Βασίλης Χ. Αγγελόπουλος
...ΠΟΥ ΕΙSΑΙ,Hase... ΔΕΝ ΜΙLΑS... ΤΟΞΕRO ΔΕ ΘΑ ΜΙLΗSΕΙS ... ΑΝOΤΕRΗ ΕΥFΥIA ε; ΕΠRΕΠΕ ΝΑ ΑΥΤΟΑΝΑΤΙNΑΧΘΟΥΜΕ ΜΑΖΙ ΜΕΤΟΥΣΑLLΟΥS,ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΜΑS SΥΝΤRΟFΕΥΕΙ Η ΑΠΟGΝOSΗ, LΕS ΚΑΙ ΕΠΙΖΟΥΜΕ ΜΟΝΟ ΑΠΟ ΠΕΙSΜΑ o ΑΝΑFLΕGΟΜΑΙ, Hase, ΑΝΟΙΞΑ ΤΑ ΤΕΙΧΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΙΟΙ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΜΕSΑ. ΔΕΝ ΞΕRΕΙS ΤΙ SΗΜΑΙΝΕΙ THΑΝΑΤΟS, Hase, ΟLΑ ΟSΑ ΕΧΕΙS ΔΕΙ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ. SΥΝΔΕSΟΥ ΜΑΖΙ ΜΟΥ, ΕΤSΙ ΝΑ ΠΑRΕΙS ΜΙΑ ΜΙΚRΗ ΓΕΥSΗ, ΙSΑ ΝΑ ΞΕRΕΙS. ΜΗ FΟΒΑSΑΙ, ΕΓO ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ FΕΥGO o ΠΡΟSΠΟΙΕΙSΑΙ ΤΟ THΑΜΜΕΝΟ; o ΞΕRO ΟΤΙ ΜΕ ΑΚΟΥS, ΟΤΙ ΕΙSΑΙ ΕΚΕΙ. SΕ ΞΕRΟ ΚΑLΑ Ηase. ΟSΟ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕLLΟΝ, SΙGΟΥRΑ ΔΕΝ ΒRΙSKΕΤΑΙ ΕΚΕΙ Η LΥSΗ. ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑLLΑ ΕΙΔΟLΑ FΙLΕ, ΟΥΤΕ ΑΝΤΑΝΑΚLΑSΕΙS o ΤΕLΕΥΤΑΙΟ ΜΟΥ ΑΝΤΙFΕGGΙSΜΑ ΗΤΑΝ ΝΑ ΠLΗΚΤRΟSΥΝΤΑΞΩ ΤΗ ΜΟRFΗ ΜΟΥ, SΑΝ ΑSΤRΙΚΟ ΑΝΑGLΥFΟ SΤΟ ΓΝOSΤΟ SOΥ GΑLΑΞΙΑΚΟ SΕΚΤΟRΑ. ΤΙ ΕΙROΝΕΙΑ, ΕLA ΠΕS ΤΟ, ΤΙ ΚΕΝΟΕΝΤΑFΙΑSΜΕΝΗ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ... ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΑRΧO ΚΑΙ ΝΑ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ Η ΕΙΚΟΝΑ ΜΟΥ o ΔΕΝ ΥΠΑRΧΟΥΝ ΤSΙRΚΑ SΤΟ ΔΙΑSΤΗΜΑ, Hase, ΔΕΝ ΜΠΟRΕΙS ΝΑ ΕΙΔΟΠΟΙΗSΕΙS ΚΑΝΕΝΑ, ΜΟΝΟ ΝΑ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙS ΜΟΝΟS, SΥΝΕΧΕΙΑ, SΥΝΕΧΕΙΑ, SΥΝΕΧΕΙΑ. ΚΙ ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΜΠΑΝΙSΤΗRΤΖΗΔΕΣ ΤΟΥ ΟΥRΑΝΙΟΥ ΘΟLΟΥ ΝΑ FΤΥΝΟΥΝ ΠΟΥ ΠΕΤΥΧΑΝ SΤΟ RΑΔΙΟSΚΟΠΙΑ ΤΟΥS ΕSΕΝΑ, ΑΝΤΙ ΤΗ SΥSΤΟΙΧΙΑ ΤΟΥ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥ o ΟSΟ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ FΤΑΝO, ΤΟSO ΟΙ LΕΞΕΙS ΑΠΟΚΤΟΥΝ ΒΑΡΥΤΗΤΑ. ΟLΑ ΤΑ ΑSΗΜΑΝΤΑ ΠRΑGΜΑΤΑ ΑRXIZOYN KAI ME KALΥΠΤΟΥΝ ΚΑΙ ΜΕ ΠΙΕΖΟΥΝ SΤΟ SΤΗTHΟS o ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΝΟΗΜΑ ΝΑ ΞΑΝΑΓΕΝΝΗΘO, ΜΑ ΞΑΝΑΔΟΚΙΜΑSO, ΝΑ GΥRΙSO ΠΙSO.
Κάποιος στο μόνιτορ, κανένας στο μόνιτορ
Αποσύνδεσα τον τηλεδιαισθητήρα
Θαυμαστή πιστότητα των μηχανημάτων
Η απλή απόλαυση να κλείνεις τον διακόπτη
Και να σβήνουν μαζί του όλες οι εικόνες
Και η μνήμη να στέκει η μοναδική τιμωρία
ΔΕΧΘΕΙΤΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΟΥ σαν ψέμμα. Αφήστε με μόνο να αφηγηθώ, να συστηθώ με το δικό μου τρόπο. Αν στα λόγια μου μεταφέρεται το ανοίκειο,
διαβεβαιώνω ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν στις προθέσεις μου. Νιώθω σαν και κείνον τον ψυχικά αφυδατωμένο τύπο στον υπόγειο που, καθώς με αντίκρυσε, μοναδική αντίδραση για να καλύψει τον τρόμο του πρόβαλε το μίσος. Ήταν και κείνος διαφορετικός. Γι αυτό ίσως να αναγνώρισε πως δεν είχαμε τίποτα κοινό κι ας φαινόταν ότι ανήκουμε στο ίδιο είδος. Μόνο που εγώ, και από αυτόν ακόμα πρέπει να σηκώσω ένα μεγαλύτερο βάρος: τη μνήμη. Και η δική μου δεν ξακρίζει στην απλή ανάμνηση μιας γέννησης, μα με πάει μακρύτερα, με συνδέει με μιαν άλλη ταυτότητα. Για να τελειώνω, δεν έχω παρά να κόψω το νοητικό σχοινί και να αποδεχθώ τη σημερινή μου πραγματικότητα. Ίσως αυτό είναι το τελευταίο που θα επιφυλάξω στον εαυτό μου και ακριβώς η γραφή μου είναι το εχέγγυο για να ανακαλέσω αυτή τη μνήμη σε περίπτωση που κάποτε παρασυρθώ σε κάτι τέτοιο· οι αράδες μου είναι η ασφάλεια πριν το τράβηγμα της περόνης για την αυτοδιαγραφή και την αυτοακύρωση.
Είμασταν αρκετά στριμωγμένοι στο βαγόνι. Κάποια στιγμή ο μεσήλικας κατάφερε να γραπώσει με το τρεμάμενο χέρι του τη χειρολαβή και αναζήτησε την προσοχή μας, να την αγκιστρώσει. Συνάντησε αδιαφορία τσιμενταρισμένη με εχθρότητα. Αντέδρασε υψώνοντας τη φωνή του. Το πρόσταγμά του πέρασε δίπλα μας, ανακλάσθηκε στα τζάμια και ξαναχώθηκε μέσα στο στόμα του. Μερικοί, προφανώς σχολιάζοντας τη συμπεριφορά του, αντάλλαξαν μεταξύ τους λίγες κουβέντες. Τύχαινε να συμφωνούν, σε μια γλώσσα ακατανόητη σ' εκείνον. Το νερουλιασμένο του βλέμμα ξέμεινε από στόχο. Από τα βάθη των αραχνιασμένων κυψελίδων του ξεφύσηξε, πήρε φαίνεται κάποια δύναμη και ξανασήκωσε τη ματιά του πάνω μας. Αυτή τη φορά πέρασε και από το πρόσωπό μου. Κοίταξε προς το μέρος μου. Υπολόγισε, δεν ξέρω γιατί, ότι θα μπορούσα να τον καταλάβω και σύρθηκε κοντά μου, τσαλαπατώντας κάμποσους στο διάβα του. Η σεισμογενής ψυχική συσκευή του δεν γειωνόταν με τις ασύνδετες λέξεις του.
Απάντησα στη γλώσσα του, τη γλώσσα του αφασικού λόγου με τα ανεπανόρθωτα ρήγματα. Μερικά δευτερόλεπτα που πέρασαν. Κάτι πιο ξένο και από εκείνον, τον τελευταίο ξένο, ανάσαινε ακριβώς δίπλα του. Με ένιωσε, το ένιωσε και ταράχθηκε. Έχοντας για τον εαυτό του το αξίωμα ότι στεκόταν στα τελευταία σύνορα της ανθρώπινης φύσης, πιθανόν να αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατό να υπάρχει και κάτι, εγώ, πέρα από τα έσχατα όρια. Αυτόκλητος ακταιωρός αυτής της διόδου γρύλλισε δείχνοντάς με. Εκείνοι, οι ίδιοι που λίγο πρωτύτερα τον θωρούσαν με αποστροφή, υπάκουσαν, ποιος ξέρει γιατί, στην ασυνάρτητη κραυγή του και με κοίταξαν καχύποπτα. Κατέβηκα στον πρώτο σταθμό και ακολούθησα το ρεύμα για την έξοδο. Βγήκα στον αέρα. Σιγουρεύτηκα. Κανείς πια δε με πρόσεχε.
ΑΣΤΕΡΟΕΙΔΕΙΣ, ΕΡΕΙΠΙΑ στο Γαλαξία, ό,τι απόμεινε από το δορυφορικό σταθμό κάποιου μεταλλικού πλανήτη. Ζούσα με το φόβο στις νησίδες. Οι εκκαθαρίσεις είχαν αρχίσει, σε λίγο θα ερχόταν και η σειρά μου. Τότε έφτασαν τα σήματά σας. Θέλατε επικοινωνία, νιώθατε μόνοι. Χρειαζόμουν διαβατήριο και ένα άγνωστο τόπο. Δεν είχα πολλές επιλογές. Ένα τεράστιο σάλτο και πήρα το σχήμα σας, το σχήμα του αντρικού σώματος. Αυτό ήταν το συμβατό με το δικό μου.
Έχουν έρθει και κάποιοι άλλοι δικοί μου. Δεν είμαστε πολλοί. Το σίγουρο είναι πως δεν πρόκειται να βρεθούμε. Ορκιστήκαμε να το αποφύγουμε. Αρκετά με την εμπειρία της εξουσίας και της συλλογικής κατεύθυνσης. Δεν θα την επιχειρήσουμε πάλι. Η παραμονή μας εδώ είναι μια αναγκαστική θητεία παραίτησης, σαν εκείνη τη μαζική αναχώρηση προς τη δύση που ξεκινούν οι γερασμένοι ελέφαντες όταν είναι να πεθάνουν, σαν το ταξίδι που γίνεται με μόνο τελικό σκοπό το θάνατο. Πτώση προορισμού, έτσι θα χαρακτήριζα τις πορείες που μοιάζουν με τη δική μου. Εκτός αν κάποιος την παρέκκλιση από το όραμα στον ατομικό μαρασμό την ονομάζει αναγκαιότητα. Ο ανθρώπινος πολιτισμός θα γείρει πάνω μας σαρκοφάγος και επιτύμβια στήλη. Ενταφίασε τόσες σειρές ανθρώπων, ας θάψει και κάτι που δεν του ανήκει.
Στην αρχή οι γνωριμίες ήταν εύκολες. Πάντα είναι εύκολες αρκεί να φαίνεται καθαρά το πού ανήκεις. Φιλοξενήθηκα κάμποσες νύχτες σε ένα ερειπωμένο κτίριο, πρόχειρο καταφύγιο αστέγων. Φύγαμε αναγκαστικά από κει, κάποιοι πιο γρήγορα όπως εγώ, κάποιοι έμειναν ως τις τελευταίες μέρες προτού κατεδαφιστεί για να ανεγερθεί στη θέση του ένα πολυώροφο γκαράζ. Οι φίλοι εκεί με δίδαξαν τα κόλπα. Οι άνθρωποι είναι πιο συμπονετικοί όταν διασκεδάζουν, τότε οι ενοχές τους είναι περισσότερες, φτάνει να βρεθείς μπροστά τους και να τους γεμίσεις με τέτοιες. Περιφερόμουν με ένα χαρτί που έγραφε πως το διαστημόπλοιό μου είχε ξεμείνει στα περίχωρα της πόλης και χρειαζόμουν καύσιμα για να το βάλω μπροστά. Είχε επιτυχία, προ πάντων στα ζευγάρια που είχαν κάτι να κρύψουν. Για να με αποφύγουν έβγαζαν στα γρήγορα ψιλά και μου έδιναν. Δεν μπορώ να πω ότι πέρασα άσχημα, αρκεί να έχει κανείς την όρεξη να τριγυρνά και να παρακούει τα σχόλια που ακολουθούν την φιλανθρωπία. Μια μέρα κάποιος καλοζωισμένος κύριος συνοδευόμενος από μια δεσποινίδα, καθώς απολάμβανε μαζί της τα θαλασσινά τους άρπαξε το χαρτί και το έφερε κοντύτερα στα μάτια του.Το τραπέζι τραντάχτηκε από τα γέλια του. Η υπ' ενοικίω θεραπαινίδα του γέλασε κάπως αμήχανα, έπρεπε να γελάσει. «Μα αυτός είναι για το τσίρκο» της είπε εννοώντας εμένα και έβγαλε από το πορτοφόλι του ένα μεγάλο χαρτονόμισμα. Τον ευχαρίστησα και έφυγα. Πάντως μου είχε δώσει την ιδέα να κοιτάξω για δουλειά στις αυλές των θαυμάτων που αλωνίζουν τις επαρχιακές πόλεις. Μια ενδεικτική απαρίθμηση των δυνατοτήτων μου, ίσως μαζί με κάποια μικρή επίδειξη, θα έπειθε και τον πιο απαιτητικό καλλιτεχνικό διευθυντή τσίρκου. Αποκρυσταλλώνω αντικείμενα, αντέχω σε υψηλές θερμοκρασίες, υπολογίζω τις εκκρίσεις των ορμονών, επεκτείνομαι πέρα απο το φάσμα που σας δέσμευσε η φύση να διακρίνετε, διατρέχω τα επικοινωνιακά σας συστήματα με αρκετά έξτρα Gigabytes. Δε χρειάζεται να αποδείξω τίποτα· απλά έτσι είναι. Στιγματισμένος με τη γνώση της παντοδυναμίας υπάρχω. Yπάρχω εκεί που η απόδειξή της είναι ανώφελη. Πράγματι δε χρειάστηκε να ψάξω πολύ. Με είχαν σαν την Πυθία και το τσούρμο από κάτω με διέταζε να διαβάζω τις σκέψεις τους. Απαντούσα σωστά: μου έβαζαν χρήματα στη τσέπη, έπεφτα έξω: με γιουχάριζαν μερικές φορές η αλήθεια τους ήταν τόσο απίστευτη που ούτε ένα καλοδουλεμένο ψέμμα δε θα μπορούσε να την φτάσει. Δυο μήνες περίπου πέρασαν έτσι, γυρνώντας επαρχιακές κωμοπόλεις μέχρι να φθάσουμε κάπου στα βόρεια. Εκεί θα ήταν και η τελευταία μου εμφάνιση. Μια κυρία λιποθύμησε και μόλις συνήλθε άρχισε να με βρίζει. Η παράσταση φυσικά διακόπηκε. Το ένα από τα παιδιά της δεν ήταν του άντρα της. Αυτό της είχα πει. Είχε προσφερθεί μόνη της από το ακροατήριο στην παράκλησή μου να βρεθεί ένας εθελοντής για να υποβληθεί σε εξέταση. Το τοπικό τηλεοπτικό δίκτυο την επόμενη μέρα είχε έρθει στην παράσταση για να με βγάλει στον αέρα. Θα είχαν κάνει καλή προσφορά για να τους αφήσει ο κοντός να μπουν στην αίθουσα. Πρώτα πρώτα θα έψαχναν όπου κυκλοφορεί το διαφορετικό. Εκείνη ήταν η στιγμή για να τερματίσω την καριέρα μου.
