Damon Knight
Masks (1968)
Μετάφραση: Γιάννης Ανδρέου

Οι οχτώ γραφίδες χόρευαν πάνω στο κινούμενο μηχανογραφικό χαρτί του εγκεφαλογράφου σαν τις νευρικές δαγκάνες κάποιου μηχανικού αστακού. O Ρόμπερτς, ο τεχνικός, έσκυβε συνοφρυωμένος πάνω από τα γραφήματα, ενώ οι δυο άλλοι παρακολουθούσαν.

«Να, στο σημείο αυτό έχουμε τον παλμό αφύπνισης», είπε δείχνοντας με το κοκαλιάρικο δάχτυλό του. «Κι ύστερα εδώ, προσέξτε, έχουμε ακόμα δέκα επτά δευτερόλεπτα που συνεχίζει να ονειρεύεται».
«Καθυστερημένη αντίδραση», είπε ο Μπάμπκοκ, ο επικεφαλής του Προγράμματος. Το βαρύ πρόσωπό του ίδρωνε κατακόκκινο. «Δεν ύπάρχει λόγος ανησυχίας».
«Ναι, καθυστερημένη αντίδραση, αλλά κοιτάξτε διαφορά από το ένα γράφημα στο άλλο. Εξακολουθεί να ονειρεύεται και μετά τον παλμό αφύπνισης, αλλά οι κορυφές είναι τώρα πιό κοντά η μια στην άλλη. Δεν είναι το ίδιο όνειρο. Έχουμε υψηλότερες ενδείξεις αγχωτικής κατάστασης, οι διεγέρσεις του σωματικοκινητικού αυξάνονται».

«Καλά, και γιατί πρέπει να κοιμάται;» ρώτησε ο Σινέσκου, ο άνθρωπος από την Ουάσιγκτον. Ήταν μελαχροινός, με στενό πρόσωπο. «Δεν καθαρίζεται έτσι κι αλλιώς το σύστημά του απ' τις τοξίνες; Τι συμβαίνει, λοιπόν; Μήπως έχουμε κανένα ψυχολογικό πρόβλημα;»
«Χρειάζεται τα όνειρα», είπε o Μπάμπκοκ. «Η αλήθεια είναι πως δεν έχει οργανική ανάγκη ύπνου, πρέπει όμως οπωσδήποτε να ονειρεύεται. Διαφορετικά θ' άρχιζε να 'χει παραισθήσεις και πιθανόν να εμφάνιζε και ψύχωση».

«Ψύχωση, ε;» είπε ο Σινέσκου. «Αυτό όμως δεν είναι το πρόβλημά μας; Πόσον καιρό είναι έτσι;»
«Γύρω στους έξι μήνες».
«Με άλλα λόγια, από την εποχή περίπου που του βάλατε το καινούργιο σώμα τότε δεν άρχισε να φοράει και τη μάσκα;»
«Περίπου. Κοίτα, θα σου πω το εξής: τα έχει τετρακόσια. Όλα τα τεστ που του κάναμε δει- »
«Εντάξει, ξέρω τι έγινε στα τεστ. Για πες μου, θα έχει ξυπνήσει τώρα, έτσι δεν είναι;»

Ο τεχνικός έριξε μια ματιά στην οθόνη. «Σηκώθηκε. Είναι μαζί του o Σαμ και η 'Ιρμα». Έσκυψε τους ώμους και κοίταξε πάλι με προσοχή το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα.«Για κάποιο λόγο αυτό εδώ δε μου κάθεται καλά. Εντάξει, φαίνεται λογικό: αν χρειάζεται όνειρα που δεν του τα καλύπτει ο προγραμματισμός μας, έτσι θα τα αναζητήσει». Το πρόσωπό του σκλήρυνε. «Δεν ξέρω. Έχουν κάτι αυτές οι κορυφές που δε μ' αρέσει».

Ο Σινέσκου συνοφρυώθηκε. «Εσείς προγραμματίζετε τι θα δει στον ύπνο του;»
«Όχι ακριβώς», είπε ο Μπάμπκοκ ανυπόμονος. «Απλώς τον υποβάλλουμε με την κλασική ψυχιατρική μέθοδο, έτσι ώστε να ονειρεύεται μέσα στα πλαίσια που θέλουμε. Με θέματα που έχουν σχέση κυρίως με το σώμα, το σεξ, τη γυμναστική, τον αθλητισμό».
«Και τίνος ήταν αυτή η ιδέα;»
«Του Ψυχοτομέα. Οι νευρολόγοι δεν είχαν πρόβλημα μαζί του γενικότερα, αλλά είχε αρχίσει να αποτραβιέται και να κλείνεται στον εαυτό του. Αποφάσισαν ότι χρειαζόταν εσωτερικά σωματικά ερεθίσματα' έπρεπε να τον κρατήσουμε σε επαφή. Είναι ζωντανός, λειτουργεί, όλα μέσα του δουλεύουν ρολόι. Αλλά μην ξεχνάς, πέρασε σαράντα τρία χρόνια μέσα σ' ένα φυσιολογικό ανθρώπινο σώμα».

Στη σιωπή του ασανσέρ ο Σινέσκου είπε: «Ουάσιγκτον».

