|
|
Tο Hilton του Θανάτου |
Bob Shaw
In the Hereafter Hilton (1980)
Μετάφραση: Γιώργος Βαρελάς
Το Διαμέρισμα ήταν μοντέρνο, τακτοποιημένο και άνετο. Δεν έμοιαζε καθόλου με μηχανή ειδικά σχεδιασμένη για να σκοτώνει.
Με το που κλείδωσε αυτόματα πίσω του η εξωτερική πόρτα, ο Ρένφριου έμεινε για μερικά δευτερόλεπτα ολότελα ακίνητος. Κοίταξε ένα γύρω τον το χώρο, προσπαθώντας να προσδιορίσει τις πιθανότερες πηγές κινδύνου. Η κουζίνα πάντα το πιο περίπλοκο δωμάτιο σε κάθε οίκημα ήταν ένας χώρος που έπρεπε προφανώς να τον αποφύγει πάση θυσία. Και το παραμικρό ψίχουλο, και η παραμικρή σταγόνα ήταν ύποπτα, σε περίπτωση που θα είχαν χρησιμοποιήσει δηλητήρια. Οι ηλεκτρικές συσκευές μπορεί να είχαν συνδεθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να κεραυνοβολούν ακαριαία τον ανύποπτο χρήστη. Τα μεταλλικά κουτιά για τη ζάχαρη, τον καφέ, το αλεύρι και τα άλλα αναγκαία μπορεί να ήταν βόμβες που θα έσκαγαν με το παραμικρό άγγιγμα. Ακόμα και το απλό άνοιγμα ενός ντουλαπιού θα μπορούσε να απελευθερώσει ένα σύννεφο τοξικού αερίου στο πρόσωπό του και τότε και η παραμικρή εισπνοή, μέσα στο ξάφνιασμά του, θα μπορούσε να αποβεί μοιραία.
Αν θέλεις να μείνεις ζωντανός, σκέφτηκε ο Ρένφριου, μακριά από την κουζίνα.
Από τη θέση του κοντά στην είσοδο έβλεπε μέχρι μέσα στο μπάνιο, που κι αυτό δε φαινόταν λιγότερο απειλητικό - πάρα πολλές χρωμιωμένες επιφάνειες και εξαρτήματα που το καθένα τους μπορεί να έκρυβε και μία δυσάρεστη έκπληξη. Σκόπευε να επιζήσει και τις εφτά μέρες της υποχρεωτικής του παραμονής σ' αυτό το Διαμέρισμα - γι' αυτό το πράγμα ήταν πολύ σίγουρος - για να τα καταφέρει όμως θα έπρεπε να είναι υπερβολικά προσεκτικός. Το καλύτερο σχέδιο, αυτό που εξάλλου είχε κιόλας αποφασίσει να ακολουθήσει, ήταν να βολευτεί όσο πιο άνετα μπορούσε στο πάτωμα, στο κέντρο του καθιστικού, και να παραμείνει εκεί μέχρι να περάσουν και οι εφτά μέρες. Δεν θα ήταν εύκολο ούτε και ευχάριστο - και μόνο το πρόβλημα των σωματικών του αναγκών έφτανε - ήταν όμως μια ξεκάθαρη επιλογή ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, και ο Ρένφριου βέβαια προτιμούσε να παραμείνει ζωντανός.
Προχώρησε μέσα στο καθιστικό, κοιτάζοντας ολόγυρα για όλα αυτά που θα χρειαζόταν. Το δωμάτιο ήταν περίπου τρία επι τρία, με μια μπλε μοκέτα από τοίχο σε τοίχο, κι ήταν επιπλωμένο μ' έναν ακριβό καναπέ, πολυθρόνες και τραπεζάκια. Αφηρημένοι πίνακες στόλιζαν τους κρεμ τοίχους. Το δωμάτιο θα μπορούσε να ανήκει σε κάποιο πνευματώδες νεαρό άτομο, όχι ιδιαίτερα μοντέρνο, που θα ζούσε κάπου ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και το Λος Αντζελες εκτός από δύο παράταιρες λεπτομέρειες. H πρώτη ήταν πως δεν υπήρχαν καθόλου παράθυρα, και η δεύτερη ήταν η εντοιχισμένη μεγάλη οθόνη πάνω από το ψεύτικο τζάκι.
