Πόπη Βερνάρδου
"Ναι, κάτι άτρωτο, απέθαντο
είναι μέσα μου, που ανατινάζει βράχους:
η θέλησή μου! Σιωπηλή διαβαίνει ανάμεσα
από τα χρόνια κι αναλλοίωτη"
(Φρίντριχ Νίτσε,
«Τάδε Έφη Ζαρατούστρα»)
ΉΤΑΝ ΜΙΑ ΔΡΟΣΕΡΗ Απριλιάτικη μέρα, όταν ο Φίλιππος μπήκε σα σίφουνας στο σπίτι μου. Το πρόσωπό του έλαμπε, έδειχνε ασυγκράτητος κι έτοιμος ν' αρχίσει να μιλάει για ώρες. Κατάλαβα πως είχε να μου ανακοινώσει μια καινούρια «ανακάλυψή» του και βολεύτηκα στωϊκά στον καναπέ. Δεν είχε νόημα να κάνω κάτι άλλο. Μόνο αν τον άκουγα θα ηρεμούσε -- και μαζί του κι εγώ.
«Έχεις ακουστά την Έλεν Ντόχερτυ;» με ρώτησε ανυπόμονα.
«Νομίζω πως είναι ένας θρύλος για κάποιο πλοίο - φάντασμα. Πρέπει να το έχεις αναφέρει κι άλλη φορά», του απάντησα.
«Ναι, είναι πλοίο - φάντασμα, αλλά όχι θρύλος», μου αντιγύρισε θριαμβευτικά. «Μιλάμε για πραγματικότητα. Πραγματικότητα, όπως ακριβώς το σπίτι σου κι ό,τι βλέπουμε γύρω μας.»
Πριν προλάβω να μιλήσω, άρχισε να μου διηγείται μια μακροσκελή ιστορία, κάνοντας παύσεις στα καίρια σημεία για να παρακολουθεί τις αντιδράσεις μου. Έτσι έμαθα πως η Έλεν Ντόχερτυ ήταν μια γυναίκα που έζησε στη Ρουέν της Νορμανδίας, τον δέκατο τρίτο αιώνα. Οι πληροφορίες για την καταγωγή της είναι συγκεχυμένες. Φαίνεται, όμως, πως ο πατέρας της καταγόταν από τους Βίκινγκς που έκαναν επιδρομές στην Νορμανδία και στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν εκεί. Αυτό, καθώς και το ότι ήταν μάγος, είναι τα μόνα που αναφέρονται για κείνον.
Η Έλεν είχε μακριά κοκκινόξανθα μαλλιά και γαλάζια μάτια. Η επιδερμίδα της ήταν διάφανη και η μορφή της αγγελική. Ζούσε στη Ρουέν με τη μητέρα της, όταν την ερωτεύτηκε ένας Νορμανδός ιππότης, ο Ροβέρτος Σέργουντ, που είχε ένα μεγάλο πύργο έξω απ' την πόλη. Αγάπησε κι εκείνη πολύ τον ψηλό, ευγενικό νέο με τα ξανθά μαλλιά και τα φωτεινά μπλε μάτια, τα πλημμυρισμένα ειλικρίνεια και αφοσίωση. Και μετά από ένα σύντομο ειδύλλιο, ο Ροβέρτος ζήτησε απ' την Έλεν να παντρευτούν.
Ενώ όμως οι ετοιμασίες για το γάμο πλησίαζαν στο τέλος τους, συνέλαβαν την Έλεν με την κατηγορία της μαγείας. Αυτό συνέβη την άνοιξη του 1247. Ποτέ δε θα μάθουμε ποια ακριβώς ήταν η αλήθεια, γιατί από κείνη τη στιγμή η Έλεν και ο Ροβέρτος πέρασαν στη σφαίρα του θρύλου.
Είπαν ότι ο πατέρας της ήταν μάγος και ότι πριν πεθάνει είχε διδάξει την κόρη του πώς να επικαλείται τους δαίμονες και να χρησιμοποιεί τις προφητικές τους δυνάμεις. Είπαν πως η Έλεν πετούσε τις νύχτες και πως ζευγάρωνε με τον ίδιο το Σατανά. Κι είπαν πως με τα μάγια της σκότωσε δύο γειτονόπουλά της, που έσβησαν μέσα σε υψηλό πυρετό. Είπαν πως γυρνούσε στα δάση και στα νεκροταφεία και επιδιδόταν σε ακατανόμαστες πράξεις. Κι είπαν πως στα χέρια της βρισκόταν μια πανίσχυρη μαγική πέτρα με ρούνικη επιγραφή, κληρονομιά απ' τον πατέρα της, που της έδινε απεριόριστη δύναμη, τη μεταμόρφωνε σε γεράκι ή την έκανε αόρατη. Βέβαια, ακόμα κι αν η πέτρα υπήρχε, δε βοήθησε και πολύ την Έλεν που πέθανε στην πυρά, αφού πρώτα υπέφερε φρικτά μαρτύρια για να ομολογήσει.
Υπάρχει και η εκδοχή ότι όλα αυτά ήσαν στημένα από μια πλούσια κληρονόμο που ήταν ερωτευμένη με τον Ροβέρτο και πίστευε πως με το θάνατο της Ελεν θα είχε το πεδίο ελεύθερο για να τον κατακτήσει. Τα πράγματα, όμως, δεν έγιναν όπως, ίσως, τα είχε σχεδιάσει εκείνη η γυναίκα, γιατί ο Ροβέρτος, απαρηγόρητος και γεμάτος ενοχές που δεν κατόρθωσε να σώσει την Έλεν, δολοφόνησε το διορισμένο από τον Πάπα ιεροεξεταστή και δύο μάρτυρες που κατέθεσαν πως είχαν δει την αγαπημένη του να πετάει τη νύχτα προς το δάσος. Ύστερα, κυνηγημένος, έβαλε φωτιά στον ίδιο του τον πύργο και κάλπασε προς άγνωστη κατεύθυνση.