«Τι πράγμα; Δεν άκουσα, συγγνώμη», είπε ο Μπάμπκοκ, το κορμί του να γέρνει πέρα δώθε ασυναίσθητα.
«Τα χάλια σου έχεις. Κοιμάσαι καθόλου;»
«Όχι και πολύ τώρα τελευταία. Τι είπες προηγουμένως;»
«Είπα ότι στην Ουάσιγκτον δεν πετάνε από τη χαρά τους με τις αναφορές σας».
«Το ξέρω, που να με πάρει». H πόρτα του ασανσέρ άνοιξε αθόρυβα. Μικροσκοπικό χωλ, πράσινη μοκέτα, γκρι τοίχοι. Τρεις πόρτες, μία μεταλλική, δύο από βαρύ τζάμι. Κρύος αέρας, με τη μυρωδιά της κλεισούρας. «Από δω».

Ο Σινέσκου κοντοστάθηκε μπροστά στη μια γυάλινη πόρτα κι έριξε μια ματιά στην άλλη μεριά: ένα καθιστικό με γκρίζα μοκέτα, άδειο. «Δεν τον βλέπω».
«Είναι πίσω απ' τη γωνία. Στο πρωινό του τσεκάπ».

Η πόρτα άνοιξε με ελάχιστη πίεση' μόλις μπήκαν άναψε αμέσως μια συστοιχία λαμπτήρων οροφής. «Μην κοιτάξεις πάνω», είπε ο Μπάμπκοκ. «Υπεριώδεις». Το αμυδρό σφύριγμα σταμάτησε αμέσως μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω τους.
«Μπράβο, και θετική πίεση; Για να σκοτώνονται τα μικρόβια; Ποιανού ήταν πάλι αυτή η ιδέα;»
«Δική του». Ο Μπάμπκοκ άνοιξε μια εντοιχισμένη ντουλάπα από χρώμιο κι έβγαλε δυο χειρουργικές μάσκες. «Για φόρα αυτό εδώ».

Από την αφανή πλευρά του δωματίου ακούστηκαν πνιγμένες φωνές. Ο Σινέσκου κοίταξε με αποστροφή τη λευκή μάσκα κι ύστερα, αργά, την πέρασε πάνω από το κεφάλι του. Κοιτάχτηκαν με προσοχή. «Μικρόβια», είπε ο Σινέσκου πίσω από τη μάσκα. «Αυτό το θεωρείς λογικό;»

«Κοίτα, δεν υπάρχει περίπτωση να τον κολλήσεις γρίπη ή ό,τι άλλο έχεις, αλλά σκέψου. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν δυο πράγματα που θα μπορούσαν να τον σκοτώσουν. Το ένα είναι η οποιαδήποτε βλάβη στα προσθετικά συστήματα, κι αυτό κάνουμε ό,τι μπορούμε για να το αποφύγουμε. Έχουμε πεντακόσιους ανθρώπους εδώ μέσα, τον τσεκάρουμε λες και είναι αεροπλάνο. Οπότε μας μένουν μόνο οι λοιμώξεις του εγκεφαλονωτιαίου. Μην μπεις εκεί μέσα προκατειλημμένος».

Το δωμάτιο ήταν μεγάλο - κάτι από καθιστικό, κάτι από βιβλιοθήκη, κάτι από εργαστήριο. Στη μια μεριά ένα σύμπλεγμα από μοντέρνες σουηδικές πολυθρόνες, ένας μικρός καναπές, ένα τραπεζάκι' πιο πέρα ένας πάγκος εργαστήρι με τόρνο μετάλλων, ηλεκτρική χοάνη τήξεως, τρυπάνι, κουτιά με εξαρτήματα, εργαλεία κρεμασμένα σε εργαλειοθήκες στον τοίχο' εδώ ένα σχεδιαστήριο, παρακάτω μια ανοιχτή κι απ' τις δυο μεριές βιβλιοθήκη, που ο Σινέσκου την κοίταξε στα γρήγορα καθώς περνούσε δίπλα της. Βιβλιοδετημένα αντίτυπα αναφορών για το πρόγραμμα, τεχνικά περιοδικά, εγχειρίδια' καθόλου λογοτεχνία, εκτός από το Φωτιά και Καταιγίδα του Τζωρτζ Στιούαρτ και τον Μάγο του Οζ με φθαρμένο γαλάζιο σκληρό εξώφυλλο. Πίσω από τη βιβλιοθήκη, σε μια κόχη του τοίχου υπήρχε μια άλλη γυάλινη πόρτα, μέσα από την οποία φαινόταν ένα άλλο καθιστικό με διαφορετική διακόσμηση: καπιτονέ πολυθρόνες, ένα ψηλό φυλλόδενδρο σε πήλινη γλάστρα. «Να ο Σαμ», είπε ο Μπάμπκοκ.

Κάποιος είχε εμφανιστεί στο άλλο δωμάτιο. Τους πρόσεξε, γύρισε να μιλήσει σε ένα πρόσωπο που δε φαινόταν κι ύστερα τους πλησίασε χαμογελώντας. Ήταν φαλακρός και κοντόχοντρος, με βαθύ μαύρισμα. Πίσω του πλησίασε βιαστική μια μικρόσωμη γυναίκα, ομορφούλα. Στριμώχτηκε κοντά τους πίσω από τον άντρα της, αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή. Κανείς από τους δύο τους δεν φορούσε μάσκα.

