![]() |
![]() |
William
Gibson
The Winter Market (1985)
Μετάφραση: Δημήτρης Αρβανίτης
Βρέχει πολύ, εδώ πάνω' υπάρχουν μέρες το χειμώνα που δεν υπάρχει καθόλου φως, μόνο ένα ζωηρό, ακαθόριστο γκρίζο. Υπάρχουν όμως και μέρες που είναι σαν να τράβηξαν απότομα μια κουρτίνα, για να σου δείξουν για τρία λεπτά ένα ηλιόλουστο βουνό να κρέμεται μετέωρο στον αέρα, σαν το σήμα κατατεθέν στην αρχή της ταινίας που έφτιαξε o ίδιος ο Θεός. Έτσι ήταν κι όταν τηλεφώνησαν οι πράκτορές της, από τα βάθη της καθρεφτένιας πυραμίδας τους στο Μπέβερλυ Μπούλεβαρντ, για να μου πουν πως είχε συγχωνευτεί με το Δίκτυο, είχε περάσει στην άλλη μεριά για τα καλά, πως το Βασιλείς του Ύπνου είχε γίνει πλατινένιο για τρίτη φορά. Εγώ είχα κάνει το μοντάζ στο μεγαλύτερο μέρος των Βασιλέων, είχα κάνει την εγκεφαλική χαρτογράφηση και το είχα περάσει όλο με τον ταχυσαρωτή, είχα λοιπόν να παίρνω ένα μερίδιο από τα δικαιώματα.
Όχι, είπα, όχι. Μετά ναι, ναι, και τους το έκλεισα. Πήρα το τζάκετ μου και κατέβηκα τα σκαλιά τρία τρία κατευθείαν για το κοντινότερο μπαρ κι ένα οκτάωρο μπλακάουτ, που τέλειωσε σε μια τσιμεντένια μαρκίζα δυο μέτρα ψηλά τα μεσάνυχτα. Τα νερά του Φωλς Κρηκ. Τα φώτα της πόλης, ο ίδιος γκρίζος θόλος του ουρανού μικρότερος τώρα, φωτισμένος από νέον και τόξα ατμών υδραργύρου. Και χιόνιζε, μεγάλες νιφάδες αλλά όχι πολλές, κι όταν άγγιζαν το μαύρο νερό χάνονταν χωρίς ν' αφήνουν κανένα ίχνος. Κοίταξα κάτω στα πόδια μου και είδα τις μύτες να εξέχουν από τη μαρκίζα και το νερό ανάμεσά τους. Φορούσα γιαπωνέζικα παπούτσια, καινούργια κι ακριβά, εφαρμοστές μπότες της Γκίνζα από μαλακό δέρμα, με καουτσούκ στις μύτες. Στάθηκα εκεί πολλή ώρα προτού κάνω το πρώτο βήμα πίσω.
Επειδή ήταν νεκρή, κι εγώ την είχα αφήσει να φύγει. Επειδή τώρα ήταν αθάνατη, κι εγώ την είχα βοηθήσει να το καταφέρει. Και επειδή ήξερα πως το πρωί θα μου τηλεφωνούσε.
Ο πατέρας μου ήταν τεχνικός ήχου, μηχανικός χάραξης. Ήταν από πολύ παλιά στη δουλειά, πριν κι από τα ψηφιακά ακόμα. Η διαδικασία που ακολουθούσε ήταν εν μέρει μηχανική, μ' αυτό το σχεδόν βικτοριανό στυλ που είχε η τεχνολογία του εικοστού αιώνα. Ουσιαστικά δεν ήταν παρά ένας τορναδόρος. Του έφερναν τις ταινίες απ' τις ηχογραφήσεις τους κι εκείνος έκαιγε τους ήχους σε αυλάκια, σ' ένα δίσκο από λάκκα. Μετά επιμετάλλωναν το δίσκο και τον χρησιμοποιούσαν για να φτιάξουν μια μήτρα που τύπωνε δίσκους, αυτά τα μαύρα πράγματα που βλέπετε στα παλαιοπωλεία. Και θυμάμαι που μου είπε κάποτε, λίγους μήνες πριν πεθάνει, πως μερικές συχνότητες - μεταβατικές νομίζω τις έλεγε - μπορούσαν να κάψουν πολύ εύκολα την κεφαλή, την κεφαλή κοπής της συσκευής χάραξης. Αυτές οι κεφαλές ήταν τρομερά ακριβές, τις προστάτευαν λοιπόν από το κάψιμο με κάτι που λεγόταν επιταχυνσίμετρο. Κι αυτό σκεφτόμουν καθώς στεκόμουν εκεί, με τις μύτες των ποδιών μου πάνω από το νερό: το κεφάλι της να καίγεται.
Γιατί αυτό της έκαναν.
Κι αυτό ήθελε. Δεν υπήρχε
επιταχυνσίμετρο για τη Λιζ.
Πηγαίνοντας για το κρεβάτι αποσύνδεσα το τηλέφωνό μου. Το έκανά με την καλή μεριά ενός δυτικογερμανικού επαγγελματικού τρίποδου, που η επισκευή του θα μου κόστιζε το μισθό μιας βδομάδας.
Ξύπνησα κάποια παράξενη ώρα αργότερα και πήρα ένα ταξί για το Γκράνβιλ Αιλαντ, για το σπίτι του Ρούμπιν.
Ο Ρούμπιν, κατά κάποιο περίεργο τρόπο που κανείς δεν καταλαβαίνει, είναι μια αυθεντία, ένας δάσκαλος, αυτό που οι Ιάπωνες ονομάζουν σενσέι. Είναι αυθεντία στα σκουπίδια, τη σαβούρα, τα άχρηστα, τη θάλασσα των απορριμμάτων πάνω στην οποία επιπλέει ο αιώνας μας. Γκόμι νο σενσέι. Διδάσκαλος των σκουπιδιών.
Τον βρήκα αυτή τη φορά να κάθεται σκυμμένος ανάμεσα σε δύο ντραμ-μασίν με θηριώδη όψη, που δεν τα 'χα ξαναδεί, σκουριασμένα αράχνινα μπράτσα σταυρωμένα πάνω απ' τις καρδιές σημαδεμένων και βουλιαγμένων αστερισμών από ατσάλινους τενεκέδες, που είχε ξετρυπώσει στις χωματερές του Ρίτσμοντ. Ποτέ δεν το λέει ατελιέ αυτό το μέρος, ποτέ δεν ονομάζει τον εαυτό του καλλιτέχνη. «Παίζω», λέει όταν αναφέρεται σ' αυτό που κάνει εδώ, και φαίνεται να το αντιμετωπίζει σαν μια προέκταση των βαρετών απογευμάτων της παιδικής του ηλικίας, στην πίσω αυλή του σπιτιού του. Περιφέρεται σ' αυτό τον ασφυκτικά γεμάτο, ακατάστατο χώρο, ένα είδος μίνι υπόστεγου, που έχει προστεθεί πρόχειρα στην Αγορά απο τη μεριά της θάλασσας, ξοπίσω του οι πιο έξυπνες και πιο ευκίνητες δημιουργίες του, σαν κάποιος αόριστα καλοκάγαθος Σατανάς αφοσιωμένος στην τελειοποίηση ακόμη πιο παράξενων πραγμάτων, σ' αυτή την εξελισσόμενη Κόλαση των γκόμι. Έχω δει τον Ρούμπιν να προγραμματίζει τις κατασκευές του έτσι, που να αναγνωρίζουν και να σκυλοβρίζουν τους περαστικούς που φοράνε τα μοντελάcια του πιο διάσημου σχεδιαστή της μόδας' άλλες έχουν πιο σκοτεινές αποστολές, και μερικές φαίνονται να έχουν κατασκευαστεί μόνο και μόνο για να αυτοδιαλύονται με όσο το δυνατόν μεγαλύτερο σαματά. Είναι σαν παιδί ο Ρούμπιν' αξίζει επίσης πολλά λεφτά στις γκαλερί του Τόκυο και του Παρισιού.
Του είπα, λοιπόν, για την Λιζ. Με άφησε να τα πω, να τα βγάλω όλα, και μετά κούνησε το κεφάλι του. «Ξέρω», είπε. «Κάποιος γλοιώδης τύπος ης CBC μου τηλεφώνησε οχτώ φορές». Ήπιε κάτι από ένα βουλιαγμένο ποτήρι. «Θέλεις να πιείς ένα Γουιλντ Τέρκυ σάουερ;»
«Και γιατί πήραν εσένα;»
«Γιατί υπάρχει το όνομά μου στους Βασιλείς
του Ύπνου, από πίσω. H αφιέρωση».
«Δεν το είδα ακόμα».
«Προσπάθησε να σου τηλεφωνήσει η
ίδια;»
«Όχι».
«Θα το κάνει».
«Ρούμπιν, είναι νεκρή. Την
αποτέφρωσαν κιόλας».
«Το ξέρω», είπε. «Και θα σου
τηλεφωνήσει».
Γκόμι.
Πού σταματάν τα γκόμι και πού αρχίζει ο κόσμος; Οι Γιαπωνέζοι, πριν από έναν αιώνα,
δεν είχαν πια άλλο χώρο για γκόμι γύρω από το Τόκυο, βρήκαν λοιπόν έναν τρόπο να φτιάχνουν χώρο από τα γκόμι. 'Ως το 1969 είχαν φτιάξει ένα μικρό νησί στον Κόλπο του Τόκυο από γκόμι, και το βάφτισαν το Νησί των Ονείρων. Αλλά η πόλη εξακολουθούσε να βγάζει εννιά χιλιάδες τόνους την ημέρα, συνέχισαν λοιπόν κι έφτιαξαν το Νέο Νησί των Ονείρων, και σήμερα εξακολουθούν με μεγαλύτερο συντονισμό την όλη διαδικασία, και νέες Ιαπωνίες αναδύονται μέσ' στον Ειρηνικό. Ο Ρούμπιν τα βλέπει αυτά στις ειδήσεις και δεν λέει τίποτε απολύτως.