Κανείς δεν έμαθε πού βρισκόταν για έναν ολόκληρο χρόνο. Πίστεψαν πως είχε πεθάνει τρελός από το πάθος του για την Έλεν. Όταν όμως ήρθαν οι πρώτες ειδήσεις για ένα πειρατικό καράβι που έκανε επιδρομές στον Ατλαντικό και τη Μεσόγειο και το έλεγαν «Έλεν Ντόχερτυ», κατάλαβαν.
ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΑΥΤΟ ο Φίλιππος έκανε μια παύση κι εγώ βρήκα την ευκαιρία να ρωτήσω: «Πού τα έμαθες όλ' αυτά;»
«Όπως ξέρεις ήμουν στοΛονδίνο τον περασμένο μήνα.Ξέθαψα ένα παλιό χειρόγραφο στο βιβλιοπωλείο του Μαντρενέ, στο Κένσινγκτον. Ο Μαντρενέ είπε πως το αγόρασε σε δημοπρασία πριν δέκα χρόνια. Ανήκε σε κάποιο συλλέκτη, του οποίου το όνομα δε μου αποκάλυψε. Έχει γραφτεί από ένα μοναχό, το Γουλιέλμο Λέστερ, γύρω στα 1400. Πρόκειται ουσιαστικά για μια καταγραφή των γεγονότων, σύμφωνα με τις πληροφορίες που ο Λέστερ συγκέντρωσε από διάφορες πηγές. Πρέπει βέβαια να υπολογίσεις τη διαστρέβλωση και την υπερβολή που εμφανίζονται πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις. Όμως ο πυρήνας της ιστορίας πρέπει να είναι αληθινός.»
«Και πώς το ξέρεις;» τον διέκοψα. «Θα μπορούσε να είναι μια ολότελα φανταστική ιστορία.»
«Δεν το νομίζω», απάντησε με μυστηριώδη σιγουριά. «Περίμενε ν' ακούσεις και τη συνέχεια.»
Σκέφτηκα ότι έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Και στο κάτω κάτω έβρισκα συναρπαστικά αυτά που έλεγε ο Φίλιππος, ακόμα κι αν δεν ήταν τίποτε παραπάνω από ένα παραμύθι.
«Το «Έλεν Ντόχερτυ», όπως σου είπα, με κυβερνήτη το Ροβέρτο Σέργουντ, άρχισε πειρατείες στον Ατλαντικό και στη συνέχεια στη Μεσόγειο. Αυτό ξεκίνησε το 1248, δηλαδή ένα χρόνο μετά το θάνατο της Έλεν. Ο Σέργουντ άρχισε να εκδικείται αδιακρίτως τους ανθρώπους, μόνο και μόνο γιατί αυτοί ζούσαν ακόμα, ενώ εκείνος είχε χάσει την Έλεν του.»
Ο Φίλιππος κάθησε πιο άνετα στον καναπέ, έσπρωξε προς τα πίσω ένα μαύρο τσουλούφι που έπεφτε στα μάτια του και συνέχισε: «Ο Λέστερ γράφει ότι η μαγική πέτρα υπήρχε πραγματικά και ότι είχε περάσει στην κατοχή του Σέργουντ, που χάρη σ' αυτήν κυριάρχησε στον ωκεανό και κανείς δεν μπορούσε να τον νικήσει. Δεν ξέρω... Αν θες τη γνώμη μου, αυτό ήταν ίσως η δικαιολογία των εχθρών του για τις αποτυχίες τους. Εγώ πιστεύω ότι ήταν η αγάπη του και η μανία να τη διατηρήσει μέσα από τις πράξεις του, που του έδωσαν την κυριαρχία. Σημασία έχει ότι ο Σέργουντ συγκέντρωσε πλούτη πολύ μεγάλης αξίας, χτυπώντας ακόμα και πλοία που γυρνούσαν απ' τις Σταυροφορίες το 1249. Το ορμητήριό του ήταν κάποιο απ' τα νησιά του Αιγαίου· το χειρόγραφο δεν αναφέρει ποιο.»
