
Dean
Koontz
The Undercity (1973) (?)
Μετάφραση: Αννα Μωρογιάννη
Λοιπόν, πιτσιρίκι, ήταν μια φοβερή μέρα. Γεμάτη κίνηση. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι ήταν μια μέρα κάπως ασυνήθιστη. Πρέπει όμως να καταλάβεις ευθύς εξαρχής ότι ήταν μια τελείως φυσιολογική μέρα σε σχέση με τη δουλειά μας, ούτε καλύτερη ούτε χειρότερη από δέκα χιλιάδες μέρες πριν απ' αυτή. Και αν ζήσω άλλο τόσο, δεν θα διαφέρει και πολύ από τις επόμενες δέκα χιλιάδες. Να το θυμάσαι αυτό. Αν θέλεις να μπεις στην οικογενειακή επιχείρηση, παιδί μου, πρέπει να μάθεις να αντιμετωπίζεις σειρές ατέλειωτες από τέτοιες μέρες, ημερολόγια γεμάτα απ' αυτές.
Κάποτε, όταν οι πόλεις δεν ήταν ούτε το ένα δέκατο αυτών που είναι σήμερα, κι όταν οι άνθρωποι μπορούσαν ακόμα να ταξιδεύουν και να έχουν επαγγελματικές επαφές σ' ολόκληρο τον κόσμο, τότε μας ονόμαζαν ο Υπόκοσμος και μας φθονούσαν και μας φοβόντουσαν. Ακόμα μας φθονούν και μας φοβούνται, αλλά τώρα λεγόμαστε οι Κατωπολίτες, γιατί αυτό είναι πια για μας ο κόσμος, και μάλιστα πολύ μεγαλύτερος απ' όσο θα μπορούσαμε ούτως ή άλλως να κοντρολάρουμε. Εγώ, για παράδειγμα, θα ήμουν ευτυχής να γύριζαν πίσω τα πράγματα, να γκρεμίζονταν αυτές οι εκατονταώροφες μεγαλουπόλεις και να ζούσα σε μια εποχή όπου θα μπορούσαμε ν' αποκαλούμε τους εαυτούς μας μέλη του Υποκόσμου, γιατί τα πράγματα ήταν τότε πολύ πιο εύκολα για μας. Σκέψου μόνο...
Σχεδόν ό,τι είχε σχέση με τζόγο ήταν τότε παράνομο. Ένας τολμηρός νέος άνθρωπος θα μπορούσε να μπει στο παιχνίδι, να παραμερίσει το νόμο και να καθαρίσει ένα μεγάλο ποσό μ' ελάχιστα έξοδα και σχεδόν καθόλου προσωπικό ρίσκο. Οι μπάτσοι και οι δικαστές λαδώνοντας τα παράνομα καζίνο, ο τζόγος στο δρόμο και τα μαγαζιά για στοιχήματα έδιναν κι έπαιρναν. Τώρα πια όχι. Τα νομιμοποίησαν όλα, και μας βάλανε στα καζίνο τραπεζικούς υπαλλήλους αντί για διευθυντές, ορκωτούς λογιστές αντί για μπράβους. Εκαναν τον τζόγο αξιοσέβαστο, καθωσπρέπει και βαρετό.
Τα ναρκωτικά ήταν κι αυτά παράνομα τότε. Φούντα, μαύρο, πρέζα, κόκα, σπηντ... Αχ, ένα δραστήριο νέο παιδί σαν κι εσένα θα μπορούσε να κάνει περιουσία μέσα σ' ένα χρόνο. Αλλά τώρα η φούντα και το χασίσι πουλιούνται ελεύθερα στο εμπόριο και όλα τα σκληρά ναρκωτικά είναι διαθέσιμα σε όποιον παλαβό θέλει να υπογράψει Παραίτηση από το Σύστημα Υγείας και να τα αγοράσει από το κράτος. Πού είναι τώρα το νταλαβέρι και η συγκίνησή του; Πάει, χάθηκε. Και το κέρδος; Πάει κι αυτό.
Το σεξ. Αχ, πιτσιρίκι, τα λεφτά που έβγαιναν απ' το σεξ, τότε. Όλα ήταν παράνομα: η πορνεία, οι τσόντες, οι φωτογραφίες, το στριπ τηζ, η μοιχεία, όλα. Τώρα η κυβέρνηση δίνει άδειες στα μπουρδέλα, αντρικά και γυναικεία, και μια παντρεμένη ή ένας παντρεμένος χωρίς εραστές θεωρούνται παλιομοδίτες και ξεπερασμένοι. Πώς να βγάλεις έτσι λεφτά;
Διάβολε, μικρό μου, ακόμα και o φόνος ήταν παράνομος τότε και την είχε πολύ άσχημα όποιος καθάριζε άνθρωπο. Όπως ξέρεις κι εσύ μερικοί άνθρωποι φαίνεται πως δεν μπορούν να μάθουν τις λεπτότητες της πολιτισμένης ζωής - οι τρόποι τους είναι αηδιαστικοί, οι δουλειές τους βρώμικες, οι προσβολές τους δημόσιες κι εξευτελιστικές - κι αυτοί οι τύποι πρέπει να εξαφανιστούν από την κοινωνία. Τώρα έχουμε τον `Κώδικα Μονομαχίας' με τον οποίον μπορεί κανείς να λύσει τις διαφορές του και να ικανοποιήσει την τιμή του, νόμιμα. Οι πληρωμένοι δολοφόνοι που κάποτε κάναν χρυσές δουλειές, έχουν πάρει την κάτω βόλτα όπως και οι καλντεριμιτζούδες του χιλιάρικου.
Τώρα, πιτσιρίκι, πρέπει να τρέχεις όλη μέρα, κάθε μέρα, αν θέλεις να επιζήσεις σ' αυτή τη δουλειά. Πρέπει να είσαι επινοητικός, έξυπνος και τολμηρός για να αντέξεις τον ανταγωνισμό. Θα σου πω τώρα πώς πήγε αυτή η μέρα, γιατί σαν κι αυτή είναι κι όλες οι άλλες...
Χτύπησα, που λες, για πρωινό πολτό πρωτεϊνών και καφέ, κι έπειτα συνάντησα τov Λιού Μπολντόνι στο πέμπτο υπόγειο της Πτέρυγας-Λ, εκεί που πηγαίνουν μόνο τα ρομπότ επισκευών. Ο Μπολντόνι περίμενε στο ρομποδιάδρομο δίπλα στον ταινιόδρομο, κρατώντας το σακίδιο με τα εργαλεία του και παρατηρούσε τα κιβώτια με τα ευπαθή τρόφιμα που περνούσαν δίπλα του.