«Ο Σαμ και η 'Ιρμα έχουν τη διπλανή σουίτα», είπε ο Μπάμπκοκ. «Του κάνουν παρέα' κάποιος πρέπει να μένει κοντά του. Ο Σαμ είναι παλιός του φίλος από την Αεροπορία και, επιπλέον, έχει κι ο ίδιος ένα μεταλλικό χέρι».

Στη χειραψία τους ο κοντόχοντρος άντρας χαμογελούσε πλατιά. «Για να δούμε, θα το βρεις;» Φορούσε λουλουδάτο σπορ πουκάμισο. Και τα δυο του χέρια ήταν μαυρισμένα, μυώδη και τριχωτά' αλλά όταν ο Σινέσκου κοίταξε με προσοχή, είδε ότι το δεξί είχε ένα κάπως διαφορετικό χρώμα, όχι απόλυτα φυσικό. Αμήχανος, είπε: «Το αριστερό, αν δεν κάνω λάθος».
«Έχασες». Με το χαμόγελο του ακόμη πιο πλατύ ο κοντόχοντρος άντρας σήκωσε το δεξί μανίκι του για να δείξει τα λουριά.
«Ένα από τα υποπροϊόντα του προγράμματος», είπε ο Μπάμπκοκ. «Μυοηλεκτρικό, με σερβομηχανισμό, ζυγίζει όσο και το άλλο. Τι έγινε, Σαμ, κοντεύουν εκεί μέσα;»
«Μάλλον. Ας ρίξουμε μια ματιά. Γλύκα, ετοιμάζεις καφέ για τους κυρίους;»
«Α, ναι, βέβαια». Η μικρόσωμη γυναίκα γύρισε κι έφυγε γρήγορα από την ανοιχτή πόρτα.

Ο πέρα τοίχος ήταν μια τζαμαρία που την σκέπαζε μια διάφανη λευκή κουρτίνα. Έστριψαν στη γωνία. Ο επόμενος χώρος ήταν γεμάτος ιατρικά και ηλεκτρονικά όργανα, κάποια εντοιχισμένα, άλλα σε ψηλά μαύρα ντουλαπάκια με ρόδες. Τέσσερις άντρες με άσπρα σακάκια ήταν μαζεμένοι γύρω από κάτι που έμοιαζε με θέση αστροναύτη. Ο Σινέσκου πρόσεξε ότι κάποιος καθόταν εκεί: στα πόδια του μεξικάνικα πέδιλα από πλεγμένο δέρμα, μαύρες κάλτσες, γκρίζο πρόχειρο παντελόνι. Μουρμουρίσματα.

«Δεν τέλειωσαν ακόμη», είπε o Μπάμπκοκ. «Θα βρήκαν και τίποτ' άλλο που δε θα τους άρεσε. Πάμε λίγο στη βεράντα».
«Είχα την εντύπωση ότι τον τσεκάριζαν νύχτα - με το που του άλλαζαν το αίμα και τα ρέστα...;»
«Ναι», είπε ο Μπάμπκοκ. «Αλλά και το πρωί». Γύρισε κι άνοιξε τη βαριά γυάλινη πόρτα. Έξω, η βεράντα ήταν στρωμένη με πέτρινες πλάκες και κλειστή από παντού ολόγυρά της υπήρχε μια μαρκίζα από πράσινο πλαστικό και φυμέ τζαμαρία. Εδώ κι εκεί τσιμεντένιες ζαρντινιέρες, άδειες. «Σκοπός μας ήταν να του φτιάξουμε ένα κήπο εδώ πάνω, λίγη πρασινάδα, αλλά δεν τον ήθελε. Μας έβαλε να ξηλώσουμε όλα τα φυτά και να κλείσουμε με τζάμι όλο τοχώρο».

Ο Σαμ άνοιξε τρεις πτυσσόμενες μεταλλικές καρέκλες γύρω από ένα άσπρο τραπέζι και κάθισαν. «Πώς πάει, Σαμ;»
Χαμογέλασε πλατιά κι έσκυψε το κεφάλι. «Έχει συνήθως τις κακές του τα πρωινά».
«Σου μιλάει καθόλου; Παίζετε καμμιά παρτίδα σκάκι;»
«Όχι και πολύ. Δουλεύει κυρίως. Διαβάζει λίγο, πότε πότε βλέπει τηλεόραση». Το χαμόγελό του κρατιόταν με το ζόρι είχε τα βαριά του δάχτυλά πλεγμένα, κι ο Σινέσκου πρόσεξε τώρα ότι οι άκρες τους στο ένα χέρι είχαν πάρει ένα πιό σκούρο χρώμα, ενώ στο άλλο όχι. Έστρεψε αλλού το βλέμμα του.