Πήρε μιαν ανάσα και περίμενε, επιδιώκοντας ίσως να διεγείρει ακόμα πιο πολύ το ενδιαφέρον μου: «Όμως, στο πλήρωμα του Σέργουντ κατάφερε να παρεισφρύσει ένας Ισπανός, ο Βιντσέντσο Ντε Λα Λάντα, με σκοπό να εισπράξει τη μυθική αμοιβή για το κεφάλι του πειρατή. Κανείς δεν κατάλαβε την κακόβουλη πρόθεσή του, μέχρι που, όπως αναφέρει ο Λέστερ, εκείνος ακολούθησε τον Σέργουντ κατά τη διάρκεια μιας μοναχικής βόλτας του στο νησί, του επιτέθηκε ύπουλα και πάλεψαν. Ο Λα Λάντα, που ήταν θηριώδης, του κάρφωσε το μαχαίρι του στην καρδιά. Ανέφερε πως ο Σέργουντ ξεψύχησε μ' ένα σαρδόνιο χαμόγελο. Εκείνη τη στιγμή η «Έλεν Ντόχερτυ», μαζί μ' όλο το πλήρωμα που βρισκόταν πάνω της, χάθηκε. Το βεβαίωσε ο ίδιος ο δολοφόνος που, από το ύψωμα που στεκόταν, μπορούσε να βλέπει το πλοίο αγκυροβολημένο στ' ανοιχτά του ήσυχου κόλπου. Δεν τον πίστεψαν. Τον θεώρησαν τρελό κι αυτό στάθηκε μια καλή δικαιολογία για να μην τον πληρώσουν. Εξ άλλου, ποτέ δεν μπόρεσε ν' αποδείξει ότι σκότωσε τον πειρατή. Κι αυτό γιατί, όταν εξαφανίστηκε η «Έλεν Ντόχερτυ» απ' τα μάτια του, ανέβηκε σ' ένα γειτονικό ύψωμα μήπως μπορέσει να την εντοπίσει, αφήνοντας για λίγο μόνο του το σώμα του Σέργουντ, αφού πρώτα βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε ζωή μέσα του. Όταν μετά από λίγο επέστρεψε δεν το βρήκε.»
«Όμως, πράγματι η «Έλεν Ντόχερτυ» είχε χαθεί. Κανένα πλοίο δεν ανέφερε πια πειρατείες από το μαύρο τρομερό σκαρί και πίστεψαν ότι ίσως είχε βυθιστεί σε κάποια θύελλα. Εμφανίστηκε - πάντα κατά τον Λέστερ - το 1325 στα ανοιχτά της Ιρλανδίας και το 1367 στις Νορμανδικές ακτές. Το βεβαίωσαν πολλοί μάρτυρες. Και ξέρεις, κάθε φορά το πλοίο φλεγόταν. Ανέφεραν ότι ήταν τυλιγμένο στις φλόγες, χωρίς να καίγεται. Και ο καπετάνιος που στεκόταν στην πρύμνη ταίριαζε στην περιγραφή του Σέργουντ. Ήταν εκεί όρθιος, με το σπαθί στο χέρι, αγέρωχος. Οι φλόγες δεν τον άγγιζαν. Και τις δύο φορές η εμφάνιση έγινε νύχτα και προκάλεσε πυρκαγιά σε άλλα πλοία που βρέθηκαν κοντά του. Η περιγραφή είναι θεαματική. Μια νύχτα που κυριαρχείται από το κόκκινο και το μαύρο. Το μαύρο που γίνεται ακόμα πιο σκοτεινό και απειλητικό από τις αιματόχρωμες ανταύγειες. Ο Λέστερ δεν αναφέρει άλλες εμφανίσεις. Μην ξεχνάς άλλωστε ότι αυτά τα έγραψε το 1400. Όμως εγώ έψαξα και βρήκα αναφορές για άλλες τρεις εμφανίσεις του πλοίου. Το 1437 στην Αγγλία, το 1525 στις ακτές της Ισπανίας και το 1663 έξω από τη Μασσαχουσέτη! Α! Και κάτι χαρακτηριστικό: όλες οι εμφανίσεις έγιναν τη Νύχτα της Αγίας Βαλπουργίας! Φυσικά, έχουν γίνει προσπάθειες να θεωρηθούν οι μάρτυρες θύματα μαζικής υστερίας, όπως αυτοί που περιγράφονται στο βιβλίο του Κλάους Μίλλερ «Η Ομαδική Υστερία κάτω απ' το φως της μοντέρνας Ψυχανάλυσης». Ξέρεις, με εντυπωσιάζει το γεγονός ότι απλά πράγματα μπορούν να ερμηνευτούν τόσο παράλογα και πολύπλοκα, και μάλιστα με επιστημονική επίφαση, μόνο και μόνο γιατί κάποιοι δεν αντέχουν την αλήθεια, που απλά τους γκρεμίζει τις θεωρίες. Ξεκινούν από θεωρίες βγαλμένες από το κεφάλι τους, και μετά ντε και καλά θέλουν να προσαρμόσουν την πραγματικότητα σ' αυτές.»
Εδώ βρήκα την ευκαιρία να ρωτήσω, χωρίς να κρύβω το ενδιαφέρον μου για τη συναρπαστική ιστορία που άκουσα: «Φίλιππε, ακόμα κι αν αυτά είναι αλήθεια και η «Έλεν Ντόχερτυ» γυρνά στις θάλασσες, καταλαβαίνεις, φαντάζομαι, ότι δεν μπορείς να τη βρεις. Και δεν έχει και νόημα άλλωστε. Τι σκοπεύεις, όμως, να κάνεις μ' αυτό το χειρόγραφο; Ίσως έχει μεγάλη αξία.»