Δεν έχει τίποτε να πει για τα γκόμι. Είναι το μέσο του, ο αέρας που αναπνέει, κάτι μέσα στο οποίο κολυμπάει σ' όλη του τη ζωή. Γυρίζει όλο το Βανκούβερ μ' ένα σαραβαλιασμένο πράμα που μοιάζει με φορτηγό, φτιαγμένο από μια κομμένη αρχαία Μερσεντές του αεροδρομίου, με την οροφή του να χάνεται κάτω από ένα μεγάλο μισοφουσκωμένο λαστιχένιο μπαλόνι με φυσικό αέριο. Ψάχνει για πράγματα που να ταιριάζουν με κάποιο παράξενο σχέδιο που του έχει χαράξει στο μυαλό, αυτό που τέλος πάντων παίζει το ρόλο της Μούσας του. Φέρνει κι άλλα γκόμι. Κάποια λειτουργούν ακόμη. Κάποια άλλα, σαν την Λιζ, ζουν ακόμα.
Συνάντησα την Λιζ σ' ένα από τα πάρτι του Ρούμπιν. Ο Ρούμπιν έκανε πολλά πάρτι. Δεν φαινόταν ποτέ να τα διασκεδάζει ιδιαίτερα ο ίδιος, αλλά ήταν θαυμάσια. Είχα χάσει τα λογαριασμό, εκείνο το φθινόπωρο, πόσες φορές είχα ξυπνήσει πάνω σε μια μακρόστενη φέτα αφρολέξ ακούγοντας το μουγκρητό της πανάρχαιας μηχανής εσπρέσο του Ρούμπιν, ένας τέρατος απο θαμπό και μαυρισμένο μέταλλο, μ' έναν μεγάλο αετό από χρώμιο στην κορυφή, ένα θόρυβο εξοργιστικό καθώς αντιβούιζε πάνω στην αυλακωτή λαμαρίνα των τοίχων, αλλά και ταυτόχρονα τρομερά παρηγορητικό: υπήρχε καφές. Η ζωή θα συνεχιζόταν.
Η πρώτη φορά που την είδα: Στη Ζώνη Κουζίνας. Δεν μπορούσες να την ονομάσεις ακριβώς κουζίνα, μόνο τρία ψυγεία κι ένα ηλεκτρικό μάτι, κι ένας χαλασμένος φούρνος που είχε έρθει με τα γκόμι. Η πρώτη φορά που την είδα: Είχε ανοίξει το ψυγείο με τις μπύρες, και το φως του χυνόταν έξω, και πρόσεξα τα μήλα του προσώπου της και το αποφασιστικό αυτό στόμα, αλλά έπιασα επίσης και τη μαύρη λάμψη του πολυανθρακικού στον καρπό της και τη λεία, γυαλιστερή πληγή, που είχε αφήσει εκεί η τριβή του εξωσκελετού. Ήμουν πολύ μεθυσμένος για να επεξεργαστώ τις πληροφορίες, για να καταλάβω τι ήταν, αλλά κατάλαβα πως το πάρτυ είχε τελειώσει. Έκανα λοιπόν ό,τι κάνει συνήθως ο κόσμος στην Λιζ, και μ' ένα κλίκ πέρασα σε άλλη ταινία. Πήγα για το κρασί, στον πάγκο δίπλα στο φούρνο. Δεν ξανακοίταξα πίσω.
Αλλά με βρήκε ξανά. Ήρθε κατά πάνω μου δυο ώρες αργότερα, κάνοντας ελιγμούς ανάμεσα στα σώματα και τα σκουπίδια, μ' εκείνη την τρομερή χάρη που είχε προγραμματιστεί στον εξωσκελετό. Ήξερα τι ήταν εκείνη την ώρα, καθώς την έβλεπα να έρχεται προς το μέρος μου, πολύ εκτεθειμένος πια για να την αποφύγω, να τρέξω, να μουρμουρίσω κάποια δικαιολογία και να φύγω. Καρφωμένος εκεί, με το χέρι μου στη μέση μιας κοπέλας που δεν ήξερα, ενώ η Λιζ προχωρούσε - είχε ήδη προχωρήσει, μ' αυτή την πλαστή, τεχνητή χάρη -κατά πάνω μου πια, με τα μάτια της να καίνε από το γουίζ, ενώ η κοπέλα είχε ήδη ξεγλιστρήσει κι εξαφανιστεί μέσα σε μία σιωπηλή κρίση κοινωνικού πανικού, και η Λιζ στεκόταν εκεί μπροστά μου, στηριγμένη από το λεπτό της πολυανθρακικό πρόσθεμα. Κοιτάζοντας σ' αυτά τα μάτια ήταν σαν ν' άκουγες τις συνάψεις της να ουρλιάζουν, μια κραυγή σε απίθανα ψηλές συχνότητες καθώς το γουίζ άνοιγε όλα τα κυκλώματα μέσα στο μυαλό της.
«Πάμε σπίτι σου», είπε, και τα λόγια της με χτύπησαν σαν μαστίγιο. Νομίζω πως κούνησα το κεφάλι μου. «Πάμε σπίτι σου». Υπήρχαν πολλά επίπεδα πόνου στη φωνή της, μία πανουργία, και κάποια εκπληκτική σκληρότητα. Και ήξερα πως δεν με είχαν μισήσει ποτέ τόσο βαθιά και ολοκληρωτικά όσο με μισούσε τώρα αυτό το μαραζωμένο κορίτσι, για το πώς την κοίταξα, και μετά κοίταξα αλλού, δίπλα στο ψυγείο του Ρούμπιν με τις μπύρες.
Έτσι λοιπόν αν μπορώ να το πω έτσι έκανα ένα απ' αυτά τα πράγματα που κάνεις χωρίς ποτέ να μάθεις το γιατί, ακόμη κι όταν κάτι μέσα σου ξέρει πως δεν θα μπορούσες να κάνεις τίποτε άλλο.
Πήγαμε σπίτι μου.
Έχω δύο δωμάτια σε μιά παλιά ερειπωμένη πολυκατοικία στη γωνία Τετάρτης και Μακντόναλντ, στο δέκατο όροφο. Τα ασανσέρ συνήθως δουλεύουν, κι αν καθίσεις στα κάγκελα του μπαλκονιού και γείρεις πίσω, στηριγμένος στη γωνία του διπλανού κτιρίου, βλέπεις μια μικρή όρθια λουρίδα θάλασσα και βουνό.
Σ' όλο το δρόμο από του Ρούμπιν ώς το σπίτι δεν είχε πεί λέξη, κι εγώ είχα αρχίσει να ξεμεθάω όσο χρειαζόταν, για να μην αισθάνομαι καθόλου άνετα καθώς ξεκλείδωνα την πόρτα και της άνοιγα να μπει.
Το πρώτο πράγμα που είδε ήταν o φορητός ταχυσαρωτής που είχα φέρει από τον Πιλότο το προηγούμενο βράδυ. Με τον εξωσκελετό να τη μεταφέρει, διέσχισε το φαρδύ σκονισμένο χαλί με το ίδιο εκείνο περπάτημα, σαν μοντέλο στην πασαρέλα. Μακριά πιά από τους θορύβους του πάρτυ, άκουγα τους μαλακούς μεταλλικούς του ήχους καθώς την κινούσε. Στάθηκε κοιτάζοντας τον ταχυσαρωτή. Έτσι καθώς στεκόταν, έβλεπα τα πλευρά του εξωσκελετού να διαγράφονται στην πλάτη της, κάτω απ' το φθαρμένο μαύρο δέρμα του τζάκετ. Μια απ' αυτές τις αρρώστιες. Είτε μια από τις παλιές που δεν κατάφεραν να ξεδιαλύνουν είτε μια από τις καινούργιες - τις προφανώς περιβαλλοντικές - που δεν τις έχουν καν ονομάσει ακόμα. Δεν μπορούσε να κινηθεί χωρίς αυτό τον πρόσθετο εξωτερικό σκελετό, που ήταν συνδεδεμένος με μυοηλεκτρική διασύνδεση, κατευθείαν με τον εγκέφαλό της. Οι λεπτές βέργες από πολυανθρακικά νήματα κινούσαν τα χέρια και τα πόδια της, αλλά ένα πιο διακριτικό σύστημα με γαλβανικές ενθέσεις χειριζόταν τα λεπτά της δάχτυλα. Μου 'ρθαν στο μυαλό βατραχοπόδαρα να τινάζονται σε μια σκηνή από κάποια εκπαιδευτική ταινία στο γυμνάσιο, και μίσησα τον εαυτό μου.
«Αυτός είναι ταχυσαρωτής»,
είπε με μια φωνή που δεν την είχα
ξανακούσει, μακρινή, και σκέφτηκα
τότε πως μάλλον άρχιζε να περνά η
επίδραση του γουίζ. «Τι δουλειά
έχει εδώ;»
«Κάνω μοντάζ», είπα κλείνοντας την
πόρτα πίσω μου.
«'Ετσι, ε;» γέλασε. «Κάνεις μοντάζ.
Πού;»
«Στο Αιλαντ. Σ' ένα μέρος που
λέγεται Αυτόνομος Πιλότος».
Με κοίταξε. Kαι μετά, με το χέρι στον προτεταμένο της γοφό, γύρισε - την γύρισε ο εξωσκελετός - και το γουίζ και το μίσος και μια τρομερή παρωδία πόθου με κάρφωσαν μέσα απ' αυτά τα ξεπλυμένα γκρίζα μάτια. «Θέλεις να πηδηχτούμε, μοντέρ;»
Κι ένιωσα το μαστίγιο να κατεβαίνει ξανά, αλλά δεν θα καθόμουν έτσι, όχι πάλι. Την κοίταξα, λοιπόν, με ψυχρό βλέμμα κάπου από τα βάθη του μουδιασμένου από την μπύρα πυρήνα, του εντελώς κανονικού μου σώματος που περπατούσε και μιλούσε, με τα ζωντανά του μέλη, κι οι λέξεις βγήκαν σαν να τις έφτυνα: «Και να 'θελα, μήπως θα καταλάβαινες τίποτε;»
Παύση. Ίσως να
ανοιγόκλεισαν τα μάτια της, αλλά η
έκφρασή της δεν άλλαξε καθόλου.
«Όχι», είπε, «αλλά μερικές φορές μου
αρέσει να βλέπω».
Ο Ρούμπιν στέκεται στο παράθυρο, δυο μέρες μετά το θάνατό της στο Λος Αντζελες, και κοιτάζει το χιόνι να πέφτει στο Φωλς Κρηκ. «Ποτέ δεν κοιμήθηκες μαζί της, λοιπόν;»
Μια από τις μικρές σαύρες που έχει φτιάξει, σαν κι αυτές του 'Εσερ, περνά στο τραπέζι μπροστά μου κυλώντας κουλουριασμένη.