Πάνω στην οθόνη, με παλλόμενα κίτρινα γράμματα, έλαμπαν τρεις λέξεις: οι ΕΝΟΡΚΟΙ ΑΠΕΣΥΡΘΗΣΑΝ.
Ο Ρένφριου εξέτασε προσεκτικά το δωμάτιο κι αποφάσισε αμέσως ότι το μεγαλύτερο τραπεζάκι που ήταν τοποθετημένο στη μέση σχεδόν του δωματίου, έπρεπε να μεταφερθεί προς τον ένα τοίχο, ώστε να ελευθερωθεί ο κεντρικός χώρος που του ήταν απαραίτητος. Από τη στιγμή που το δωμάτιο οπλιζόταν εναντίον του, δεν θα μπορούσε να ρισκάρει ούτε και την πιό φευγαλέα επαφή με τα αντικείμενα που υπήρχαν εκεί μέσα. Δεν ήταν καθόλου βέβαιος ότι το κάθε έπιπλο δεν θα άρχιζε να εκλύει δηλητήριο επαφής στο παραμικρό του άγγιγμα, από τη στιγμή που οι ένορκοι θα αποφάσιζαν την ενοχή του. Έπρεπε να σιγουρευτεί πως δεν θα ακουμπούσε πουθενά, έστω κι αν στριφογύριζε στον ύπνο του.
Το τραπεζάκι τού φάνηκε ασήκωτο όταν προσπάθησε να το μετακινήσει και για μια στιγμή ο Ρένφριου φοβήθηκε πως ήταν βιδωμένο στο πάτωμα. Αλλαξε τακτική, σπρώχνοντάς το αντί να προσπαθεί να το σηκώσει, κι αμέσως το τραπεζάκι γλίστρησε σχετικά εύκολα, αφήνοντας βαθιές αυλακιές στη μοκέτα. Το ακούμπησε στον τοίχο, έκανε ένα βήμα πίσω κι απλώνοντας τα χέρια προσπάθησε να υπολογίσει το χώρο που είχε απελευθερωθεί. Του φάνηκε αρκετός.
Σαν να 'ναι πολύ εύκολα τα πράγματα, συλλογίστηκε και η αυτοπεποίθησή του κλονίστηκε. Κανείς δεν ήξερε ποιο ήταν το ποσοστό των καταδικασμένων δολοφόνων που κατόρθωναν να επιζήσουν μια ολόκληρη εβδομάδα. - Ήταν πάγια τακτική, για ανθρωπιστικούς λόγους, να φυγαδεύουν όσους επιζούσαν με πλήρη ανωνυμία και μυστικότητα στις διαστημικές αποικίες. Αλλά αν μπορούσες να νικήσεις αυτό το σύστημα τιμωρίας κατασκηνώνοντας απλώς και μόνο στο κέντρο ενός δωματίου, τότε δεν θα το είχαν αλλάξει; Υπήρχε άραγε η περίπτωση να γίνεται δηλητηριώδης ακόμα και η μοκέτα ή να ξεπηδάνε αστραπιαία λόγχες μέσα από το πάτωμα, στη διάρκεια της νύχτας;
Όχι, κάτι τέτοιο δεν θα ήταν τίμιο, αποφάσισε ο Ρένφριου και οι φόβοι του καταλάγιασαν κάπως. Σ' αυτήν την περίπτωση το Διαμέρισμα δεν θα ήταν τίποτε άλλο από ένας θάλαμος εκτελέσεων. Και ο κύριος στόχος του Αναθεωρητικού Διατάγματος περί Θανατικής Ποινής του 2061, ήταν να απαλλάξει τον καταδικασμένο από τη φρικτή, εκ των προτέρων γνώση του θανάτου του το κατ' εξοχήν χαρακτηριστικό των προηγουμένων συστημάτων, εις το οποίο, οι Ανθρωπιστές είχαν δυναμικά αντιταχτεί. Ασφαλώς και θα υπήρχε πιθανότητα να βγει κανείς ζωντανός περνώντας εκεί μέσα αυτές τις εφτά μέρες. Ήταν απλούστατα θέμα ευφυίας, αποφασιστικότητας και αυτοκυριαρχίας. Όπως επίσης και να αντέξεις εφτά μέρες χωρίς σταγόνα νερό.