Τα σκούρα μάτια του έλαμπαν απ' την ένταση. «Σου άφησα το καλό για το τέλος,» μου είπε. «Κατ' αρχήν ας μην κρύβομαι πίσω απ' το δάχτυλό μου. Φυσικά και ξέρω ότι η ιστορία που σου διηγήθηκα θεωρείται θρύλος. Εντάξει, μπορεί να γίνει πιστευτή μέχρι το σημείο εξαφάνισης του πλοίου. Από κει και πέρα, ποιος πιστεύει, αλήθεια, ότι το πλοίο χάθηκε μυστηριωδώς και δε βρίσκεται απλώς σκεπασμένο με τόνους από άμμο σε κάποιο σημείο του Αιγαίου;»
«Ναι,» τον ρώτησα, «τι σε κάνει να μην πιστεύεις αυτή την απλή εκδοχή που, στο κάτω- κάτω, είναι και η μόνη λογική;»
«Γιατί υπάρχει το χειρόγραφο, Κάτια μου. Και γιατί η μόνη λογική εκδοχή είναι αυτή που έχει καταγραφεί εκεί μέσα. Η πιο απλή, αυτή που τα εξηγεί όλα. Και μέσα σ' αυτό το χειρόγραφο βρίσκεται και το κλειδί για το ποιο ήταν το νησί του Αιγαίου που είχε ο Σέργουντ σαν ορμητήριο. Αυτό είναι το καλό που σου άφησα για το τέλος. Βλέπεις το χειρόγραφο δεν αναφέρει τ' όνομα του νησιού, αλλά περιέχει μια αποκαλυπτική ένδειξη. Περιέχει, Κάτια, την περιγραφή της Μήλου! Δίνει χαρακτηριστικά σημεία από το Κλέφτικο. Μιλάει για τα περάσματα ανάμεσα στα βράχια και για τη λίμνη που σχηματίζεται από τον τρόπο που μπαίνει η θάλασσα στ' ανοίγματά τους.»
«Εντάξει. Το δέχομαι ότι είναι η Μήλος. Και λοιπόν; Τι θα κάνεις; Θα ψάξεις στο Κλέφτικο για θησαυρό; Ή θα πηγαίνεις κάθε χρόνο της Αγίας Βαλπουργίας στη Μήλο μπας και γίνει το θαύμα και δεις το πλοίο; Ξέρεις», προσπάθησα ν' αστειευτώ, «όπως πάνε άλλοι στην Τήνο για τη γιορτή της Παναγίας, εσύ θα πηγαίνεις στη Μήλο για την Αγία Βαλπουργία.» Κατάλαβα ότι ήταν κρύο το αστείο μου, και μετάνιωσα γι αυτό μόλις το ξεστόμισα.
Ο Φίλιππος με κοίταξε ήρεμα, δίχως να μιλάει. Έβλεπα ότι υπήρχε κάτι στο βλέμμα του, σα να σκεφτόταν αν έπρεπε να μου εμπιστευτεί και κάποιες άλλες πληροφορίες.
«Φίλιππε,» είπα σε μια στιγμή συνειδητοποίησης, «όλ' αυτά δεν μπορεί να τα ξέρεις από μια - δυο πηγές μόνο. Και δεν μπορεί να τα 'μαθες σ' ένα μικρό χρονικό διάστημα. Νιώθω από τον τρόπο που μιλάς πως πρέπει ν' αφιέρωσες πολλά χρόνια από τη ζωή σου ψάχνοντας γι' αυτά. Γιατί; Τι συμβαίνει; Πώς ξέρεις τόσες λεπτομέρειες; Γιατί έχεις τέτοιο πάθος μ' αυτή την ιστορία;»
Με κοίταξε σιωπηλός. Έδειχνε να μην μπορεί ν' αποφασίσει αν έπρεπε να μ' εμπιστευτεί. Ήμουν η αγαπημένη του αδελφή. Ήμασταν δίδυμοι, πολύ δεμένοι ο ένας με τον άλλο, και δεν υπήρχαν μυστικά ανάμεσά μας. Του άρεσε πάντα να διαβάζει ιστορίες για πειρατές και για στοιχειωμένα πλοία, έψαχνε σε βιβλιοθήκες για την ιστορία της πειρατείας, μου διηγιότανε περίεργα περιστατικά και θρύλους για χάρτες θησαυρών, αστειευόταν καμιά φορά ότι θα οργανώσει μαζί μου μια αποστολή για να βρούμε κρυμμένους θησαυρούς σε μέρη που ήταν γνωστά πειρατικά κρησφύγετα, μα ποτέ άλλοτε δεν τον είχε καταλάβει τέτοιο πάθος. Ένιωθα σαν να ήταν ο ίδιος κάποιο από τα πρόσωπα της ιστορίας που με τόση έξαψη μου είχε διηγηθεί.
«Θέλω να σου το πω, πραγματικά με πνίγει, μα δεν ξέρω πώς ν' αρχίσω», ψιθύρισε με σκυφτό το κεφάλι ο Φίλιππος.
Τον κοίταξα ανήσυχη. Κατάλαβα ότι τα πράγματα δεν ήταν καθόλου διασκεδαστικά κι ότι δεν επρόκειτο γι άλλη μια ιστορία, που είχε απλώς ενθουσιάσει τον αδελφό μου. Έγειρα προς το μέρος του περιμένοντας να συνεχίσει. Ήξερα ότι θα μιλούσε, αλλά ένιωθα μια ταραχή που μου φαινόταν ανεξήγητη.