«Η Ουάσιγκτον σ' έστειλε, έτσι;» τον ρώτησε ευγενικά ο Σαμ. Πρώτη φορά εδώ; Για μισό λεπτό». Σηκώθηκε από την καρέκλα του. Πίσω από τη γυάλινη πόρτα με την κουρτίνα διακρίνονταν ακαθόριστα μερικές όρθιες σιλουέτες. «Απ' ό,τι φαίνεται τέλειωσαν. Θα σας παρακαλούσα να περιμένετε λίγο κύριοι, να κοιτάξω». Βάδισε ώς τη μέσα άκρη της βεράντας. Οι δυο άντρες κάθονταν σιωπηλοί. Ο Μπάμπκοκ είχε βγάλει τη χειρουργική μάσκα του' ο Σινέσκου το πρόσεξε και, τον μιμήθηκε.

«Η γυναίκα του Σαμ είναι ένα πρόβλημα», είπε ο Μπάμπκοκ γέρνοντας προς το μέρος του. «Στην αρχή φαινόταν καλή ιδέα, αλλά έχει μοναξιές εδώ πάνω, δεν της αρέσει δεν έχει και παιδιά -»

Η πόρτα άνοιξε πάλι και φάνηκε o Σαμ. Τώρα φορούσε κι αυτός μάσκ,; αλλά την είχε να κρέμεται κάτω από το σαγόνι του. «Οι κύριοι μπορούν να περάσουν αν θέλουν».

Στο καθιστικό η μικρόσωμη γυναίκα, κι αυτή με τη μάσκα κρεμασμένη στο λαιμό της, σέρβιρε καφέ από μια πήλινη λουλουδάτη κανάτα. Χαμογελούσε, αλλά φαινόταν δυστυχισμένη. Απέναντί της καθόταν ένας ψηλός τύπος με γκρίζο πουκάμισο και παντελόνι, γερμένος πίσω, με τα πόδια απλωμένα, τα χέρια του στα μπράτσα της πολυθρόνας, ακίνητος. Είχε κάτι περίεργο στο πρόσωπό του.

«Λοιπόν», είπε εγκάρδια ο Σαμ. H γυναίκα του σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε μ' ένα χαμόγελο γεμάτο αγωνία.

Η ψηλή σιλουέτα γύρισε το κεφάλι της κι ο Σινέσκου είδε μ' ένα παγερό σοκ ότι το πρόσωπό της ήταν ασημένιο, μια μεταλλική μάσκα με παραλληλόγραμμες σχισμές για μάτια, χωρίς στόμα ή μύτη, μόνο καμπύλες που χύνονταν η μια μέσα στην άλλη. «Πρόγραμμα», είπε μια φωνή που δεν ήταν ανθρώπινη.

Ο Σινέσκου πάγωσε καθώς έσκυβε για να κάτσει σε μία πολυθρόνα. Κάθησε. Όλοι τον κοιτούσαν. Η φωνή συνέχισε. «Ρώτησα αν ήρθες να κατεβάσεις τα ρολά στο πρόγραμμα». Δεν είχε τόνο, ήταν ουδέτερη.

«Πιείτε λίγο καφέ». Η μικρόσωμη γυναίκα έσπρωξε το φλιτζάνι προς το μέρος του.
Ο Σινέσκου έκανε να το πιάσει, αλλά το χέρι του έτρεμε και το τράβηξε. «Μια απλή επίσκεψη ενημέρωσης», είπε.
«Μαλακίες. Ποιος σ' έστειλε - o γερουσιαστής Χίνκελ».
«Ναι».
«Μαλακίες. Ήρθε κι ο ίδιος εδώ' τι θέλει και στέλνει εσένα. Αν είναι να το διακόψετε, πες το μου από τώρα». Το πρόσωπό πίσω από τη μάσκα δεν κουνιόταν καθώς μιλούσε και η φωνή δεν φαινόταν να βγαίνει μέσ' απ' αυτό.
«Μια ματιά ήρθε να ρίξει, Τζιμ», είπε ο Μπάμπκοκ.
«Διακόσια εκατομμύρια το χρόνο», είπε η φωνή, «για να κρατάνε ζωντανό έναν άνθρωπο. Δε φαίνεται και πολύ λογικό, ε. Αντε, πιές τον καφέ σου».

Ο Σινέσκου συνειδητοποίησε ότι o Σαμ κι η γυναίκα του είχαν ήδη τελειώσει το δικό τους και ότι είχαν ανεβάσει τις μάσκες τους. Έπιασε το φλιτζάνι του βιαστικά.

«Με εκατό τοις εκατό ανικανότητα στο βαθμό μου, παίρνεις τριάντα χιλιάδες το χρόνο. Μια χαρά θα την περνούσα με τόσα λεφτά.. Για μιάμιση ακριβώς ώρα».
«Δεν υπάρχει πρόθεση να τερματιστεί το πρόγραμμα», είπε ο Σινέσκου.
«Θα παγώσει, όμως. Έτσι δεν το λετε εσείς;»
«Πρόσεχε τους τρόπους σου, Τζιμ», είπε ο Μπάμπκοκ.
«Εντάξει. Το χειρότερο ελάττωμά μου. Τι θες να μάθεις;»

Ο Σινέσκου ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του. Τα χέρια του ακόμα έτρεμαν. «Για τη μάσκα που φοράς», είπε.