«Ήρθες στην ώρα σου», είπε.
«Όπως πάντα», απάντησα. Ο χρόνος
είναι χρήμα' κοινότοπο αλλά
αληθινό.
Μετακινήσαμε τη μεταλλική πλάκα πρόσβασης του ταινιόδρομου και κατεβήκαμε κάτω από τον ρομποδιάδρομο. Σε λιγότερο από πέντε λεπτά βρεθήκαμε ακριβώς κάτω από τη μεγάλη ταινία, που στο πέρασμά της γέμιζε το χώρο μ' ένα τρομακτικό μουγκρητό, που σκέπαζε ακόμα και τις πιο δυνατές φωνές μας. Μαζί ανοίξαμε έναν απ' τους υδραυλικούς σωλήνες και αφήσαμε το λιπαντικό να τρέξει πάνω στο τερματικό του υπολογιστή κυκλοφορίας, έτσι που να 'ναι σίγουρο ότι θα προκαλούσε κάποια ζημιά. Πριν αρχίσει καμιά πυρκαϊά φύγαμε από 'κει, γυρίσαμε πίσω στο πεζοδρόμιο και ξαναβάλαμε την πλάκα εισόδου στη θέση της. Όλα ήταν εντάξει και μόλις ο συναγερμός άρχισε να χτυπάει, απομακρυνθήκαμε προς διαφορετικές κατευθύνσεις.
Και οι δύο είχαμε άλλες δουλειές. Αυτό το μικρό σαμποτάζ θ' απέδιδε τους καρπούς του την ίδια μέρα, αν και κάπως αργότερα.
Στις 9.30 το πρωί, ακριβώς στην ώρα μου, συνάντησα ένα νεαρό ζευγάρι, τον Τζην και την Μύριαμ Ποτέμκιν, σ' ένα δημόσιο υδροπονικό πάρκο στο ογδοηκοστό τρίτο επίπεδο, στην περιοχή που ονομάζεται Τσέλσυ. Αυτή ήταν είκοσι ενός χρόνων, όμορφη, έξυπνη, περίεργη και δυστυχισμένη. Αυτός ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερός της κι αυτή ήταν η μόνη τους διαφορά. Έτσι όπως κάθονταν σ' ένα παγκάκι, δίπλα σ' έναν τεχνητό καταρράκτη, και οι δυο τους σκυμμένοι μπροστά, με τα χέρια σταυρωμένα στα γόνατα, έμοιαζαν περισσότερο με αδέρφια παρά με ζευγάρι.
«Τον έφερες» ρώτησε
εκείνος.
Έβγαλα ένα σφραγισμένο φάκελο από
την τσέπη μου, τον άνοιξα και τους
άφησα να δουν το χάρτη που ήταν μέσα
χωρίς όμως να τους τον δώσω.
«Κι εσείς;» είπα.
'Εκείνη σήκωσε από το έδαφος δίπλα της ένα μικρό πλαστικό τσαντάκι, έβγαλε έναν άλλο σφραγισμένο φάκελο και μου τον έδωσε διστακτικά. Τον άνοιξα, μέτρησα τα χρήματα, έγνεψα, τον έχωσα στην τσέπη μου και τους έδωσα το χάρτη.
«Για περίμενε μισό λεπτό!» είπε o κύριος Ποτέμκιν. «Σύμφωνα μ' αυτόν το διαβολεμένο χάρτη, θα περάσουμε μέσα από τον υπόνομο. Ξέρεις καλά οτι αυτό είναι αδύνατο. Τα λύματα αντλούνται με πίεση και δεν υπάρχει τρόπος να επιζήσει κανείς μέσα στο αποχετευτικό σύστημα».
«Πολύ σωστά», είπα. «Αλλά αν κοιτάξετε καλύτερα το χάρτη, θα δείτε ότι ο αποχετευτικός σωλήνας περικλείεται από ένα μεγαλύτερο σωλήνα, από τον οποίο γίνονται και οι επισκευές. Αυτός ο μεγαλύτερος σωλήνας έχει διάμετρο είκοσι πόδια και σε κάποια σημεία ακόμη και τριάντα πόδια. Είναι δηλαδή πάντα μεγαλύτερος από τον αποχετευτικό σωλήνα κι έτσι σ' όλη την πορεία υπάρχει αρκετός χώρος για να περάσετε».
«Δεν ξέρω», είπε. «Δε φαίνεται εύκολο...»
«Για όνομα του Θεού! Καμιά
διέξοδος από την πόλη δεν είναι
εύκολη», του απάντησα. «Κοίτα,
Ποτέμκιν, το Δημοτικό Συμβούλιο
λέει ότι στην ανοιχτή ύπαιθρο, πέρα
από τις πόλεις, είναι αδύνατο να
ζήσει κανείς. Δηλητηριασμένος
αέρας, μολυσμένο νερό, επιδημίες κι
εχθρική χλωρίδα και πανίδα. Γι' αυτό
και διατηρούνται μόνο οι έξοδοι των
αεραγωγών, γι' αυτό κι επιτηρούνται
τόσο προσεκτικά. Ο νόμος απαγορεύει
σε οποιονδήποτε να φύγει, από φόβο
μήπως και ξαναγυρίσει φέρνοντας
επιδημίες από τον 'Εξω Κόσμο. Τώρα,
αν τα λάβεις όλα αυτά υπόψη σου, θα
περίμενες από μένα να σου βρω έναν
εύκολο τρόπο να δραπετεύσεις;»
«Υποθέτω πως όχι».
«Κι έτσι είναι που να πάρει!»
Η κυρία Ποτέμκιν ρώτησε:
«Δεν είναι αλήθεια έτσι ο Έξω
Κόσμος, έτσι δεν είναι; Οι ιστορίες
για τις επιδημίες, για το μολυσμένο
αέρα, το νερό, τα τέρατα όλα αυτά
είναι απλώς ανοησίες».
«Δεν θα μπορούσα να το ξέρω», είπα.
«Το ξέρετε, όμως».
«Πώς;»
«Μας δείξατε τον τρόπο να φύγουμε»,
είπε εκείνη. «Θα έχετε σίγουρα δει
τι υπάρχει πέρα από την πόλη».
«Φοβάμαι πως όχι», είπα.