«Πριν δύο χρόνια είχα πάει στην Ισπανία με τη Σοφία, όπως θα θυμάσαι,» άρχισε. «Εκεί ανακάλυψα κάτι που αναστάτωσε τη ζωή και την ηρεμία μου. Ήταν σ' ένα ξεχασμένο χωριουδάκι της Ανδαλουσίας, δεν έχει σημασία ποιο. Μια παλιά εγκαταλειμένη εκκλησία του 11ου αιώνα τράβηξε το ενδιαφέρον μου. Υπήρχε κάτι οικείο σ' αυτήν, δεν μπορούσα να εξηγήσω το συναίσθημα που ένιωθα. Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, ένα μικρό οικοδόμημα με μαυρισμένες πέτρες, που ποτέ δε νοιάστηκε κανείς να συντηρήσει. Ο χρόνος τού είχε προξενήσει ανεπανόρθωτη ζημιά και φαινόταν πως θα το άφηναν να σωριαστεί με τον καιρό πάνω στη ζεστή, άγονη γη. Έμεινα ώρα εκεί κοιτάζοντάς το, χωρίς να ξέρω το γιατί. Την άλλη μέρα γύρισα μόνος μου, δίχως τη Σοφία, και προσπάθησα να καταλάβω τι μου συνέβαινε. Πλησίασα και, χωρίς να ξέρω τι ακριβώς έκανα, προσπάθησα να τραβήξω μια συγκεκριμένη πέτρα από μια εσοχή του τοίχου. Δεν μπορούσα να τη βγάλω κι αύξησα τη
δύναμή μου, απορώντας συγχρόνως για την πράξη μου. Όταν την έβγαλα με περίμενε μια έκπληξη. Μέσα στο άνοιγμα που σχηματίστηκε, τυλιγμένη σ' ένα βρόμικο μαντήλι, ήταν η μαγική πέτρα της Έλεν με τη ρούνικη επιγραφή. Αυτή που είχε πέσει από το Σέργουντ όταν ξεψυχούσε απ' το μαχαίρι του Λα Λάντα· αυτή που ο Λα Λάντα έκλεψε από το πτώμα του Σέργουντ, λίγο πριν εκείνο εξαφανιστεί· αυτή που ο Λα Λάντα ποτέ δεν τόλμησε να χρησιμοποιήσει κι έκρυψε στην παλιά εκκλησία· αυτή που είχε την τύχη να μείνει επτακόσια χρόνια μέσα στον τοίχο, χωρίς κανείς να σκεφτεί να ψάξει· αυτή που τελικά ήρθε στα χέρια μου.»
Σταμάτησε να μιλάει. Είχε λαχανιάσει απ' την προσπάθεια να προφέρει τα τελευταία λόγια. Τότε ξέσπασα: «Καταλαβαίνεις τι μου λες;» ρώτησα. «Μου λες πράγματα που μόνον ο Λα Λάντα θα μπορούσε να ξέρει, μα εκείνος πήρε το μυστικό του στον τάφο πριν από πολλούς αιώνες, αν τα πράγματα είναι όπως τα λες. Πώς τα ξέρεις αυτά, Φίλιππε; Τι ανακάλυψες; Τι συμβαίνει;»
«Είναι φανερό, Κάτια, αυτό που συμβαίνει και θέλω να μ' ακούσεις δίχως να με διακόψεις ή να σχολιάσεις. Μη δυσκολεύεις την προσπάθειά μου να σου πω κάτι σχεδόν αδύνατο να ειπωθεί.» Ο Φίλιππος έκανε μια διακοπή. Περίμενα να συνεχίσει με κομμένη την ανάσα· δεν ήθελα να χάσω ούτε μια συλλαβή απ' ό,τι θα 'λεγε.
«Είχες δίκιο, Κάτια. Μόνον ο Λα Λάντα μπορούσε να τα ξέρει αυτά τα πράγματα και έτσι βρήκες μόνη σου την απάντηση. Όταν πήρα στα χέρια μου την πέτρα, εικόνες άρχισαν να ξεπετάγονται με σφοδρότητα μπροστά μου. Κομμάτια από το παρελθόν γύρισαν στη μνήμη μου. Ήταν κομμάτια από τη ζωή που έζησα ως Λα Λάντα και είχαν σχέση κυρίως με το φόνο του Σέργουντ και τη μαγική πέτρα που έκλεψα απ' το νεκρό. Σου είπα ψέματα πριν λίγο. Πουθενά στο χρονικό του δεν αναφέρει ο Λέστερ σε ποιο νησί του Αιγαίου ήταν το κρησφύγετο του Σέργουντ, ούτε υπάρχει καμιά περιγραφή του. Όπως καταλαβαίνεις, όμως, εγώ το ξέρω, όπως ξέρω κι ότι η ιστορία που σου είπα είναι αληθινή.»
Τον κοιτούσα με δέος. Ένιωθα ότι με είχε χτυπήσει κεραυνός. Δε φαινόταν να λέει ψέματα. Και ήξερα τον αδελφό μου. Ό,τι κι αν ήταν, δεν ήταν τρελός. Πήγα να πω κάτι, μα θυμήθηκα την παράκληση του και σώπασα.
«Μετά απ' αυτό,»συνέχισε ο Φίλιππος, «άρχισα να ψάχνω για στοιχεία σχετικά μ' αυτή την ιστορία. Ανακάλυψα το χειρόγραφο που σου ανέφερα, καθώς και κανά δυο άλλες αναφορές. Μαζί με τις δικές μου μνήμες έχω πλέον μια ολοκληρωμένη ιστορία. Καταλαβαίνεις, βέβαια, ότι μιλάμε για επτακόσια χρόνια πριν. Όμως, τώρα που ξέρω την αλήθεια, δεν μπορώ ν' αφήσω την εκκρεμότητα να υπάρχει. Δεν είμαι πια ο Λα Λάντα και δε θέλω να έχω κάτι που να με συνδέει μ' εκείνο που υπήρξα τότε. Διέπραξα ένα έγκλημα και είναι καιρός ν' αποκαταστήσω τα πράγματα. Δεν μπορώ ν' αναστήσω το Σέργουντ, μπορώ όμως να του επιστρέψω αυτό που του έκλεψα.»
«Είσαι στα καλά σου, Φίλιππε; Τι λες; Αυτή η ιστορία θα σε τρελάνει.» Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τούτα τα λόγια. Η τελευταία του φράση ήταν τόσο παράλογη, ώστε άρχισα να βλέπω σαν τελείως λογικά όσα είχα ακούσει μέχρι εκείνη την ώρα.