Η μικροεγκυκλοπαίδεια στον υπολογιστή της φυλακής έδινε πολύ ασαφείς πληροφορίες για το πόσο μπορούσε να επιζήσει κανείς με μηδενική λήψη υγρών. Σε μερικές από τις εγγραφές οι ειδικοί επιστήμονες απέφευγαν να κάνουν οποιαδήποτε εκτίμηση. Αλλοι πάλι δήλωναν ότι ο θάνατος επέρχεται σε διάστημα εφτά έως δέκα ημερών. Το χρονικό διάστημα, υπέθετε ο Ρένφριου, έπρεπε να εξαρτάται από παράγοντες όπως το ύψος, το βάρος, η γενικότερη κατάσταση της υγείας του υποκειμένου και η μέση ταχύτητα απώλειας υγρών από τους ιστούς. Με αυτά τα δεδομένα είχε κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι του, ώστε να κάνει την πλάστιγγα να γείρει προς το μέρος του. Από φυσικού του ήταν κοντόχοντρος και παχουλός, και τις τέσσερις μέρες της δίκης του έριχνε πάρα πολύ αλάτι στα φαγητά του κι έπινε τσάι, γάλα, καφέ και νερό σε τεράστιες ποσότητες. Η τάση για κατακράτηση υγρών που είχε ο οργανισμός του, κάτι για το οποίο παραπονιόταν συνέχεια στο παρελθόν, τον είχε βοηθήσει να πάρει περίπου πέντε κιλά - πράγμα που σήμαινε τέσσερα επιπλέον λίτρα υγρών ζωτικής σημασίας.
Ίσως αυτό και μόνο να ήταν αρκετό για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του, πάντως του Ρένφριου δεν του αρκούσε. Ξέροντας εκ των προτέρων ότι θα του αφαιρούσαν όλα τα προσωπικά του αντικείμενα, βρήκε το χρόνο μετά το πρωινό, πριν τον εγκαταστήσουν στο Διαμέρισμα, να ψεκάσει ολόκληρο σχεδόν το σώμα του με κάποιο αντιιδρωτικό σπρέι, το οποίο ευτυχώς ήταν σχεδόν άοσμο. Υποπτευόταν βέβαια πως η δράση του δεν θα κρατούσε πολύ, αλλά το ότι έφραζε τους πόρους του δέρματος, εμποδίζοντας έτσι την εφίδρωση για μερικές ώρες, του πρόσφερε ένα επιπλέον πλεονέκτημα στη μάχη του για τη ζωή. Μόνο δυο πράγματα είχε ακόμα να κάνει.
Ο Ρένφριου έριξε μια ματιά στην οθόνη, πάνω από το τζάκι, για να βεβαιωθεί πως οι ένορκοι συσκέπτονταν ακόμα. Αν και δεν βρισκόταν στο Διαμέρισμα παραπάνω από πέντε λεπτά, φοβόταν ότι θα έβγαζαν την απόφασή τους σε χρόνο ρεκόρ, μιας και η υπεράσπισή του είχε πάρει από την αρχή στραβό δρόμο. Ο Φόρτεσκ, o νεαρός δικηγόρος που είχε διορίσει το δικαστήριο συνήγορο του, είχε προσπαθήσει να στηρίξει την υπεράσπισή του στο γεγονός οτι ο φρουρός ασφαλείας που είχε πυροβολήσει θανάσιμα ο Ρένφριου, είχε παραπεμφθεί ο ίδιος σε δίκη για την ανθρωποκτονία ενός άοπλου νεαρού που είχε προσπαθήσει να το σκάσει αρπάζοντας από μια προθήκη ένα δίσκο γεμάτο χρυσά δαχτυλίδια. Ο κύριος ισχυρισμός της υπεράσπισής του ήταν ότι ο Ρένφριου βρισκόταν σε νόμιμο άμυνα μια και είχε να αντιμετωπίσει έναν φανατικό που πυροβολούσε για ψύλλου πήδημα. Σ' αυτό το σημείο της δίκης ο Ρένφριου άρχισε να καταλαβαίνει πως οι ένορκοι συμπαθούσαν αυτού του είδους τους φανατικούς και πως θα ήθελαν πάρα πολύ να είχαν προσλάβει ομάδες ολόκληρες από δαύτους για να φυλάνε τις περιουσίες τους. Από εκείνη τη στιγμή, άρχισε να σπάει το κεφάλι του για να βρει τρόπους να επιβιώσει την εβδομάδα που θα πέρναγε κλεισμένος στο - για να χρησιμοποιήσουμε μια από τις πιο δημοφιλείς του ονομασίες -HILTON ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ.