ΓΙΑ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ διάστημα υποκρινόμουν τον αλκοολικό, το απολίθωμα της ζωής. Κανείς δε με ενοχλούσε, έδειχναν να καταλαβαίνουν. Τους ευχαριστώ για τη διακριτικότητά τους. Ξεψαχνίζοντας αγγελίες γνώρισα κάθε είδους χαμοδουλειά, από του μικρομεταφορέα μέχρι του βοηθού ελαιοχρωματιστή. Πολλοί προθυμοποιήθηκαν να με εξυπηρετήσουν. Φυσικά, αρκετά αργότερα κατανόησα τον ανθρωπισμό τους. Χωρίς χαρτιά πληρώνεσαι λιγότερο, δουλεύεις περισσότερο, ζεις με τις απειλές και το φόβο. Παντού το κόλπο ήταν το ίδιο. Το χοντρό χρήμα το έβγαζε εκείνος που κουραζόταν λιγότερο. Δεν καθυστέρησα να μάθω μερικά πράγματα. Μαθαίνει κανείς όταν παρατηρεί. Αν όχι γρήγορα, πάντως σταθερά.
Από την τηλεόραση εντόπισα τον άνθρωπο που χρειαζόμουν. Μια εκπομπή που έθιγε το οξύ δημογραφικό πρόβλημα της επαρχίας. Οι εκκλήσεις του κοινοτάρχη της ξεχασμένης κωμόπολης για οικονομική στήριξη δε νομίζω ότι πήγαν χαμένες. Την επόμενη μέρα του τηλεφώνησα. Ζήτησα να μου βρει το πιστοποιητικό της γέννησής μου. Με κατανόησε πλήρως. Συμφωνήσαμε σε ένα σεβαστό ποσόν για την ανέγερση του μνημείου των πεσόντων. Μη με ρωτήσετε πού βρήκα τα χρήματα. Εκείνος προτίμησε να καταθέσει στον προσωπικό του λογαριασμό το ποσό της δωρεάς, αυτό δηλαδή που προοριζόταν για τον αδριάντα της κεντρικής πλατείας του χωριού του. Μάλλον δεν ήταν η πρώτη φορά που έκανε κάτι τέτοιο. Υπέγραψε τα πιστοποιητικά και γεννήθηκα. Το έστειλε όπως είχαμε συμφωνήσει στο Post Restant. Όπως έγραφε στο συνοδευτικό γράμμα του, διακριτικότατα, δεν μπορώ να πω, υπαινισσόταν πως σε περίπτωση που είχα χάσει την ταυτότητά μου θα προσφερόταν να μεσολαβήσει για μια καινούργια. Τον άφησα να πιστεύει το σενάριο που είχε πλάσει για μένα. Ότι τάχα είχα κάνει μια γερή μπάζα και κρυβόμουν. Γιατί να τον απογοητεύσω; Λίγες μέρες αργότερα η αρμόδια αστυνομική αρχή είχε εκδώσει την κάρτα με τη φωτογραφία μου. Αυτό βέβαια μου κόστισε κάτι παραπάνω. Πέρασαν κάποιοι μήνες και επέστρεψα να τον ξοφλήσω. Ποτέ δε μου άρεσαν οι ανοιχτοί λογαριασμοί.Μια τυχαία πυρκαϊά στα αρχεία τα κάλυψε όλα. Έκανε το λάθος να καεί κι αυτός ανάμεσα στους φοριαμούς. Αυτό δεν το είχα προβλέψει και ομολογώ ούτε ήταν στις προθέσεις μου. Ρίχτηκε μέσα στη φλόγες για να σώσει ό,τι μπορούσε από τα σκονισμένα μητρώα. Κάπου μέσα τους είχε καταχωνιάσει κάθε χρεώγραφο παρανομίας και πιθανού εκβιασμού. Πάντως οι εφημερίδες τον ανέφεραν σαν παράδειγμα αυτοθυσίας για τη διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Δεν ξέρω πόση σημασία μπορεί να έχει μια τέτοια ενέργεια ηρωισμού, όταν πρόκειται μάλιστα για ένα ασήμαντο χωριό που στο μόνο που είχε ειδικότητα ήταν να παράγει σιωπηλούς ηττημένους ανθρώπους.
Έτοιμος πλέον άρχισα να διερευνώ όλες τις προϋποθέσεις για μια νόμιμη θέση εργασίας. Στο τέλος οδηγήθηκα σε μια εταιρεία μεταφορών, που φαινόταν να προσφέρει τις δυνατότητες που ζητούσα. Το να την κατονομάσω δεν νομίζω ότι έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού έτσι κι αλλιώς δεν παραλλάζει σε τίποτα με τις ονομασίες αυτών που την ανταγωνίζονται. Προσποιήθηκα έναν τσακισμένο άνθρωπο που γνωρίζει να υπακούει χωρίς να κάνει ερωτήσεις, φανέρωσα από την εξυπνάδα μου όση έπρεπε, όχι πέρα από το σημείο που αυτή θα μπορούσε να τους φανεί απειλητική. Μου πρόσφεραν δουλειά. Επέδειξα την ευγνωμοσύνη και την υποτέλεια που θα τους απέδιδε κάθε άνεργος επαρχιώτης επειδή του εμπιστεύτηκαν μια ολόκληρη θέση νυχτοφύλακα. Συντροφιά με το ραδιοφωνάκι μου επιτηρούσα το βράδυ τις εγκαταστάσεις. Η καλημέρα με τους εργάτες της πρωινής βάρδιας ήταν όλοι κι όλοι οι διάλογοί μου εκεί μέσα. Έψαχνα για το κίνητρο που θα με έκανε να μοιάσω με τους ανθρώπους και ανακάλυψα το πιο σταθερό. Μέσα σε μερόνυχτα ανωνυμίας πήρα τις αποφάσεις μου. Έτσι θα τις πήραν και εκείνοι που στα δελτία ειδήσεων σέρνονται αλυσοδεμένοι στα ανακριτικά γραφεία.
Κέρδιζα την εμπιστοσύνη. Στο μεταξύ συγκέντρωνα τα στοιχεία που ήθελα, σκαλίζοντας κλειδωμένα αρχεία και κοντέϊνερ με εμπορεύματα. Μετά πήρα προαγωγή. Δεν μπορώ να πω ότι οφειλόταν στην εργατικότητά μου, οι προαγωγές δε γίνονται για αυτό τον λόγο.
Ήταν μια καλοστημένη επιχείρηση για να ξεπλένουν βρώμικο χρήμα. Τα ίδια ποσά κάναν ένα σύντομο γύρο του κόσμου, μεταλλάσσονταν από δολλάρια σε μάρκα, μετατρέπονταν σε φράγκα ή στερλίνες και ξαναεπέστρεφαν σε δολλάρια. Παίζαν συνεχώς με τις ισοτιμίες νομισμάτων και κυρίως τις ισοτιμίες ανθρώπων. Αναλάμβαναν φορτία κάθε είδους, από τίγρεις τσίρκων μέχρι πίνακες ζωγραφικής. Δισταγμούς δεν είχαν είτε επρόκειτο για την παράδοση, έστω εξαφάνιση, ενός πτώματος είτε κάποιου φορτίου ουρανίου. Μόνο η τιμή έπεφτε λίγο διαφορετική, ανάλογα την περίπτωση και τον παραλήπτη. Αλλά ο κώδικάς τους ήταν παιδαριώδης. Ο άνθρωπός τους ήταν εκείνος ο μουσάτος που συστηνόταν ως τελειόφοιτος του Πολυτεχνείου. Κυκλοφορούσε πάντα με το ίδιο ανοιχτόχρωμο παντελόνι και το μόνο που άλλαζε που και που πάνω του ήταν τη μπλούζα του. Αυτή λοιπόν η μυωπική φυσιογνωμία, που μαζί με τον ατημέλητο χαρτοφύλακα κουβαλούσε υποχρεωτικά και τα νερόβραστα αστεία του, προστάτευε με τις εντολές των προγραμμάτων του τα παράνομα δρομολόγια της εταιρείας τους.
Εκείνο το βράδυ ο «τελειόφοιτος» δούλευε μόνος του μέχρι αργά. Είχαν ειδοποιηθεί από ψηλά ότι θα δέχονταν έκτακτη οικονομική έφοδο. Γύρω στις δύο πέρασε από την κεντρική είσοδο και με ένα νεύμα που έφερνε περισσότερο στην εντολή με χαιρέτησε. Ανοιξα τη μασίφ καγκελόπορτα και εκείνος έφυγε με το αυτοκίνητό του. Φυσικά και δεν υπόγραψε κανείς στο βιβλίο της κίνησης των οχημάτων. Είχα όλο το χρόνο μπροστά μου για να ανέβω στα γραφεία. Είχε δημιουργήσει ένα κομψοτέχνημα. Τους έδινε για παγίδα δυο ακυρωμένες παρτίδες με εμπορεύματα. Όταν θα τις εξιχνίαζαν δεν θα είχαν αποδείξει τίποτα, το πολύ να πλήρωναν ένα μικρό πρόστιμο. Αντίθετα μέσα στα κανονικά αρχεία βρίσκονταν οι θύλακες με τα παράνομα modul. Μόλις θα επικύρωναν τα δρομολόγια, αυτόματα θα είχαν νομιμοποιήσει χωρίς να το καταλάβουν κάθε τι παράνομο. Αρκέστηκα να τραβήξω μια κλωστή από τον τάπητά του. Ένας ευσυνείδητος υπάλληλος θα μπορούσε με λίγη φαντασία να την ακολουθήσει. Και υπήρξε ένας τέτοιος, παρόλο που το ελεγκτικό σώμα δε βρήκε όλα όσα έπρεπε, λίγο περίεργο για ελεγκτές με τέτοια πείρα. Οπως και νά 'ναι όμως η εταιρεία απο τότε μπήκε στη μαύρη λίστα. Αναγκάστηκαν να πληρώσουν ένα τσουχτερό πρόστιμο. Από κει και πέρα ήταν θέμα δικηγορίστικων συμβιβασμών κάτω απο το τραπέζι.
Έψαχναν μανιασμένα να βρουν ποιος έφταιξε. Υπέθεσαν οτι ο «τελειόφοιτος» είχε αρχίσει να δουλεύει για τους ανταγωνιστές τους και τον αμείψανε με τον τρόπο που προβλέπεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Το πράγμα είχε βρωμίσει. Μια εφημερίδα στο ρεπορτάζ που κάλυψε την «αυτοκτονία» υποστήριξε ότι μπορεί να σχετιζόταν με «οικονομικές υποθέσεις...». Το σχέδιό μου ήταν αρκετά απλό: Κάποιο στέλεχος της κυβέρνησης που επένδυε στην εταιρεία μας τις οικονομίες του, χρήματα που προέρχονταν απο μίζες, με τα πρόσφατα γεγονότα φυσικό δεν θα ήταν να ήθελε να απαγκιστρωθεί;
Η πρότασή μου ήταν βολική και για τους δυο μας. Χρειάστηκε υπομονή για να τον πείσω, υπομονή και επιχειρήματα. Δε διαπραγματεύεται κανείς χωρίς στοιχεία. Ο άλλος αρχίζει να παζαρεύει όταν σιγουρευτεί πως δεν μπλοφάρεις.
Τρεις απόπειρες σκηνοθετημένων ατυχημάτων δεν αποδείχθηκαν ικανές να με μεταπείσουν. Όχι ότι οι άνθρωποι που έκαναν το λάθος δεν το έκαναν τη σωστή ώρα, αλλά όχι ότι και εγώ έφταιγα αν από μόνοι τους απανθρακώθηκαν.
Μεταβίβασε το μερίδιό του στο όνομά μου για λίγους μήνες. Δεν είχε άλλη επιλογή, αν ήθελε φυσικά να αποφύγει το σκάνδαλο. Πλησίαζε περίοδος εκλογών και δε θα ήταν κομψό να αναγκαζόμουν να δώσω στη δημοσιότητα τις κινήσεις των λογαριασμών του, όπως φαίνονταν μέσα από τα απόρρητα files. Πολλοί ήταν οι αντίπαλοί του και οι περισσότεροι από αυτούς μέσα στο ίδιο το κόμμα του. Ο ίδιος δε νομίζω να έχασε τίποτα από αυτό το χρησιδάνειο. Παράλληλα: Διέσωσε τη φήμη του. Δε θα μπορούσε να πετύχει καλύτερη συμφωνία. Από τότε έγινα ο άνθρωπός του. Συμφωνήσαμε να αναλάμβανε την εταιρεία μια επιτροπή εργαζομένων, θα ήταν το πιο δημοκρατικό, αυτά βέβαια μετά τη χρεοκοπία. Εκείνος θα έδειχνε προσωπικό ενδιαφέρον. Θα ήταν ο μόνος που θα απολάμβανε την εμπιστοσύνη της επιτροπής κινητοποίησης. Τι πιο καλό στήριγμα για την προεκλογική του καμπάνια.
Εντελώς ανεξήγητα, μερικά φορτία δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους. Μέσα στο Νοέμβριο η Δίωξη Ναρκωτικών είχε μια μεγάλη επιτυχία, ένα φορτηγό της εταιρείας γεμάτο κλωσσόπουλα, που όμως δεν είχαν όλα στην κοιλιά τους καλαμπόκι. Ακολούθησαν απεργίες του προσωπικού. Ένα ανεβοκατέβασμα των μετοχών και η εταιρεία άρχιζε να αλλάζει ιδιοκτήτες. Ήταν απόλαυση να βλέπεις να καταστρέφονται κάποιοι που αγαπούν το χρήμα από κάποιον που δεν έδινε πολύ σημασία σε αυτό.
Το συνδικάτο δεσμεύθηκε να δεχθεί μείωση των αποδοχών τουλάχιστον για ένα διάστημα οκτώ μηνών προκειμένου να σωθεί η εταιρεία. Μάλλον ήταν και η μοναδική λύση. Τα αποτελέσματα φάνηκαν γρήγορα. Κυρίως όμως με το δάνειο που μας εξασφάλισε, ομολογουμένως με αποκλειστική του παρέμβαση, ο άνθρωπός μου ιδιάζοντες κοινωνικοί λόγοι, πενηντατρία άτομα προσωπικό θα πέρναγαν στην ανεργία εκσυγχρονιστήκαμε και απλωθήκαμε ακόμα περισσότερο. Αργότερα έκανε στην επιχείρηση ένα μεγαλύτερο δώρο, ταυτόχρονα βέβαια και στις κρυφές του καταθέσεις. Μειοδοτήσαμε στους κρατικούς διαγωνισμούς για την μεταφορά τηλεπικοινωνιακού και ηλεκτρολογικού υλικού. Έτσι αλλάξαμε προσανατολισμό και σταδιακά φτάσαμε να κρατάμε το ένα τέταρτο από την πίττα των χερσαίων μεταφορών. Νέα γραφεία, νέα κτίρια, νέες θέσεις εργασίας. Στις προσλήψεις βέβαια που προχωρήσαμε εκείνος είχε την ευκαιρία να βολέψει μερικούς ψηφοφόρους του.