Ο Φίλιππος είχε ιδρώσει στην προσπάθειά του να μου δώσει να καταλάβω: «Ξέρω καλά τι λέω, Κάτια, και θα σε παρακαλούσα να μ' ακούσεις. Όπως βλέπεις, δε μ' ενδιαφέρει αν και πόσους θησαυρούς έχει κρύψει ο Σέργουντ στο νησί, ή οπουδή-ποτε αλλού. Το μόνο που θέλω είναι ν' αποκαταστήσω μια αδικία που με βαραίνει απ' τη στιγμή που την έμαθα. Δεν μπορώ να ζήσω ξέροντας αυτά που ξέρω, με την πέτρα στην κατοχή μου. Από σένα ζητώ να με βοηθήσεις. Έλα μαζί μου στη Μήλο. Χρειάζομαι την παρουσία σου για να το κάνω αυτό. Πάντα ήσουν δίπλα μου όταν σε χρειαζόμουν. Τώρα σε χρειάζομαι περισσότερο από ποτέ άλλοτε. Θέλω να βρεθώ τη νύχτα της Αγίας Βαλπουργίας στο σημείο που δολοφόνησα το Σέργουντ και να του επιστρέψω την πέτρα. Δεν πιστεύω ότι θα με πειράξει. Μα κι αν το κάνει, θα έχει δίκιο. Το προτιμώ απ' το να ζήσω μ' αυτό το βάρος. Κι αν είσαι δίπλα μου, θα είμαι πιο σίγουρος ότι θα τα καταφέρω. Εσένα δε θα σου κάνει κακό. Δεν έχει λόγο για κάτι τέτοιο.Το μόνο που σου ζητώ είναι να σταθείς πλάι μου, αδελφούλα.»
Έβαλα τα κλάματα. Δεν μπορούσα να του το αρνηθώ, όσο τρελή κι αν θεωρούσα την απόφασή του. Κι έβλεπα ότι δεν επρόκειτο να υποχωρήσει.
Εκείνος έβαλε το χέρι του στην τσέπη κι ύστερα έτεινε προς το μέρος μου μια περίεργη πέτρα με αλλόκοτα σύμβολα. Είχε ένα πρασινωπό χρώμα και τα σημάδια του χρόνου πάνω της.
Δεν είπα τίποτα σε κανέναν. Ακολούθησα το Φίλιππο στη Μήλο, γιατί ήξερα ότι το ήθελε και χρειαζόταν την παρουσία μου. Ευχόμουν να ήταν όλα στη φαντασία του αδελφού μου, που αν έβλεπε ότι τίποτε δεν συμβαίνει και τίποτε δεν εμφανίζεται, θα εγκατέλειπε την έμμονη ιδέα του.
Ήταν μεσημέρι της 30ης Απριλίου όταν ξεκινήσαμε με νοικιασμένο σκάφος από τη Μαρίνα Ζέας για τη Μήλο. Έχουμε και οι δυο μας δίπλωμα οδηγήσεως ιστιοφόρου κι έτσι φύγαμε μόνοι μας για το νησί που το γέννησε ένα ηφαίστειο, έτοιμοι να ζήσουμε μιαν αλλόκοτη περιπέτεια, όπως τουλάχιστον πίστευε ο Φίλιππος.
Φυσούσε ένα ευχάριστο αεράκι που φούσκωνε τα πανιά και μας έσπρωχνε όλο και πιο κοντά σε μιαν αλλόκοτη εμπειρία. Όταν περάσαμε την Κίμωλο άρχισα να τρέμω μέσα στο αντιανεμικό μου πανωφόρι. Δεν ξέρω αν ήταν απ' το φόβο ή απ' το κρύο.
Το σκάφος στράφηκε δυτικά και κατευθύνθηκε στα νότια του νησιού. Είχα ξαναβρεθεί στη Μήλο παλαιότερα, μα τώρα ήταν σα να τα 'βλεπα όλα για πρώτη φορά. Προορισμός μας ήταν το Κλέφτικο. Είδα από μακριά τους επιβλητικούς βράχους που ξεφύτρωναν απειλητικοί μέσα απ' τη θάλασσα. Γύρισα και κοίταξα τον αδελφό μου. Είχε ένα φοβισμένο, αλλά αποφασιστικό βλέμμα.
Πλησιάσαμε κάνοντας ελιγμούς ανάμεσα απ' τα περάσματα των βράχων. Οδηγήσαμε το σκάφος σ' ένα απάνεμο σημείο και πηδήσαμε στη στεριά. Ο Φίλιππος περπατούσε ανάμεσα στα βράχια. Τον ακολουθούσα με δυσκολία. Ανεβήκαμε αρκετά ψηλά και φτάσαμε σ' ένα πλάτωμα με αραιή βλάστηση. Σταθήκαμε. Ο ήλιος έδυε και έβαφε κατακόκκινο τον ορίζοντα στα δεξιά μας. Γύρω μας απόλυτη ερημιά.