«Όχι», λέω, και είναι
αλήθεια. Μετά γελάω. «Αλλά
βυσματωθήκαμε κατευθείαν. Την
πρώτη εκείνη νύχτα».
«Ήσουν τρελός», λέει, με κάποια
επιδοκιμασία στη φωνή του. «Μπορεί
να σε σκότωνε. Μπορεί να σου κοβόταν
η αναπνοή, να σταματούσε η καρδιά
σου...» Γυρίζει πίσω στο παράθυρο.
«Δεν σου τηλεφώνησε ακόμα;»
Βυσματωθήκαμε, κατευθείαν. Δεν το είχα ξανακάνει. Αν με ρωτούσατε γιατί, θα σας έλεγα πως ήμουν μοντέρ, και πως ήταν αντιεπαγγελματικό.
Η αλήθεια ήταν μάλλον κάπως έτσι.
Στη δουλειά μας, στη νόμιμη τουλάχιστον - δεν έκανα ποτέ μου πορνό - το ακατέργαστο προϊόν το λέμε, στεγνά όνειρα. Τα στεγνά όνειρα είναι ένα νευρωνικό σήμα εξόδου που παράγεται από επίπεδα συνειδητότητας, στα οποία οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν πρόσβαση μόνο στον ύπνο τους. Αλλά οι καλλιτέχνες, αυτοί με τους οποίους δουλεύω στον Αυτόνομο Πιλότο, είναι ικανοί να ξεπερνούν την επιφανειακή τάση, να βουτάνε βαθιά, βαθιά μέσ' στον ωκεανό των αρχετύπων του Γιουνγκ, και να φέρνουν πίσω όνειρα. Για να το πούμε απλά: Υποθέτω πως μερικοί καλλιτέχνες πάντα το έκαναν αυτό, σε κάθε μέσο, αλλά η νευροηλεκτρονική μάς επιτρέπει να έχουμε πρόσβαση στην εμπειρία, και το Δίκτυο τη βγάζει στο Σύρμα, έτσι που μπορούμε να τη συσκευάσουμε, να την πουλήσουμε, να δούμε πώς πάει στην αγορά. Ε, όσο πιο πολύ αλλάζουν τα πράγματα... Αυτό το 'λεγε συχνά o πατέρας μου.
Κανονικά καταγράφω το ακατέργαστο υλικό στο στούντιο, φιλτραρισμένο από μηχανήματα αξίας εκατομμυρίων δολαρίων, και δεν χρειάζεται να δω καν τον καλλιτέχνη. Το υλικό που φτάνει στους καταναλωτές, βλέπετε, είναι συγκροτημένο, ισορροπημένο, έχει γίνει πιά τέχνη. Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι αρκετά αφελείς, που πιστεύουν ότι θα τους άρεσε να βυσματωθούνε κατευθείαν με κάποιον που αγαπούν. Νομίζω πως οι περισσότεροι έφηβοι το δοκιμάζουν, έστω για μια φορά. Σίγουρα είναι εύκολο να το κάνεις' μπορείς ν' αγοράσεις το κουτί και τα καλώδια και τα ηλεκτρόδια από τη Ράδιο Σακ. Εγώ όμως δεν το έκανα ποτέ. Και τώρα που το σκέφτομαι, δεν είμαι σίγουρος πως μπορώ να εξηγήσω το γιατί. Δεν είμαι καν σίγουρος αν θέλω να προσπαθήσω.
Αλλά ξέρω γιατί το έκανα με την Λιζ, γιατί κάθησα δίπλα της πάνω στο μεξικάνικο στρώμα κι έβαλα τον αγωγό οπτικών ινών στην υποδοχή στη σπονδυλική της στήλη, τη λεία ραχιαία δοκό του εξωσκελετού. Ήταν ψηλά, στη βάση του λαιμού της, και την σκέπαζαν τα σκούρα της μαλλιά.
Επειδή έλεγε πως ήταν καλλιτέχνις, κι επειδή ήξερα πως κατά κάποιον τρόπο είχαμε εμπλακεί σε μια ολοκληρωτική μάχη, κι εγώ δεν ήμουν διατεθειμένος να χάσω. Αυτό μπορεί να μην το καταλαβαίνετε, αλλά βέβαια δεν τη γνωρίσατε, ή μάλλον τη γνωρίσατε από τους Βασιλείς του Ύπνου, πράγμα εντελώς διαφορετικό. Δε νιώσατε ποτέ την πείνα που είχε, αυτή την πείνα που είχε σιγά σιγά περιοριστεί σε μια άχαρη, γυμνή ανάγκη, τρομακτική στην ευθύτητα του στόχου της. Οι άνθρωποι που ξέρουν ακριβώς τι θέλουν με τρόμαζαν πάντα, και η Λιζ ήξερε τι ήθελε εδώ και πολύ καιρό, και δεν ήθελε τίποτε άλλο. Και φοβόμουν τότε να παραδεχτώ στον εαυτό μου πως φοβόμουν, και είχα δει αρκετά ξένα όνειρα στην αίθουσα του μοντάζ στον Αυτόνομο Πιλότο, για να ξέρω πως τα τέρατα που κρύβουν στην ψυχή τους οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι παρά ανόητα κατασκευάσματα, που φαίνονται γελοία στο γαλήνιο φως της συνείδησής σου. Και ήμουν ακόμη μεθυσμένος.
Έβαλα τα ηλεκτρόδια και άπλωσα το χέρι μου στο διακόπτη του ταχυσαρωτή. Είχα απομονώσει όλες τις επαγγελματικές του λειτουργίες, μετατρέποντας προσωρινά ένα ιαπωνικό ηλεκτρονικό θαύμα, αξίας ογδόντα χιλιάδων δολαρίων, σ' ένα απ' αυτά τα φτηνά κουτιά της Ράδιο Σακ. «Πάμε», είπα, και πάτησα το διακόπτη.
Οι λέξεις. Οι λέξεις δεν μπορούν. 'Η ίσως λιγάκι, αν ήξερα πώς ν' αρχίσω να το περιγράφω, αυτό που βγήκε από μέσα της, αυτό που έκανε...
Υπάρχει ένα μέρος στους Βασιλείς του Ύπνου, που είναι σαν να είσαι σε μια μοτοσικλέτα τα μεσάνυχτα, χωρίς φώτα και δεν τα χρειάζεσαι για κάποιο λόγο, και τρέχεις σ' έναν ψηλό παραλιακό δρόμο, τόσο γρήγορα που είναι σαν να βρίσκεσαι μέσα σ' έναν κώνο σιωπής, με το μουγκρητό της μηχανής να χάνεται πίσω σου. Τα πάντα χάνονται πίσω σου... Είναι μια στιγμή μόνο στους Βασιλείς, αλλά είναι ένα από τα χιλιάδες πράγματα που θυμάσαι, που επιστρέφεις σ' αυτά, που τα ενσωματώνεις στο λεξιλόγιο των αισθημάτων σου. Καταπληκτικό. Ελευθερία και θάνατος, εκεί ακριβώς, εκεί ακριβώς, στην κόψη του ξυραφιού, για πάντα.
Αυτό ένιωσα κι εγώ, αλλά στη μεγάλη του αρχική έκδοση, μία άγρια ακατέργαστη ορμή, το πιό δαιμονικό αυθεντικό συναίσθημα, να σκάει και να απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις μέσα σ' ένα κενό που το στοίχειωνε η φτώχεια, η έλλειψη της αγάπης και η ανωνυμία.
Κι αυτή ήταν η φιλοδοξία της Λιζ, αυτή η άγρια ορμή, αλλά όπως τη ζεις όταν εσύ κι αυτή η ορμή είσαστε ένα.
Πρέπει να κράτησε τέσσερα ολόκληρα δευτερόλεπτα.
Και, φυσικά, εκείνη κέρδισε. Έβγαλα τα ηλεκτρόδια και κοίταξα τον τοίχο με υγρά μάτια - τα κορνιζαρισμένα πόστερ θαμπά.
Δεν μπορούσα να την κοιτάξω. Την άκουσα ν' αποσυνδέει τον αγωγό οπτικών ινών. Ακουσα τον εξωσκελετό να τρίζει καθώς τη σήκωνε από το στρώμα. Τον άκουσα να δουλεύει διστακτικά καθώς τη μετέφερε στην κουζίνα για να πιει νερό.
Έβαλα τα κλάματα.
Ο Ρούμπιν χώνει ένα λεπτό καθετήρα μέσα στη γεμάτη ρουλεμάν κοιλιά μιας αργοκίνητης σαύρας και εξετάζει τα κυκλώματα με τα γυαλιά του με τους μεγεθυντικούς φακούς κι εκείνους τους μικροσκοπικούς προβολείς στις άκρες τους.
«Λοιπόν; Κόλλησες». Σηκώνει τους ώμους, σηκώνει το βλέμμα του. Έχει σκοτεινιάσει τώρα, και οι δίδυμες ακτίνες καρφώνονται στο πρόσωπό μου, που είναι υγρό και παγωμένο σ' αυτή τη λαμαρινένια αποθήκη, ενώ απο κάπου απ' τη μεριά της θάλασσας ακούγεται το μοναχικό ουρλιαχτό μιας σειρήνας ομίχλης. «Λοιπόν;»
Σειρά μου να σηκώσω τους ώμους. «Κόλλησα... Δεν μπορούσα να κάνω και τίποτα άλλο».
Οι ακτίνες ξαναγυρίζουν στην πυριτική καρδιά του ελαττωματικού του παιχνιδιού. «Εντάξει τότε. Ήταν μια ειλικρινής εκλογή. Θέλω να πω ότι ήταν αποφασισμένη να γίνει αυτό που είναι. Είσαι το ίδιο υπεύθυνος με την κατάληξή της, όσο κι εκείνος ο ταχυσαρωτής. Αν δεν έβρισκε εσένα, θα έβρισκε κάποιον άλλο...»
Έκανα μια συμφωνία με τον Μπάρυ, τον εmκεφαλής του μοντάζ, πήρα είκοσι λεπτά στις πέντε η ώρα κάποιου παγωμένου πρωινού του Σεπτεμβρίου. Η Λιζ ήρθε και με χτύπησε με το ίδιο πράγμα, αλλά αυτή τη φορά ήμουν έτοιμος, με τα φίλτρα μου και τους εγκεφαλικούς χάρτες, και δεν χρειάστηκε να το νιώσω. Μου πήρε δυο βδομάδες, κλέβοντας λίγα λεπτά κάθε φορά στην αίθουσα του μοντάζ, για να μοντάρω το υλικό της και να φτιάξω κάτι που θα μπορούσα να το δείξω στον Μαξ Μπελ, που είναι ο ιδιοκτήτης του Πιλότου.