«Ρώτα κάτι άλλο. Αυτό δεν το σχολιάζω. Συγγνώμη, δηλαδή' μη σου φανώ αγενής' είναι κάτι το προσωπικό. Ρώτα κάτι - » Απροειδοποίητα, σηκώθηκε κι έβαλε τις φωνές: Βγάλτε το από δω μέσα αυτό το σίχαμα!» Το φλιτζάνι της γυναίκας του Σαμ έσπασε, ο καφές που χύθηκε έβαψε το τραπέζι. Στη μοκέτα στεκόταν ένα πυρόξανθο κουταβάκι, κεφάλι νευρικό, μάτια φωτεινά, γλώσσα κρεμασμένη.

Το τραπέζι αναποδογύρισε κι η γυναίκα του Σαμ σηκώθηκε αλαφιασμένη. Το πρόσωπό της κατακόκκινο, γεμάτο δάκρυα. Αρπαξε το κουτάβι χωρίς δεύτερη κουβέντα και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο. «Καλύτερα να πάω μαζί της», είπε ο Σαμ και σηκώθηκε.

«Ναι, πήγαινε. Ακου, Σαμ, δεν παίρνεις λίγες μέρες άδεια; Να πεταχτείτε μέχρι τη Γουινεμούκα, να πάτε κανα σινεμά».
«Μμ, καλά θα ήταν». Εξαφανίστηκε γρήγορα πίσω από το τείχος της βιβλιοθήκης.

Η ψηλή σιλουέτα ξανακάθισε, με κίνηση ανθρώπινη' έγειρε στην προηγούμενη στάση της, με τα χέρια στα μπράτσα της πολυθρόνας. Πάγωσε. Εκείνα τα χέρια που σφίγγαν το ξύλο ήταν καλοσχηματισμένα και τέλεια, αλλά εξωπραγματικά' κάποιο πρόβλημα υπήρχε με τα νύχια. Τα καστανά, καλοχτενισμένα μαλλιά πάνω από τη μάσκα ήταν περούκα' τα αυτιά κέρινα. Ο Σινέσκου τακτοποίησε νευρικά τη χειρουργική μάσκα πάνω από το στόμα και τη μύτη του. «Ας πηγαίνουμε κι εμείς», είπε και σηκώθηκε όρθιος.

«Ωραία, ήθελα να σε πάω στο τμήμα Μηχανικής, Έρευνας και Ανάπτυξης», είπε ο Μπάμπκοκ. «Τζιμ, θα γυρίσω σε λίγο. Θέλω να σου μιλήσω».
«Καλά», είπε η ακίνητη σιλουέτα.

Ο Μπάμπκοκ δεν είχε πολλή ώρα που βγήκε από το ντους, αλλά o ιδρώτας μούσκευε πάλι τις μασχάλες στο πουκάμισό του. Το αθόρυβο ασανσέρ, η πράσινη μοκέτα, λίγο θολά. Ο κρύος αέρας, με τη μυρωδιά της κλεισούρας. Εφτά χρόνια, κόπος και χρήμα, πεντακόσιοι εξαίρετοι επιστήμονες. Ψυχοτομέας, Αισθητική Μηχανική, 'Ερευνα και Ανάπτυξη, Ιατρικό, Ανοσολογία, Εφοδιασμός, Εμβολιολογία, Διαχείριση. Οι γυάλινες πόρτες. Το διαμέρισμα του Σαμ άδειο, έφυγε για τη Γουινεμούκα με την 'Ιρμα. Ο Ψυχοτομέας. Καλοί επιστήμονες, ήταν όμως οι καλύτεροι; Τρεις από τους καλύτερους είχαν απορρίψει τη συνεργασία. Οι γνωματεύσεις τους καταχωνιασμένες στο αρχείο. Δεν πρόκειται για συνηθισμένο ακρωτηριασμό, απ' αυτόν τον άνθρωπο έχουν αφαιρεθεί τα πάντα.

Η ψηλή σιλουέτα δεν είχε μετακινηθεί. Ο Μπάμπκοκ κάθισε. Η ασημένια μάσκα τον κοίταξε κι αυτή.
«Τζιμ, ας μιλήσουμε στα ίσια».
«Χάλια, ε;»
«Πολύ χάλια. Τον άφησα στο δωμάτιό του μ' ένα μπουκάλι. Θα τον ξαναδώ προτού φύγει, αλλά ένας θεός ξέρει τι θα πει στην Ουάσιγκτον. Κοίτα, κάνε μου μια χάρη, βγάλτο αυτό το πράγμα από πάνω σου επιτέλους».
«Εντάξει». Το χέρι σηκώθηκε, τρύπωσε κάτω από την άκρη της ασημένιας μάσκας και τη σήκωσε. Φάνηκε ένα ροδαλό, μαυρισμένο πρόσωπο, η λαξευτή μύτη και τα χείλια, τα φρύδια, οι βλεφαρίδες δεν ήταν όμορφο αλλά καλαίσθητο, φυσιολογικό. Μόνο τα μάτια δεν είχαν πετύχει, οι κόρες ήταν πολύ μεγάλες. Και τα χείλη, που δεν άνοιγαν ούτε κινούνταν όταν μιλούσε. «Μπορώ να τα βγάλω όλα από πάνω μου. Τι αποδεικνύει αυτό;»

«Ακου Τζιμ, το Αισθητικό Τμήμα έφαγε οχτώμισι μήνες γι' αυτό το μοντέλο και το πρώτο πράγμα που πας και κάνεις είναι να το σκεπάσεις με μια μάσκα. Σε ρωτήσαμε τι πρόβλημα έχεις, είπαμε ότι θα κάναμε όποια αλλαγή ζητούσες».
«Ουδέν σχόλιον».
«Μίλησες για πάγωμα του Προγράμματος. Νομίζεις ότι ήταν αστείο αυτό που είπες;»
Παύση. «Όχι».