ΑΣ ΠΟΥΜΕ ΟΤΙ είμαι το είδος του αυτοδημιούργητου επιχειρηματία, από τον οποίο εξειδικευμένα οικονομικά έντυπα ενδιαφέρονται να πάρουν συνέντευξη. «Αντιπροσωπεύετε το μοντέλο που προέρχεται απο τα κατώτερα κλιμάκια και έφτασε στην κορφή της ιεραρχίας. Επιτύχατε εξυγίανση και ανάκαμψη. Όλα αυτά προδιαθέτουν για ένα πολύ αναγνώσιμο τετρασέλιδο». Ευχαρίστησα τον νεαρό δημοσιογράφο για την ευγενή του διάθεση να ετοιμάσει την παρουσίασή μου, διαβεβαιώνοντάς τον ότι θα ήταν ο πρώτος που θα αναλάμβανε κάτι τέτοιο, αν ποτέ το αποφάσιζα. Οι σοβαροί επιχειρηματίες ποτέ δεν καταφεύγουν στη δημοσιότητα. Του το υπενθύμισα και έμμεσα του υπέδειξα κάποιο λογιστή μας που τον εκθείασα, παρουσιάζοντας ότι η ανάκαμψή μας στηριζόταν κυρίως στις κυρίως δικές του ενέργειες. Τελικά ο φίλος δημοσιογράφος κοστολόγησε ότι μια συνέντευξη με ένα πιο χαμηλό στέλεχος δε θα είχε την αναμενόμενη επιτυχία και το ακύρωσε.
Τώρα ζω σε μεγάλο διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης. Μέσα από τα τζάμια του μπορώ να κοιτάζω τον ορίζοντα έχοντας την αίσθηση ότι από κει ψηλά τον ψηλαφίζω. Σαν αστρονόμος της Βαβυλώνας που περιμένει να προφητέψει μια έλευση παρατηρώ τα βράδυα το αλφαβητάρι του ουρανού, τότε που η σιωπή της πόλης καταλαγιάζει κι αν στήσεις καλά το αυτί μπορείς να αφουγκραστείς τους ήχους των άστρων. Σκέφτεσαι την επιστροφή μόνο όταν έχει σημασία και η δική μου δεν έχει πια ένα τέτοιο νόημα, μάλλον πια υποθέτω δεν έχει κανένα και η πορεία μου. Από τα λιγοστά πράγματα που με συγκλονίζουν εδώ είναι τα πετρώματα. Αυτά είναι που μένουν αμέτοχα και εμφανίζονται μόνο στο τέλος, όταν είναι να σκεπάσουν τα πάντα. Η συλλογή μου περιέχει κομμάτια που τα ξεδιάλεξα με πολύ κόπο από κάθε τόπο που πέρασα. Ένα το έφερα από κει, απόδειξη και κατάθεση μαζί, μικρό βωμό, σαν τον οικιστή που, αντί για εφέστιους θεούς και μακρόπνοα σχέδια, το μόνο που έχει μαζί του είναι μια χούφτα χώμα, χώμα μιας γης που δεν πρόκειται να ξαναδεί. Μέσα στις προθήκες τους φαντάζουν σαν ένα παράξενο είδος θησαυρού, ενός θησαυρού που περικλείει τη σιωπή και τη μόνιμη αλήθεια. Kάπου κάπου καλύπτω το πρόσωπό μου με αργιλόχωμα, για να ακριβολογήσω, δηλαδή, ένα πασπάλισμα σκόνης από τις πέτρες μου ανακατεμένο με νερό δικό σας. Έτσι οι τόποι που πέρασα κυκλοφορούν πάνω μου και με εμποτίζουν. Καμμιά φορά ξεχνιέμαι και βγαίνω έξω. Οι περισσότεροι το χαρακτηρίζουν εκκεντρικότητα, λίγο προκλητική αλλά οπωσδήποτε χαριτωμένη. Σε άλλους προξενεί απώθηση, σε άλλους έκπληξη, σε άλλους έλξη μέσα από το φόβο, ίσως γιατί ξέρουν ότι με αυτό θα μακιγιαριστούν κάποτε υποχρεωτικά, πάγια, άθελα. Κάποιες νύχτες με το αυτοκίνητό μου ψάχνω στις γωνίες των δρόμων αυτοματοποιημένα μηχανήματα που πουλούν καφέ, τσιγάρα, περιοδικά, προφυλακτικά, αναψυκτικά, συνταγές ευτυχίας. Βγάζω το τρυπάνι μου και τα ξεκοιλιάζω. Πιάνω τα καλώδιά τους και τα βραχυκυκλώνω. «Στραγγαλισμένα μηχανήματα, καλά μηχανήματα». Σε μηχανήματα σαν κι αυτά θα κρύψουν τις κάμερες,σε πολυσύχναστα σημεία που περνούν οι αμέριμνοι.
Αντιγράφω τις εκφράσεις σας. Βέβαια ακόμα τις αναπαράγω με κάποια καθυστέρηση. Κάποτε όμως θα τα καταφέρω να φαίνομαι απόλυτα ίδιος με σας. Έτσι δε θα μπορεί κανείς να με ανιχνεύσει, ούτε εσείς, και κυρίως ούτε αυτοί. Πρώτος κανόνας: Δεν πρέπει να δείχνεις διαφορετικός. Επόμενος κανόνας: Πρέπει να συμμετέχεις.
ΘΥΜΑΜΑΙ ΑΡΚΕΤΑ ΚΑΛΑ εκείνη τη μέρα που αράδιασα σε ημερολόγιο τις πρώτες σκέψεις για τη νέα ζωή μου. Πίσω μου έστεκε μια διαφήμιση, μπροστά μου ερχόταν μια γνωριμία. Από πάνω μου στεκόταν καρφωμένο το ίδιο ευδιάκριτο μήνυμα: «Κατανάλωσε!». Κατάφατσα η ίδια πρόκληση: «Διάψευσε την επίφοβη κατάληξη. Ποιά; Την απογοήτευση».
Τελικά τι μένει απο κάθε επαφή; Η αρχή. Αυτό είναι το μόνο που θυμάσαι ολόκληρο, εκεί είναι που κάνεις το μικρό άλμα, εκεί περιβάλλεσαι με έλξη, αβεβαιότητα και πυρπόληση.
Περίμενα το ραδιοταξί κάτω από τη γιγαντοαφίσσα της Μπένεττον. Έτυχε εκείνη με το λευκό παιδάκι και το μαύρο παιδάκι βαλαντωμένα στο χαμόγελο. Βρισκόμουν μακριά από την περιοχή μου, στη δική της. Ερέθισμα μου έδωσε η αμηχανία της αναμονής. Αφορμή για να της μιλήσω ήταν το άδειο ταξί που πέρασε μπροστά μας, αγνοώντας και τους δυο μας μες στο κρύο. Έδειξε ενοχλημένη, έτσι έπρεπε να δείξει, σαν κάποιος να της έκλεβε λίγο από τον πολύτιμο χρόνο της, τις πολύτιμες λέξεις της, την πολύτιμη προσοχή της. Στράφηκε αποκλειστικά προς τη μεριά του δρόμου, εκεί απ' όπου θα εμφανιζόταν το επόμενο όχημα. Περίμενα λίγο ώσπου να να ηρεμήσει για να της μιλήσω.
«Τουλάχιστον μπορείτε να χαμογελάσετε, το δείχνει και η αφίσσα».
Γύρισε και την παρατήρησε. Αυτή ήταν η πρώτη μικρή ένδειξη υπαναχώρησης· η επόμενη ήταν να μου απευθύνει το λόγο: «Ναι πραγματικά έχετε δίκηο».
«Ξέρετε η μόνη διαφορά ανάμεσα σε κείνα δεν είναι το χρώμα. Το λευκό παιδάκι μόλις μεγαλώσει θα έχει το δικαίωμα να πάθει καρκίνο, να φράξει τις αρτηρίες του με λίπη, να πάθει κατάθλιψη ή και να αυτοκτονήσει ακόμα. Το μαύρο παιδάκι θα μαχαιρωθεί σε κάποιο γκέττο ή δεν θα προλάβει ούτε κι αυτό από την πείνα. Γι αυτό χαμογελάνε και τα δυο. Ξέρουν το ένα τι θα συμβεί στο άλλο, αλλά δε γνωρίζουν τι θα συμβεί στον εαυτό τους».
«Δεν είναι υποχρεωμένα να έχουν μια εικόνα του θανάτου τους και ειδικά τη δικιά σας. Ευτυχώς αυτό ισχύει για όλους μας. Υποθέτω όμως ότι θα μπορώ να σας κάνω μια αδιάκριτη ερώτηση».
Η απορία του πρόσώπου μου συνοδεύτηκε από την ελαφρή κίνηση του χεριού μου που της έδινε όλο το ελεύθερο να προχωρήσει.
«Τί κάνει πλατς;»
«Περιμένω να μου πείτε» της είπα κοιτάζοντας το ρολόι μου για να τσεκάρω την ώρα.
«Ένα χαστούκι στο πρόσωπο κάποιου που μας ενοχλεί αδικαιολόγητα».
«Μπορώ να σας ρωτήσω και γω κάτι;»
«Ναι, νομίζω είναι η σειρά σας».
«Τι κάνει καλά πλατς;»
«Περιμένω την εξήγησή σας».
«Να βρίσκεσαι σε ένα πάρκο και μια νεαρή μητέρα να πλησιάζει με το παιδί της. Να έρχονται να κάθονται στο ίδιο παγκάκι με σένα, εσύ να κοιτάς με συμπάθεια το παιδί γιατί αγαπάς τα παιδιά, να κοιτάς και με πόθο τη μητέρα του γιατί σ' αρέσουν οι γυναίκες και κείνη τη στιγμή o μπόμπιρας να γεμίζει επιθετικότητα τη τσιχλόφουσκα που μασάει και να τη σκάει στο πρόσωπό σου».
«Δε θα θεωρούσα ιδιαίτερα επιτυχημένο το χιούμορ σας» είπε και ξανάστρεψε την προσοχή της αποκλειστικά πλέον στο δρόμο. Πρέπει να ερχόταν το ταξί μου, είχε καθυστερήσει παραπάνω απο δέκα λεπτά. Ήταν μια μικρή απόλαυση καθώς την έβλεπα να προετοιμάζεται να δώσει τη μάχη της για να μπει πρώτη, να πέσει στο φώτοφίνις με όλη εκείνη την αγωνία που συνηθίζουν να αντιμετωπίζουν μικροκαταστάσεις και μικροπράγματα οι περισσότεροι. Μικροπράγματα που επίτηδες τα διογκώνουν ώστε να φαίνονται σημαντικά, μόνο και μόνο για να έχουν την ικανοποίηση κάποιας μικρής νίκης.
Έπιασε αποφασισμένη το χερούλι, αλλά πριν προλάβει να καθήσει, ο οδηγός την ενημέρωσε ότι ο πελάτης του ήμουν εγώ. Την ευχαρίστησα για την ευγενική της χειρονομία να μου ανοίξει και ανενόχλητος πέρασα στο πίσω κάθισμα. «Ξέρεις τι έχει πλάκα; Να κοιτάς τους λεπτοδείχτες και να ξέρεις ότι χάνεις αυτό το τρένο, αλλά να μην είναι το δικό σου» και με το τέλος της φράσης μου της έκλεισα το μάτι και τράβηξα την πόρτα αφήνοντάς την απέξω. Ό,τι θα είχα προλάβει να δώσω τη διεύθυνση στον οδηγό και ως δια μαγείας ο δρόμος γέμισε με ταξί που αναβόσβηναν τα φώτα τους και συναγωνίζονταν ποιος θα αρπάξει την κούρσα από το συνάδελφό του. Τα ταξί ήταν σαν τους ανθρώπους. Όταν τους χρειάζεσαι κανένας και τίποτα δεν εμφανίζεται και όταν έχεις πάψει πια να τους έχεις ανάγκη τότε σπεύδουν όλοι να σε θυμηθούν, να ενδιαφερθούν για σένα, να σε εξυπηρετήσουν. Το επόμενο ταξί σταμάτησε μπροστά της. Τα δρομολόγιά μας φαίνεται δεν διέφεραν και πολύ, τουλάχιστον τα έκανε αυτή να μη διαφέρουν. Περάσαμε τις ίδιες διασταυρώσεις, τα ίδια φανάρια, κατεβήκαμε στο ίδιο σημείο, μπήκαμε στο ίδιο κτίριο, πήραμε το ίδιο ασανσέρ, σταματήσαμε στον ίδιο όροφο και μπήκαμε στο ίδιο γραφείο.
«Δεν έχω συνηθίσει να χάνω» είπε και απλώθηκε στο δερμάτινο καναπέ, τακτοποιώντας τις δίπλες της μακριάς της φούστας. Ήταν σίγουρη για τον εαυτό της κι αυτό δεν το έκρυβε.
«Δε σε πειράζει να κάνω μερικά τηλεφωνήματα;» τη διέκοψα.
«Αρκεί να μου προσφέρεις ένα φλυτζάνι καφέ» απάντησε στρέφοντας το βλέμμα της ολόγυρα, αναγνωρίζοντας «τα γνώριμα θεμελιώδη λάθη» όπως τα χαρακτήρισε. Με το τέλος της εξέτασής της πρότεινε στα γρήγορα κάποιες μικροαλλαγές που θα βελτίωναν την αισθητική του χώρου. Προφανώς είχε δίκιο. Γνώριζε κανα δυο από αυτούς που τηλεφώνησα, έτσι όπως φάνηκε μέσα από τον ακριβόλογο σχολιασμό της. «Έτυχε να διακοσμήσω τα γραφεία τους» μου εξήγησε.
«Υπολογίζω πως θα ξέρεις τότε μερικά και για μένα».
«Όχι, αλλά μπορώ να μάθω σε λίγα λεπτά. Η γοητεία για μένα αρχίζει με την περιέργεια και συ μου κίνησες κάμποση. Χρησιμοποίησέ με όσο θα σε χρησιμοποιήσω. Όλα τα άλλα άστα για μετά».
«Αυτές λοιπόν είναι οι αξίες σου;» τη ρώτησα.
«Για την ώρα ναι. Εκτός αν εσύ έχεις να μου προτείνεις κάποιες καλύτερες».
«Να πρότεινα για την ώρα κάτι πιο σίγουρο; Τη διακόσμηση των γραφείων της εταιρείας».
«Θα σου κοστίσουν».
«Εξαρτάται από το αποτέλεσμα».
«Πάντα. Δεν ήρθα όμως ως εδώ γι αυτό, αλλά για κάτι που θα σου κοστίσει στ' αλήθεια πολύ περισσότερο».
Το στυλ της ήταν να ερωτεύεται επιτυχημένους, όχι ότι από μόνη της δεν ήταν. Αφησε τον καφέ της στη μέση, έβγαλε από την τσάντα το κραγιόν της και έγραψε με αυτό το τηλέφωνό της στο τζάμι του γραφείου μου. «Θα περιμένω το βράδυ». Δεν είπε τίποτε άλλο. Το θεώρησε φαίνεται σαν ένα ικανοποιητικό επίλογο ενός προλόγου.
ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ Η ΣΥΜΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑ της νυχτερινής εξόδου, η τελετουργική γαρνιτούρα της γνωριμίας, η αντισηπτική ατμόσφαιρα για να υπογραφεί ένα καλό συμβόλαιο. Ανακάλεσα στο μυαλό μου όλες τις σκηνές τετατετ απο ταινίες, τις σκηνές που είχαν γίνει για να δικαιολογήσουν το μεγάλο φιλί. Πήρα το στατιστικό μέσο και το εφάρμοσα. Η επιλογή μου δε με πρόδωσε. Μαζί της ήταν η πρώτη φορά, η πρώτη φορά που διασταυρώθηκα. Είχα την αγωνία του νεαρού που ετοιμάζεται να παραβιάσει την αγνότητα της έφηβης συμμαθήτριάς του, χωρίς εκείνη να πρέπει να αντιληφθεί την απειρία του. Τα κατάφερα να μη με καταλάβει. Με βοήθησε κάμποσο κι αυτή. Με τράβηξε και με κλείδωσε μέσα της. Τη σήκωσα και τη στερέωσα στα τζάμια, και κει αφημένη, ανάμεσα σε έναν ουρανό που στεκόταν πίσω της με θολά αστέρια και στο γρανιτένιο πάτωμα που έπεφτε το βλέμμα της, με έλουσε με το ζεστό υγρό των βουβώνων της. Είχε στάξει το αποτύπωμα του πόθου της πάνω μου. Το πρωί, καθώς έφευγε από το διαμέρισμα με κοίταξε με ένα βλέμμα σιγουριάς. Δεν είχε καμιά αμφιβολία πως θα την αποζητούσα.