Ο Φίλιππος μου είπε ότι φτάσαμε στο σημείο όπου είχε γίνει ο φόνος και φανερά ταραγμένος μου ζήτησε να καθίσω μαζί του στη χοντρή κουβέρτα που έστρωσε. Κάθισα χωρίς να μιλάω και τυλίχτηκα σε ζεστά ρούχα. Αρχιζε μια εκνευριστική και τρομακτική αναμονή που θα κρατούσε αρκετές ώρες, οι οποίες θα μου φαινόντουσαν αιώνες. Αν και δεν πίστευα ότι θα γινόταν τίποτα και φανταζόμουνα ότι θα περνούσαμε απλώς μια νύχτα ταλαιπωρίας, δεν μπορούσα να ησυχάσω. Κι αν τελικά είχε δίκιο ο Φίλιππος; Αν έλεγε αλήθεια; Πώς θ' αντιμετώπιζε αυτό το εκδικητικό φάντασμα απ' το παρελθόν;
OΤΑΝ ΝYΧΤΩΣΕ, ο Φίλιππος μου ζήτησε να επιστρέψω για περισσότερη ασφάλεια στο σκάφος, αλλά αρνήθηκα. Αφού είχα έρθει, θα έμενα δίπλα του. Επέμεινε τότε να παραμείνω σε απόσταση. Απομακρύνθηκα και κάθισα αρκετά μέτρα μακριά του. Πλησίαζαν μεσάνυχτα. Η νύχτα της Αγίας Βαλπουργίας άρχιζε. Θυμήθηκα την περιγραφή για τούτη τη νύχτα από το «Φάουστ» του Γκαίτε και τρομοκρατήθηκα. Ήταν όλα τόσο απειλητικά και σιωπηλά γύρω μας, που αυτή η σκέψη μου γέννησε τρομακτικές εικόνες, με απαίσιες στρίγγλες να πετούν πάνω σε σκουπόξυλα. Πετούσε άραγε στ' αλήθεια η Έλεν Ντόχερτυ; Ήταν μάγισσα;
Και τότε το είδα. Ένα φλεγόμενο πειρατικό καράβι γλιστρούσε στα νερά του Κλέφτικου. Δεν το είχα προσέξει να πλησιάζει. Σα να ξεφύτρωσε ξαφνικά ανάμεσα απ' τα άσπρα βράχια. Στην αρχή σκέφτηκα ότι ήταν της φαντασίας μου, γεννημένο στο μυαλό μου όπως κι οι άλλες εικόνες απ' το «Φάουστ». Μα αυτό ήταν εκεί και ερχόταν όλο και πιο κοντά. Γύρισα το κεφάλι μου να δω το Φίλιππο. Κοιτούσε κι αυτός σαν υπνωτισμένος. Προσπάθησα να του φωνάξω να τρέξει, να φύγουμε, μα η φωνή δεν έβγαινε απ' το στόμα μου. Τα μέλη μου είχαν μουδιάσει. Δεν μπορούσα να σηκωθώ. Παρακολουθούσα ανήμπορη μια τον αδελφό μου και μια το καράβι.
Και εντελώς ξαφνικά, σα να γεφυρώθηκε η απόσταση, βρέθηκε δίπλα στο Φίλιππο μια απειλητική, μεγαλόπρεπη σιλουέτα. Τότε ο αδελφός μου άπλωσε το χέρι που κρατούσε την κλεμμένη πέτρα. Κατάφερα να σηκωθώ και χωρίς να σκεφτώ έτρεξα προς το μέρος τους, λες και μπορούσα να ξορκίσω και να διώξω το φάντασμα. Πλησίαζα με την καρδιά μου να θέλει να πεταχτεί έξω απ' το στήθος μου, όταν ο Σέργουντ πήρε την πέτρα και την κοίταξε στο φως του φεγγαριού. Ύστερα, με το φασματικό του πρόσωπο παραμορφωμένο από οργή, ύψωσε το σπαθί που κρατούσε στο δεξί του χέρι κι ετοιμάστηκε να το κατεβάσει μ' όλη του τη δύναμη στο κεφάλι του Φίλιππου, που κοιτούσε ανήμπορος και παγωμένος. Είχα πλησιάσει πολύ· ήμουν σχεδόν δίπλα· ούρλιαξα.
Και τότε έγινε κάτι ακόμα πιο απίστευτο απ' όλα όσα είδα εκείνο το βράδυ. Ένα λεπτεπίλεπτο χέρι έπιασε το βραχίονα του Σέργουντ, λίγο πριν η λεπίδα του σπαθιού του καταφέρει το θανάσιμο χτύπημα. Μια πανέμορφη γυναίκα με κόκκινα μαλλιά και κατάλευκο δέρμα στεκόταν δίπλα στο φοβερό πειρατή. Το χέρι του χαλάρωσε. Αφησε το σπαθί να πέσει στο χώμα. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω σ' εκείνη. Τα δευτερόλεπτα που ακολούθησαν δε θα τα σβήσω ποτέ απ' τη μνήμη μου. Πώς να ξεχάσω εκείνο το βλέμμα του, που αγκάλιαζε τη γυναίκα; Το μίσος κι η αγριάδα είχαν χαθεί από το πρόσωπό του. Απέραντη τρυφερότητα και αγάπη τα είχαν αντικαταστήσει. Τα σκληρά και τραβηγμένα από την οργή χαρακτηριστικά είχαν παραχωρήσει τη θέση τους σ' ένα πολύ όμορφο αρρενωπό πρόσωπο. Η ματιά του είχε τη δύναμη της θάλασσας και την τρυφερότητα του φεγγαριού, όταν ρίχνει το ασημένιο του φως στα σκοτεινά δάση.