«Προσλαμβάνω μηχανικούς, ειδικούς
που δουλεύουν βάσει διαγραμμάτων
και σχεδίων. Κανένας από τους
ανθρώπους μου δεν θα σκεφτόταν να
εγκαταλείψει την πόλη' έχουμε εδώ
πάρα πολλές δουλειές».
«Αλλά», επέμεινε εκείνη, «και μόνο
το γεγονός ότι μας στέλνετε εκεί
έξω, δείχνει πως δεν πιστεύετε όλες
αυτές τις παλιές ιστορίες για τον
Έξω Κόσμο».
«Καθόλου», της εξήγησα, «όταν θα
έχετε φύγει, οι άνθρωποί μου θα
σφραγίσουν αυτή την έξοδο, έτσι που
να μην μπορείτε να την
ξαναχρησιμοποιήσετε και να
γυρίσετε πίσω φέρνοντάς μας ο Θεός
ξέρει ποια επιδημία».
«Και δεν θα την
ξαναπουλήσετε;»
«Όχι. Θα βρούμε άλλες. Υπάρχουν
εκατομμύρια».
Κοίταξαν ο ένας τον άλλον, κι
έβλεπες πως δεν είχαν πια την ίδια
αυτοπεποίθηση.
Τους είπα: «Κοιτάξτε, έτσι κι αλλιώς
αποκλείεται να προλάβατε ν'
απομνημονεύσετε το χάρτη. Αν θέλετε
τον παίρνω πίσω και σας επιστρέφω
τα μισά χρήματα».
«Όχι», είπε εκείνος.
Κι εκείνη συνέχισε: «Έχουμε πάρει
την απόφασή μας. Χρειαζόμαστε
ανοιχτό χώρο, κάτι παραπάνω απ' όλα
αυτά τα επίπεδα, το ένα πάνω στο
άλλο, τα γεμάτα με σήραγγες και
κλειστούς διαδρόμους».
«Όπως νομίζετε», είπε, «και καλή
τύχη».
Δώσαμε τα χέρια και πήρα δρόμο. Δουλειές, δουλειές...
Προχωρώντας σαν ρομπότ συντήρησης μετά από επείγον τηλεφώνημα, κατέβηκα ξανά στα υπόγεια, στο τμήμα ελέγχου απορριμμάτων, όπου συνάντησα τον Κ.Ο. Γουίλσον, προϊστάμενο της πρωινής βάρδιας. Χαιρετηθήκαμε με χειραψία, στις 10:20 ακριβώς, με πέντε λεπτά καθυστέρηση στο πρόγραμμά μου. Πήγαμε στην αίθουσα ανάκτησης, όπου o Κ.Ο. Γουίλσον είχε τακτοποιήσει προσεκτικά τα ευρήματα των δύο πρώτων ωρών.
Πιτσιρίκι, δε νομίζω να σου έχω ξαναμιλήσει γι' αυτή την πλευρά της οικογενειακής επιχείρησης, ντρέπομαι, βλέπεις, γι' αυτό. Γιατί ουσιαστικά είσαι ρακοσυλλέκτης, άσχετα με το πόσο προσοδοφόρο είναι. Και είναι προσοδοφόρο. Βλέπεις, οι κύριοι αγωγοί του συστήματος μεταφοράς απορριμμάτων ελέγχονται ηλεκτρονικά και τα σκουπίδια φιλτράρονται, έτσι ώστε να διαχωρίζονται τ' αντικείμενα αξίας, που διαφορετικά θα διοχετεύονταν στο δίκτυο των υπονόμων και στη συνέχεια έξω από την πόλη. Έχω στη μισθοδοσία μου τον Κ.Ο. Γουίλσον στην πρώτη βάρδια και τον Μάρτυ Λίννερτ στη δεύτερη. Αυτοί οι δυο φροντίζουν να υπάρχει λίγος χρόνος, έτσι ώστε να εξετάζω πρώτος τα ευρήματα της ημέρας πριν αυτά καταχωρηθούν σε καταλόγους και σταλούν στο κεντρικό γραφείο απωλεσθέντων αντικειμένων. Πριν αισθανθείς άσχημα για τον πατέρα σου, σκέψου ότι το είκοσι τοις εκατό του οικογενειακού εισοδήματος, προέρχεται από την επιχείρηση των σκουπιδιών.
«Έξι πολύτιμα δαχτυλίδια,
δώδεκα καλά ρολόγια, κάτι που
μοιάζει σαν θήκη με συλλογή
νομισμάτων εξαιρετικής ποιότητας,
μια διαμαντένια τιάρα κι ένα σωρό
άλλα παλιοπράγματα», με
πληροφόρησε ο Γουίλσον, δείχνοντας
τα καλά κομμάτια που είχε ξεχωρίσει
για μένα.
Αγνόησα τα ρολόγια, πήρα δύο
δαχτυλίδια, την τιάρα και τη
νοτισμένη θήκη με τα παλιά
νομίσματα. «Τίποτ' άλλο;» .
«Ένα πτώμα», είπε. «Λυτό θα
ενδιαφέρει τους μπάτσους. Το έβαλα
στον ψύκτη μέχρι να 'ρθεις να
διαλέξεις πρώτα αυτά που θέλεις».
«Φόνος;» ρώτησα.
«Ναι».
Παιδί μου, ο `Κώδικας Μονομαχίας' δεν έχει λύσει όλα τα προβλήματα. Υπάρχουν ακόμα κάποιοι που φοβούνται να χτυπηθούν, που προτιμούν να κινούνται ύπουλα και να εκδικούνται τους εχθρούς τους παράνομα. Υπάρχουν επίσης αυτοί που δεν ικανοποιούνται, παίρνοντας, απ' όσους αντιπάλους τους θεωρούνται ανίκανοι να μονομαχήσουν, οικονομική αποζημίωση ή ηθική αποκατάσταση. Επιμένουν στο αίμα και το παίρνουν. Τελικά ο νόμος τους πιάνει. Εμείς δεν ανακατευόμαστε με τέτοιους τύπους, αλλά πρέπει να ξέρεις τι είδους καθάρματα κυκλοφορούν ακόμη στην πόλη.
Είπα στον Γουίλσον: «Θα στείλω κάποιον το απόγευμα να κοιτάξει τι άλλο θα 'χεις μέχρι τότε».