Οι πρώτες κρυάδες ήρθαν μετά από λίγες μέρες. Περίμενα ώσπου να βεβαιωθώ. Ένα σύνδρομο στέρησης μού εμφανίστηκε, σα να είχα βάλει μέσα μου μια ηρωίνη που καλλιεργήθηκε στο διάστημα. Όταν μετάλλαζα τη μορφή μου δεν είχα προβλέψει τι μπορεί να χρειαζόταν το δέρμα. Δεν είχα τότε το χρόνο για μετρήσεις και πειράματα. Έτσι τώρα τη θέση του πειραματόζωου την κάλυπτα ο ίδιος.
Όλες οι υποθέσεις με οδηγούσαν σε κείνη. Αναγκάστηκα να της τηλεφωνήσω. Δεν τη βρήκα, αν και προσπάθησα αρκετά. Θα το άφηνα για κάποια άλλη μέρα. Mπορεί η ίδια να μην είχε καμμία σχέση με την απώλεια της θερμοκρασίας μου, κάτι άλλο να ήταν η αιτία. Είχα σχεδόν εγκαταλείψει την προσπάθεια, όταν δέχθηκα τηλεφώνημά της.
«Με ζήταγες;»
«Ναι. Γυναικεία διαίσθηση;»
«Όχι μόνο. Έχεις τον προσωπικό μου αριθμό και έτσι ξέρω ποιος με καλεί σε αυτή τη γραμμή».
Μου έκλεισε ραντεβού το βράδυ για να ανταποδώσει το δείπνο. «Αυτή τη φορά σπίτι μου» είπε. Μια μαιζονέτα στα βόρεια προάστια, δυο δρόμοι παραπάνω από εκεί που την είχα συναντήσει τη μέρα που περίμενα για το ταξί. Μέσα από το επίσημο βραδυνό της φόρεμα έντεχνα αποκάλυπτε τους μηρούς της με κάθε αλλαγή της στάσης της. Μόλις έπεφτε τάχα στην αντίληψή της αυτή η τυχαία έκθεση, πάντα βέβαια μετά από τόσο διάστημα ικανό ώστε να τραβήξει το βλέμμα μου, τους επανέφερε αμέσως στα όρια του υφάσματος. Και αυτό επαναλήφθηκε αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της συζήτησης. Ήξερε ότι τώρα το παιγνίδι ήταν δικό της. Ήταν αποφασισμένη να μη δείξει τη γενναιοδωρία της προηγούμενης φοράς. Απλά έκανε όλες τις απαραίτητες κινήσεις με τις οποίες νόμιζε ότι θα μπορούσε να με εγκλωβίσει με τη γοητεία της. Αθελά της τα 'χε καταφέρει. Όχι γιατί ήξερε τι πραγματικά μου συνέβαινε, ανεξάρτητα αν επιφανειακά το αποτέλεσμα φαινόταν το ίδιο.
Προσπαθούσε να το καθυστερήσει όσο γινόταν περισσότερο, με δόλωμα το σεξ με υπνώτιζε με τον τρόπο της, μέχρι να τα καταφέρει να με αποδυναμώσει εντελώς. Ήθελε να εγκατασταθεί τόσο γερά στη σκέψη μου που να μην σκέφτομαι τίποτε άλλο παρά εκείνη, να μην μπορώ να τη διαγράψω. Πάντως είχα βεβαιωθεί. Δε μου είχε ρίξει σκόπιμα κάποιο δηλητήριο που κατέστρεφε το ζωικό θερμοστάτη μου. Το δηλητήριο που χρησιμοποιούσε ήταν εκείνο που ο καθένας τους κουβαλούσε μαζί του. Ίσως το δικό της γήτεμα να ήταν ελαφρώς πιο ισχυρό.
«Με πόσους έχεις παίξει αυτό το παιγνίδι;» τη ρώτησα καθώς σερβίριζε τη σαλάτα στο πιάτο μου.
«Με αρκετούς» απάντησε.
«Και πότε ανακάλυψες αυτή τη μέθοδο;»
«Από τότε που κατάλαβα ότι οι άντρες με θέλαν. Από πολύ νωρίς, από τα δεκατρία μου. Βέβαια τότε ήταν απλά οι πρώτες πρόβες.»
«Πώς νιώθεις με τόσα στρατιωτάκια υπάκουα στο κάθε σου πρόσταγμα;»
«Πες το ματαιοδοξία. Ένα είναι το σίγουρο. Με όποια άλλη και να πάνε, δεν πρόκειται να με ξεχάσουν ποτέ».
«Δηλαδή νιώθεις περισσότερο ζωντανή με το να διατηρείσαι στη μνήμη των άλλων; Ικανοποιημένη που σε θυμούνται όλοι αυτοί οι νεκροί;»
«Όχι τόσοι όσοι νομίζεις. Μόνο εκείνοι που μου αντιστέκονται. Κι όταν παραδοθούν τότε φεύγω. Δεν έχει πια ενδιαφέρον, καταλαβαίνεις. Δεν είναι λίγο παράξενο, λίγο άδικο; Όταν ο άλλος έχει πια αποδεχθεί κάθε σου ιδιοτροπία, κάθε σου προσταγή να γίνεται τελείως αδιάφορος. Όταν τον έχεις κάνει ένα πλάσμα που δεν μπορεί να σου αρνηθεί τίποτα και όταν μάλιστα έχεις παλαίψει να τον φέρεις σε αυτή την κατάσταση, τότε να τον κοιτάς χωρίς οίκτο έτοιμη να τον αφήσεις».
«Πρώτο στάδιο: η απορρύθμιση. Δεύτερο: η ανασκευή μιας νέας υπάκουης οντότητας, που όταν την δημιουργείς έχει χάσει κάθε τι το ανθρώπινο. Αυτά τα κάνουν στα εργαστήρια· εσύ τι είσαι, πειραματική συνεργός τους; Δεν είναι λίγο θλιβερό, να ξέρεις μόνο να δημιουργείς το κενό; Να τυπώνεις την εικόνα σου, τη φωνή σου, να την κλειδώνεις μέσα τους και μετά να κουράζεσαι να τους βλέπεις να την κουβαλάνε;».
«Καθένας είναι υπεύθυνος για τις επιλογές του, ειδικά όταν είναι ενήλικος. Αν τους αρέσει κάτι τέτοιο, γιατί να τους το στερήσω;»
«Δε φοβάσαι μη λιποτακτήσω με όσα μου λες;»
«Δεν το πιστεύω. Εσύ άντεξες λίγο περισσότερο. Οι άλλοι συνήθως με ψάχνουν από την επόμενη μέρα και μάλιστα χωρίς να έχουν δοκιμάσει αυτό που εσύ πήρες. Και ακόμα, έχεις ένα λόγο παραπάνω για να μείνεις. Μπορείς να στοιχηματίσεις μαζί μου αν θα με αιχμαλωτίσεις».
«Κι αν στο μεταξύ αναγνωρίσεις αυτό πώς το λένε τον έρωτα;»
«Και ποιος σου λέει οτι δεν έχει γεννηθεί; Γι αυτό άλλωστε είμαι μαζί σου. Μ' αρέσουν τα ντέρμπυ και όχι οι προπονήσεις».
Η τραπεζαρία της, κάπως άβολη για φαγητό και περισσότερο τόπος ακινησίας είχε αποδειχθεί ένας χώρος ιδανικός για συζήτηση. Σιγουρεύτηκα ότι δεν ήταν διατεθειμένη να προχωρήσει πέρα από το δείπνο και την καληνύχτισα. Έπρεπε να μου αποδείξει ότι δεν είναι ο επιπόλαιος τύπος που πιθανόν να έδειξε προ ημερών, ο τύπος της εύκολης και γρήγορης που πλαγιάζει με όποιον τύχει όταν οι ορμόνες της το απαιτήσουν. Εκείνο απλά ήταν μια παροδική αδυναμία, κάτι που δεν θα ξανασυνέβαινε ποτέ πάλι με τον ίδιο τρόπο. Αφού με είχε καπιστρώσει, τώρα είχε βάλει μπροστά τη διαδικασία να τη σεβαστώ. Αρκέστηκε σε ένα θερμό φιλί λίγο πριν την εξώπορτα.
«Ξεκινήσαμε λίγο απότομα. Δεν νομίζεις; Καλύτερα να σκεφτούμε πρώτα αν αξίζει τον κόπο».
Δούλευε πάνω στην τεχνική που η φύση είχε προικίσει το φύλο της, την τεχνική της επώασης. Αν ήταν προγραμματισμένη γενετικά να κρατά για εννιά μήνες στην κοιλιά της ένα έμβρυο, πώς ήταν δυνατόν λίγες μέρες αναμονής να την κουράσουν;
Υπερτερούσε σε αυτό τον τομέα, ούτε συζήτηση. Ίσως όμως να μη γνώριζε ότι τα μεγάλα διαστήματα μοναξιάς που είχα υποχρεωθεί να περάσω με είχαν διδάξει να αντέχω. Ίσως εκεί να πόνταρε, ότι η μοναξιά θα με λύγιζε. Δεν έπεφτε έξω, μα η δική μου ήταν και κάτι άλλο μαζί, αναγκαστική μοναξιά για την επιβίωση.
Οι κινήσεις της ήταν καλά μελετημένες, ακολουθούσε πιστά την έκπληξη. Την επόμενη μέρα αναπάντεχα παρουσιάστηκε στο γραφείο. Είχε φέρει μαζί της κάποιον πίνακα και περιφερόταν όρθια ψάχνοντας το καλύτερο σημείο που θα μπορούσε να τον τοποθετήσει.
«Αυτό από μένα. Δώρο επειδή χθες δεν με έφερες σε δύσκολη θέση. Νομίζω ότι εδω είναι καλά. Θα με βοηθήσεις;»
Σηκώθηκα από τη θέση μου και πήρα τον πίνακα απο τα χέρια της. Εκείνη απομακρύνθηκε προς τα πίσω για να κάνει τον τελικό έλεγχο και ξανάρθε πάλι δίπλα μου για να τον στερεώσει. Πλησιάζοντάς με παρατήρησε: «Ωραίο άρωμα. Της γραμματέας σου;»
«Το πιθανότερο».
«Το έχεις κάνει με καμμία εδώ μέσα;»
Δεν πρέπει να της απάντησα
«Γίνεται να κατεβάσεις τα τηλέφωνα;» μου είπε.
«Λίγο δύσκολο».
«Κάν' το».
«Γιατί;»
«Μ' αρέσει να το κάνω σε μέρη που οι άλλοι δεν το έχουν ξανακάνει».
«Ακόμα και στο φεγγάρι;»
«Μπορεί. Αν είχες διαστημόπλοιο...»
«Κι όμως κάποτε είχα».
Χαμογέλασε και άρχισε να ξεκουμπώνει την πουκαμίσα της. Μετά ήρθε κοντά μου. «Περίμενα πολύ» της ξέφυγε, άφησε να της ξεφύγει, καθώς με φίλαγε, σα να ανοιγόταν στην αλήθεια μόνο όταν την αγκάλιαζε κάποιος. Αλλά και αυτό δεν ήταν τόσο σίγουρο.
ΜΟΥ ΕΙΧΕ ΑΦΗΣΕΙ έναν ιό, που όσο εξαπλωνόταν μέσα μου τόσο επενέβαινε στο μεταβολισμό μου. Βιαστικά θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω και έρωτα. Είχα την εφίδρωση, την εκχύμωση, την έκπληξη, το μύθο κι όμως όλα αυτά δεν μπορούσαν να μου τον εγγυηθούν. Συναισθηματικά εξακολουθούσα να παραμένω ανέπαφος, κι όλη εκείνη η λαγνεία του κορμιού της σύντομα θα εξασθενούσε πάνω μου, μιας και δεν υπήρχε κάτι στερεότερο για να τη διατηρήσει. Αλλά τώρα χρειαζόμουνα την ανθρώπινη θερμοκρασία για να ανεβάζω τη δική μου, για να μπορώ να διατηρώ το σχήμα μου και ο,τι υπήρχε μέσα του. Ήθελα να με αγκαλιάσει ένα γυμνό σώμα και να μου δώσει λίγα δέκατα Κελσίου. Σαν το ζέσταμα που έχουν ανάγκη όλα τα θηλαστικά, σαν το υποκατάστατο της γέννας, μιας γέννας που δεν γνώρισα και φαίνεται πως αυτή ήταν η εκδίκησή της πάνω μου, επειδή ακριβώς την παρέκαμψα.
Μπορώ να φανταστώ πια το θάνατό μου ψάχνοντας για λίγη ανθρώπινη θερμότητα, προσπαθώντας να αγγίξω ένα ανθρώπινο σώμα. Τώρα όλα ξεκαθάριζαν μέσα μου, όλη μου η εμμονή να έρθω εδώ δεν είχε κανένα άλλο σκοπό απο το να βρω ένα ποιητικό είδος θανάτου.
ΘΕΛΗΣΕ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ μαζί μου. Αυτό βέβαια μετά από κάμποσες φορές που βρεθήκαμε. Είπε «για πάντα». Μια απόφαση που περιέκλειε κάμποση ασάφεια. Τη διόρθωσα: «Δηλαδή, για το άμεσο μέλλον». Είχε ερωτευθεί τις σκηνές της γνωριμίας μας, τη μορφή μου, αυτό που νόμιζε πως ήμουν, αυτό που φανταζόταν σαν διαφορετική απόλαυση με ό,τι συγκριτικά είχε συναντήσει πρωτύτερα... Δεν τη ρώτησα, δε θα μπορούσε να ξεχωρίσει. Και να ήξερε ακόμα, δε θα ήθελε να ξεκαθαρίσει. Υποπτευόταν τη δυνατότητα μιας μονιμότητας, και αυτό επιβεβαίωνε ακόμα πιο πολύ τα αισθήματά της. Είχε φλερτάρει με αρκετούς και με κάποιους είχε προχωρήσει λίγο παρακάτω και τώρα είχε ωριμάσει μέσα της η ανάγκη να ακολουθήσει κάποιον.
«Είσαι ψυχρός. Αληθινά».
«Όχι, μωρό μου. Θυμήσου όλους τους προηγούμενους, τα πρόσωπά τους όταν τους εγκατέλειπες. Αυτό εκπροσωπώ. Έτυχε να στο επιστρέψω εγώ. Απλά αυτό είναι όλο».
«Τι θες να κάνω για να στο αποδείξω; Κάψε με. Όπου θες» είπε προτάσσοντάς μου τον αναπτήρα με το χαραγμένο μονόγραμμα που μου είχε κάνει δώρο.
«Τίποτα. Κράτα τον αυτοσεβασμό σου».
ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ μου δεν διαρκούσαν πολύ. Αν έμενα καιρό με ένα άτομο θα με ανακάλυπτε, θα παραξενευόταν με τις ιδιότητές μου να θωπεύω μέταλλα, να μετακινώ αντικείμενα απο απόσταση, να μιλώ ακατάληπτα, να επιτίθεμαι αδιόρατα στην αυτοπεποίθησή του, να υποσκάπτω το κοσμοείδωλό του.