«Εντάξει, τότε, Τζιμ, ανοίξου, μίλα μου' πρέπει να ξέρω τι γίνεται. Το Πρόγραμμα δεν πρόκειται να το σταματήσουν' θα σε κρατήσουν ζωντανό. Αλλά πέρα απ' αυτό τίποτε. Εφτακόσια άτομα υπάρχουν στον κατάλογο των εθελοντών, κι ανάμεσά τους δυο γερουσιαστές. Πες ότι αύριο το πρωί βγάζουν τον ένα τους κομμάτια από μια καραμπόλα. Δεν μπορούμε να περιμένουμε μέχρι εκείνη τη στιγμή για ν' αποφασίσουμε' πρέπει να ξέρουμε από τώρα. Ν' αφήσουμε τον επόμενο να πεθάνει ή να τον βάλουμε σε ένα σώμα Ολικής Πρόσθεσης σαν το δικό σου; Μίλα μου, λοιπόν, πες μου κάτι».
«Πες ότι σου λεω κάτι και δεν είναι αλήθεια».
«Και ποιο λόγο έχεις να μου πεις ψέματα;»
«Γιατί λες ψέματα σε κάποιον που πεθαίνει από καρκίνο;»
«Δεν καταλαβαίνω. Έλα, Τζιμ».
«Καλά, άκου. Σου μοιάζω για άνθρωπος;»
«Και βέβαια».
«Μαλακίες. Για κοίτα το πρόσωπό μου». Γαλήνιο, τέλειο. Πέρα από τις ψεύτικες ίριδες, το μεταλλικό βλεφάρισμα. «Πες ότι λύναμε όλα τ' άλλα προβλήματα κι ότι αύριο πήγαινα στη Γουινεμούκα' μπορείς να με φανταστείς να περπατάω στο δρόμο, να μπαίνω σ' ένα μπαρ, να παίρνω ταξί;»

«Αυτό είν' όλο; Εντάξει, Τζιμ, σίγουρα υπάρχει κάποια διαφορά, αλλά για όνομα του Θεού, συμβαίνει ό,τι και μ' όλα τ' άλλα προσθετικά υποκατάστατα - ο κόσμος συνηθίζει σιγά σιγά. Σαν το χέρι του Σαμ. Το βλέπεις και σε λίγο το ξεχνάς, δεν το προσέχεις».
«Μαλακίες. Κάνεις ότι δεν το προσέχεις. Για να μην ενοχληθεί και στενοχωρηθεί ο σακάτης».

Ο Μπάμπκοκ κοίταξε τα μπλεγμένα δάχτυλά του. «Λυπάσαι τον εαυτό σου;»
«Μη μου τα πουλάς εμένα αυτά», βρυχήθηκε η φωνή. Η ψηλή σιλουέτα είχε σηκωθεί όρθια. Τα χέρια σηκώθηκαν αργά, οι γροθιές σφιγμένες. «Σ' εμένα που 'μαι κλεισμένος μέσα σ' αυτό το πράγμα δυο ολόκληρα χρόνια. Μέσα του είμαι όταν πέφτω για ύπνο, κι όταν ξυπνάω πάλι μέσα του είμαι».

Ο Μπάμπκοκ σήκωσε το βλέμμα του να τον κοιτάξει. «Τι θέλεις, κίνηση στους μυς του προσώπου; Περίμενε είκοσι χρόνια, ίσως και δέκα, και θα το λύσουμε».
«Θέλω να τους διώξεις όλους από το Αισθητικό».
«Μα αυτό -»
«Σκάσε κι άκου. Το πρώτο μοντέλο έμοιαζε με κούκλα από ραφτάδικο, φάγατε λοιπόν οχτώμισι μήνες και βγάλατε αυτό εδώ που μοιάζει με πτώμα. Η βασική ιδέα ήταν να με κάνετε να μοιάζω με άνθρωπο, καλό το πρώτο μοντέλο, καλύτερο το δεύτερο, ώσπου να βγάλετε κάτι που να καπνίζει πούρα, να λέει ανέκδοτα στις γυναίκες, να πηγαίνει για μπόουλινγκ και κανείς να μην καταλαβαίνει τη διαφορά. Δεν μπορείτε να το καταφέρετε, κι ακόμη κι αν μπορούσατε, ποιος ο λόγος».
«Δεν - Κάτσε να το σκεφτώ. Τι εννοείς, ένα μεταλλι-»
«Ναι, μεταλλικό, αλλά ποια θα είναι η διαφορά; Σου μιλάω για το σχήμα. Τη λειτουργία. Περίμενε». Η σιλουέτα διέσχισε το δωμάτιο, ξεκλείδωσε ένα ντουλαπάκι και γύρισε με ένα ρολό χαρτιά. «Κοίτα εδώ».