Δέκα λεπτά αργότερα, στις 10:53, πήγα στα γραφεία των Κυβερνητικών Επισκευών Μπολντόνι και Τζία, στον ενενηκοστό δεύτερο όροφο, Πτέρυγα Β. Προσποιήθηκα ότι έπαθα σοκ μόλις μου είπαν για τη βλάβη στον ταινιόδρομο.
«Ο Αρχιμηχανικός της
Πόλης, Γουίλις, άφησε ένα επείγον
μήνυμα για σας», μου είπε η
γραμματέας μου. Μου το έδωσε και
συνέχισε: «Είναι o ταινιόδρομος που
μεταφέρει τα ευπαθή προϊόντα στο
πέμπτο υπόγειο».
«Ο κύριος Μπολντόνι είναι εκεί;»
ρώτησα.
«Κατέβηκε με το πρώτο συνεργείο»,
είπε.
«Τηλεφώνησε στον Γουίλις και πες
του ότι κατεβαίνω».
Χρησιμοποίησα την κάθοδο ταχείας πτώσης και παραλίγο να βγάλω τις πρωινές πρωτεΐνες και τον καφέ... για έναν καλό πελάτη κάθε ταλαιπωρία δεκτή, και η Πόλη είναι ο καλύτερος πελάτης στο πελατολόγιο της εταιρείας Μπολντόνι και Τζία.
Ο Γουίλις με περίμενε στον
ταινιόδρομο. Είναι ένας
μικροκαμωμένος άνθρωπος με σκούρα
μαύρα μαλλιά και μάτια, και ο τρόπος
που κινείται θυμίζει ρομπότ
συντήρησης που έχει κάποιο
βραχυκύκλωμα στην πλάτη. Έτρεξε
προς το μέρος μου. «Τι μπέρδεμα!»
είπε.
«Πείτε μου τι συνέβη».
«Ο κύριος υδραυλικός αγωγός έσπασε
πάνω απ' το τερματικό του
υπολογιστή κυκλοφορίας κι έπιασαν
φωτιά οι μηχανισμοί», μου εξήγησε.
«Δε μου φαίνεται και τόσο μεγάλη
ζημιά», είπα.
Σκούπισε το πρόσωπό του μ'
ένα τεράστιο χέρι και είπε: «Δε θα
ήταν και τόσο μεγάλη αν είχε
σταματήσει εκεί. Τη φωτιά τη
σβήσαμε ήδη. Το πρόβλημα είναι ότι
το λιπαντικό έτρεξε πίσω απ' τους
σωλήνες στον κεντρικό υπολογιστή
κυκλοφορίας και το διαβολεμένο
πράγμα δε λέει να κλείσει. Στο
μεταξύ έχουμε όλα αυτά τα ευπαθή
προϊόντα που ανεβαίνουνε από τους
υπόγειους ψύκτες και δεν υπάρχει
τρόπος ούτε να προχωρήσουν ούτε να
σταματήσουν. Συσσωρεύονται πολύ
γρήγορα, κύριε Τζία. Ο ταινιόδρομος
πρέπει να ξανακινηθεί μέσα σε μια
ώρα, αλλιώς οι απώλειες θα είναι
ανυπολόγιστες».
«Η δουλειά θα γίνει», τον
διαβεβαίωσα.
«Καταλαβαίνω ότι βιάστηκα,
καλώντας σας εδώ, χωρίς να σας
ζητήσω πριν μια πρόχειρη, έστω,
κοστολόγηση από το κομπιούτερ σας,
αλλά ήξερα ότι εσείς είστε οι πιο
γρήγοροι και χρειαζόμουν κάποιον
που θα μπορούσε να έρθει εδώ
αμέσως».
«Μην ανησυχείτε γι' αυτό», του είπα.
«'Ο,τι εκτίμηση και να δώσει o
υπολογιστής της Μπ. & Τζ., θα
κόψουμε ένα δέκα τοις εκατό για να
ευχαριστήσουμε τα αφεντικά σας».
Ο Γουίλις με κοίταξε εκστατικός. Με ευχαριστούσε ξανά και ξανά. Δεν ήξερε ότι ο υπολογιστής της Μπολντόνι και Τζία πάντοτε υπολογίζει ένα επιπλέον και εντελώς παράνομο δεκαπέντε τοις εκατό υπερκέρδος, αρκετό για να ανατρέψει την έκπτωση του δέκα τοις εκατό που του έδωσα.
Ενώ ο Γουίλις συνέχιζε να μ' ευχαριστεί, φάνηκε να 'ρχεται από το τούνελ πρόσβασης ο Λιου Μπολντόνι, πασαλειμμένος απ' την κορφή μέχρι τα νύχια με λιπαντικό. Φαινόταν βιαστικός, νευρικός κι αποκαμωμένος. Ο Λιου είναι φοβερός θεατρίνος κι αυτό είναι ένα ακόμα προσόν για να πετύχει κανείς σ' αυτή τη δουλειά.
«Πώς είναι τα πράγματα
εκεί κάτω;» τον ρώτησα.
«Ασχημα», απάντησε ο Μπολντόνι.
Ο Γουίλις βαριαναστέναξε.
«Αλλά θα τα καταφέρουμε», είπε o
Μπολντόνι.
«Πόσο θα μας πάρει;» ρώτησα. «Με μία
προσωρινή επιδιόρθωση ο
ταινιόδρομος θα δουλεύει μέσα σε
μία ώρα και μετά έχουμε χρόνο για
τις μόνιμες επισκευές».
Ο Γουίλις αναστέναξε ξανά, διαφορετικά αυτή τη φορά: από ευτυχία.
«Κύριε Γουίλις», είπα, «ο κύριος Μπολντόνι τα έχει όλα υπό έλεγχο. Είμαι σίγουρος ότι σύντομα όλα θα λειτουργούν κανονικά. Τώρα, με συγχωρείτε, πρέπει να φύγω για κάποια άλλη επείγουσα δουλειά».
Ανέβηκα με τον ανελκυστήρα εξπρές, κι ήταν χειρότερα από όταν κατέβαινα, αφού το στομάχι μου φάνηκε να έφτασε στον πεντηκοστό ένατο όροφο κάτι δευτερόλεπτα πριν φτάσει το υπόλοιπο κορμί μου.