Ο Μπελ δεν χάρηκε καθόλου, μα καθόλου, όταν του εξήγησα τι έκανα. Οι μοντέρ που κάνουν του κεφαλιού τους μπορούν να σου δημιουργήσουν προβλήματα, και σχεδόν πάντοτε οι περισσότεροι νομίζουν κάποια στιγμή ότι ανακάλυψαν κάποιον που αξίζει πολλά, που θα είναι το επόμενο μεγάλο αστέρι, και τότε είναι που αρχίζουν να ξοδεύουν άδικα χρόνο και χρήμα. Κούνησε το κεφάλι του όταν τέλειωσα την εισαγωγή μου, και μετά έξυσε τη μύτη του με το καπάκι ενός κόκκινου μαρκαδόρου. «Αχά. Κατάλαβα. Το πιο σπουδαίο πράγμα από τότε που τα ψάρια βγήκαν στη στεριά, έτσι;»
Αλλά παρ' όλα αυτά βυσματώθηκε κατευθείαν με το δοκιμαστικό πρόγραμμα που είχα μοντάρει, κι όταν η κασέτα τέλειωσε και μ' ένα κλικ βγήκε αυτόματα απο τον επιτραπέζιο αναγνώστη BRAUN, που είχε πάνω στο γραφείο του, κοίταζε τον τοίχο με χαμένο ύφος.
«Μαξ;»
«Ε;»
«Τι λες;»
«Τι λέω; Ε... Πώς είπες τη λένε;»
Ανοιγόκλεισε αργά τα μάτια του.
«Λίζα; Με ποιον έχει συμβόλαιο,
είπες;»
«Λιζ. Με κανέναν, Μαξ. Δεν έχει
συμβόλαιο με κανέναν ακόμη».
«Χριστέ μου».
Ήταν ακόμη σαν χαμένος.
«Ξέρεις πώς τη βρήκα;» ρωτάει ο Ρούμπιν καθώς πηδάει μισοδιαλυμένα χαρτόκουτα, για ν' ανάψει το φως. Οι κούτες είναι γεμάτες με προσεκτικά ταξινομημένα γκόμι: μπαταρίες λιθίου, πυκνωτές τανταλίου, πηνία συχνοτήτων, κάρτες, μετασχηματιστές μαγνητικού συντονισμού, καρούλια με καλώδιο πολύζευξης... Ένα κουτί είναι γεμάτο με τα κομμένα κεφάλια από εκατοντάδες κούκλες, ένα άλλο με ενισχυμένα βιομηχανικά γάντια ασφαλείας που μοιάζουν με γάντια διαστημικής στολής. Φως πλημμυρίζει το δωμάτιο, και κάτι σαν αλογάκι της Παναγίας, φτιαγμένο λες από τον Καντίνσκυ, από κομμένους και βαμμένους τενεκέδες, γυρίζει το κεφάλι του, που έχει το μέγεθος μπάλας του γκολφ, προς την κατεύθυνση του τεράστιου αστραφτερού λαμπτήρα. «Είχα πάει στο Γκράνβιλ κι έψαχνα για γκόμι σ' ένα στενό, και την είδα εκεί να κάθεται. Είδα το σκελετό, και δεν έδειχνε και πολύ καλά, τη ρώτησα, λοιπόν, αν ήταν εντάξει. Τίποτα. Έκλεισε μόνο τα μάτια της. Δεν είναι δική μου δουλειά, σκέφτηκα. Αλλά ξαναπέρασα μετά από τέσσερις ώρες, και δεν είχε κουνηθεί καθόλου από τη θέση της. «Κοίτα, κούκλα», της λέω, «ίσως να έχει πρόβλημα το χάρντγουέαρ σου. Μπορώ να σε βοηθήσω, εντάξει;» Τίποτα. «Πόση ώρα είσαι εδώ;» Τίποτα. Φεύγω, λοιπόν». Πηγαίνει στον πάγκο του και χαϊδεύει τα λεπτά μεταλλικά άκρα του μηχανικού εντόμου, με το κάτασπρο δάχτυλό του. Πίσω από τον πάγκο, πάνω στις φουσκωμένες από την υγρασία τρυπητές σανίδες μιας παμπάλαιας εργαλειοθήκης τοίχου, κρέμονται πένσες, κατσαβίδια, μονωτικές ταινίες, ένα σκουριασμένο αεροβόλο Ντέηζυ, απογυμνωτές, λαβίδες, πολύμετρα, κολλητήρια, ένας παλμογράφος τσέπης, ίσως το κάθε εργαλείο που υπήρξε ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία, χωρίς να έχει γίνει ποτέ καμιά προσπάθεια να μπουν όλα σε τάξη, αν και δεν έχω δει ποτέ το χέρι του Ρούμπιν να διστάζει όταν θέλει να πιάσει κάτι.
«Ξαναγύρισα, λοιπόν», λέει.
«Αφησα να περάσει μια ώρα. Είχε
χάσει πια τις αισθήσεις της, την
έφερα λοιπόν εδώ και έκανα έναν
έλεγχο στον εξωσκελετό. Είχαν
τελειώσει οι μπαταρίες. Είχε συρθεί
εκεί πίσω όταν έμεινε από μπαταρίες
και υποθέτω πως περίμενε να πεθάνει
της πείνας».
«Πότε ήταν αυτό;»
«Περίπου μια βδομάδα πριν την
πάρεις σπίτι σου».
«Κι αν πέθαινε; Αν δεν την είχες
βρει εσύ;»
«Κάποιος θα την έβρισκε. Δεν
μπορούσε να ζητήσει τίποτα,
καταλαβαίνεις; Μόνο να πάρει. Δε
γούσταρε να της κάνουν χάρες».
Ο Μαξ της βρήκε πράκτορες, και τρία φοβερά γλοιώδη νεαρά στελέχη ήρθαν με Λήαρ τζετ στο YVR την επομένη. Η Λιζ δεν μπορούσε να κατέβει στον Πιλότο να τους συναντήσει, επέμενε να τους φέρουμε στου Ρούμπιν, μια κι έμενε εκεί πια.
«Καλωσήρθατε στην
Κούβερβιλ», είπε ο Ρούμπιν καθώς
μπήκαν σιγά σιγά από την πόρτα. Το
μακρύ του πρόσωπο σχεδόν
ανέκφραστο, καθώς στριφογύριζε στο
στόμα του έναν ξεχειλωμένο
συνδετήρα. Οι νεαροί έσκασαν αμέσως
τα ανακλαστικά αυτοματικά τους
χαμόγελα, αλλά το χαμόγελο της
κοπέλας είχε κάτι το ελάχιστα πιο
αυθεντικό. «Κύριε Σταρκ», είπε,
«ήμουν στο Λονδίνο την περασμένη
βδομάδα. Είδα την κατασκευή σας
στην γκαλερί Τέητ».
«Το Marcello's Battery Factory», είπε ο
Ρούμπιν. «Οι Εγγλέζοι λένε πως
είναι σκατολογικό...» Σήκωσε τους
ώμους του. «Εγγλέζοι. Ποιος ξέρει;»
«Έχουν δίκιο. Είναι επίσης πολύ
αστείο».
Οι νεαροί ακτινοβολούσαν σαν ολοκαίνουργιοι φάροι, έτσι όπως στέκονταν εκεί μέσα στα άψογα κοστούμια τους. Το δοκιμαστικό είχε φτάσει στο Λος Αντζελες. Ήξεραν.
«Κι εσύ είσαι η Λιζ», είπε η κοπέλα προχωρώντας, με δυσκολία, μέσα από τους σωρούς τα γκόμι του Ρούμπιν. «Θα γίνεις πολύ διάσημη σύντομα, Λιζ. Έχουμε πολλά να συζητήσουμε...»
Κι η Λιζ στεκόταν εκεί, στηριγμένη στον πολυανθρακικό της εξωσκελετό, κι η έκφραση στο πρόσωπο της ήταν αυτή που είχα δει εκείνη την πρώτη νύχτα, όταν με ρώτησε αν ήθελα να πηδηχτούμε. Δεν ξέρω αν την είδε η κοπέλα, πάντως δεν αντέδρασε. Ήταν επαγγελματίας.
Είπα στον εαυτό μου πως ήμουν κι εγώ επαγγελματίας. Είπα στον εαυτό μου να χαλαρώσει.
Φωτιές σκουπιδιών σε ατσάλινους τενεκέδες καίνε εδώ κι εκεί στην Αγορά. Το χιόνι πέφτει ακόμη, και τα παιδιά μαζεύονται γύρω από τις φλόγες σαν αρθριτικά κοράκια, πηδώντας από πόδι σε πόδι, με τον άνεμο να μαστιγώνει τα σκούρα τους παλτά. Πάνω, στις παράγκες των ψευτοκαλλιτεχνών του Φαίρβιου, μια μπουγάδα έχει παγώσει στο σκοινί, και τα ροζ τετράγωνα των σεντονιών ξεχωρίζουν πάνω στο βρώμικο ακαθόριστο φόντο και μέσα στο μπέρδεμα των δορυφορικών κεραιών και των ηλιακών συσσωρευτών. Ο ανεμόμυλος ενός οικολόγου γυρίζει γύρω γύρω, γύρω γύρω, γράφοντας στ' αρχίδια του την Υδροηλεκτρική Εταιρεία.
Ο Ρούμπιν περπατά βαριά με τα λεκιασμένα από μπογιές, λαστιχένια του παπούτσια Λ.Λ. Μπην, με το μεγάλο του κεφάλι χωμένο σ' ένα τεράστιο στρατιωτικό τζάκετ. Πού και πού κάποιος απο τους μαζεμένους νεαρούς τον δείχνει καθώς περνάμε, να αυτός που φτιάχνει εκείνα τα τρελά, τα ρομπότ και τα τέτοια.
«Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημά σου;» λεει καθώς περνάμε κάτω από τη γέφυρα, πηγαίνοντας για την Τετάρτη Οδό. «Είσαι απ' αυτούς που πάντα διαβάζουν τις οδηγίες χρήσεως. Οτιδήποτε φτιάχνεται, με οποιαδήποτε τεχνολογία, έχει πάντα κάποιο συγκεκριμένο σκοπό. Είναι για να κάνεις κάτι όπως το καταλαβαίνει κάποιος άλλος. Αλλά αν πρόκειται για νέα τεχνολογία, ανοίγει πεδία που κανείς δεν σκέφτηκε πιο πριν. Εσύ διαβάζεις τις οδηγίες χρήσεως, φίλε μου, και δεν παίζεις μαζί του, δεν το ψάχνεις. Και παθαίνεις πλάκα όταν κάποιος άλλος το χρησιμοποιεί για να κάνει κάτι που εσένα δεν σου πέρασε ποτέ απ' το μυαλό. Όπως έκανε η Λιζ».
«Δεν ήταν η πρώτη». Τα
αυτοκίνητα περνούν με θόρυβο από
πάνω μας.
«Όχι, αλλά είναι το πρώτο πρόσωπο
που εσύ συνάντησες και το οποίο
πήγε και μεταφέρθηκε σ' ένα
πρόγραμμα ROM. Μήπως έχασες τον ύπνο
σου όταν το έκανε ο πώς - τον- λένε,
πριν τρία - τέσσερα χρόνια, ο Γάλλος,
ο συγγραφέας;»
«Δεν το σκέφτηκα και πολύ.
Διαφημιστικό κόλπο, είπα».
«Nαι, αλλά ακόμα γράφει. Και το
περίεργο είναι ότι θα συνεχίσει
να γράφει, εκτός κι αν κάποιος
ανατινάξει το MAINFRAME του...»
Τινάχτηκα, κούνησα το
κεφάλι μου. «Δεν είναι όμως ο ίδιος,
έτσι δεν είναι; Είναι ένα
πρόγραμμα».
«Ενδιαφέρουσα άποψη. Δεν μπορούμε
όμως να 'μαστε σίγουροι. Αν και με
την Λιζ, θα το μάθουμε. Αυτή δεν
είναι συγγραφέας».
Το είχε όλο έτοιμο μέσα της, όλους τους Βασιλείς, απ' την αρχή μέχρι το τέλος, φυλακισμένο στο κεφάλι της, όπως ακριβώς το σώμα της ήταν φυλακισμένο στον εξωσκελετό.
Οι πράκτορες της έκλεισαν συμβόλαιο με μιά εταιρεία κι έφεραν μια ομάδα παραγωγής από το Τόκυο. Τους είπε πως ήθελε να κάνω εγώ το μοντάζ. Εγώ είπα όχι' ο Μαξ με τράβηξε στο γραφείο του και απείλησε να με απολύσει επί τόπου. Αν δεν έπαιρνα μέρος εγώ στην παραγωγή, δεν υπήρχε λόγος να γίνει η δουλειά στον Πιλότο. Το Βανκούβερ δεν ήταν το κέντρο του κόσμου, και oι πράκτορες την ήθελαν στο Λος Αντζελες. Σήμαινε πολλά λεφτά γι' αυτόν, και μπορούσε να ανεβάσει σε μια σχετικά σημαντική θέση της αγοράς τον Αυτόνομο Πιλότο. Δεν μπορούσα να του εξηγήσω γιατί δεν ήθελα. Ήταν πολύ τρελό, πολύ προσωπικό' ήταν το τελευταίο της καπρίτσιο. 'Η τουλάχιστον έτσι νόμιζα τότε. Αλλά o Μαξ ήταν πολύ σοβαρός. Δεν μου άφηνε άλλη εκλογή. Κι οι δυο μας ξέραμε πως αν μ' έδιωχνε, κανείς άλλος δεν θα με παρακαλούσε να δουλέψω. Βγήκαμε μαζί και είπαμε στους πράκτορές της πως συμφωνήσαμε: θα δούλευα στην παραγωγή.
Οι πράκτορες, χαμογελώντας επαγγελματικά, μας έδειξαν όλα τους τα δόντια.
Η Λιζ έβγαλε ένα σπρέυ γεμάτο γουίζ και πήρε μια τεράστια δόση. Μου φάνηκε πως είδα την κοπέλα να σηκώνει το τέλειο φρύδι της, αλλά αυτή ήταν όλη κι όλη η αποδοκιμασία τους. Αφού υπέγραψαν τα χαρτιά, η Λιζ έκανε λίγο πολύ ό,τι ήθελε.
Και η Λιζ ήξερε πάντα τι ήθελε.
Κάναμε τους Βασιλείς, τη βασική εγγραφή, σε τρεις βδομάδες. Έβρισκα χιλιάδες λόγους για ν' αποφεύγω το σπίτι του Ρούμπιν, και μερικούς τους πίστευα κι ο ίδιος. Έμενε ακόμη εκεί, αν και οι πράκτορές της δεν ήταν και πολύ ευχαριστημένοι μ' αυτή την απόλυτη, όπως την έβλεπαν, έλλειψη ασφάλειας. Ο Ρούμπιν μου είπε έπειτα ότι χρειάστηκε να βάλει το δικό του πράκτορα να τους πάρει και να κάνει φασαρία, αλλά μετά απ' αυτό φαίνεται πως σταμάτησαν ν' ανησυχούν. Δεν ήξερα ότι ο Ρούμπιν είχε πράκτορα. Μου ήταν πολύ εύκολο να ξεχνάω πάντα ότι ο Ρούμπιν ήταν πιο διάσημος, τότε, απ' όλους όσους ήξερα, και σίγουρα πολύ πιο διάσημος απ' όσο πίστευα πως θα γινόταν ποτέ η Λιζ. Ήξερα ότι δουλεύαμε πάνω σε κάτι σημαντικό, αλλά ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος πόσο καλό θα σου βγει.
Αλλά όσο ήμουν στον Πιλότο, ήμουν μέσα. Η Λιζ ήταν φανταστική. Ήταν σαν να είχε γεννηθεί γι αυτή την τέχνη, παρ' ολο που η τεχνολογία, η οποία έκανε δυνατή αυτή τη μορφή τέχνης, δεν υπήρχε καν όταν γεννήθηκε. Βλέπεις κάτι τέτοιο και αναρωτιέσαι πόσες χιλιάδες, εκατομμύρια ίσως, εκπληκτικοί καλλιτέχνες πέθαναν βουβοί όλους αυτούς τους αιώνες, άνθρωποι που δεν θα μπορούσαν ποτέ να γίνουν ποιητές ή ζωγράφοι ή σαξοφωνίστες, αλλά είχαν όλο αυτό το υλικό μέσα τους, αυτά τα ψυχικά κύματα, περιμένοντας τα κυκλώματα που θα μπορούσαν να τα καταγράψουν...
Έμαθα μερικά πράγματα γι' αυτήν, συμπτωματικά, όσο δουλεύαμε στο στούντιο: Ότι γεννήθηκε στο Ουίντσορ. Ότι ο πατέρας της ήταν Αμερικανός και είχε υπηρετήσει στο Περού και γύρισε από 'κει τρελός και μισότυφλος. Ότι αυτό που δεν πήγαινε καλά με το σώμα της το είχε εκ γενετής. Ότι είχε τις πληγές γιατί αρνιόταν να βγάλει τον εξωσκελετό, γιατί και μόνο με τη σκέψη αυτής της απόλυτης ανικανότητας, θ' άρχιζε να πνίγεται και σίγουρα θα πέθαινε. Ότι ήταν εθισμένη στο γουίζ και έπινε κάθε μέρα αρκετό για να μαστουριάσει ολόκληρη ποδοσφαιρική ομάδα.
Οι πράκτορές της έφεραν γιατρούς, οι οποίοι έντυσαν τον πολυανθρακικό εξωσκελετό με αφρολέξ και έκλεισαν τις πληγές με μικροπορώδεις επιδέσμους. Τη γέμισαν βιταμίνες και προσπάθησαν να φτιάξουν τη δίαιτά της, αλλά κανείς δεν προσπάθησε ποτέ να της πάρει εκείνο το σπρέυ.
Έφεραν επίσης κομμωτές και μακιγιέρ και ενδυματολόγους και διαμορφωτές ίματζ και ευφραδείς ποντικούς των δημοσίων σχέσεων, και τους άντεξε όλους με κάτι που 'μοιαζε σχεδόν με χαμόγελο.
Και, σ' όλες αυτές τις τρεις βδομάδες, δεν μιλούσαμε. Μόνο για τη δουλειά, σ' ένα πολύ περιορισμένο κώδικα, μοντέρ και καλλιτέχνης. H φαντασία της ήταν τόσο δυνατή, τόσο μεγάλη, που ποτέ δεν χρειαζόταν να μου εξηγήσει κάποιο συγκεκριμένο εφέ. Έπαιρνα ό,τι έβγαζε, το δούλευα, και της το ξανάστελνα. Θα έλεγε ή ναι ή όχι, και συνήθως ήταν ναι. Οι πράκτορές της το πρόσεξαν αυτό και τους άρεσε, κι άρχισαν να χτυπάνε τον Μαξ Μπελ στην πλάτη και να του κάνουν το τραπέζι, κι o μισθός μου ανέβαινε.
Κι εγώ ήμουν επαγγελματίας, εντελώς επαγγελματίας. Εξυπηρετικός, επιμελής και ευγενικός. Ήμουν αποφασισμένος να μην ξανασπάσω, και δεν σκέφτηκα ποτέ τη νύχτα που έκλαψα, κι έκανα την καλύτερη δουλειά που είχα κάνει ποτέ, και το ήξερα, κι αυτό φτάνει από μόνο του.
Και τότε, ένα πρωί, κατά τις έξι, μετά από πολλή πολλή δουλειά - όταν έβγαλε για πρώτη φορά αυτό το αλλόκοτο χορευτικό με τις καντρίλιες, τη σεκάνς που οι πιτσιρικάδες τη λένε ο Χορός των Φαντασμάτων - μου μίλησε. Ο ένας από τους πράκτορές της ήταν πριν εκεί, γελώντας μηχανικά και δείχνοντάς μας συνέχεια τα δόντια του, αλλά τώρα είχε φύγει και ο Πιλότος ήταν πολύ ήσυχος, το μόνο που ακουγόταν ήταν το μουρμουρητό ενός αιρκοντίσιον κάπου από το γραφείο του Μαξ.
«Κέησυ», είπε με τη φωνή της βραχνή από το γουίζ, «με συγχωρείς που σου την έπεσα τόσο δυνατά».