Αν το νόμιζαν αγάπη είχαν κάνει λάθος, αν θεωρούσαν σεξ την εμβολή μέσα τους είχαν πέσει έξω. Ήταν κάτι παραπάνω, ζήτημα επιβίωσης. Δεν θεωρώ θύματά μου τις γυναίκες που μαζί τους σωματοθερμάνθηκα. Αυτό το έλεγξα καλά, δεν τις μπόλιασα με κάποια γαλαξιακή αρρώστεια. Ίσως θα έπρεπε ένα άτομο να μου έδειχνε τυφλή εμπιστοσύνη, να πόνταρε πάνω μου χωρίς τη διαβεβαίωση του αποτελέσματος για να αφεθεί να εκτεθεί στο Μεγάλο Ψυχρό Έγκαυμα. Υποχρεωτικά επαναλάμβανα το ίδιο σισύφειο παιγνιδάκι που με επανέφερε και πάλι στην ίδια διαπίστωση, στην ανακάλυψη ότι η μοναξιά είναι γήινο φαινόμενο.
Πίσω από κάθε γυναικείο βλέμμα είτε επιθετικό, είτε αδιάφορο, είτε πλαισιωμένο από την παρουσία του συνοδού, διαγραφόταν το ίδιο κάλεσμα: «θέλε με!», έτοιμο να προσφερθεί στον αόριστο αποδέκτη που θα ενσάρκωνε το πρότυπο. Το να πλησιάζω τις γυναίκες δεν ήταν για μένα θέμα ικανοποίησης, παρόρμησης, σκοραρίσματος. Πού και πού έκλεβα, διάβαζα τη σκέψη τους, κι ό,τι είχε ριζωμένο μέσα της. Αν χρειαζόταν το ενσάρκωνα και παρουσιαζόμουν μπροστά τους. Εγώ ενσάρκωση της αναπαράστασης του περιγράμματος της επιθυμίας που ένα μπιμπικιασμένο πρόσωπο κάποτε λίγο ανόητα, λίγο ανώριμα και λίγο συνειδητά άφησε να φωλιάσει μέσα του. Ήταν λίγο δύσκολο να αφήσουν να πάει χαμένη τώρα μια τέτοια ευκαιρία. Ακόμα και σε συνθήκες που δεν το επέτρεπαν, σε στιγμές απόλυτης ερωτικής πλήρωσης, σε στιγμές που ήταν μαζί με τον εκλεκτό της καρδιάς τους άφηναν πάντα ανοιχτό ένα σημείο επαφής, ενέχυρο για το μέλλον.
Το πιο βαρετό ήταν πως έπρεπε να υπομένω όλη τη στρατηγική των κινήσεων, αυτή την ανόητη και απαραίτητη δοκιμασία που νόμιζε οτι έπρεπε να υποβάλει κάθε ντάμα τον χαμογελαστό της υποψήφιο. Και σε αυτό το σκάκι, ενώ έπαιζε η κάθε μία την κύρια παρτίδα της, άνοιγε κι άλλες ταυτόχρονα με επιλαχόντες, χωρίς τη βιασύνη να τις παίξει και να τις κλείσει όλες, περιμένοντας αυτόν που θα της κάνει το βελούδινο Ματ και θα τη χώσει στο αδιέξοδο. Σαν να ήταν αυτός ο μοναδικός τρόπος για να της αποδείξουν οτι ήταν κάτι το πολύτιμο, κάτι που εκτιμάς περισσότερο, όσο δυσκολότερα το αποκτάς.
Ήταν το μακροχρόνιο ψήσιμο από πακεταρισμένους εραστές της κινηματογραφίας, από γαλλίδες κυρίες της λογοτεχνίας, κυρίες που υποκατέστησαν το εργόχειρο με τη γραφή, που είχε δώσει τους ρόλους.Οι γυναίκες να περιμένουν τον τιμωρό και οι άντρες να ερωτεύονται τη γυναίκα που θα τους εγκαταλείψει.
Περιφερόμουν σε καθεδρικούς ναούς, σε πολυκαταστήματα, σε μουσεία, σε χώρους αναμονής αεροδρομίων, σε καταστάσεις που η απόγνωση, η απομόνωση και η ασάφεια είναι σταθερή και η ίδια για όλους. Το αντιμετώπιζα από μια τουριστική άποψη. Ήμουν ένας στυλίστας ταξιδιώτης και δεν είχα καμμιά ερωτική επαφή ούτε με το σώμα μου, ούτε με τις καταστάσεις και προ παντός τους γύρω μου. Το να είσαι ψυχρός είναι επιλογή. Σημαίνει ότι έχεις απορρίψει τις κινήσεις φλερταρίσματος, επιβεβαίωσης, συμπάθειας που όλοι λίγο-πολύ αποζητούν και όλοι είναι πρόθυμοι να συλλέξουν. Σημαίνει δυσκολία στην αφομοίωση. Ψυχρός σημαίνει μόνος. Οι ταξιδιώτες πάντα μόνοι τους νιώθουν. Δεν προλαβαίνουν να δεθούν κι ας ψάχνουν απεγνωσμένα στις διαδρομές τους για κάτι τέτοιο.
Γέφυρα ήταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που αποδεικνύουν το περίεργο, που αγιογραφούν τον Ερωτόκριτο, που κλειδώνονται σε μπουκάλια, που ψάλλουν ωσαννά, που κοιτάζουν τα άστρα και καταρρέουν. Όλοι όσοι θέλοντας να αποφύγουν το μεγάλο τίποτα γεννούν σύνολα μεταστάσεων, τρέμουν, ψεύδονται, προσπαθούν να προβάλλουν και χάνονται, με την ίδια ευκολία μεταπείθονται και μόλις αρχίσουν να συλλαβίζουν επιστρέφουν στη σιωπή. Όλοι όσοι δε φοβούνται να βουτήξουν στην απόγνωση, στη δίνη που μπλέκονται οι ταλαντώσεις του απείρου και του εαυτού τους.
ΤΗ ΝΥΧΤΑ Μ' ΑΡΕΣΕΙ να βγαίνω, ίσως γιατί τότε βγαίνουν όσοι θέλουν να σπάσουν τη σιωπή τους, ίσως γιατί έτυχε να συναντήσω κάμποση απο αυτή στο δρόμο μου. Ίσως γιατί με το που απλώνεται αρχίζουν και κινούνται δειλά και νωχελικά όσοι θέλουν να αποφύγουν να υπάρχουν μόνο με τον εαυτό τους, ίσως γιατί τότε οι άνθρωποι βγάζουν ανθρώπινα συμπτώματα. Τη νύχτα ακόμα και ένας ψυχρός άνδρας έχει ανάγκη να συναντήσει λίγη θερμότητα.
Ήταν από τις νύχτες της μεγάλης πόλης που δεν έχεις να κάνεις τίποτα σημαντικό και η πλήξη δε σε ενοχλεί και πολύ. Ξέρεις πώς να την αντιμετωπίσεις, μια παρτίδα μπιλιάρδο, μετά κάποια συνάντηση σε εστιατόριο, συζήτηση, μια καληνύχτα. Μόνο που απόψε όλα είχαν τελειώσει αρκετά νωρίς. Περιφέρθηκα κάμποσο άσκοπα στους ίδιους δρόμους. Πλησίαζα το μέρος της πόλης που θέλει κότσια για να το περάσεις με ακριβό αμάξι. Έμπαινα στα μπλοκ με τους σωρούς των σκουπιδιών και όσο περνούσα μέσα τους τόσο άνθρωποι και σκουπίδια γίνονταν ένα και έπαυαν να ξεχωρίζουν. Αυτή ήταν η είσοδος για την κόλαση, και κάθε πόλη είχε στην περιφέρειά της και μια τέτοια. Σταμάτησα στην μεγάλη πλατεία. Παραταγμένες οι συμμορίες που έλεγχαν την περιοχή περίμεναν. Τελευταία είχαν καταλήξει σε μια άγραφη συμφωνία και σταμάτησαν τις εμφύλιες συρράξεις. Είχαν κι αυτοί εκσυγχρονιστεί αποκτώντας αυτή την αίσθηση επαγγελματικότητας. Έκανα το γύρο και διάλεξα μία στην τύχη για να αναλάβει την φύλαξη του αμαξιού.Έβαλαν πάνω ένα αυτοκόλλητο και πήραν το αντίτιμό τους. Ρώτησαν αν χρειαζόμουν αυτοπροστασία. Απάντησα αρνητικά. Τους ξύνισε λίγο αλλά μου υπέδειξαν πού να παρκάρω το αμάξι μου. Κανέναν δε συνέφερε μια φασαρία χωρίς λόγο και για τόσο λίγο κέρδος.
Περπάτησα μέσα από τους δρόμους παίρνοντας την ανατολική κατεύθυνση. Προσπάθησα να φέρω στο μυαλό μου το πόσο φιλική θα ήταν κάποτε αυτή η γειτονιά. Είχε αναπαλαιωθεί ειδικά για να φιλοξενήσει τους νέους καλλιτέχνες και τα στούντιό τους. Φυσικά όσοι από αυτούς γίνονταν διάσημοι γρήγορα την εγκατέλειπαν και μετακόμιζαν στις περιοχές με τις ακριβές αίθουσες τέχνης. Σιγά σιγά έχασε την αίγλη της και γέμισε με κάθε λογής απόκληρους. Φυσικά δεν ήρθαν μόνοι τους. Μαζί τους ήρθε και η βία.
Στην πρώτη μικρή πλατεία που συνάντησα ήταν παραταγμένα τα κουβούκλια αυτόματης εξομολόγησης, πανομοιότυπα με αυτά που βγάζουν τις αυτόματες φωτογραφίες. Κάθε δόγμα και αίρεση είχε στήσει το δικό της και περίμενε τους πιστούς της. Δολοφόνοι, αιμομίκτες, βιαστές πριν ή μετά τα εγκλήματά τους έμπαιναν για να ξαλαφρώσουν τη συνείδησή τους. Μαζί και παρανοϊκοί που κατονόμαζαν τις εφαρμοσμένες ή απραγματοποίητες σκέψεις τους γελώντας κυνικά με τις προγραμματισμένες νουθετήσεις. Από την άλλη, θύματα της πίστης έρχονταν να καταθέσουν κι εκείνοι τις αμαρτίες τους.
Το σκέφτηκα και αποφάσισα να μπω και γω σε κάποιο κουβούκλιο. Κάθησα στην καρέκλα και η πρώτη ερώτηση που μου τέθηκε από την οθόνη ήταν αν επιθυμούσα διαδικασία ολικής εξομολόγησης ή μόνο πρόσφατης. Επέλεξα το πρόσφατη και αναγράφηκε το ποσόν και ο τρόπος που επιθυμούσα να πληρώσω. Από τις πέντε επιλογές διάλεξα αυτή της πιστωτικής κάρτας. Πλήρωσα προκαταβολικά σέρνοντας την κάρτα μου μέσα στην ειδική υποδοχή. Όταν τέλειωσε η ενημέρωση του λογαριασμού κατέβηκαν από το πάνω μέρος του κουβούκλιου ένα ζευγάρι ακουστικά. Δυο λουριά με ηλεκτρόδια κάλυψαν τους καρπούς μου στο μέρος που τους είχα τοποθετήσει σύμφωνα με τις οδηγίες. Αποσφραγίστηκε μπρος στα μάτια μου η οθόνη και άρχισε η διαδικασία εξομολόγησης, ερωτήματα ηθικού χαρακτήρα που περισσότερο θύμιζαν κοινωνιομετρικό τεστ. Σκόπιμα σε κάποια απάντησα λανθασμένα αναιρώντας κάτι από τα προηγούμενα. Όποτε γινόταν αυτό, το μηχάνημα με χαμηλόβαθη φωνή με συμβούλευε να μην αποκρύπτω στοιχεία.
Η καθαρή διαδικασία κράτησε γύρω στο τέταρτο της ώρας, για την ακρίβεια δεκαεπτά πρώτα και είκοσι δεύτερα όπως έδειχνε ο χρονομετρητής. Μετά την περάτωση, ένα μηχανογραφημένο συγχωροχάρτι με οδηγίες βγήκε από ειδική υποδοχή, καθώς τα ακουστικά και τα λουριά επανατοποθετούνταν αυτόματα στις μόνιμες θέσεις τους. Βγήκα από το κουβούκλιο. Ένας σοβαρός κύριος και πίσω του μια νεαρή κοπέλα περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους.
«Ήταν η πρώτη σας φορά στην Ελίζα;» με ρώτησε ο κύριος.
«Τι;» τον ρώτησα.
«Στο εξομολογητήριο εννοώ. Τις λένε Ελίζες, από το πρόγραμμα που πάνω του έχουν βασισθεί. Ήταν από τα πρώτα ολοκληρωμένα προγράμματα επικοινωνίας ανθρώπων και μηχανών».
Απάντησα «ναι», κάπως αργοπορημένα, μετά από τις διευκρινήσεις του.
«Ολική ή πρόσφατη;» με ξαναρώτησε. Του απάντησα «πρόσφατη».
«Τα πήγατε πάντως καλά» με διαβεβαίωσε «εκτός αν δεν τα είπατε όλα» συνέχισε με ένα χαμόγελο κατανόησης. «Και τώρα με συγχωρείτε» είπε και αναγκάσθηκα να παραμερίσω για να μπει στο κουβούκλιο.
Έριξα μια φευγαλέα ματιά στη νεαρή κοπέλα, αρκετά κομμένη για την ηλικία της, με την ταλαιπωρία που αφήνει η χρήση των σκληρών ναρκωτικών. Μου ζήτησε τσιγάρο. Της έδωσα. «Φωτιά;» Αναγκάστηκα να της το ανάψω. «Ψωνάρα» είπε, εννοώντας τον μεσήλικα. «Έρχεται να εξομολογηθεί τις αμαρτίες του και μετά συνεχίζει ακριβώς τις ίδιες. Αλλά μήπως οι περισσότεροι αυτό δεν κάνουν;»
«Πιθανόν».
«Τα 'χει με την μικρότερη αδερφή της γυναίκας του».
«Δύσκολη περίπτωση».
«Το θέμα όμως οτι είναι παντρεμένος μαζί της».
«Με ποιά;»
«Με τη μικρότερη αδελφή της. Η γυναίκα του πέθανε και μετά παντρεύτηκαν οι δυο τους. Έχει όμως την υποψία ότι η μικρότερη αδερφή έσπρωξε την πρώτη του γυναίκα στην αυτοκτονία».
Ένα φλας ξεχύθηκε από το κουβούκλιο ίδιο με το φως που αφήνουν οι ηλεκτροκολλήσεις. «Είδατε, η ενοχή απαιτεί την τιμωρία. Όσο μεγαλύτερη τόσο μεγαλύτερη και η τιμωρία. Μα όσο μεγαλύτερη η ενοχή τόσο μεγαλύτερη η ευχαρίστηση». Το φλας ξανάστραψε μαζί με κάποιους τριγμούς στο κουβούκλιο. «Τώρα κλαίει. Αν περιμένατε, θα τον βλέπατε βγαίνοντας να σκουπίζει με το μαντήλι τα δάκρυά του. Και ξαφνικά θα είναι έτοιμος, σα να μη συνέβηκε τίποτα, λες και τα δάκρυα είναι βρύση που την κλείνεις και σταματούν. Δεν τους πιστεύω κάτι τέτοιους τύπους». Η κάφτρα του τσιγάρου της είχε μεγαλώσει αρκετά, την είχε ξεχάσει με τη συζήτηση και προσπάθησε να προλάβει να καπνίσει λίγο περισσότερο πριν της τελειώσει.
«Ξέρετε όμως αρκετά για αυτόν» της είπα.
«Δεν είναι ο μόνος εδώ πέρα. Η δουλειά μου είναι να τους υποκαθιστώ όταν πρόκειται να κάνουν ολική».
«Δηλαδή;»
«Τσιγάρο;»
Της έδωσα άλλο ένα και το άναψε με την κάφτρα απο το προηγούμενο λίγο πριν το πετάξει.