Πήρα έναν οριζόντιο ταινιόδρομο και μετακινήθηκα δώδεκα μίλια ανατολικά, τα τελευταία έξι κάτω στην ΠτέρυγαΥ. Στις 11:40, με δέκα λεπτά καθυστέρηση απ' το πρόγραμμα, μπήκα σ' ένα γραφείο στην περιοχή Τσέστερφηλντ, στο οποίο κάποιος ανύπαρκτος κύριος Λίνκολν Πλίνυ υποτίθεται ότι έκανε δουλειές. Κλείδωσα την εξωτερική πόρτα, ζήτησα συγγνώμη για την αργοπορία μου στους δύο ανθρώπους που με περίμεναν στην αίθουσα υποδοχής και τους οδήγησα στο ιδιαίτερο γραφείο του Λίνκολν Πλίνυ. Κλείδωσα κι αυτή την πόρτα, πήγα στο γραφείο, έλεγξα τον ανιχνευτή κοριών, σιγουρεύτηκα ότι ο χώρος δεν είχε παγιδευτεί με κυκλώματα παρακολούθησης, κάθισα στο γραφείο μου, πρόσφερα στους πελάτες ένα ποτό, ξανακάθισα και συστήθηκα με ψεύτικο όνομα.
Οι επισκέπτες μου ήταν ο Αρθουρ Κόλμαν, ένας μάλλον πετυχημένος βιομήχανος με γραφεία στο εκατοστό επίπεδο, και η Αϋλήν Ρομαίν, μια χαριτωμένη κοπέλα, δεκαπέντε χρόνια νεότερη απ' τον Κόλμαν. Είχαμε συγκεντρωθεί εκεί, προκειμένου να διαπραγματευτούμε ένα γάμο ανάμεσα στον Κόλμαν και την Ρομαίν' έναν παράνομο γάμο.
«Πείτε μου κύριε Κόλμαν»,
τον ρώτησα, «για ποιον ακριβώς λόγο
διακινδυνεύετε το πρόστιμο και την
ποινή φυλάκισης που συνεπάγεται
αυτή η παραβίαση του Νόμου περί
'Ισων Δικαιωμάτων;»
Στριφογύρισε αμήχανα για λίγο και
μετά είπε: «Μα γιατί πρέπει να το
θέτετε έτσι;»
«Πιστεύω ότι ένας πελάτης πρέπει να
γνωρίζει όλες τις συνέπειες πριν
προχωρήσει σε μια τέτοια συμφωνία»,
του απάντησα.
«Εντάξει», είπε. «Λοιπόν, έχω παντρευτεί τέσσερις φορές με το στάνταρ συμβόλαιο γάμου της Πόλης και οι τέσσερις γάμοι μου έχουν καταλήξει στο διαζύγιο από δική μου πρωτοβουλία. Είμαι ένας δυστυχισμένος άνθρωπος, κύριε. Έχω αυτή την... ξέρετε, αυτή τη διαστροφή που κατευθύνει την προσωπική μου ζωή. Χρειάζομαι μια σύζυγο που... που να μην είναι ίση με μένα, που να μου είναι εντελώς υποταγμένη και να έχει ένα καθορισμένο και μοναδικό ρόλο, αυτόν της συζύγου και της νοικοκυράς και τίποτα άλλο. Στο σπίτι θέλω να είμαι εγώ πάντα ο αφέντης».
«Ο ενσυνείδητος ανδρικός
σοβινισμός είναι ένα αδίκημα που
τιμωρείται», είπα.
«Το γνωρίζω».
«Έχετε δει κάποιον
ρομποψυχοερευνητή;» ρώτησα. «Ίσως
κάποιος απ' αυτούς θα μπορούσε να
θεραπεύσει την ασθένειά σας».
«Είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσε»,
είπε. «Αλλά ξέρετε, στην
πραγματικότητα δεν θέλω να
θεραπευτώ. Μ' αρέσει έτσι όπως
είμαι. Μου αρέσει η ιδέα να έχω μια
γυναίκα που να με υπηρετεί και να
καθορίζει τη ζωή της σύμφωνα με τη
δική μου».
«Κι εσείς;» ρώτησα την Αϋλήν. Έγνεψε καταφατικά, με μια περίεργη λάμψη στα μάτια, και είπε: «Δεν μου αρέσει η ευθύνη ενός τυπικού γάμου. Θέλω έναν άντρα να με βάζει στη θέση μου, έναν άντρα που να τον σέβομαι, να τον θαυμάζω και να εξαρτώμαι απ' αυτόν».
Στο λεω, παιδί μου, αυτά τα απαρχαιωμένα πάθη τους μου προκαλούσαν αηδία. Όμως, όντας κι εγώ επαναστάτης, πιστεύω στους επαναστάτες, καλούς και κακούς, και ήμουν έτοιμος να τους βοηθήσω. Και οι δύο είχαν έρθει σε μένα συστημένοι, τον περασμένο μήνα. Ερεύνησα τη ζωή τους, έφτιαξα δύο μεγάλους προσωπικούς φακέλους, τους συνδύασα και μετά τους κάλεσα για την πρώτη και τελική συνάντηση υπό την αιγίδα μου.
«Και οι δύο μου έχετε δώσει μια αμοιβή ανεύρεσης», τους είπα. «Τώρα έχετε μπροστά σας εξήντα μέρες για να γνωριστείτε. Αν στο τέλος αυτής της περιόδου δεν έρθετε σε επαφή μαζί μου για οριστικοποίηση του συμβολαίου, θα καταλάβω ότι τελικά ανακαλύψατε ότι δεν ταιριάζετε. Διαφορετικά μπορείτε να ξανάρθετε εδώ και να κλείσετε ραντεβού με τη ρομπογραμματέα μου. Αν αρέσετε o ένας στον άλλον, θα είναι πολύ απλό να κανονίσουμε έναν παράνομο γάμο, χωρίς να χρειαστεί το στάνταρ συμβόλαιο της Πόλης».
Ο Κόλμαν δεν έμεινε ικανοποιημένος. «Και πώς ακριβώς θα το καταφέρετε, κύριε Πλίνυ;» ρώτησε.
«Το πρώτο βήμα, φυσικά, είναι να πιστοποιήσουμε το θάνατο της Αϋλήν. Οι άνθρωποί μου θα πλαστογραφήσουν ένα πιστοποιητικό θανάτου και θα το περάσουν στα αρχεία της πόλης. Αυτό μπορεί να σας φαίνεται απίστευτο, παρ' όλα αυτά είναι δυνατό. Όταν λοιπόν η Αϋλήν Ρομαίν δεν θα υπάρχει πια, θα δημιουργήσουμε ένα πλαστό πρόσωπο με το όνομα Αϋλήν Κόλμαν. Θα παρουσιάζεται ως αδερφή σας μια ολόκληρη σειρά βιογραφικών στοιχείων και πληροφοριών θα περαστεί στους υπολογιστές για να υποστηρίζει και να επικυρώνει την πλαστή της ταυτότητα. Και μετά, βέβαια, μπορεί φυσιολογικότατα να έρθει να μείνει μαζί σας χωρίς οι άνθρωποι των αρχείων της πόλης να καταλάβουν ποτέ ότι υπάρχει οτιδήποτε σεξουαλικό στην συγκατοίκησή σας».
