορος μαχαιριών που θέλει να σου αποδείξει ότι τα μαχαίρια του είναι κοφτερά; Ίσως κάποιος που θέλει να πληρωθεί για κάτι, κάποιος που θέλει να πληρώσεις.
ΠΟΙΟΣ; ΤΙ; Τι είναι αυτό που τσακίζει τη νυχτερινή ηρεμία, που τολμά να ανέβει τα σκαλιά και θρασύτατα να χτυπάει την πόρτα σου τρεις φορές, όχι μία, όχι δύο ... ΤΡΕΙΣ, πράγμα που κατά τη δική μου γνώμη υποδηλώνει κάτι ιδιαίτερα ανησυχητικό. Η μία φορά δείχνει δισταγμό, μπορεί να είναι κάτι που έγινε κατά λάθος, να προοριζόταν για κάποιον άλλον. Οι δύο φορές δεν είναι τόσο σίγουρες, κάπου σκέφτεσαι να μην ξυπνήσεις κανέναν και το κόβεις εκεί. O ι τέσσερις πάλι, είναι υπερβολή, βιασύνη, πάθος, μίσος, οι τέσσερις είναι αδύναμες γιατί έχουν συναίσθημα. Οι τρεις όμως δηλώνουν σιγουριά, υπομονή, βεβαιότητα, σύνεση, μα πάνω απ' όλα ψυχρότητα, μια ψυχρότητα που απ' τις χαραμάδες γεμίζει όλο το σπίτι και μπαίνει απ' τα ρουθούνια σου, κάτω απ' το δέρμα, βαθιά μέσα σου. Κάπου δεν μπορείς να αρνηθείς ότι ξέρεις πως τώρα δεν υπάρχουν πονηριές, δικαιολογίες και παρακάλια.
Είσαι μόνος σου και μόνος πρέπει να το αντιμετωπίσεις. Προσπαθείς να σηκωθείς απ' το κρεβάτι ύστερα από εκατό περίπου χρόνια και διαπιστώνεις ότι κάτι σ' έχει καρφώσει με μεγάλεςμεγάλες πρόκες στα γόνατα, στη μέση και στο στήθος. Καταφέρνεις να σηκωθείς και για να πάρεις κουράγιο φέρνεις μια μελωδία στο μυαλό σου, μα με φρίκη διαπιστώνεις ότι κάτι μέσα σ' αυτή τη φασματική σιωπή που επικρατεί τίποτα δεν μπορεί να επιβιώσει. Οι μελωδίες έρχονται παραποιημένες, αποκρουστικές, σαν να τις μουρμουρίζει μια ανάπηρη χορωδία ανεγκέφαλων, λειψών, ετοιμοθάνατων, με παραμορφωμένα στόματα, που βγάζουν βλέννες και μολυσμένους αφρούς. Όλοι τους βυθισμένοι σε κάποιο σιχαμερό βαλτοτόπι κι ένα κακόβουλο φεγγάρι από πάνω τους να καρφώνει με το βλέμμα του ό,τι προσπαθεί να ζήσει και να πετάξει.
Τέσσερις και είκοσι. Η αυγή θα έρθει μάλλον την άλλη βδομάδα, ίσως και τον άλλο μήνα.
Προσπαθείς να αφουγκραστείς, να κρατηθείς από κάποιον γνώριμο, ευχάριστο, εξωτερικό ήχο, να αισθανθείς ότι δεν είσαι ο μοναδικός, ο τελευταίος άνθρωπος που υπάρχει, ότι υπάρχουν κι άλλοι που 'ναι ξάγρυπνοι, που ίσως με μια κραυγή σου τρέξουν να βοηθήσουν, μα διαπιστώνεις ότι είσαι ο μοναδικός, ο τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο, ολομόναχος, αντιμέτωπος με ό,τι νοσηρό φτάνει μέχρι το κατώφλι σου, θέλοντας να μπει μέσα στην καρδιά σου ή να μπεις στο στομάχι του.
ΣΙΩΠΗ. ΑΠΟΛΥΤΗ.
Τέσσερις και μισή. Όλα γύρω σου έχουν πεθάνει εκτός από εσένα κι αυτό. Τα δυο τελευταία πλάσματα του πλανήτη κι όμως δεν μπορούν να συμβιώσουν, δεν μπορούν να τα βρούνε, το ένα ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ. Οπωσδήποτε.
ΓΙΑΤΙ;
Ίσως γιατί... δεν ξέρω, γιατί έτσι πρέπει.
Σου έρχεται να φταρνιστείς μα δεν το κάνεις, πρέπει να κινηθείς αθόρυβα, να το παραπλανήσεις, να το αιφνιδιάσεις, να το κερδίσεις, αν και κατά βάθος ξέρεις ότι το παιχνίδι είναι άνισο. Απ' την άλλη όμως, εσύ πολεμάς να τη βγάλεις καθαρή· το μόνο που θες είναι εκείνος ο γαλήνιος αναστεναγμός που δεν έρχεται ποτέ και να χάσεις τα πενήντα κιλά που πήρες το τελευταίο μισάωρο.
Τέσσερις και σαράντα. Είσαι σίγουρος ότι το πλάσμα περιμένει υπομονετικά έξω από την πόρτα σου. Δεν τη σπάει γιατί τότε όλα θα τέλειωναν γρήγορα, δεν θα 'χε πλάκα, σκοπός του είναι πρώτα να σε βασανίσει, διασκεδάζει με το φόβο σου, τον απολαμβάνει, τον ρουφάει σε μεγάλεςμεγάλες τζούρες κι ύστερα τον ξεφυσά... σε σχήμα νεκροκεφαλής.