Για μια στιγμή νόμισα πως μου έλεγε κάτι γι' αυτό που μόλις είχαμε γράψει. Σήκωσα το βλέμμα μου και την κοίταξα, και σκέφτηκα πως ήμασταν μόνοι, και είχαμε να μείνουμε μόνοι από τότε που κάναμε το δοκιμαστικό.
Δεν ήξερα τι να πω. Δεν ήξερα καν τι ένιωθα.
Έτσι όπως στεκόταν, στηριγμένη από τον εξωσκελετό, έδειχνε χειρότερα από κείνη την πρώτη νύχτα στου Ρούμπιν. Το γουίζ την έτρωγε κάτω απ' αυτό που της έβαζαν συνεχώς οι μακιγιέρ, και μερικές φορές ήταν σαν να έβλεπες μια νεκροκεφαλή να αναδύεται μέσ' απ' το πρόσωπο ενός μικροκαμωμένου κοριτσιού. Δεν είχα ιδέα ποια ήταν η ηλικία της στην πραγματικότητα. Δεν ήταν μεγάλη, ούτε μικρή.
«Το σύνδρομο του
κεκλιμένου επιπέδου», είπα
τυλίγοντας ένα καλώδιο.
«Τι είναι αυτό;»
«Ο τρόπος που χρησιμοποιεί η φύση
για να σου πει να καθαρίσεις. Κάτι
σαν μαθηματικός νόμος, που λέει ότι
μπορείς να τη βρεις μ' ένα
διεγερτικό Χ μόνο φορές, ακόμη κι αν
αυξάνεις τις δόσεις. Αλλά ποτέ δεν
μπορείς να τη βρεις όπως τις πρώτες
φορές. 'Η τουλάχιστον δεν θα έπρεπε.
Αυτό είναι το πρόβλημα με τα
τεχνητά, τα design ναρκωτικά' είναι
πολύ έξυπνα. Αυτό το πράγμα που
παίρνεις έχει μια πονηρή ουρά σ' ένα
από τα μόριά του, δεν σ' αφήνει να
μεταβολίσεις τη διασπασμένη
αδρεναλίνη σε αδρενόχρωμα. Αλλιώς
θα ήσουν τώρα σχιζοφρενής. Έχεις
τίποτα προβλήματα, Λιζ; Απνοια, ας
πούμε; Μήπως μερικές φορές σου
κόβεται η αναπνοή όταν κοιμάσαι;»
Αλλά δεν ήμουν σίγουρος καν αν ένιωθα το θυμό που άκουγα στη φωνή μου.
Με κοίταξε μ' εκείνα τα χλωμά, γκρίζα μάτια. Οι ενδυματολόγοι είχαν αντικαταστήσει το φτηνό της τζάκετ με ένα μαύρο ματ μπουφάν που έκρυβε καλύτερα τα πολυανθρακικά πλευρά. Κρατούσε το φερμουάρ τραβηγμένο ώς το λαιμό, πάντα, παρ' όλο που μέσα στο στούντιο έκανε πολλή ζέστη. Οι κομμωτές είχαν δοκιμάσει ένα νέο στυλ την προηγουμένη, και δεν είχε βγει καλό, τα άγρια σκούρα της μαλλιά σε μια λοξή έκρηξη πάνω από το κουρασμένο τριγωνικό της πρόσωπο. Με κοίταξε και το ένιωσα ξανά, αυτή τη μοναδικότητα του σκοπού της.
«Δεν κοιμάμαι, Κέησυ».
Μόνο αργότερα, πολύ αργότερα, θυμήθηκα πως μου είχε ζητήσει συγγνώμη. Δεν το ξανάκανε, κι ήταν η μοναδική φορά που την άκουσα να λέει κάτι που ήταν έξω από το χαρακτήρα της.
Η καθημερινή τροφή του Ρούμπιν αποτελείται από σάντουιτς από αυτόματες μηχανές, φαγητό σε πακέτα από πακιστανικά εστιατόρια και εσπρέσο. Ποτέ δεν τον είδα να τρώει κάτι άλλο. Τρώγαμε σαμόσες σ' ένα μικρό μαγαζί στην Τετάρτη, που έχει ένα μοναδικό πλαστικό τραπέζι σφηνωμένο ανάμεσα στο ταμείο και την πόρτα του καμπινέ. Ο Ρούμπιν τρώει μια ντουζίνα σαμόσες, έξι με κρέας κι έξι με λαχανικά, με απόλυτη συγκέντρωση, τη μια μετά την άλλη, και δεν νοιάζεται καν να σκουπίσει το πηγούνι του. Είναι πιστός σ' αυτό το μέρος. Μισεί τον Έλληνα που είναι στο ταμείο' είναι μια αμοιβαία, πραγματική σχέση. Αν έφευγε ο ταμίας, ο Ρούμπιν μπορεί να μην ξαναρχόταν. Ο Έλληνας κοιτάζει άγρια τα ψίχουλα στο πηγούνι και το τζάκετ του Ρούμπιν. Μεταξύ της μιας σαμόσας και της επόμενης, τον κοιτάζει κι αυτός δολοφονικά, στενεύοντας τα μάτια του πίσω από τους λεκιασμένους φακούς των γυαλιών του με τον ατσάλινο σκελετό.
Οι σαμόσες είναι το δείπνο. Το πρωινό θα είναι αυγοσαλάτα σε κατεψυγμένο άσπρο ψωμί, πακεταρισμένο σ' αυτά τα τρίγωνα από γαλακτερό πλαστικό, μετά από έξι μικρά φλιτζάνια εσπρέσο, δυνατού σαν δηλητήριο.
«Δεν είχες καταλάβει τι θα γινόταν, Κέησυ». Με κοιτάζει πίσω από τις δαχτυλιές των γυαλιών του. «Γιατί δεν τα καταφέρνεις στον παράλληλο συλλογισμό. Διαβάζεις τις οδηγίες χρήσεως. Τι άλλο νόμιζες πως ήθελε; Σεξ; Περισσότερο γουίζ; Το γύρο του κόσμου; Αυτά τα είχε ξεπεράσει όλα. Αυτό την έκανε τόσο καλή. Τα είχε ξεπεράσει. Γι' αυτό το Βασιλείς του Ύπνου είναι τόσο σπουδαίο, και γι' αυτό οι πιτσιρικάδες το αγοράζουν, γι' αυτό το πιστεύουν. Ξέρουν. Αυτά τα παιδιά στην Αγορά που ζεσταίνουν τον κώλο τους γύρω από τις φωτιές και δεν ξέρουν αν θα βρουν ένα μέρος να κοιμηθούν απόψε, το πιστεύουν. Είναι το πιο δυνατό σόφτγουερ των τελευταίων οκτώ χρόνων. Κάποιος σ' ένα μαγαζί στη Γκράνβιλ μου είπε πως του κλέβουν περισσότερα απ' όσα πουλάει απ' οποιοδήποτε άλλο. Είναι μπελάς, είπε, ακόμα και να έχει στοκ... Είναι σπουδαία γιατί ήταν ό,τι είναι κι εκείνοι, αλλά και κάτι παραπάνω. Ήξερε, φίλε μου. Κανένα όνειρο, καμιά ελπίδα. Εσύ δεν μπορείς να δεις τα κλουβιά που κλείνουν αυτά τα παιδιά, Κέησυ, αλλά αυτά αρχίζουν και το ψυλλιάζονται όλο και περισσότερο, πως δεν έχουν καμιά προοπτική». Σκουπίζει ένα λιγδωμένο κομμάτι κρέας από το πηγούνι του, αφήνοντας άλλα τρία. «Έτσι λοιπόν τους το τραγούδησε, τους το είπε με έναν τρόπο που οι ίδιοι δε θα μπορούσαν ποτέ, τους ζωγράφισε μια εικόνα. Και τα χρήματα τα χρησιμοποίησε για ν' αγοράσει έναν τρόπο να ξεφύγει, αυτό είναι όλο».
Βλέπω τον ατμό να μαζεύεται σε μεγάλες σταγόνες που κυλούν, σχεδιάζοντας μικρά ρυάκια στο θολωμένο τζάμι. Πίσω από το παράθυρο διακρίνεται ένα μισογυμνωμένο Λάντα, χωρίς ρόδες, με τους άξονες στο πεζοδρόμιο.
«Πόσοι το έχουν κάνει, Ρούμπιν; Ξέρεις;»
«Όχι πολλοί. Δύσκολο να πει κανείς, γιατί πολλοί είναι ίσως πολιτικοί που πιστεύουμε πως έχουν πια πεθάνει και τους ξεφορτωθήκαμε». Με κοιτάζει περίεργα. «Ασχημη σκέψη αυτή. Τέλος πάντων, αυτοί είχαν πρώτοι πρόσβαση σ' αυτή την τεχνολογία. Κοστίζει ακόμη πάρα πολύ για έναν συνηθισμένο εκατομμυριούχο, αλλά εγώ έχω ακούσει για επτά τουλάχιστον. Λένε πως το έκανε η Μιτσουμπίσι στον Βάινμπεργκ, προτού τα τινάξει για τα καλά το ανοσοποιητικό του σύστημα. Ήταν επικεφαλής του εργαστηρίου υβριδωμάτων τους στην Οκαγιάμα. Οι μετοχές τους στα μονοκλωνικά είναι ακόμη πολύ ψηλά, ίσως λοιπόν να είναι αλήθεια. Και ο Λανγκλαί, o Γάλλος, ο συγγραφέας...» Σηκώνει τους ώμους. «Η Λιζ δεν είχε τα λεφτά που χρειάζονταν. Ούτε και τώρα θα τα είχε. Αλλά φρόντισε να βρεθεί στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή. Ήταν έτοιμη να τα τινάξει, βρισκόταν στο Χόλλυγουντ, και φαινόταν ήδη πάρα πολύ καλά πώς θα πήγαιναν οι Βασιλείς».
Τη μέρα που τελειώσαμε, κατέβηκε το γκρουπ από τον επιβατηγό πύραυλο της JAL που ερχόταν από το Λονδίνο, τέσσερα αδύνατα παιδιά που λειτουργούσαν σαν καλολαδωμένη μηχανή κι έδειχναν μιαν υπερτροφική αίσθηση της μόδας και παντελή έλλειψη συναισθήματος. Τους έστησα στη σειρά στον Πιλότο, σε ολόιδιες λευκές καρέκλες γραφείου ΙΚΕΑ, έβαλα αγώγιμη αλοιφή στους κροτάφους τους, κόλλησα τα ηλεκτρόδια, και τους έπαιξα την πρόχειρη έκδοση αυτού που θα γινόταν οι Βασιλείς του Ύπνου. Όταν τέλειωσε, άρχισαν να μιλάνε όλοι μαζί, αγνοώντας με απολύτως, με τη βρετανική έκδοση αυτής της μυστικής γλώσσας που μιλούν όλοι οι μουσικοί των στούντιο, με τέσσερα ζευγάρια χέρια να τινάζονται και να σκίζουν κοφτά τον αέρα.