«Αν μπορέσεις να το κάνεις
αυτό», είπε ο Κόλμαν, «τότε είσαι
ιδιοφυΐα».
«Όχι, απλώς έξυπνος», είπα. «Και θα
το κάνω. Και επιπλέον, όποια μέρα
διαλέξετε, θα στείλω έναν άνθρωπο
στο διαμέρισμα σας για να τελέσει
έναν παράνομο γάμο με τις παλιές,
αντρικές σοβινιστικές
τελετουργίες».
«Δεν θα υπάρχουν ψυχοεξετάσεις
όπως στους άλλους γάμους;» ρώτησε
εκείνη.
«Φυσικά όχι», απάντησα. «Η Πόλη δεν
θα έχει κανένα λόγο να εξετάσει αν
ανταποκρίνεστε στα πρότυπα του
Νόμου περί 'Ισων Δικαιωμάτων γιατί,
όσο την αφορά, εσείς δεν θα φαίνεται
ότι έχετε παντρευτεί».
Εκείνη τη στιγμή, η Αϋλήν ξέσπασε σε κλάματα και είπε: «Κύριε Πλίνυ, είστε ο πρώτος άνθρωπος, εκτός από τον Αρθουρ, που με καταλαβαίνει».
Πίστεψέ το, παιδί μου, στο σημείο αυτό της το ξεκαθάρισα. «Κυρία μου, δεν σας καταλαβαίνω καθόλου, αλλά τυχαίνει να συμπαθώ τους επαναστάτες», της είπα. «Απορρίπτετε την ισότητα και όλα όσα θα επιθυμούσε ένας φυσιολογικός άνθρωπος και προτιμάτε έναν τρόπο ζωής που έχει ήδη αποδειχτεί ακατάλληλος. Διακινδυνεύετε φυλάκιση και πρόστιμα καταστρατηγώντας εν γνώσει σας το Νόμο Ίσων Δικαιωμάτων. Είναι τρέλα, αλλά έχετε το δικαίωμα να είστε τρελοί».
«Αφού όμως δεν μας
καταλαβαίνετε καθόλου, τότε γιατί
διακινδυνεύετε»
«Για το κέρδος, Αϋλήν», είπα. «Αν
τελικά πραγματοποιηθεί ο γάμος,
τότε ο κύριος Κόλμαν θα μου οφείλει
ένα σημαντικό ποσόν». Σηκώθηκα.
«Τώρα όμως πρέπει να σας συνοδεύσω
έξω. Έχω ακόμη πολλά πράγματα να
κάνω».
Όταν τελικά ξεφορτώθηκα το ευτυχές ζεύγος, ανέβηκα σ' έναν ταινιόδρομο ψυχαγωγίας κι έφτασα σε μια περιοχή με εστιατόρια, στην Πτέρυγα Π. Σ' ένα απ' αυτά έφαγα για μεσημέρι: ένα φιλέτο ανασυντεθειμένης πέρκας, μια ψητή πατάτα και φράουλες από έναν υδροπονικό κήπο, περιχυμένες με συνθετική κρέμα. Πλούσιο γεύμα που όμως χωνεύεται εύκολα.
Πιτσιρίκι, μια προειδοποίηση: Μακριά από λιπαρές τροφές το μεσημέρι. Σ' αυτή τη δουλειά, το στομάχι σου μπορεί να είναι και το τέλος σου' πήζει στα λίπη και σε βασανίζει με φοβερές καούρες.
Στη 1:30 ήμουν πάλι στο δρόμο. Τηλεφώνησα στα γραφεία της Μπολντόνι και Τζία κι έμαθα ότι ο ταινιόδρομος στο πέμπτο υπόγειο είχε μπει ξανά σε κίνηση, ενώ ο Μπολντόνι εκτιμούσε ότι οι μόνιμες επισκευές θα διαρκούσαν δύο με τρεις ημέρες. Ένας απ' τους εργάτες της Μπ. & Τζ. είχε μάλλον ανακαλύψει ένα δεύτερο πιθανό ρήγμα στον υδραυλικό αγωγό, πριν μπει σε κίνηση ο ταινιόδρομος. Ασχετα με το πώς τα κατάφερε, θα 'παιρνε γι' αυτό το δωράκι του.
Στη 1:45 σταμάτησα για να ξαναδώ τον Κ.Ο. Γουίλσον κάτω στα πλατό ελέγχου απορριμμάτων. Διάλεξα τα καλύτερα κομμάτια από ένα ασημένιο σερβίτσιο, μια παλιά λάμπα πετρελαίου και μια σειρά λεκιασμένων φωτογραφιών πορνό του εικοστού αιώνα. Οι τελευταίες, παρ' όλο που δεν είναι πια ερεθιστικές για τον σύγχρονο άντρα, αξίζουν σίγουρα χίλιες μονάδες σαν εξαιρετικά, κωμικά, νοσταλγικά αντικείμενα. Τα πιο παράξενα πράγματα βρίσκεις στα σκουπίδια, τόσο παράξενα που μερικές φορές δεν το πιστεύεις. Να θυμάσαι μόνο ότι υπάρχουν τριάντα εκατομμύρια άνθρωποι σ' αυτή τη διαβολεμένη κυψέλη, κι ότι ανάμεσά τους υπάρχουν κάποιοι που έχουν και πετάνε τυχαία οτιδήποτε θα ήλπιζε κανείς ότι θα μπορούσε να βρει.
Παρέδωσα το σερβίτσιο, τη λάμπα και τις φωτογραφίες στον Πετρόνε, τον κλεπταποδόχο της οικογένειας, και ξεκίνησα ξανά για δουλειές. Ήμουν είκοσι λεπτά πίσω απ' το πρόγραμμα.