Μπροστά μου είχα έναν άνθρωπο που γύριζε τις θάλασσες επτακόσια χρόνια για να βρει την αγαπημένη του. Δεν ξέρω γιατί και πώς τη βρήκε τώρα. Δεν ξέρω αν η πέτρα έπαιξε κάποιο ρόλο σ' αυτό. Δεν ξέρω ποιες δυνάμεις απελευθερώθηκαν εκείνη τη νύχτα και απάλλαξαν αυτά τα δύο πλάσματα απ' το φορτίο που κουβαλούσαν και τα ένωσαν πάλι για πάντα. Ο Σέργουντ είχε βρει την Έλεν του. Την έπιασε με λατρεία από το χέρι κι άρχισαν ν' απομακρύνονται. Φαίνονταν να πετάνε ανάλαφρα λίγα εκατοστά πάνω απ' το έδαφος. Ξεμάκρυναν και χάθηκαν μέσα σε μιαν αχλή που τρεμόπαιζε. Το πλοίο είχε εξαφανιστεί απ' τα νερά. Σαν ο χώρος κι ο χρόνος να έσβησαν, να έλιωσαν ο ένας μες στον άλλον και ο Σέργουντ με την Έλεν ενώθηκαν παντοτινά στην παγωμένη ακινησία. Οι αιώνες κι οι αποστάσεις που τους χώριζαν υποχώρησαν. Η στιγμή μετατράπηκε σ' αιωνιώτητα.
ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΝ ο πειρατής ήταν ένας δαίμονας ή ένας άγγελος, όπως μου φάνηκε τη στιγμή που τον έχασα για πάντα από τα μάτια μου. Εγώ ξέρω ό,τι είδα. Και αυτό που είδα ήταν ένας άντρας που αγάπησε πάρα πολύ μια γυναίκα, αρνήθηκε να συμβιβαστεί με το θάνατο κι αφιέρωσε τη ζωή και το θάνατό του στην αναζήτησή της. Δε σταμάτησε, δεν κουράστηκε· μέσα από λάθη και θηριωδίες, που υπαγόρευε ένα τυφλό μίσος και μια παράλογη μανία εκδίκησης, κατάφερε να κρατήσει ζωντανό το σκοπό του και να βρει την Έλεν Ντόχερτυ. Όλη του η ζωή και ο θάνατος ανήκαν σ' εκείνη. Όλες του οι περιπλανήσεις ήσαν αφιερωμένες σ' εκείνη. Κι όταν τη βρήκε, όλα τ' άλλα έπαψαν να έχουν νόημα. Ο Σέργουντ είχε νικήσει τους αιώνες και το θάνατο.
Μείναμε αρκετή ώρα εκεί με το Φίλιππο χωρίς να μιλάμε. Είχαμε ζήσει κάτι πολύ δύσκολο να το πιστέψει κανείς. Το σπαθί του πειρατή ήταν ακόμα πεσμένο στα πόδια τού αδελφού μου. Έσκυψα και το σήκωσα. Ανατρίχιασα από το κρύο μέταλλο· το μέταλλο που απλόχερα είχε σκορπίσει το θάνατο και που τώρα ήταν άχρηστο στον ιδιοκτήτη του.

Ο ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΑΠΟΦΕΥΓΕΙ να μιλά για κείνη τη νύχτα. Είναι όμως πολύ ικανοποιημένος και περήφανος γι αυτό που έκανε. Δεν έχει πια τίποτα που να τον συνδέει μ' εκείνο το φοβερό έγκλημα και κατάφερε άθελά του να βοηθήσει το Σέργουντ να βρει την Έλεν του.
Εγώ κρέμασα στον τοίχο του σπιτιού μου το βγαλμένο από το θρύλο σπαθί για να θυμάμαι τη μεταμόρφωση του σκληροτράχηλου ιππότη και πειρατή. Το κοιτάζω και νιώθω πως έριξα μιαν απαγορευμένη ματιά σε μια τραγωδία που ξεκίνησε από την άγνοια και τη μισαλλοδοξία των ανθρώπων. Κατάλαβα πως καμιά δύναμη που ασκείται με τη βία και τα όπλα δεν μπορεί να νικήσει τη δύναμη της απόφασης ενός ανθρώπου. Δεν αναρωτιέμαι πια αν η Έλεν ήταν μάγισσα. Αυτό που έχει σημασία είναι το δικαίωμά της να είναι αυτό που η ίδια επέλεξε, αυτό που οι άλλοι θέλησαν να εμποδίσουν. Και δεν μπορώ να ξεχάσω τον άνθρωπο που πάλεψε με εσωτερικούς κι εξωτερικούς δαίμονες, με την άγνοια, το μίσος, την κακία και την εκδικητικότητα, τη δική του και των άλλων, και, αντί να χαθεί σε μιαν απότομη και σκοτεινή στροφή, πήρε αυτό που τον περίμενε στο τέλος της διαδρομής, που ήταν η αρχή μιας άλλης.
Μια κλασική καλογραμμένη ιστορία
φάντασυ από μια συγγραφέα που εμφανίζεται για πρώτη φορά στο περιοδικό.
Η
Πόπη Βερνάρδου γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη και μεγάλωσε στην Αθήνα. Τελείωσε
τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθήνας και είναι δικηγόρος του Δήμου
Αθηναίων. Τον Ιανουάριο του '99 εκδόθηκε το αφήγημά της: «Τι απέγινε η
Σταχτοπούτα» από τις εκδόσεις FUTURA. Στο τεύχος Δεκεμβρίου '99 του περιοδικού ΥΦΟΣ
δημοσιεύτηκε το διήγημά της «Déjà
vu».
Συμμετείχε στο Εργαστήρι Συγγραφέων του BigBang τον Νοέμβριο του '99 με το διήγημα «Η Κυρά των
Δράκων».