Από τις προφυλάξεις που του έμεναν, η πρώτη ήταν να μειώσει ακόμα περισσότερο την εξάτμιση των σωματικών του υγρών, κατεβάζοντας τη θερμοκρασία του δωματίου. Ο Ρένφριου βρήκε το θερμοστάτη και τον κατέβασε όσο έπαιρνε. Μετά μπήκε στην κουζίνα, γέμισε με νερό μια καράφα κι άρχισε να πίνει σιγά σιγά, για να αυξήσει έτσι ακόμα περισσότερο το απόθεμά του σε υγρά. Η ιδέα να γεμίσει με νερό όλα τα διαθέσιμα σκεύη, δημιουργώντας έτσι αποθέματα για μια ολόκληρη εβδομάδα, ήταν δελεαστική αλλά και πολύ επικίνδυνη. Η κάθε μικροσκοπική φυσαλίδα μέσα στο γυαλί του οποιουδήποτε ποτηριού θα μπορούσε να περιέχει δηλητήριο που θα αποδεσμευόταν με τηλεχειρισμό, μόλις οι ένορκοι έβγαζαν την απόφασή τους. Ένα χαμηλό αλλά επίμονο κουδούνισμα πλημμύρισε το Διαμέρισμα. Αφησε κάτω την καράφα, πήγε πίσω στο καθιστικό και κοίταξε στην οθόνη.
ΟΙ ΕΝΟΡΚΟΙ ΨΗΦΙΖΟΥΝ, έγραφε.
«Γρήγορα ναι, πρόχειρα όχι», φώναξε με αστείο ύφος ο Ρένφριου, προσπαθώντας να ξεπεράσει το σφίξιμο που ένιωσε, καθώς συνειδητοποιούσε πως εκείνη τη στιγμή διακυβευόταν η ίδια του η ύπαρξη. Πήρε ένα μαξιλάρι από μια καρέκλα, το ακούμπησε καταγής στη μέση του δωματίου αλλά μετά συνοφρυώθηκε διστακτικά. Κι ένα μαξιλάρι, όπως και κάθε άλλο ανθρώπινο κατασκεύασμα μέσα στο δωμάτιο, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι παγιδευμένο. Το ξανάβαλε στη θέση του, πάνω στην καρέκλα και κάθισε κατάχαμα στη μοκέτα, στραμμένος προς την οθόνη, περιμένοντας την τελική ανακοίνωση. Εκτός από φόβο, ένιωθε και μια έντονη υπερδιέγερση και σκέφτηκε πως οι διατάξεις του Διατάγματος του 2061 είχαν εφαρμοστεί με μεγάλη επιτυχία στο παρόν σύστημα. Αν και περίμενε ν' ακούσει τη θανατική του καταδίκη, δεν είχε καμιά απολύτως συναίσθηση του επικείμενου ολέθρου.