Το σκίτσο έδειχνε ένα παραλληλόγραμμο μεταλλικό κουτί που στηριζόταν σε τέσσερα αρθρωτά πόδια. Από τη μια άκρη εξείχε ένα πολύ μικρό κεφάλι σαν μανιτάρι, πάνω σε αρθρωτό στέλεχος κι ένα σύμπλεγμα βραχιόνων που κατέληγαν σε αισθητήρες, τρυπάνια, γάντζους. «Για ορυκτολογική έρευνα, στη σελήνη».

«Πολλά τα άκρα», είπε ο Μπάμπκοκ. «Πώς θα τα -»
«Με τα νεύρα του προσώπου. Έχουν μείνει κάμποσα. 'Η εδώ». Αλλο ένα σκίτσο. «Θαλαμίσκος που συνδέεται απευθείας με τα συστήματα ελέγχου ενός διαστημοπλοίου. Εκεί ανήκω, στο Διάστημα. Αποστειρωμένο περιβάλλον, χαμηλή βαρύτητα, μπορώ να πηγαίνω εκεί που δεν πάει άνθρωπος, να κάνω ό,τι δεν μπορεί να κάνει κανείς άλλος. Να γίνω στοιχείο του ενεργητικού στο λογιστήριο κι όχι ένα κωλοπαθητικό ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων».
Ο Μπάμπκοκ έτριψε τα μάτια του. «Γιατί δεν είχες πει τίποτε ως τώρα;»
«Μονο τα προσθετικά είχατε όλοι στο νου σας. Θα μου λέγατε να κοιτάζω τη δουλειά μου».
Τα χέρια του Μπάμπκοκ έτρεμαν καθώς τύλιγε τα σχέδια. «Κοίτα, μα το Θεό πιστεύω ότι μπορεί να τα καταφέρουμε μ' αυτό. Μπορεί». Σηκώθηκε και στράφηκε προς την πόρτα. «Ψύχραι-».
Καθάρισε το λαιμό του. «Βάστα γερά, Τζιμ».
«Μην ανησυχείς».

Όταν έμεινε μόνος φόρεσε πάλι τη μάσκα του κι έμεινε ακίνητος για μια στιγμή, με το διάφραγμα των ματιών του κλειστό. Μέσα του, όλα δούλευαν ρολόι' ένιωθε το αμυδρό καθησυχαστικό βουητό των αντλιών, τα κλικ από τις βαλβίδες και τους ρελέδες. Τους το χρωστούσε αυτό: του είχαν βγάλει όλα τα άχρηστα, σιχαμερά εντόσθια, είχαν βάλει στη θέση τους μηχανικά μέρη, χωρίς το αηδιαστικό αίμα, τον ιδρώτα, το πύον. Σκέφτηκε το ψέμα που είχε πει στον Μπάμπκοκ. Γιατί λες ψέματα σε κάποιον που πεθαίνει απο καρκίνο; Αλλά ποτέ δε θα το έπιαναν, ποτέ δε θα καταλάβαιναν.

Κάθισε στο σχεδιαστήριο, στερέωσε πάνω του ένα φύλλο χαρτί και μ' ένα μολύβι άρχισε να σκιτσάρει στο περίπου το σχέδιο της μηχανής για ορυκτολογικές έρευνες τη σελήνη. Όταν τέλειωσε το σκίτσο της μηχανής άρχισε να φτιάχνει το φόντο, τους κρατήρες. Το μολύβι του πήρε να κινείται πιο αργά και σταμάτησε' το άφησε κάτω μ' ένα κλικ.

Δεν είχε πια επινεφρίδια που να γεμίζουν το αίμα του με αδρεναλίνη, ώστε να νιώθει τρόμο ή οργή. Τον είχαν απαλλάξει απ' όλα αυτά - αγάπη, μίσος, τέρμα τα ζουμιά - αλλά είχαν ξεχάσει ότι υπήρχε ένα ακόμα συναίσθημα που μπορούσε να νιώσει.

Ο Σινέσκου, με τα μαύρα αγκαθάκια της γενειάδας του να ξεφυτρώνουν μέσ' απ' το λιπαρό του δέρμα. Ένα σπυράκι ώριμο στη ζάρα δίπλα στο ρουθούνι του. Το σεληνιακό τοπίο, καθάριο και παγωμένο. Έπιασε πάλι το μολύβι.

Ο Μπάμπκοκ, με τη φαρδιά ροδαλή του μύτη να γυαλίζει από το λίπος, μικρά λευκά κομματάκια από τσίμπλες στις άκρες των ματιών του. Υπολείμματα φαγητού ανάμεσα στα δόντια του.

Η γυναίκα τού Σαμ, με το βυσσινί χρώμα στο στόμα της. Πρόσωπο δακρυσμένο, μια μεγάλη φουσκάλα στο ένα ρουθούνι. Και το κωλόσκυλο, γυαλιστερή μύτη, υγρά μάτια...