Στη 2:15 συνάντησα κάποιον Τάλματζ, σ' ένα άθλιο, μικρό μπαρ με ναρκωτικά, σε μια απ' τις λιγότερο ευχάριστες περιοχές ψυχαγωγίας, στον τεσσαρακοστό έκτο όροφο. Καθόταν σε μια σκοτεινή γωνιά, σφίγγοντας τον ναργιλέ με τα δυο του χέρια και κοιτάζοντας το μαρκούτσι που φαινόταν να 'χει πέσει απ' το στόμα του πάνω στο τραπέζι.
«Συγγνώμη για την
καθυστέρηση», είπα.
Κοίταξε προς τα πάνω με ταξιδεμένο
βλέμμα, χαμογέλασε περισσότερο απ'
ό,τι χρειαζόταν και είπε: «Δεν
τρέχει τίποτα. Αισθάνομαι ωραία,
πολύ ωραία».
«Μπράβο σου», είπα. «Αλλά είσαι σε
θέση να κάνουμε τη δουλειά;»
«Ναι, οπωσδήποτε!» είπε. «Περίμενα
πολύ καιρό, μήνες και μήνες χρόνια
ολόκληρα!» «Πάμε τότε», είπα.
Τον πήρα απ' το μπαρ και τον βοήθησα να ανέβει σ' ένα δημόσιο ταινιόδρομο που μας οδήγησε γρήγορα πέρα από τη ζώνη ψυχαγωγίας, σε μια περιοχή κατοικίας στο ίδιο επίπεδο.
Γέρνοντας προς το μέρος
μου και ψιθυριστά, σαν να
διασκέδαζε το ρόλο του συνωμότη, ο
Τάλματζ είπε: «Πες μου ξανά πόσο
μεγάλο είναι το διαμέρισμα».
Κοίταξα γύρω μου, είδα ότι δεν
υπήρχε κανείς κοντά μας και
ξέροντας ότι, αν αρνιόμουν να
μιλήσω, ο Τάλματζ θα έκανε
περισσότερη φασαρία, είπα: «Είναι
τρεις φορές μεγαλύτερο απ' ό,τι
επιτρέπουν οι κανονισμοί για έναν
εργένη σαν κι εσένα. Έχει εννιά
δωμάτια και δυο μπάνια».
«Και δεν θα πρέπει να μοιράζομαι τα
μπάνια;»
«Φυσικά όχι».
Έμεινε εκστατικός.
Λοιπόν, πιτσιρίκι, πρόσεξε καλά γιατί αυτό είναι το πρώτο κόλπο με το οποίο θ' ασχοληθείς για ν' αποχτήσεις εμπειρία στη δουλειά. Ακόμα κι όταν ζούσε η μητέρα σου, είχαμε μεγαλύτερο διαμέρισμα απ' αυτό που επιτρέπουν οι κανονισμοί. Τώρα που η μητέρα σου δεν υπάρχει πια, το διαμέρισμα είναι ακόμα μεγαλύτερο απ' όσο επιτρέπεται. Πώς τα καταφέραμε να έχουμε αυτή την πολυτελή σουίτα; Απλό. Αγοράσαμε τα γύρω μικρά διαμερίσματα, γκρεμίσαμε τους τοίχους, το ξαναδιαρρυθμίσαμε και το ξαναδιακοσμήσαμε. Μετά, με μια πλαστογράφηση στα αρχεία ιδιοκτησιών της κεντρικής υπηρεσίας ακινήτων της πόλης, καταφέραμε να φαίνεται πως το τεράστιο αυτό διαμέρισμα βρισκόταν εδώ από την αρχή' μια τυχαία ανωμαλία στα αρχικά σχέδια. Σήμερα, παρ' όλο που η κατοικία έχει μεγάλη ζήτηση κι ενώ οι αρχές προσπαθούν να επιβάλλουν σε όλους σχετικά όμοιες παροχές και διευκολύνσεις, τα κυβερνητικά ρομπότ επισκευών είναι υπερβολικά απασχολημένα για να βρουν χρόνο να ξαναχωρίσουν ένα μεγάλο διαμέρισμα, να ξαναχτίσουν καινούργιους τοίχους και τα λοιπά. Αντιθέτως, κι επειδή αυτό σπάνια συμβαίνει, η κυβέρνηση επιτρέπει την ύπαρξη μεγάλων διαμερισμάτων και απλώς διπλασιάζει ή τριπλασιάζει το φόρο ακίνητης περιουσίας. Σε μια πόλη με δεκαπέντε εκατομμύρια διαμερίσματα, μπορείς να κάνεις μια τέτοια κομπίνα τουλάχιστον δυο φορές μέσα σ' ένα μήνα, χωρίς να τραβήξεις υπερβολικά την προσοχή των αρχών και να καθαρίσεις ένα πολύ καλό ποσόν από πλούσιους τύπους που χρειάζονται μεγαλύτερες κατοικίες απ' τις επιτρεπόμενες.
Στη 2:38 ο κύριος Τάλματζ κι εγώ φτάσαμε στο καινούργιο του σπίτι, ,ανοίξαμε και μπήκαμε μέσα. Κάναμε ένα μεγάλο γύρο στο χώρο, περίμενα μέχρι να ελέγξει την τρισδιάστατη ψευδοπροοπτική σ' όλα τα δωμάτια, να δοκιμάσει τα κρεβάτια, να τραβήξει τα καζανάκια και στις δύο τουαλέτες και, τέλος, να μου δώσει τα υπόλοιπα χρήματα που μου χρωστούσε βάσει του συμβολαίου. Σε αντάλλαγμα, του έδωσα τους τίτλους ιδιοκτησίας, αντίγραφο των πλαστογραφημένων τίτλων και την πρώτη φορολογική δόση που έπρεπε να πληρώσει.
Στις 3:00, με μισή ώρα καθυστέρηση απ' το πρόγραμμα, έφυγα από 'κει. Ανεβαίνοντας για τα γραφεία των Μπολντόνι και Τζία, με το κανονικό ασανσέρ αυτή τη φορά, πρόλαβα να δω τις ειδήσεις στην οθόνη, κι ήταν τόσο άσχημα τα νέα που με βγάλαν τελείως έξω απ' το πρόγραμμά μου. Θα τα έχεις μάθει, Η κυρία και ο κύριος Ποτέμκιν συνελήφθησαν στην προσπάθειά τους να το σκάσουν από την πόλη μέσω του υπονόμου. Έπεσαν κατά λάθος πάνω σ' ένα συνεργείο ρομπότ επισκευών που τους κυνήγησε. Μόλις εκείνη τη στιγμή τους είχαν παει στα κεντρικά γραφεία της αστυνομίας και δε θ' αργούσαν να σπάσουν κάτω από την πίεση μιας σκληρής ανάκρισης.