Ως αναπόφευκτη συνέπεια της συνεχούς αυξήσεως της εγκληματικότητας, οι Πολιτείες, η μια μετά την άλλη, είχαν αρχίσει, από το τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα, να επαναφέρουν την ποινή του θανάτου. Μέχρι τα μέσα του εικοστού πρώτου αιώνα, η θανατική ποινή είχε επανέλθει σ' όλο τον κόσμο και το ηθικό πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι νομοθέτες είχε αποκτήσει τεράστιες διαστάσεις. Δεν ήταν δυνατόν να καταδικάζεις τη δολοφονία ενώ ταυτόχρονα εσύ ο ίδιος να συνεχίζεις να αφαιρείς ανθρώπινες ζωές. Διάφορες παραλλαγές του τρόπου εκτέλεσης είχαν εφαρμοστεί, όμως οι κυριότερες αντιρρήσεις για το νομιμοποιημένο φόνο είχαν παραμείνει οι ίδιες. Ήταν εντελώς απάνθρωπο να ανακοινώνεις σε κάποιον πότε και με ποιο τρόπο πρόκειται να πεθάνει, κι έπειτα να τον αφήνεις να βράζει στο ζουμί του. Κι αν η Πολιτεία η ίδια φέρεται απάνθρωπα, μπορεί κανείς να έχει την απαίτηση οι πολίτες της να είναι διαφορετικοί;
Ήταν βασικά ένα ερώτημα του τύπου «πώς να σφάζει κανείς με το μπαμπάκι», και μια λειτουργική λύση είχε βρεθεί εντέλει το 2061. Οι μακροχρόνιες και ψυχοφθόρες αναβολές των προηγουμένων συστημάτων είχαν τερματιστεί με την άμεση εφαρμογή της απόφασης της πλειοψηφίας ενός δικαστηρίου από δεκατρείς ενόρκους, και η φριχτή βεβαιότητα του θανάτου είχε αντικατασταθεί από την πρόκληση της παραμονής για μια εβδομάδα στο Διαμέρισμα. Δεν ήταν μόνο η ατμόσφαιρα του μυστηρίου που τύλιγε τον ακριβή χρόνο και τρόπο της εκτέλεσης, αλλά υπήρχε ακόμα και μια ακτίνα ελπίδας ότι το αποτρόπαιο γεγονός θα μπορούσε να αποφευχθεί εντελώς. Kι εδώ ακριβώς βρισκόταν η διαφορά.
Ο Ρένφριου συνειδητοποίησε πως βρισκόταν σε πλήρη ετοιμότητα, ήταν αποφασισμένος και - πάνω απ' όλα - σίγουρος πως θα νικούσε το σύστημα. Διατηρούσε όμως ακόμα μια ελάχιστη, υπολανθάνουσα αμφιβολία. Η ιδέα του τού φαινόταν τέλεια, αν και την είχε συλλάβει σχετικά εύκολα. Ήταν το πρώτο πράγμα που του ήρθε στο μυαλό και ήξερε πολύ καλά ότι δεν ήταν και καμιά ιδιοφυΐα - αν μπορούσε αυτός να κατεβάσει με το πρώτο μια πετυχημένη ιδέα, το ίδιο θα μπορούσε να το κάνει και ο οποιοσδήποτε. Μήπως αυτό σήμαινε ότι κανένας άλλος, εκτός από την τυχαία περίπτωση κάποιου εντελώς ηλίθιου, δεν είχε τιμωρηθεί μέχρι τώρα με την εσχάτη των ποινών. 'Η μήπως υπήρχαν και κάποιοι άλλοι αφανείς παράγοντες τους οποίους είχε παραβλέψει;
Ακούστηκε άλλο ένα κουδούνισμα, και το μήνυμα στην οθόνη άλλαξε. Μια νέα ομάδα γραμμάτων εμφανίστηκε, αυτή τη φορά σε κατακόκκινο χρώμα: Η ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ - ΑΝΑΜΕΙΝΑΤΕ ΕΤΥΜΗΓΟΡΙΑ.
Στο κάτω μισό της οθόνης εμφανίστηκε το καντράν ενός χρονομέτρου κι ένας δευτερολεπτοδείκτης άρχισε να σαρώνει ανελέητα τα 60 δευτερόλεπτα που του έμεναν. Όλα θα πάνε καλά, σκέφτηκε. Το μόνο που πρέπει να κάνω είναι να κρατήσω για εφτά μέρες την ψυχραιμία μου.