Γύρισε. Το σκυλί ήταν εκεί, καθισμένο στη μοκέτα, με την υγρή κόκκινη γλώσσα έξω - πάλι άφησαν ανοιχτή την πόρτα - να στάζει, κούνησε την, ουρά του δυο φορές κι ύστερα έκανε να σηκωθεί. Αρπαξε το μεταλλικό ταφ, έγειρε πίσω ανεμίζοντας το σαν τσεκούρι, και το σκυλί γάβγισε δυνατά μια φορά καθώς το μέταλλο τσάκισε το κρανίο, ένα μάτι ανάβλυσε κόκκινο, και σφάδασε ανάσκελα, σκούρος λεκές από κάτουρο στη μοκέτα, κι αυτός το χτύπησε ξανά, το χτύπησε ξανά...

Το σώμα ξαπλωμένο παράξενα στη μοκέτα, καταματωμένο, σκισμένα μαύρα χείλη ξηλωμένα από τα δόντια. Σκούπισε το ταφ με μια χάρτινη πετσέτα, ύστερα το έτριψε μέσα στο νεροχύτη με σαπούνι και συρματάκι, το σκούπισε και το κρέμασε. Πήρε ένα φύλλο χαρτί σχεδίου, το ακούμπησε κάτω, κύλησε το κουφάρι πάνω του χωρίς να χυθεί καθόλου αίμα στο πάτωμα. Σήκωσε το χαρτί με το κουφάρι, το έβγαλε στη βεράντα, ύστερα στον ακάλυπτο, ανοίγοντας τις πόρτες με τον ώμο του. Στο παραπέτο κοίταξε προς τα κάτω. Δύο όροφοι ύψος, τσιμεντένια στέγη, προεξοχές εξαεριστήρων, κανείς τριγύρω. Απλωσε τα χέρια του που κρατούσαν το σκυλί, το άφησε να γλιστρήσει από το χαρτί. Στριφογύριζε καθώς έπεφτε. Βρήκε σ' έναν από τους εξαεριστήρες, αναπήδησε, κόκκινος λεκές. Πήρε πάλι μέσα το χαρτί, έχυσε το αίμα στην αποχέτευση, έβαλε το χαρτί στον αποτεφρωτήρα.

Το αίμα είχε πιτσιλίσει τη μοκέτα, τα πόδια του σχεδιαστηρίου, το ντουλαπάκι, τα μπατζάκια του παντελονιού του. Τα σφούγγισε όλα με χάρτινες πετσέτες και ζεστό νερό. Γδύθηκε, εξέτασε τα ρούχα του προσεκτικά, τα βούρτσισε στο νεροχύτη και τα έβαλε στο πλυντήριο. Ξέπλυνε το νεροχύτη, τρίφτηκε ολόκληρος με απολυμαντικό και ντύθηκε ξανά. Μπήκε στο σιωπηλό διαμέρισμα του Σαμ κλείνοντας τη γυάλινη πόρτα πίσω του. Πέρασε το φυλλόδεντρο στη γλάστρα, τα έπιπλα που γέμιζαν ασφυκτικά το δωμάτιο, τον κοκκινοκίτρινο πίνακα στον τοίχο, βγήκε στη βεράντα αφήνοντας την πόρτα μισάνοιχτη. Μετά γύρισε περνώντας απ' το αίθριο, κλείνοντας πίσω του τις πόρτες.

Κρίμα! Τι θα λέγατε για κανα χρυσόψαρο.

Κάθισε στο σχεδιαστήριο. Δούλευε ρολόι. Το πρωινό του όνειρο του ξανάρθε στο νου, το τελευταίο, την ώρα που αγωνιζόταν να ξυπνήσει: λιγδιασμένα νεφρά που ανοίγουν και σκίζονται ασπρουλιάρικα πνευμόνια αίμα και τρίχες αρμαθιές απο έντερα πασαλειμμένα με κιτρινιάρικο λίπος παχύρρευστο και γλιστερό και ω Θεέ μου η βρώμα σαν την μπόχα του βόθρου κανένας ήχος πουθενά κατούραγε ένα μικρό κίτρινο ρυάκι άκρη άκρη σ' ένα ανοιχτό κοπρόλακκο και...

Έπιασε να μελανώνει το σχέδιο, πρώτα μ' ένα μεταλλικό πενάκι, ύστερα μ' ένα νάιλον πινέλο γλίστρησε κι άρχισε να πέφτει δεν μπορούσε να κρατηθεί έπεφτε χώθηκε ως το λαιμό μέσ' στη μαλακιά φουσκωμένη γλίτσα κι ακόμα πιο μέσα δεν μπορούσε να κουνηθεί σαν παράλυτος και προσπάθησε να ουρλιάξει προσπάθησε να ουρλιάξει προσπάθησε να ουρλιάξει...

 

 

Ο ερευνητής ορυκτών σκαρφάλωνε στην πλαγιά ενός κρατήρα με τους χειριστήρες τους συμπτυγμένους και με το κεφάλι του ψηλά. Πίσω του, το μακρινό κυκλικό χείλος του κρατήρα και στον ορίζοντα ο μαύρος ουρανός, τα άστρα φωτεινές τελίτσες. Κι αυτός ήταν εκεί, και δεν είχε απομακρυνθεί τόσο όσο ήθελε, όχι ακόμη, γιατί η Γη εξακολουθούσε να κρέμεται από πάνω του σαν σαπισμένο φρούτο, γαλάζια από τη μούχλα, γεμάτη με σιχαμένα ζωύφια, ζαρωμένη, ρυτιδιασμένη, πυώδης και ολοζώντανη.