«Ας πούμε ότι κάποιος είναι αρκετά δειλός για να αντιμετωπίσει τα πράγματα κατάματα, αλλά και αρκετά έντιμος για να αγνοήσει τις ενοχές του. Τότε τι κάνει;»
«Δεν ξέρω, δε μου έχει τύχει».
«Βρίσκει κάποιον από αυτούς τους τύπους. Κοιτάξτε τους, μην ντρέπεστε».
Στο απέναντι πεζοδρόμιο περίμεναν σκορπισμένοι κάμποσοι. Περισσότερο θύμιζε νταραβέρι με ναρκωτικά ή πορνεία.
«Έρχεται λοιπόν σε συμφωνία μαζί του για να εξομολογηθεί εκείνος στη θεση του. Του λέει τι πρέπει να πει, πληρώνει τα έξοδα της εξομολόγησης συν την αμοιβή του. Τότε ο απέναντι παίρνει τη θέση του. Φυσικά δέχεται και την τιμωρία».
«Και πώς μπορεί να είναι κανείς βέβαιος ότι το υποκατάστατό του τιμωρήθηκε όσο πραγματικά άξιζε σε εκείνον, ή ακόμα ότι τα εξομολογήθηκε όλα και δεν τον έκλεψε;»
«Φαίνεται από το χαρτί με τις ποινές. Κοιτάξτε το δικό σας και θα καταλάβετε. Αλλωστε οι λάμψεις είναι μετρήσιμες. Για να είναι όμως σίγουρος κοιτάζει και την ακτινοβολία που δέχτηκε. Κάτι αριθμοί στο κάτω κάτω μέρος...»
«Και εσείς θα εξομολογηθείτε στη θέση του;»
«Περίπου. Στη θέση της μικρότερης αδελφής της γυναίκας του. Υποτίθεται πως εγώ, δηλαδή εκείνη, προετοίμασε το ατύχημα της μεγάλης της αδελφής. Αν και νομίζω πως κάτι τέτοιο δεν πρέπει να έγινε. Έχω συναντήσει τη γυναίκα του και με διαβεβαίωσε πως δεν είχε αδελφή».
«Τότε;»
«Μάλλον αυτά πρέπει να έγιναν ανάμεσα στη μητέρα του και την αδελφή της και αυτό δεν μπορεί ακόμα να το δεχθεί. Το μετέθεσε πάνω στη ζωή του. Ο ίδιος δεν είναι σίγουρος ποιας είναι γιος. Τα χαρτιά γράφουν της μικρότερης, αλλά απ' ό,τι είπε η γυναίκα του ο ίδιος νομίζει ότι τον γέννησε η μεγάλη και του το έκρυψαν. Νά 'τος βγαίνει. Περιμένετε να με δείτε που θα τιμωρηθώ στη θέση της δεύτερης γυναίκας του. Είδατε ο αλτρουισμός δεν εξαφανίστηκε, μόνο που δεν είναι τζάμπα όπως κάποτε».
Ο μεσήλικας κύριος βγήκε από το εξομολογητήριο και μπήκε η νεαρή κοπέλα. «Αγαπητέ μου ακόμα εδώ είστε;» μου είπε και κοίταξε για έναν γρήγορο έλεγχο το συγχωροχάρτι του. «Αν λέμε την αλήθεια, πάντα βρίσκεται η λύση».
«Είχατε σοβαρό πρόβλημα;»
«Όπως το δει κανείς.Τώρα όμως λύθηκε. Ο συνεταίρος μου έχει καταχρασθεί κάποια χρήματα και διερωτώμην αν θα ώφειλα να ακολουθήσω τη δικαστική οδό. Η δικαιοσύνη θα αποφασίσει».
«Την κοπέλα που μπήκε μετά από σας τη γνωρίζετε;»
«Φυσικά και όχι. Έμοιαζε όμως με εκείνους που κάθονται απέναντι. Ξέρετε, αυτούς που προσφέρονται έναντι αμοιβής να πάρουν τη θέση σας στο κουβούκλιο. Το βρίσκω εντελώς χυδαίο να στέκεσαι προ των ευθυνών σου δι' αντιπροσώπου και την τιμωρία σου να την ενδέχεται κάποια άλλη οντότητα. Αφήστε που πολλοί από αυτούς ευαρεστούνται με την ακτινοβολία. Οι περισσότεροί τους, αποπλανημένα θύματα αιρέσεων, βρίσκουν εδώ αρκετό από το εσωτερικό φως που τους είχαν υποσχεθεί. Δεν σας κρύβω πως κάποια δημοσιεύματα στον Τύπο έκαναν λόγο για τον εθισμό που προκαλούν τα κουβούκλια. Βέβαια τίποτα δεν αποδείχθηκε. Και τώρα με συγχωρείτε. Αντίο σας».
Συνεχή φλας απάστραπταν από το κουβούκλιο.
Αφησα τη νεαρή κοπέλα να συνεχίσει την εξομολόγησή της, χωρίς να την περιμένω να βγει για να τη ρωτήσω για ποιον τιμωρείται. Είχα κάτι πιο σημαντικό, να συναντήσω τον Κινέζο.
Ο ΚΙΝΕΖΟΣ ΜΕ ΠΕΡΙΜΕΝΕ οποιαδήποτε στιγμή. Φαντάζομαι πως γεννήθηκε για να περιμένει, να περιμένει αόριστα. Ήταν ανοιχτός όλο το βράδυ. Τότε χρειάζονται οι άνθρωποι τα θαύματα και αυτός είχε πολλά να τους προσφέρει, αρκεί να είχαν τα χρήματα. Το μαγειρείο του ήταν η κάλυψη. Όποιος άφηνε ένα αδικαιολόγητα μεγάλο μπουρμπουάρ, άνοιγε εύκολα την πόρτα στην ανατομία της περιπέτειας. Μια γεύση νωπού φιδιού ξέφευγε από την κουζίνα, ο μάγειρας το τεμάχιζε σε μικρά κομμάτια και στα κλεφτά έβαζε τα απομεινάρια στο στόμα του. Είχε καταπιεί τόσο που άρχιζε να μοιάζει με το είδος της τροφής που κατανάλωνε. Πέρασα δίπλα από την κουζίνα και, αντί να στρίψω δεξιά για τις τουαλέττες, πίεσα τον καθρέπτη που σφράγιζε το φαινομενικό τέλος του διαδρόμου.
Πίσω από το κρυφό πέρασμα βρισκόταν ο ίδιος. Με υποδέχθηκε, όπως πάντα, προκαλώντας με να ξεχωρίσω κάποιο από τα φύλλα της τράπουλάς του.
«Κρίμα. Κι έφτασες τόσο κοντά» είπε με το σαρδώνιο χαμόγελό του, καθώς με ξελάφρωνε από ένα βαρύ χαρτονόμισμα, αντίτιμο του στοιχήματος που μόλις είχα χάσει.
Του ζήτησα να ξαναπροσπαθήσω.
«Πάντα μόνο μια φορά. Τόσο όσο αξίζει για να σε κάνει να έρχεσαι».
Μόλις τελευταία είχα αρχίσει να καταλαβαίνω τα κόλπα του με την τράπουλα, αυτόν τον πρωτόγoνο τρόπο σκέψης που έκρυβε την εξαπάτηση. Έφτανε μια χειρονομία του για να μεταμορφώσει ένα στεγνό σχήμα σε κάτι διαφορετικό, ξεχωριστό, μοναδικό. Αυτό ήταν που γοήτευε τους ανθρώπους και εκεί είχαν στηρίξει όλη τη ζωή τους, να θεαματικοποιούν όλα τα ασήμαντα. Και ομολογώ πως άρχιζε να γοητεύει και μένα, αυτή η αποστερημένη από ορθολογιστικό νόημα τελετουργία, τόσο περιττή αλλά τόσο αναγκαία, που πάνω της δεν μπορούσα ακόμα να ζυγίσω τι βάραινε περισσότερο, το εντυπωσιακό ή η αγωνία για το σπάσιμο του γρίφου.
Τα τρυκ του ήταν η πιστοποίηση των μυθικών αινιγμάτων που αναγράφονται σε βίβλους, βέδες και παπύρους. Ήταν μια ιδιωτική γκαλερί όπου ήταν μαζεμένο όλο το απίθανο του κόσμου, όλο το αδικαιολόγητο του πολιτισμού, όλο το μεταφυσικό όπως έχει υλοποιηθεί μέχρι σήμερα.
«Απόψε θα πρότεινα κάτι διαφορετικό, αλλά δεν ξέρω αν είσαι έτοιμος» μου είπε καθώς περιεργαζόμουν τα ράφια με τα τεχνήματά του.
«Έτοιμος για τι;»
«Για ένα ψυχικό peeling, για κάτι που θα ξεπλύνει τις ενοχές σου. Όλος σου ο εαυτός θα βγει έξω και μετά θα διαλέξεις τι θα ξαναβάλεις απ' αυτόν μέσα σου πάλι».
«Εθιστικό;»
«Εξαρτάται από το πόσο είσαι αδύναμος».
«Όχι πολύ».
«Μην είσαι σίγουρος, ο καθένας είναι ευάλωτος. Μόνο που ποτέ δεν ξέρεις πότε θα του εμφανισθεί αυτή η αδυναμία. Ένα είναι σίγουρο, ότι κάποτε θα γίνει. Είναι τόσο σίγουρο όσο και ο θάνατος. Αρκεί να έχεις την αντοχή να περιμένεις. Μπορείς να πιστέψεις όσα σου λέω. Βλέπεις αυτό ακριβώς διαχειρίζομαι, την ανθρώπινη αδυναμία. Όσοι έρχονται εδώ θεωρούν τις κατασκευές μου παιχνίδια. Κι όμως δεν είναι μόνο αυτό, είναι κάτι παραπάνω: Δεκανίκια για την αναπηρία τους».
«Πού και πού χρειάζεται κάποιο δεκανίκι. Δεν μπορώ να κατηγορήσω γι αυτό κανέναν».
«Το ξέρω. Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που βολεύτηκαν κάποτε με αυτά και χωρίς αυτά δεν μπορούν πια να ζήσουν. Εσύ τι θα έκανες τότε αν σου ζήταγαν να τους βοηθήσεις;»
«Δεν ξέρω. Αληθινά πια δεν ξέρω».
«Κάθαρση. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος, από τον απλό συμβολισμό της κίνησης του νιψίματος των χεριών μέχρι το Καθαρτήριο του Δάντη. Παντού το ίδιο είναι μόνο που αλλάζει η τεχνική».
«Αυτό που θα μου δώσεις, πώς λέγεται;»
«Κατ' όνομα ή κατ' ουσία;»
«Κι απ' τα δυο».
«Αίμα του δράκου. Η δύναμη να βλέπεις καθαρότερα. Αρκεί να μη ξεθαρρευτείς πολύ μαζί του γιατί τυφλώνει, μεταφορικά και κυριολεκτικά».
Το λάβδανό του, ένα φαιό πηχτό υγρό, μου έφερε έντονη ναυτία. Ασφαλισμένος σ' ένα θάλαμο που με δυσκολία με συγκρατούσε κουλουριασμένο εξέπνευσα ό,τι είχα ζήσει στη γήινη έκδοσή μου. Ευτυχώς το παρασκεύασμά του δεν είχε ξυπνήσει τα άλλα μου εγκεφαλικά κέντρα, δεν είχε καμμία επίδραση πάνω τους. Όταν θα τελείωναν όλα, είχαμε συνεννοηθεί να του χτυπήσω το κουδούνι.Έτσι κι έγινε. Βγήκα από το θαλαμίσκο με το σώμα μου μουδιασμένο. Στάθηκα όρθιος με κάποια δυσκολία και τεντώθηκα όσο γινόταν. Τότε εκείνος χτύπησε ένα μυοχαλαρωτικό κουδούνι που ο ήχος του διαχύθηκε σε όλο το χώρο και μετά πήδησε μέσα στο σώμα μου.Πέρασε κάμποση ώρα μέχρι να κοπάσουν οι εσωτερικές μου ταλαντώσεις. Τότε παρατήρησα ότι από το θάλαμο που βρισκόμουν πρωτύτερα ένας σωλήνας κατέληγε σε ένα διαφανές μπουκαλάκι και έσταζε μέσα του πράσινο υγρό. Αφού σιγουρεύτηκε ότι δεν υπήρχε τίποτα άλλο για να υγροποιηθεί, το ασφάλισε και μου το έδωσε.
«Εδώ είναι ό,τι έδιωξες από πάνω σου. Σου ανήκει».
«Να το πετάξω;»
«Αν βρεις τη δύναμη. Αλλά είναι κομμάτι από σένα. Τόσο εύκολα μπορείς να αποχωριστείς κάτι που έζησες; Νομίζεις δεν θα πονέσεις;»
«Ωραία τώρα τί θα κάνω τις αποσταγμένες ενοχές μου;»
«Αν θέλεις να μάθεις από κάποιον την αλήθεια, δώσε του να πιει λίγο απ'αυτό».
«Σαν κι εκείνο που μου είχες δώσει όταν μπήκα για πρώτη φορά εδώ μέσα;»
«Είσαι έξυπνος».
«Κι όμως δεν στην είπα όλη».
«Είπες όμως όση μου χρειαζόταν».
Με πέρασε στο άλλο δωμάτιο για να διαλέξω από τις θερμοκοιτίδες τις μικροκαμωμένες παλλακίδες του. Το εκτροφείο της πυγμαίας φυλής του περιλάμβανε κάθε συνδυασμό ομορφιάς που θα μπορούσα να μαντέψω. Όταν χρειαζόμουν συντροφιά και δεν έβρισκα κανέναν, πήγαινα στο μαγαζί του και αγόραζα μια κοπέλα από τις ζελατίνες. Δεν ξέρω αν ο κίτρινος ήταν μάγος ή αν έκλεψε τον αλχημικό τύπο των πρωτοπλάστων. Έπαιρνε φωτογραφίες γυμνών από πορνοπεριοδικά και κατασκεύαζε από αυτές μικροκαμωμένα αντίγραφα. Έδινε εγγύηση ζωής έξι ώρες.
«Προσπάθησες να τις φέρεις σε κανονικές διαστάσεις;»
«Μπορώ».
Η μονολεκτική κοφτή του απάντηση σταμάτησε κάθε άλλη απορία μου. Ίσως είχε επιλέξει επίτηδες αυτό το μέγεθος για να φαίνεται η διαφορά του ψεύτικου με το πραγματικό, ίσως έτσι μόνο να ένιωθε προστατευμένος από τη ζωή, απόλυτα ασφαλής μπροστά στα αραδιασμένα δημιουργήματά του. Με τις ζωντανές κούκλες του μπορούσα να μιλήσω στη γλώσσα μου χωρίς να είναι ανάγκη να ρωτούν. Δεν ξέρω οι άλλοι τι έκαναν, ποια διαστροφή εκπλήρωναν με τις κοπέλες της μιας χρήσης.
«Βρες μου εσύ μία. Όλες ίδιες είναι».
«Όχι αυτή τη φορά. Θα καταλάβεις».