Έπιασα αρκετά για να καταλάβω πως ήταν ενθουσιασμένοι. Ότι νόμιζαν πως ήταν καλό. Πήρα λοιπόν το τζάκετ μου κι έφυγα. Μπορούσαν να σκουπίσουν μόνοι τους την αλοιφή.
Κι εντελώς τυχαία, εκείνη τη νύχτα, την είδα. Είδα τη Λιζ για τελευταία φορά. Πηγαίνοντας πάλι στην Αγορά, με τον Ρούμπιν να χωνεύει θορυβωδώς το φαγητό του, τα κόκκινα φώτα των αυτοκινήτων να καθρεφτίζονται στο υγρό λιθόστρωτο, την πόλη πέρα από την αγορά ένα ξεκάθαρο φωτεινό γλυπτό, ένα ψέμα, όπου οι συντετριμμένοι κι οι χαμένοι χώνονται στο γκόμι που μαζεύεται σαν μαυρόχωμα στις βάσεις των γυάλινων πύργων...
«Πρέπει να πάω στη Φρανκφούρτη αύριο, να εγκαταστήσω μια κατασκευή. Θέλεις να έρθεις; Μπορώ να σε πάρω σαν τεχνικό». Σηκώνει τους ώμους και χώνεται βαθύτερα στο τζάκετ του. «Δεν μπορώ να σε πληρώσω, αλλά τα εισιτήρια θα είναι τζάμπα, αν θέλεις...»
Παράξενη προσφορά από τον Ρούμπιν, και ξέρω ότι το κάνει γιατί ανησυχεί για μένα, νομίζει πως γίνομαι πολύ παράξενος με την Λιζ, κι αυτό είναι το μόνο που μπορεί να σκεφτεί, να με πάρει μακριά απ' αυτή την πόλη.
«Τώρα στη Φρανκφούρτη θα
'χει περισσότερο κρύο απο δω».
«Ίσως χρειάζεσαι μιαν αλλαγή,
Κέησυ. Δεν ξέρω...»
«Ευχαριστώ, αλλά ο Μαξ έχει πολλή
δουλειά που με περιμένει. Ο Πιλότος
έχει γίνει πια πασίγνωστος,
έρχονται από παντού...»
«Καταλαβαίνω».
Όταν άφησα το γκρουπ στον Πιλότο, πήγα σπίτι. Περπάτησα ως την Τετάρτη Οδό και πήρα το τρόλεϊ, περνώντας από τις βιτρίνες των μαγαζιών που έβλεπα κάθε μέρα, η κάθε μια τους φωτισμένη φανταχτερά κι ελκυστικά, ρούχα και παπούτσια και σόφτγουερ, γιαπωνέζικες μοτοσυκλέτες συσπειρωμένες σαν λαμπεροί σμαλτωμένοι σκορπιοί, ιταλικά έπιπλα. Οι βιτρίνες αλλάζουν με τις εποχές, τα μαγαζιά έρχονται και παρέρχονται. Ήμασταν τώρα λίγο πριν τις γιορτές, και υπήρχε περισσότερος κόσμος στους δρόμους, πολλά ζευγάpια, που περνούσαν γρήγορα και αποφασιστικά μπροστά απο τις λαμπερές βιτρίνες, πηγαίνοντας να πάρουν το τέλειο τάδε πράγμα για τον δείνα, τα μισά κορίτσια μ' αυτές τις παραγεμισμένες νάιλον μπότες που έφταναν ώς τους μηρούς και ήρθαν με τη μόδα από τη Νέα Υόρκη τον περασμένο χειμώνα, αυτές που ο Ρούμπιν έλεγε πως τις κάνουν όλες να μοιάζουν σαν να έχουν ελεφαντίαση. Χαμογέλασα μ' αυτή τη σκέψη, και ξαφνικά συνειδητοποίησα πως είχε στ' αλήθεια τελειώσει, είχα τελειώσει με την Λιζ, και τώρα θα την τραβούσε οπωσδήποτε το Χόλλυγουντ, σαν να είχε βάλει το πόδι της σε μια μαύρη τρύπα, θα την τραβούσε η απίστευτη μαγνητική έλξη του Χρήματος. Πιστεύοντας πως έφευγε - ίσως ήδη να είχε φύγει πια - άνοιξα κάποιο φράγμα μέσα μου κι ένιωσα λίγο τη λύπησή μου. Λίγο μόνο όμως, γιατί δεν ήθελα τίποτα να μου χαλάσει τη βραδιά. Ήθελα πάρτι. Καιρός ήταν.
Κατέβηκα στη γωνία μου, και το ασανσέρ δούλεψε με την πρώτη φορά. Καλό σημάδι, είπα μέσα μου. Επάνω, γδύθηκα κι έκανα ένα ντους, βρήκα ένα καθαρό πουκάμισο, έψησα μια τορτίγια στα μικροκύματα. Νιώσε νορμάλ, συμβούλεψα την αντανάκλασή μου καθώς ξυριζόμουν. Δουλεύεις πολύ. Οι πιστωτικές σου κάρτες πάχυναν. Καιρός να το φροντίσεις αυτό.
Oι τορτίγιες είχαν μια γεύση σαν χαρτόνι, αλλά αποφάσισα ότι μου άρεσαν γιατί η γεύση τους ήταν αδιόρθωτα νορμάλ. Το αμάξι μου ήταν στην Μπάρναμπυ, για να φτιάξουν τη μπαταρία υδρογόνου που έχανε, δεν είχα ν' ανησυχώ λοιπόν για το οδήγημα. Μπορούσα να βγω, να βρω το πάρτι μου, και να τηλεφωνήσω το πρωί πως ήμουν άρρωστος. Ο Μαξ δεν θα κλωτσούσε' ήμουν το αστέρι του. Μου είχε υποχρέωση.
Μου έχεις υποχρέωση, Μαξ, είπα στην μποτίλια της Μοσκόβσκαγια που ψάρεψα απο την κατάψυξη σε θερμοκρασία κάτω του μηδενός. Μου έχεις μεγάλη υποχρέωση. Μόλις πέρασα τρεις βδομάδες μοντάροντας τα όνειρα και τους εφιάλτες ενός πολύ ταλαιπωρημένου ανθρώπου, Μαξ. Για χάρη σου. Για να προκόψεις και να πετύχεις, Μαξ. Έβαλα τρία δάχτυλα βότκα σ' ένα πλαστικό ποτήρι που είχε μείνει από το πάρτι που είχα κάνει ένα χρόνο πριν και γύρισα στο σαλόνι.
Μερικές φορές μου φαίνεται ότι δεν μένει κανείς εδώ. Όχι πως είναι ακατάστατα' είμαι καλός, αν και κάπως ρομποτικός, νοικοκύρης και θυμάμαι να ξεσκονίσω ακόμα και το πάνω μέρος από τις κορνίζες των πόστερ και τέτοια πράγματα, αλλά έρχονται στιγμές που το μέρος αυτό μου φέρνει ξαφνικά μια ελαφριά ανατριχίλα, με τη βασική του συσσώρευση βασικών καταναλωτικών αγαθών. Θέλω να πω, δεν είναι ότι θέλω να το γεμίσω γάτες ή φυτά ή τίποτα τέτοιο, αλλά υπάρχουν στιγμές που βλέπω πως ο καθένας θα μπορούσε να μένει εδώ, να έχει αυτά τα πράγματα, κι όλα φαίνονται να μπορούν να εναλλαχθούν, η ζωή μου με τη δική σας, η ζωή μου με τη ζωή του οποιουδήποτε...
Νομίζω πως κι ο Ρούμπιν τα βλέπει έτσι τα πράγματα, συνεχώς, γι' αυτόν όμως αυτό είναι μια πηγή δύναμης. Ζει με τα σκουπίδια των άλλων, κι όλα όσα κουβαλάει σπίτι του πρέπει να ήταν κάποτε καινούργια και γυαλιστερά, πρέπει να σήμαιναν κάτι, έστω και για πολύ λίγο, για κάποιον. Έτσι, λοιπόν, τα μαζεύει όλα στο περίεργο φορτηγό του και τα κουβαλάει σπίτι του και τ' αφήνει να σιτέψουν, ώσπου να σκεφτεί κάτι καινούργιο για να τα χρησιμοποιήσει. Κάποτε μου έδειχνε ένα βιβλίο με τέχνη του εικοστού αιώνα που του άρεσε, και υπήρχε μια εικόνα ενός αυτοματοποιημένου γλυπτού που λεγόταν Τα Νεκρά Πουλιά Ξαναπετούν, ένα πράγμα που στριφογύριζε πραγματικά ψόφια πουλιά γύρω γύρω σ' ένα καλώδιο, και χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι του, και κατάλαβα πως ένιωθε ότι ο καλλιτέχνης αυτός ήταν ένα είδος πνευματικού του προγόνου. Αλλά τι θα μπορούσε να κάνει ο Ρούμπιν με τα καδραρισμένα μου πόστερ και το μεξικάνικο στρώμα μου από τον Κόλπο και το κρεβάτι ΙΚΕΑ με τη ρυθμιζόμενη θερμοκρασία του; Ε, σκέφτηκα πίνοντας την πρώτη παγωμένη γουλιά, κάτι θα σκεφτόταν, γι' αυτό εκείνος είναι ένας διάσημος καλλιτέχνης κι εγώ δεν είμαι.
Πίεσα το μέτωπό μου στο τζάμι του παραθύρου, που ήταν παγωμένο όσο και το ποτήρι που κρατούσα στο χέρι μου. Ώρα να φεύγεις, είπα μέσα μου. Αρχίζεις να παρουσιάζεις τα συμπτώματα του τυπικού αστικού άγχους των εργένηδων. Υπάρχει θεραπεία γι' αυτό. Πιες. Βγες.