Το άγρυπνο βλέμμα του διέκρινε δυο κάθετες ρωγμές στο σοβατεπί του απέναντι τοίχου. Έμοιαζε με μικρό, πτυσσόμενο πορτάκι που είχε κατασκευασθεί στην βάση του τοίχου. Κάρφωσε τα μάτια του στο πορτάκι, νιώθοντας ένα παράξενο φόβο καθώς προσπαθούσε να μαντέψει το σκοπό του.
Ρομπότ Καθαριότητας!
Το Διαμέρισμα ήταν τόσο πολύ καθαρό που μόνο ένα σύστημα αυτόματου καθαρισμού θα μπορούσε να το είχε καθαρίσει, πράγμα που σήμαινε ότι στη διάρκεια της νύχτας, όταν οι ένοικοι κοιμόνταν, αθόρυβα μικρά μηχανήματα έβγαιναν μέσα από τους τοίχους και καθάριζαν και τον παραμικρό κόκκο σκόνης. Αλλά αυτός δεν θα ήταν στο κρεβάτι! Αυτός θα βρισκόταν στο πάτωμα την ώρα που τα ρομπότ θα γυρνούσαν ζουζουνίζοντας και ρουφώντας ολόγυρά του και το καθένα από αυτά θα μπορούσε να τον σκοτώσει με χίλιους δυο τρόπους.
Ο Ρένφριου κοίταξε το χρονόμετρο. Δώδεκα δευτερόλεπτα του έμεναν ακόμα μέχρι να του κηρύξει τον πόλεμο το Διαμέρισμα.
Μισοσηκώθηκε γυρίζοντας προς την κουζίνα. Θα είχε άραγε χρόνο να τρέξει μέχρι εκεί, να αρπάξει το μικρό τραπεζάκι και να το φέρει πίσω στη μέση του δωματίου; Θα ήταν ασφαλής αν έμενε συνέχεια καθισμένος πάνω στο τραπεζάκι; Τι θα μπορούσε να συμβεί αν...;
Τα χέρια του σηκώθηκαν τρεμουλιάζοντας προς τα χείλια του, καθώς άκουσε το τελικό κουδούνισμα που σήμαινε πως οι ένορκοι είχαν βγάλει την απόφασή τους. Το βλέμμα του στράφηκε άθελά του προς την οθόνη και πάγωσε, έμεινε με το στόμα ανοιχτό καθώς διάβαζε, χωρίς να το πιστεύει, τις δυο λέξεις που στόλιζαν ηλεκτρονικά την οθόνη.
ΑΠΟΦΑΣΗ:ΑΘΩΟΣ
Έβγαλε τον αέρα από τα πνευμόνια του με έναν σφυριχτό λυγμό. Έσπρωξε προς τα πίσω μια τούφα από τα μαλλιά που του έπεφταν στο μέτωπο, λες και θα μπορούσαν αυτές οι λαμπερές λέξεις να αλλάξουν σημασία αν τις έβλεπε καλύτερα. Το μήνυμα δεν άλλαξε. Ήταν ελεύθερος!
Ο Ρένφριου σηκώθηκε και συνειδητοποίησε ξαφνικά με πόσο τρόμο περίμενε, όλη αυτή την ώρα, τη δοκιμασία από την οποία είχε μόλις γλιτώσει. Έριξε μια τελευταία ματιά στο Διαμέρισμα, χαμογέλασε με ανακούφιση και τράβηξε προς την πόρτα με μεγάλα ανάλαφρα βήματα, πανέτοιμος για την πρώτη, μετά από πολλούς μήνες, γεύση της ελευθερίας.
Το χερούλι της πόρτας δεν γύριζε όταν το έπιασε.
Αντί να γυρίσει εκτόξευσε ένα σύννεφο από μικροσταγονίδια δηλητηρίου μέσα από το δέρμα της παλάμης του Ρένφριου, ενός δηλητηρίου τόσο δραστικού και κεραυνοβόλου που ο ίδιος δεν είχε καν το χρόνο να συνειδητοποιήσει ότι είχε εξαπατηθεί από τους Εκτελεστές. Από τους Εκτελεστές, που έχοντας πάρει την απόφαση να φέρονται ανθρωπιστικά δεν δίσταζαν καθόλου να πουν ένα μικρό αθώο ψεματάκι.