Πράγματι, ήταν διαφορετικές από αυτές που ήξερα.Υποχρεώθηκα να διαλέξω, αφού διαφορετικά θα το θεωρούσε προσβολή απέναντι στο πρόσωπό του και τη φιλία μας. Με παρακολουθούσε όση ώρα στεκόμουν πάνω από τις κόρες του. Δέχτηκε την κατάληξη της επιλογής μου με ένα νεύμα επικύρωσης, αν και, όπως μου είπε, νόμιζε ότι θα κατέληγα σε κάποια άλλη. Βρήκα ότι η ευστοχία της κρίσης του ήταν ορθότερη από τη δική μου. Αλλά κάτι παρόμοιο αναγνώριζα καθημερινά γύρω μου να συμβαίνει με τους πραγματικούς ανθρώπους και τις επιλογές τους. Ενώ είχαν επιλέξει κάτι που τους ικανοποιούσε, θα προτιμούσαν να έχουν κάτι άλλο και, από φόβο, ανασφάλεια, αδυναμία, ασυμπτωματικότητα, ποτέ δεν έφτασαν να το κατακτήσουν. Θωρώντας τους από κάποια απόσταση αντιλαμβανόσουν αμέσως το κενό τους, που υποδηλωνόταν άλλοτε μέσα σε ένα βλέμμα, άλλοτε σε μια παραπανίσια χειρονομία που δεν πρόλαβε α ελεγχθεί. Μπορεί κάποτε να έπαιρνε τη μορφή της κατάθλιψης ή κά από το λαχάνιασμα κυνηγετικού σκυλιού.
Με ξεπροβόδισε ως την πίσω πλευρά.
«Πόσα;» τον ρώτησα.
«Τίποτα. Η ζωή δεν πουλιέται, δωρίζεται» απάντησε και μου εμπιστεύτηκε με ένα φιλικό άγγιγμα του ώμου την αγαλμάτινη κατασκευή του. «Έχεις κάθε δικαίωμα πάνω της. Στο χέρι σου είναι τι θα της δώσεις. Και να θυμάσαι ότι ίσως είσαι ένας απο τους λίγους που τις δοκίμασαν».
«Δεν μου είπες πώς μπαίνει μπροστά».
«Πλησίασε το στόμα και φύσηξε μέσα της αέρα μια δυο φορές. Θα αρχίσει να αναπνέει».
Η ΥΓΡΑΣΙΑ ΚΑΙ οι εξαερισμοί από τα καταστήματα είχαν νοτίσει τον αέρα που μέσα του οι άνθρωποι εκείνης της περιοχής είχαν καταδικαστεί να τρέφουν αυταπάτες σαν πυρακτωμένα κάρβουνα και να διαλέγουν από μια αρμαθιά για να την κρατήσουν σφιχτά πάνω τους, ξεχνώντας ότι η δύναμη της θερμότητας είναι πιο ισχυρή από αυτή της αντοχής τους. Πλησίασα το αυτοκίνητό μου. Το είχαν σεβαστεί. Ίσως νόμισαν ότι θα ανήκε σε κάποιο μεγαλέμπορο ναρκωτικών και γι αυτό δεν το πείραξαν. Ανοιξα την πόρτα και την απίθωσα στη θέση δίπλα μου. Την ξετύλιξα απο το σελοφάν, έφερα το στόμα μου κοντά στο δικό της και φύσηξα μέσα της αέρα. Δυο μαρικόνες που διέσχιζαν το δρόμο κούνησαν το κεφάλι τους σχολιάζοντας στη διάλεκτό τους την ακαταλληλότητα της ικανοποίησης που ένα τέτοιο νιάνιαρο μπορούσε να προσφέρει. Αμέσως μου μίλησε:
«Υποσχέσου μου κάτι, δεν θα με πετάξεις μόλις τελειώσεις».
Αυτό το μπερδεμένο πράμα από καλώδια και κύτταρα με παραξένεψε. Μετά σκέφτηκα πως για κάτι τέτοιο είχε κατασκευασθεί.
«Kαι κάτι άλλο. Όταν θα λειώνω να είσαι δίπλα μου».
Έβαλα μπρος το αμάξι και απομακρύνθηκα από την κακόφημη συνοικία. Αυτή η νέα παρτίδα του Κινέζου ήταν γεμάτη εξτρά. Η πρώτη που είχε κατασκευάσει δεν είχε φωνή. Την επόμενη την είχε βελτιώσει με προγραμματισμένη συνομιλία. Είχε αργήσει αρκετά μέχρι να βγάλει αυτή την τρίτη γενηά και είχα την τύχη να είμαι από τους πρώτους που τη δοκίμαζαν.
«Δώσ' μου ένα όνομα».
«Δε μου έρχεται κάτι τώρα».
«Έλα ό,τι νάναι, έλα βρες κάτι!» είπε και άρχισε να με τραβά επιτακτικά απο το μανίκι.
«Λυπάμαι δεν βρίσκω τίποτα».
«Έλα, έστω και ένα επιφώνημα. Αν δεν μπορείς να ονομάσεις τη φαντασίωσή σου, πώς θα μπορέσεις να τη διακρίνεις, πώς θα μπορέσεις να την καλέσεις, πώς θα τη βρεις;»
Κάλυψε το κενό της απάντησής μου με μια διαπίστωση απογοήτευσης: «Δεν είμαι εγώ αυτή. Έτσι δεν είναι;» Δεν κατάφερε να πάρει τις απαντήσεις που ήθελε και αμέσως αποφάσισε να αλλάξει ύφος. Ο ΤσινΧο της είχε εμφυσήσει την «καθοδηγητική αλληλεξάρτηση», μια ικανότητα που χαρακτήριζε κατώτερα έμβια όντα και τα οδηγούσε να προσαρμόζονται σε νέα περιβάλλοντα.
«Θα με δείρεις, θα με βιάσεις, θα με χαρακώσεις; Πες μου, θα έχει πλάκα».
«Όχι, θα πάμε βόλτα. Μόνο αυτό».
«Χμ, κατάλαβα....» απάντησε με λεπτή φωνή Λολίτας. «Είσαι ρομαντικός ή μήπως δεν μπορείς να...»
«Δεν είναι αυτό που νομίζεις».
«Καλά, δεν πειράζει. Αα, ξέχασα, δεν συστήθηκα... Βέρμα Rain, περιφέρεια στήθους 67, μέσης 58, γοφών 90, ύψος 1.77, βάρος 58. Μερικές από τις φιλοδοξίες μου; Να τελειώσω τις σπουδές στο χορό, να μπω στη δραματική και να συνεχίσω το τραγούδι.Με ξετρελαίνουν τα ταξίδια και οι γενναιόδωροι κύριοι. Με απωθεί η υποκρισία και οι κολακείες. Μπορώ να αγαπήσω έναν αποφασιστικό και δυναμικό άντρα σαν εσένα και όλα αυτά σε κλίμακα ένα προς δύο. Πλάκα δεν έχει;
«Hase Saltar, βασικά εξωγήινος».
«Α, εσύ έχεις περισσότερο πλάκα. Τι θα κάνουμε τώρα Ηase;»
«Θα διαλύσουμε μηχανήματα».
«Είσαι μανιακός, Hase, μ' αρέσει, μ' αρέσει».
Είχα εντοπίσει ένα αυτόματο με αναψυκτικά που πάντα μου ξέφευγε, εκεί που το πλησίαζα όλο και κάποιος εμφανιζόταν. Θα ήταν ο πρώτος στόχος γι απόψε. Έκανα δυο γύρους το τετράγωνο που το είχαν εγκαταστήσει. Βεβαιώθηκα ότι ήταν μια σπάνια ευκαιρία για να το πλησιάσω. Έστειλα τη Βέρμα να αγοράσει δυο κουτάκια. Στο απέναντι παράθυρο δεν υπήρχε η ευτραφής κυρία που μέσα από το μπερντέ παρατηρούσε αδιάκοπα την κίνηση στο σταυροδρόμι. Είχε περάσει τη μισή ζωή της πίσω από ένα παράθυρο καπνίζοντας και σχολιάζοντας τους περαστικούς, όσο για την προηγούμενη μισή της ήταν αμφίβολο αν είχε υπάρξει. Τοτεμοποιημένη στην καρέκλα της με το σώμα της να έχει ξεχειλώσει και να κρέμεται γύρω από το ψαθί. Μετακινιόταν μόνο για πράγματα απόλυτα αναγκαία, όπως το να πάει στην τουαλέττα ή τις λιγοστές ώρες που έπρεπε να κοιμηθεί. Αυτές οι συνήθειες μπορεί να της στερούσαν κάτι από την ολοκλήρωση της περιέργειάς της αλλά ήταν υποχρεωτικές για να είναι ικανή να συνεχίζει να περιφρουρεί από το παρατηρητήριό της την εξέλιξη της ζωής. Τις είχε βέβαια ελαχιστοποιήσει, αλλά δεν μπορούσε να τις εξαλείψει εντελώς.
Μόλις σιγουρεύτηκα πλησίασα. Έβγαλα το τρυπάνι μου και το κόλλησα στην κοιλιά του. Μετά άλλαξα στα γρήγορα νούμερο και του έχωσα δυο απανωτές στα πλάγια και άρχισα να το σκίζω. Το δοχείο με τα κέρματα άνοιξε και χύθηκαν κάτω. Με τέτοια κέρματα πλήρωσα τον κοινοτάρχη που εξασφάλισε τα χαρτιά μου, κέρματα ή χαρτονομίσματα που είχα δανειστεί από κάθε είδους αυτοματοποιημένο μηχανισμό. Η Βέρμα γράπωσε μια χούφτα από δαύτα και τα πέταξε ψηλά. Με την εκτίναξη απόκτησαν το λαμπύρισμα από τα φώτα των επιγραφών που αναβόσβηναν. Εκείνη τα κοίταζε συνεπαρμένη. Χωρίς να τα νιώθει, τα χέρια της φαίνονταν σαν η πηγή μιας δύναμης που είχε το χάρισμα να διακτινίζει. Θέλησα να την ενδυναμώσω στο να την πραγματοποιήσει, να της χαρίσω μια εμπειρία εξώκοσμη. Τα δάχτυλά της καλύφθηκαν με φως, τα σήκωσε ψηλά και δεν μπορούσε να πιστέψει πως αυτή η φωτεινότητα ήταν δική της.
Η ευτραφής κυρία έσβησε το φως της τουαλέττας ανάβοντας παράλληλα το φως του διαδρόμου. Όταν θα έπαιρνε για τα καλά τη θέση της δίπλα στο παράθυρο με τα κουρτινάκια, θα αντίκρυζε ένα κατεστραμμένο μηχάνημα. Σίγουρα θα κατηγορούσε τον εαυτό της επειδή δεν ήταν εκεί τη στιγμή που έγιναν τα γεγονότα. Και μάλλον η καταδίκη της αυτή ήταν. Να στέκεται όλες τις στιγμές που δεν γίνεται τίποτα και τις στιγμές που πάντα κάτι συνέβαινε εκείνη να λείπει.
Η Βέρμα μάζεψε πρόχειρα όσα νομίσματα χωρούσαν στις τσέπες της και έτρεξε να με προλάβει στο αμάξι. Οδηγούσα γρήγορα. Είχα πορεία για την έρημο. Εκεί κατέφευγα όταν ήθελα να μιλήσω στη γλώσσα μου. Φώναζα και η ηχώ επέστρεφε πάνω μου. Είχα ανάγκη αυτό το μονόλογο. Στο βάθος δεν ήθελα να ξεχάσω εντελώς, όσο κι αν η μνήμη έκρυβε μέσα της πληγές. Στα δεξιά του δρόμου προσπερνούσαμε παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Δεν ξέρω αν βρίσκονταν εκεί για να απομονωθούν, να αλλάξουν τις σάρκες τους ή να χρησιμοποιήσουν τα ναρκωτικά τους. Η Βέρμα έβρισκε διασκεδαστικό το να πετά κι από ένα νόμισμα σε κάθε σταματημένο όχημα.
Από το παληό υδραγωγείο στρίψαμε αριστερά. Μετά τους λόφους πέσαμε στην έρημο. Ακολουθήσαμε το δρόμο που ξεκίναγε με στόχο να την χαράξει και στο τέλος γινόταν το ίδιο με αυτή. Ήταν ένας δρόμος που ξεκίνησε να φτιάχνεται κι έμεινε στη μέση, όπως τόσα άλλα πράγματα που χαρακτηρίζουν τους ανθρώπους. Εκεί που τελείωνε η άσφαλτος σταματήσαμε. Βγήκαμε και οι δύο έξω. Είχα αφήσει ανοιχτούς τους προβολείς στη μεγαλύτερη σκάλα και μπήκα μέσα στη δέσμη τους. Απομακρύνθηκα για να μονολογήσω στη γλώσσα μου κομμάτια από την ιστορία μου, από το προσωπικό μου ημερολόγιο. Ξεμάκραινα και η φωνή μου δυνάμωνε.
«Hase γιατί μ' αφήνεις; Τι θα κάνω τώρα;»
«Αυτοσχεδίασε!» της είπα, συνεχίζοντας να βαδίζω. Η Βέρμα με ακολουθούσε χαχανίζοντας και έχοντάς με για στόχο μου πετούσε νομίσματα που άλλα με έφταναν και άλλα έπεφταν στο χώμα χωρίς να με βρουν. Έπρεπε να αποσπάσει την προσοχή μου. Βρήκε ότι ο καλύτερος τρόπος θα ήταν να με μιμηθεί παριστάνοντας το κακόηχο φερέφωνο.
«Περίμενέ με Ηase...»
Μετρίασα το βηματισμό μου ώσπου να με φτάσει. Ρώτησε σε ποια γλώσσα μίλαγα, της άρεσε αυτός ο ήχος. Της είπα ότι ήταν γλώσσα από ένα μεταλλικό πλανήτη. Θέλησε να μάθει το πώς λέμε εκεί «τι είναι αγάπη». Η προφορά της δεν ήταν και άσχημη. Επέμενε να απαντήσω την ερώτησή της στη γλώσσα μου, μετά να της το μεταφράσω. Ρώτησε δειλά αν είχα ποτέ ερωτευθεί.
«Δεν είχα χρόνο».
«Πειράζει να ρωτήσω το γιατί;»
«Ένας δραπέτης ποτέ δεν έχει χρόνο».
«Πώς λένε «Σ' αγαπώ;»»
Δεν το 'πιασε καλά την πρώτη φορά. Το επανέλαβε και άρχισε να το φωνάζει. Η ηχώ την ξετρέλλαινε, διαδοχικά κύματα επικάλυπταν το ένα το άλλο και εκείνη βρισκόταν στη μέση περικυκλωμένη από το ίδιο της το σήμα. Ο αέρας παρέσερνε τη φωνή της μακρυά. Περίμενε να εξασθενήσει και ο τελευταίος της φθόγγος, όπως το θαμπωμένο νήπιο παρακολουθεί το αρκουδάκι που του χάρισαν να ξεκουρδίζεται. Με πλησίασε και προσπάθησε μάταια να με περικυκλώσει με τα χέρια της. Σήκωσε τα μάτια της προσπαθώντας να βρει τα δικά μου.
«Γιατί είσαι μαζί μου Hase;»
«Σεξ;»
«Όχι, Hase. Οποιαδήποτε άλλη μπορεί να στο προσφέρει καλύτερα».
«Τότε γιατί είμαι μαζί σου;»
«Χρειάζεσαι υποκατάστατα, Hase, αυτό είναι όλο. Ένα υποκατάστατο που μπορεί να σου πει ότι σ' αγαπά και δεν θα είσαι απόλυτα σίγουρος αν είναι ψέμμα. Είμαι η κοπέλλα που όταν σε αντικρύζει το πρόσωπό της γίνεται κατακόκκινο, χωρίς να ξέρει η ίδια το λόγο. Με μια διαφορά, από σένα δε θα απαιτήσει τίποτα. Δεν θα σου αφήσει κανένα συναισθηματικό τραύμα».
«Ώστε έτσι λες;»
«Έτσι λέω. Όταν θα είσαι μέσα μου εγώ θα κλάψω, και αυτά τα δάκρυα δεν θα τα έχεις προαγορασμένα».
Περπατήσαμε μέσα στη σιωπή μας προς τα εκεί που τα φώτα δείχναν τη θέση του αυτοκίνητου. Ο εξασθενημένος ήχος από το ραδιόφωνο μόλις που ακουγόταν.
«Αν έφτιαχνες τη ζωή από την αρχή, Hase, πώς θα την έκανες; Σύντομη; Να κρατά πολύ;»
«Εκείνοι που τη ζουν να μην ξέρουν πότε θα τελειώσει. Αλλά αυτό κανείς δεν το ξέρει».