Ακύρωσα στο ταμπλό του ανελκυστήρα τον αρχικό μου προορισμό, πάτησα το κουμπί για τον εικοστό έκτο όροφο και άρχισα να κατεβαίνω με απελπιστικά αργό ρυθμό, ενώ καταριόμουν την ώρα και τη στιγμή που δεν χρησιμοποίησα την κάθοδο εξπρές.
Στις 3:11 έφτασα στα γραφεία Συμβούλων Τάμσυ Κάρτζιλ. Τα γραφεία αυτά είναι η βιτρίνα μου για να πουλάω χάρτες δραπέτευσης από την πόλη σε ανθρώπους όπως οι Ποτέμκιν. Το μέρος δε φαινόταν να παρακολουθείται, έτσι μπήκα μέσα κι άρχισα τη δουλειά. Ανοιξα το χρηματοκιβώτιο, πήρα όσα χρήματα υπήρχαν, γέμισα με κάμποσους χάρτες τις τσέπες μου, έριξα μια τελευταία ματιά γύρω μου μήπως και ξέχασα τίποτε πολύτιμα, έβαλα φωτιά και την κοπάνησα γρήγορα από 'κει. Βέβαια, σ' αυτή την κομπίνα χρησιμοποιούσα πάντοτε το όνομα Κάρτζιλ και φορούσα διαφανή πλαστικά γάντια για να μην αφήνω αποτυπώματα' ποτέ δεν βλάπτει όμως να είσαι κάπως περισσότερο προσεκτικός.
Στις 3:47 ανέβηκα ξανά στα γραφεία των Μπολντόνι και Τζία και ελέγξαμε μαζί με τον Λιού τις επισκευές στον ταινιόδρομο. Πήγαιναν καλά. Η αμοιβή μας θα ήταν καθαρό κέρδος, πάντοτε είχαμε κέρδος' εξάλλου αυτή ήτανε η μόνη μας φροντίδα.
Έστειλα κάποιον να βρει τον Κ.Ο. Γουίλσον πριν αλλάξουν οι βάρδιες, έπειτα τηλεφώνησα στον κύριο Λίνκολν Πλίνυ (που είμαι εγώ, θυμάσαι;), στον πεντηκοστό ένατο όροφο στην περιοχή Τσέστερφηλντ. Απάντησε η ρομπογραμματέας και ρώτησα αν υπάρχουν μηνύματα.
Μου απάντησε με τη
μεταλλική της φωνή: «Ο κύριος
'Αρθουρ Κόλμαν πέρασε και ζήτησε
ένα ραντεβού».
«Ο Κόλμαν; Μα μίλησα μαζί του σήμερα
το πρωί».
«Το ξέρω, κύριε. Αλλά άφησε ένα
τηλέφωνο για σας».
Πήρα το νούμερο και
τηλεφώνησα στον Κόλμαν.
«Η Αϋλήν κι εγώ θέλουμε να
προχωρήσουμε στη συμφωνία», μου
είπε.
«Μα μόλις γνωριστήκατε», αντέδρασα.
«Το ξέρω, αλλά πιστεύουμε ότι
είμαστε πλασμένοι ο ένας για τον
άλλον».
«Και η Αϋλήν τι λέει;» ρώτησα.
«Συμφωνεί, φυσικά».
«Σ' ένα απόγευμα δεν προλαβαίνεις
να μάθεις αρκετά για τον άλλον - »
«Μα είναι αληθινή αγάπη», είπε o
Κόλμαν.
«Σίγουρα είναι κάτι αληθινό, δεν
ξέρω όμως τι», είπα.
«Θα θέλαμε να οριστικοποιήσουμε τα
πράγματα απόψε».
«Αδύνατον».
«Τότε θα πάμε κάπου αλλού».
«Σε ποιον;»
«Θα βρούμε κάποιον», είπε.
«Θα βρείτε κανέναν ανίκανο, άθλιο
απατεωνίσκο που θα τα κάνει θάλασσα
με την πλαστογράφηση του
πιστοποιητικού θανάτου της Αϋλήν
και στο τέλος θα υποχρεωθείτε να με
καταδώσετε κι από πάνω στην
αστυνομία».
Δεν απάντησε.
«Διάβολε», τον αποπήρα. «Πάρε την
Αϋλήν κι ελάτε στο γραφείο μου στο
Τσέστερφηλντ σε μισή ώρα».
Έκλεισα το τηλέφωνο.
Σκόπευα να δω κάποιον που ήθελε ν' αγοράσει μια πλαστή 'Αδεια Ουδέτερης Κοινωνικής Θέσης για να είναι ασφαλής απο προκλήσεις σε μονομαχίες. Βλέπεις, παιδί μου, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που είναι υγιείς και είναι υποχρεωμένοι να οπλοφορούν, θέλουν όμως να μπορούν να αποφεύγουν τις προκλήσεις. Η κυβέρνηση δεν δείχνει οίκτο σ' αυτούς τους τύπους και τους αναγκάζει να συμμορφώνονται με το σύστημα. Εγώ, όμως, είμαι πάντοτε έτοιμος να τους εφοδιάσω μ' ένα πιστοποιητικό ανικανότητας για να μπορούν να μένουν σώοι και ασφαλείς. Εξάλλου, όπως σου είπα, συμπαθώ τους επαναστάτες. Και, φυσικά, υπάρχει και το κέρδος. Τελοσπάντων, τηλεφώνησα στον τύπο που ήθελε την άδεια και ανέβαλα το ραντεβού μας για αύριο.
Έπειτα, πήγα στη γαμήλια τελετή του Κόλμαν και της κυρίας του.
Γι' αυτό, λοιπόν, άργησα να γυρίσω σπίτι. Ανησύχησες; Δεν θα 'πρεπε. Αύριο μπορείς να έρθεις μαζί μου, να δεις πώς δουλεύω, να μάθεις κάποια πράγματα πάνω στη δουλειά. Είσαι δεκαπέντε χρονών, αρκετά μεγάλη για ν' αρχίσεις να μαθαίνεις. Στο λέω, κορίτσι μου, θα γίνεις αχτύπητη σ' αυτή τη δουλειά. Εύχομαι να ζούσε η μητέρα σου να δει τι κόρη έφερε στον κόσμο.
Λοιπόν, παιδί μου, καλύτερα να πας να κοιμηθείς τώρα. Αύριο έχουμε μια δύσκολη μέρα.