Κι εσύ ο δύστυχος του δίνεις όλες τις μορφές του εφιάλτη σου απ' τα παιδικά σου χρόνια και τον κάνεις μοχθηρό γίγαντα, τόσο ψηλό που από το ματάκι της πόρτας θα έβλεπες μόνο την μπότα του, τον κάνεις εκείνο το απαίσιο, διαβολικό νανάκι με το κόκκινο αδιάβροχο που τι; έβαλε τα καλά του κι ήρθε να δει αν κοιμάσαι καλά;
Δε σταματάς, δε σταματάς να τον τρέφεις, του δίνεις όλες τις Λαβκραφτικές υποστάσεις πού 'μαθες απ' τα βιβλία και τα όνειρα και στο τέλος στην ανάσα του καλείς τον ακατονόμαστο, τον Ινφαρούτ, τον φεγγαρόμορφο εφιάλτη κι ενώ αυτή είναι η παρανοϊκότερη εκδοχή, οι χνουδωτές τριχίτσες στο σβέρκο σου τινάσσονται πανικόβλητες φωνάζοντας «ναι, αυτό είναι, ο φεγγαρόμορφος, το βρήκες, ήρθε για σένα και μόνο για σένα». Δε θ' ανοίξεις;;; Είναι αγένεια, πρέπει κάποια στιγμή να του ανοίξεις, τόσο δρόμο έκανε, ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΣΕΝΑ...
Εσύ μάταια προσπαθείς να πιαστείς από κάπου και κοιτάς έναένα τα αντικείμενα γύρω σου. Η τηλεόραση που αλήτευε ξεχασμένη μέχρι αργά σου λέει «κλείσε με τώρα, νύσταξα»· ξέρεις όμως ότι σου λέει ψέματα, πως δε νυστάζει καθόλου, ξέρεις ότι απλά δε θέλει να αντικρίσει τη φρίκη.
Ο καθρέφτης τέτοιες στιγμές ψιθυρίζει πάντα το ίδιο: «ΜΗ ΜΕ ΚΟΙΤΑΞΕΙΣ, ΜΗ ΜΕ ΚΟΙΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΚΑΝΕΝΑ ΛΟΓΟ» αλλά εσύ πάντα τον κοιτάς, ακριβώς για κανένα λόγο, από αντίδραση ή καλύτερα για να βεβαιωθείς ότι το πρόσωπό σου δεν έχει αλλάξει ριζικά, να σιγουρευτείς ότι εσύ δεν είσαι το τέρας ... Κι αφού τρομάζεις και χαίρεσαι ταυτόχρονα, χαζεύεις τις ντουλάπες που τρέμουν, ενώ ξαφνικά όλα τα φώτα νιώθουν μια ακατανίκητη επιθυμία να ανάψουν κι εσύ βέβαια δεν τους χαλάς το χατίρι. Φτάνεις σε μερικά χρόνια στην κουζίνα, αποφεύγεις να κοιτάξεις την πόρτα κατάματα, ψάχνεις για κάτι αιχμηρό, κάτι που να πληγώνει, βρίσκεις ένα μαχαίρι, σου λέει: «παράτα με! Δεν είμαι εγώ για τέτοια» μα εσύ του κλείνεις σφιχτά το στόμα και το κρατάς όμηρο στο ιδρωμένο χέρι σου
και πλησιάζεις
και πλησιάζεις
και όλο πλησιάζεις, την ίδια ώρα που τα σανίδια ξυπνάνε και διαμαρτύρονται και σου λένε «καλά χριστιανέ μου, τι θέλεις νυχτιάτικα;» Κι εσύ κάπου θυμάσαι ότι ναι, είμαι χριστιανός, αλλά μόνο αν με ρίξουν στα λιοντάρια.
Το ψυγείο τουρτουρίζει, τα σανίδια ψιθυρίζουν, τρίζουν ενοχλημένα, τους λες να σκάσουν γιατί πλησιάζεις και το τέρας δεν πρέπει να σε αντιληφθεί, λες και θα το χτυπήσεις ...
Αφού ξέρεις πιο καλά απ' τον καθένα ότι την πόρτα δεν θα την ανοίξεις ποτέ και το μάτι της το τυφλώνεις μ' ένα βαμβάκι.
Δεν θες να δεις τίποτα, προτιμάς την αγωνιώδη, βασανιστική άγνοια απ' την αβάσταχτη, φριχτή γνώση.
Κάπου φοβάσαι ότι εκεί έξω στο σκοτάδι μπορείς να αντικρίσεις τον εαυτό σου ... κι αυτό είναι το χειρότερο απ' όλα...
Ασε, καλύτερα να ταμπουρωθείς μέσα σου κι όταν επιτέλους έρθει η αυγή, ενθουσιασμένος θα τηλεφωνήσεις στον κολλητό σου κι ενώ ακόμα θα κοιμάται, εσύ με πάθος θα του διηγείσαι για το τέρας που σκότωσες το προηγούμενο βράδυ.
Κι όταν ξανανυχτώσει;;;
Τότε μάλλον τα πράγματα θα 'ναι πολύ δύσκολα, αλλά μέχρι τότε μπορείς ελεύθερα να είσαι ο ατρόμητος ήρωας, ο κυνηγός των φαντασμάτων, ο άτρωτος πολεμιστής.
Το βράδυ όμως... εκεί γύρω στις τέσσερις... κρύψου βαθιά μες στο κρεβάτι, γιατί κάποιος θα χτυπήσει την πόρτα σου ...
Ο Ι. Μ. Στίγκας γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα σπουδάζει ιατρική, και είναι φανατικός οπαδός του «Λαβκραφτικού Κύκλου». Το παραπάνω είναι το πρώτο διήγημα που δημοσιεύει.