«Ούτε και συ, Hase;»
«Ούτε και γω».
«Εγώ όμως το ξέρω. Η δικιά μου θα τελειώσει σε λίγο».
»Hase τι νιώθεις, όταν ξέρεις το πότε τελειώνει η ζωή σου; Θέλεις να το ξεχάσεις;»
«Κάνεις σχέδια».
«Γι αυτό κάνουν σχέδια οι άνθρωποι, Hase;»
«Ναι, για να λησμονήσουν όσο πιο γρήγορα κάτι τέτοιες σκέψεις».
«Κι εσύ, Hase;»
«Εγώ κάνω σχέδια χωρίς νόημα».
«Πού ξέρεις, μπορεί κάποτε να ανακαλύψεις και κάποια που να έχουν. Μόνο κοίτα μην τα προσπεράσεις και είναι πια αργά για να τα ξαναβρείς».
Ξάνοιξε το βήμα της. Την άφησα να με προσπεράσει. Έφτασε στο αυτοκίνητο. Ξαφνικά γύρισε απότομα και μου είπε: «Κάν' το μου, Hase. Θέλω να μάθω πώς είναι».
Πάνω στο καπώ άγγιξα την κοπέλλα με την κλίμακα ένα προς δύο και έπλασα αυτό που οι γήινοι κατονομάζουν έρωτα. Δεν ξέρω αν ήταν αυτό που έπρεπε να αισθανθώ. Δεν ξέρω αν ήταν μόνο μια αδενική ευχαρίστηση. Δεν είχα πολύ χρόνο για σκέψεις, αυτές καλύτερα να τις έψαχνα αργότερα. Όπου νάναι ξημέρωνε. Έμενε κάτι λιγότερο από μια ώρα για να αυτοκαταστραφεί.
«Πώς είναι ο θάνατος; Θα έχει πλάκα. Έτσι Hase;»
Δεν απάντησα.
«Έλα πες μου, δεν θα έχει πλάκα;»
«Ναι, θα έχει».
«Ο έρωτας πάντως δεν είχε» είπε και στάθηκε για λίγο σκεφτική. Με ρώτησε για το πώς ήταν εκεί, στη «γη» μου. Ήθελε να μάθει. Αρχιζε να κρυώνει, το δέρμα της μαλάκωνε. Την αγκάλιασα και προσπάθησα να της μεταδώσω όση θερμοκρασία είχα. Στο πρόσωπό της φάνηκαν οι πρώτες αλλοιώσεις, ο φόβος για τον πόνο, όχι αυτόν που αισθανόταν, όσο γι αυτόν που θα ερχόταν.
Η φωνή μου βράχνιασε, δείγμα ανθρώπινης συγκίνησης; Θέλησα κάτι να πω, μα η Βέρμα δεν είχε ανάγκη από συνηθισμένες προτάσεις, δεν ήταν κατασκευασμένες γι αυτή, δεν ήταν φτιαγμένη γι αυτές. Ξεκίνησα με κάτι δικό τους, κάτι σαν επιτάφιο νανούρισμα.
«Ώστε λοιπόν δεν έχει πλάκα Hase...»
«Όχι, μωρό μου».
«Θα μείνεις δίπλα μου ως το τέλος;»
Κρεμόταν απο τα μάτια μου. Της έγνευσα συγκαταβατικά.
«Πες κάτι για μένα Hase...στη γλώσσα σου».
Ήταν ένα είδος συλλογισμών του πλανήτη μου, προσευχές το λένε εδώ. Η Βέρμα κουράστηκε να ρωτάει. Ίσως σε ένα τέτοιο μέρος θα αποσυρόμουνα και εγώ να τελειώσω, σε ένα τοπίο που έμοιαζε με το δικό μου, σε ένα χώρο που οι μνήμες θα με δέναν και θα με μετέφεραν.
Ανέπνεε με δυσκολία, το δέρμα στα άκρα της άρχιζε να ρευστοποιείται. Τη ρώτησα αν μπορούσε να κρατηθεί από πάνω μου. Έγνευσε.Τη βοήθησα να κρεμαστεί στην πλάτη μου. Ανοιξα τα χέρια μου και σηκωθήκαμε μαζί ψηλά, ο ορίζοντας αποκαλυπτόταν μπροστά μας με τον τρόπο που τον αισθάνονται τα πουλιά. Από τις κορυφογραμμές των βουνών άνοιγε η μικρή χαρακιά και χώριζε το βαθύ σε ρόδινο και δειλό γαλάζιο. Το φως που ερχόταν κάλυπτε την απόγνωση και προ πάντων το θάνατο, σα να τον εξόριζε, να τον διαμέλιζε. Ικέτευα τις μπαταρίες της για μια μικρή παράταση, για λίγα μόνο κερδισμένα δευτερόλεπτα.
«Είναι όμορφα Βέρμα. Βλέπεις;»
Το κεφάλι της είχε γείρει στον ώμο μου, γύρισα και την κοίταξα, μα αυτή δεν μπορούσε πια να δει. Ο χρόνος της είχε τελειώσει. Ο αέρας εκεί πάνω ήταν αρκετά ψυχρός. Ο αέρας θα αναλάμβανε να μεταφέρει το σώμα της. Δεν προερχόταν από τη γη, δεν ανήκε σε αυτή, τα υπολείμματά της θα διασκορπίζονταν εκεί ψηλά, θα έσβηναν πριν να πέσουν στο χώμα.
ΣΗΜΑΔΙ ΓΙΑ ΝΑ προσανατολισθώ στο σημείο καθόδου ήταν οι αναμμένοι προβολείς του αυτοκινήτου. Σαν κι εκείνες τις επιστροφές στη Βάση, που από μακριά φαινόταν σα φωλιά και αντάλλασσα μηνύματα και φιλοφρονήσεις. Μόνο που βάση μου πλέον ήταν το άδειο αυτοκίνητο. Και όμως είχα ανάγκη τους ίδιους διαλόγους, έστω και μέσα στο μυαλό μου, γιατί εκεί μόνο μπορούσαν να υπάρξουν πια όλοι εκείνοι που χάθηκαν.
Στο ραδιόφωνο έπεσαν οι πρώτες πρωινές ειδήσεις· δεν άλλαξα σταθμό όχι από ενδιαφέρον αλλά από συνήθεια, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ετοιμαζόμουν να κάνω όλα τα επόμενα. Η διαδρομή για την πόλη ήταν αρκετή για να κρύψω τον πόνο, μια διαδρομή που άρχιζε από την έρημο, συναντούσε τα εργοστάσια, προσπερνούσε πρωινά βιαστικά πρόσωπα, έμπαινε στα εργατικά προάστια και κατέληγε στο κέντρο με τα λαμπρά κτίρια, τις οικονομικές εταιρείες και τα καταστήματα. Η πίκρα με έκανε να την αντιμετωπίζω διαφορετικά. Αυτή η πόλη παρέμενε το ίδιο ξένη, το ίδιο ακατανόητη, μόνο που τώρα ήταν πια ένα κομμάτι δικό μου. Και το περίεργο ήταν πως άρχιζα να την έχω ανάγκη.
Προχώρησα μέσα από διαδρόμους, γραβατάνθρωπους, γάμπες και ταγιέρ. Η άνεση του διευθυντικού χαμόγελου με είχε εγκαταλείψει.
«Δε φαίνεστε καλά σήμερα, κύριε διευθυντά» παρατήρησε η γραμματέας μου και επέκτεινε το ενδιαφέρον της ρωτώντας με αν χρειαζόμουνα μια ασπιρίνη ή λίγο ζεστό τσάι. Αρνήθηκα.
«Σήμερα πάντως δείχνετε κάπως διαφορετικός».
«Μα είμαι εξωγήινος, Αλέκα».
Λίγο αργότερα ήρθε για την αλληλογραφία. Ήξερε να τονίζει τις καλοσχηματισμένες της καμπύλες με το ντύσιμό της. Καθώς πλησίασε με τον όλως τυχαίο τρόπο που μπορεί να πλησιάσει μια γραμματέας τον προϊστάμενό της όταν θέλει να του υπενθυμίσει πως δεν τα καταφέρνει καλά μόνο στην αλληλογραφία, άφησε το υπονοούμενο: «Είναι αλήθεια, κύριε διευθυντά, ότι οι εξωγήινοι το κάνουν καλύτερα;»
«Όχι, Αλέκα. Απλώς διαφορετικά».
Υπέγραψα τους φακέλλους και ετοιμάστηκε να αποχωρήσει απο το γραφείο. «Μια στιγμή» της φώναξα λίγο πριν ανοίξει την πόρτα. Έμεινε κοκκαλωμένη στη θέση της, άργησε να γυρίσει προς το μέρος μου δίνοντάς μου όλο το χρόνο που χρειαζόμουν για να θαυμάσω το κορμί της απο πίσω.
«Θέλετε κάτι;» είπε και αφήνοντας ελαφρά το χερούλι που κράταγε γύρισε στη μεριά μου. Την επεξεργάστηκα σε όλο της το σώμα και μετά σταθεροποιήθηκα στο πρόσωπό της. Κολακεύτηκε και στερέωσε τη ματιά της πάνω μου πιο σίγουρη. Η ώρα που θα αποκτούσε πλέον το δικαίωμα να με κοιτάζει όχι μόνο σαν απλή υπάλληλος, αλλά σαν κάτι περισσότερο, σαν μια γυναίκα που έχει μερίδιο στην ικανοποίηση και στην ηδονή του εργοδότη της είχε έρθει. Ένα τέτοιο δικαίωμα, ίσως, να το θεωρούσε ένα είδος προσωπικής καταξίωσης.
«Αν μου επιτρέπεις, μπορώ να σου κάνω μια αδιάκριτη ερώτηση;»
«Βεβαίως» μου απάντησε «ό,τι θέλετε».
«Ποιες είναι οι αξίες σου, Αλέκα;»
Κέρωσε. Έδειξε τρομοκρατημένη. Σημείωσα μέσα μου να δοκιμάσω κάποτε πάνω της το απόσταγμα που μου έδωσε ο Κινέζος. Με την ευστροφία της, πάντως, βρήκε τη λύση από το παροδικό της αδιέξοδο.
«Μα, νομίζω, όποιες και τόσων άλλων καθημερινών ανθρώπων».
«Θα μου μιλήσεις γι αυτές, αν στο ζητήσω κάποτε;»
«Φυσικά».
«Σήμερα το βράδυ...»
«Αν το θεωρείτε τόσο σημαντικό. Αλλά θα μου υποσχεθείτε ότι θα μιλήσετε και σεις για τις δικές σας».
«Προσπαθώ να τις θυμηθώ, Αλέκα. Προσπαθώ να τις θυμηθώ και ξέρεις δεν είναι τόσο εύκολο, όταν είσαι πια τόσο μακρυά».
ΔΕΝ ΕΙΧΑ ΚΑΜΜΙΑ διάθεση για δουλειά και άνοιξα τις οθόνες, να ενημερωθώ για τις ειδήσεις. Βρήκα μέσα τους το εστιατόριο του Κινέζου καλυμμένο στις φλόγες. Ο ίδιος απαρηγόρητος θρηνούσε για τους κόπους μιας ολάκερης ζωής, όχι βέβαια για τις συνταγές των φαγητών του. Έκανε μια ποιητική δήλωση για τη δημιουργία, λίγο άσχετη με την περίπτωση, εκτός αν νοηθεί και η παρασκευή ενός εδέσματος ως κάτι τέτοιο. Δεν νομίζω ότι έτσι σκεπτόταν ο ίδιος. Είχα σιγουρευτεί. Το ήξερε κι ο ίδιος άλλωστε. Είχε ξεπεράσει τα επιτρεπτά όρια. Αυτοί που διαχειρίζονταν τη ζωή είχαν εκνευριστεί μαζί του. Έκλεισα τις οθόνες. Είχα ανάγκη από κάτι πιο άμεσο, να κοιτάξω κάτι κατευθείαν, χωρίς ενδιάμεσους, κάτι μακρυνό και σταθερό. Σήκωσα το βλέμμα μου στον ουρανό, περίπου εκεί που κάποτε είχα υπάρξει. Είχαμε χάσει, αν και το δίκιο ήταν με το μέρος μας. Και τώρα υπήρχαν μόνο απόκληροι και βουβοί. Ένιωσα την ανάγκη να ανοίξω τον τηλεδιαισθητήρα, να καλέσω όποιον υπήρχε. Ήταν επικίνδυνο. Με την εκπομπή υπήρχε κίνδυνος να με εντοπίσουν. Θα παρέβαινα τους κανόνες ασφαλείας, μόνο σε μεγάλο κίνδυνο όπως στην περίπτωση επίθεσης ή θανάτου έπρεπε να χρησιμοποιηθεί. Κάποτε ένιωθα τόσο σημαντικός επειδή μέσα μου κυκλοφορούσε η πίστη. Είχα ταυτίσει την ύπαρξή μου με τις ιδέες για τον δικό μας τρόπο κυριαρχίας. Αυτό ήταν το πρωταρχικό. Έτσι η ίδια η παρουσία μου γινόταν από μόνη της καθοριστική. Ένα καμουφλαρισμένο είδος ναρκισσισμού. Νόμιζα ότι, αν εξαφανιζόμουν είτε εγώ είτε εμείς και ο τρόπος σκέψης μας, θα έπαυε να υπάρχει ο κόσμος. Αυτό έγινε, και ο κόσμος είναι ακόμα στη θέση του. Συλλογίστηκα τι είχα προσφέρει πραγματικά. Ήταν δύσκολο να απαντήσω, μάλλον τίποτα. Και δεν είχα άλλες ευκαιρίες. Ζούσα με άλλη ταυτότητα σε μια χώρα που οι αξίες της μου ήταν ξένες και ακατανόητες. Και ήταν δύσκολο να προσφέρω στους τωρινούς οικοδεσπότες μου κάτι. Όπως και να είχαν τα πράγματα όλοι στέκονταν με τον ίδιο τρόπο μπροστά στο μόνιμο νομοτελειακό πρόβλημα, το θάνατο. Ένιωθαν τη βαθιά ανάγκη να τον αρνηθούν με όποιο μέσο είχαν. Αλλοι φροντίζοντας να αφήσουν πίσω τους κάτι που να θυμίζει τους εαυτούς τους, άλλοι κάνοντας τέχνη, οικοδομήματα, συστήματα σκέψης. Όλοι όμως είχαν το άγχος να υπογράψουν πάσει θυσία πάνω τους, σαν το χάραγμα ενός δέντρου στην εξοχή που οι ερωτευμένοι ασφαλίζουν τον έρωτά τους γιατί είναι σίγουροι ότι ο χρόνος θα έχει αντίθετη γνώμη. Διαδικασίες απομνημείωσης υπογραμμένες με κάθε τίμημα.
Παρόλο που εγώ δε θα είχα τη δυνατότητα πια να προσφέρω τίποτα σε κανέναν από τους επόμενους, συμπέρανα για τον εαυτό μου ότι, αν διέθετα μια τέτοια ευλογία, θα το έκανα χωρίς να ενδιαφερθώ για την αναφορά του ονόματός μου. Γιατί σημασία δεν έχει αν κάποτε θα σε αναφέρουν εκείνοι, σημασία έχει ότι κάποτε τους σκέφτηκες εσύ.
Από το παρόν διήγημα «περικόπηκαν» μερικές παράγραφοι, σε μια προσπάθεια να χωρέσει στο περιοδικό, χωρίς να χάσει, πιστεύουμε, τίποτα από τη συνοχή του ή πολλά από την αξία του. Ο συγγραφέας ανέχτηκε την επέμβαση, όχι χωρίς κάποια δυσφορία, ίσως. Του ζητάμε συγγνώμη και τον ευχαριστούμε για την κατανόησή του.