Δε βρήκα το πάρτι μου εκείνη τη νύχτα. Δεν ακολούθησα όμως και την κοινή λογική του ενηλίκου, που μου υπαγόρευε να τα παρατήσω, να γυρίσω σπίτι, να δω κάποια αρχαία ταινία και ν' αποκοιμηθώ στο στρώμα μου. Η ένταση που είχε μαζευτεί μέσα μου τις τρεις αυτές εβδομάδες με κινούσε σαν ελατήριο μηχανικού ρολογιού, και συνέχιζα να προχωρώ σαν κουρντιστός στη νυχτερινή πόλη, τροφοδοτώντας με ποτά τη λίγο πολύ τυχαία πορεία μου. Ήταν μια απ' αυτές τις νύχτες, αποφάσισα γρήγορα, που γλιστράς σ' ένα παράλληλο συνεχές, μια πόλη που είναι ακριβώς ίδια μ' αυτήν που ζεις, εκτός από μια περίεργη διαφορά' δεν υπάρχει σ' αυτήν ούτε ένα πρόσωπο που αγαπάς ή γνωρίζεις ή έστω του έχεις μιλήσει κάποτε. Κάτι τέτοιες νύχτες μπορεί να μπεις σ' ένα γνωστό σου μπαρ και
να διαπιστώσεις πως μόλις έχει αλλάξει το προσωπικό' τότε καταλαβαίνεις ότι το πραγματικό σου κίνητρο για να πας εκεί ήταν πως ήθελες να δεις απλώς ένα γνωστό πρόσωπο, μια σερβιτόρα, έναν μπάρμαν, οποιονδήποτε... Αυτό συνήθως σε δυσκολεύει να βρεις το πάρτι σου.
Συνέχισα όμως, σ' έξι επτά μέρη, και τελικά κατέληξα σ' ένα κλαμπ του Γουέστ Εντ που φαινόταν να 'χει να αλλάξει διακόσμηση από το ενενήντα. Πολύ χρώμιο, που άρχιζε να ξεφλουδίζει, κι από κάτω πλαστικό, θολά ολογράμματα που σου έφερναν πονοκέφαλο αν προσπαθούσες να τα ξεδιαλύνεις. Νομίζω πως μου είχε μιλήσει γι' αυτό το μέρος ο Μπάρυ, αλλά δεν μπορώ να φανταστώ το γιατί. Κοίταξα γύρω μου και χαμογέλασα. Αν έψαχνα μέρος για να μελαγχολήσω, είχα βρει το κατάλληλο. Ναι, είπα μέσα μου καθώς καθόμουν σ' ένα γωνιακό σκαμνί τoυ μπαρ, αυτό το μέρος είχε μια γνησιότητα θλίψης, ήταν πραγματικά η άβυσσος. Ήταν αρκετά φρικτό για να σταματήσει την κατρακύλα αυτής της απαίσιας βραδιάς, πράγμα καλό, χωρίς αμφιβολία. Θα έπινα άλλο ένα για το δρόμο, θα θαύμαζα λίγο το τοπίο, και μετά ταξί για το σπίτι.
Και τότε είδα την Λιζ.
Δεν με είχε δει ακόμη, και φορούσα το παλτό μου, με τον τουήντ γιακά σηκωμένο για το κρύο. Καθόταν στο μπαρ, στην άλλη άκρη, με δυο άδεια ποτήρια μπροστά της, μεγάλα, αυτά που σου τα φέρνουν με ομπρέλες του Χονγκ Κονγκ ή με πλαστικές γοργόνες μέσα, και καθώς κοίταξε το αγόρι δίπλα της, είδα το φλας του γουίζ στα μάτια της και κατάλαβα πως τα ποτά αυτά δεν είχαν οινόπνευμα, γιατί με την ποσότητα του γουίζ που έπαιρνε δεν θα άντεχε το ανακάτεμα. Το αγόpι όμως ήταν χαμένο, μορφάζοντας μεθυσμένα, έτοιμο να γλιστρήσει από το σκαμνί του, φλυαρώντας συνεχώς για κάτι, καθώς προσπαθούσε ξανά και ξανά να εστιάσει το βλέμμα του και να δει καλύτερα την Λιζ, που καθόταν εκεί με το φερμουάρ του μαύρου μπουφάν των ενδυματολόγων της τραβηγμένο ως το σαγόνι και το κρανίο της έτοιμο να ξεπροβάλει, φλεγόμενο μέσα από το λευκό της πρόσωπο, σαν λάμπα χιλίων βατ. Βλέποντας όλ' αυτά, βλέποντάς την εδώ, κατάλαβα πολλά πράγματα συγχρόνως.
Ότι πέθαινε στ' αλήθεια, ή απ' το γουίζ, ή απ' την αρρώστια της, ή κι απ' τα δύο μαζί. Και ότι τό 'ξερε, και πάρα πολύ καλά πανάθεμά τη. Ότι τ' αγόρι δίπλα της ήταν πολύ μεθυσμένο για να έχει προσέξει τον εξωσκελετό, όχι όμως και τόσο ώστε να μην προσέξει το ακριβό μπουφάν της και τα χρήματα που είχε για ποτά. Kι ότι τα πράγματα ήταν έτσι ακριβώς όπως τα έβλεπα.
Αλλά δεν μπορούσα να τα συνδυάσω, να βγάλω νόημα αμέσως. Κάτι μέσα μου δείλιαζε.
Κι εκείνη χαμογελούσε, ή τέλος πάντων έκανε κάτι που νόμιζε μάλλον πως έμοιαζε με χαμόγελο, την έκφραση που ήξερε ότι ταίριαζε στην περίπτωση, και κουνούσε το κεφάλι της ακολουθώντας τις συγκεχυμένες ανοησίες του αγοριού, και θυμήθηκα εκείνο το απαίσιο πράγμα που είχε πει, ότι της άρεσε να βλέπει.
Και ξέρω κάτι τώρα. Ξέρω πως αν δεν είχε τύχει να μπω εκεί μέσα, αν δεν τους είχα δει, θα μπορούσα να δεχτώ όσα ακολούθησαν αργότερα. Ίσως ακόμη και να έβρισκα έναν τρόπο να χαρώ γι' αυτήν, ή να έβρισκα έναν τρόπο να εμπιστευτώ αυτό που έγινε η Λιζ, ό,τι κι αν είναι, ή αυτό που έβαλε να φτιάξουν κατ' εικόνα της, ένα πρόγραμμα που προσποιείται πως είναι η Λιζ τόσο πολύ που πιστεύει πως είναι εκείνη. Θα μπορούσα να πιστέψω αυτό που πιστεύει ο Ρούμπιν, ότι το είχε ξεπεράσει πραγματικά, η χάι-τεκ Ιωάννα της Λωρραίνης μας που καιγόταν για να ενωθεί μ' αυτό τον ηλεκτρονικό θεό στο Χόλλυγουντ, ότι τίποτα δεν είχε σημασία γι' αυτήν εκτός από την ώρα της αναχώρησής της. Ότι άφησε αυτό το ασήμαντο, θλιβερό σώμα με μια κραυγή ανακούφισης, ελεύθερη από τα δεσμά του πολυανθρακικού και της μισητής σάρκας. Ίσως τελικά και να ήταν έτσι. Είμαι σίγουρος πως έτσι περίμενε να γίνουν τα πράγματα.
Βλέποντάς την όμως εκεί, με το χέρι αυτού του μεθυσμένου αγοριού στο δικό της, αυτό το χέρι που δεν αισθανόταν καν, ήξερα, μια για πάντα, ότι κανένα ανθρώπινο κίνητρο δεν είναι απολύτως αγνό. Ακόμα κι η Λιζ, μ' αυτή τη διαβρωτική, τρελή ορμή για την επιτυχία και την κυβερνητική αθανασία, είχε αδυναμίες. Ήταν ανθρώπινη μ' έναν τρόπο που τον παραδεχόμουν και γι' αυτό μισούσα τον εαυτό μου.
Είχε βγει εκείνη τη νύχτα, το 'ξερα, για να αποχαιρετήσει τον εαυτό της. Για να βρει κάποιον αρκετά μεθυσμένο που θα το 'κανε αντί γι' αυτήν. Γιατί ήταν αλήθεια, το κατάλαβα τότε: της άρεσε πράγματι να βλέπει.
Νομίζω πως με είδε καθώς έφευγα. Σχεδόν το έβαλα στα πόδια. Αν με είδε, υποθέτω πως με μίσησε περισσότερο από ποτέ, για τον τρόμο και τον οίκτο που ζωγραφιζόταν στο πρόσωπό μου.
Δεν την ξαναείδα ποτέ.
Κάποια μέρα θα ρωτήσω τον Ρούμπιν γιατί το Γουάιλντ Τέρκυ σάουερ είναι το μόνο ποτό που ξέρει να κάνει. Έχουν μια βιομηχανική δύναμη τα σάουερ του Ρούμπιν.
Μου δίνει το βουλιαγμένο αλουμινένιο ποτήρι, καθώς το εργαστήριό του κινείται μηχανικά κι αναδεύεται γύρω μας με την κρυφή και ύπουλη ενεργητικότητα των μικρότερων δημιουργημάτων του.
«Θα έπρεπε να έρθεις στη
Φρανκφούρτη», ξαναλέει.
«Γιατί, Ρούμπιν;»
«Γιατί πολύ σύντομα θα σου
τηλεφωνήσει. Και πιστεύω πως μπορεί
να μην είσαι έτοιμος ακόμα για κάτι
τέτοιο. Τα έχεις ακόμη μπλεγμένα, κι
αυτό που θα σου τηλεφωνήσει θα έχει
τη φωνή της και θα σκέφτεται σαν κι
αυτήν, και θα σου τη δώσει. Έλα στη
Φρανκφούρτη μαζί μου, να πάρεις
μιαν ανάσα. Δεν θα ξέρει ότι θα
είσαι εκεί...»
«Σου είπα», λέω, και τη θυμάμαι σ'
εκείνο το μπαρ, «έχω πολλή δουλειά.
Ο Μαξ - »
«Χέσ' τον Μαξ. Τον Μαξ μόλις τον
έκανες πλούσιο. Δεν χρειάζεσαι την
άδεια του. Κι εσύ είσαι πλούσιος,
από τα δικαιώματα πον σου αναλογούν
από τους Βασιλείς, και θα το
'ξερες αν δεν ήσουν τόσο
πεισματάρης και κοίταζες το
λογαριασμό σου. Σου αξίζουν
διακοπές».
Τον κοιτάζω και αναρωτιέμαι πότε θα του πω την ιστορία αυτής της τελευταίας φοράς.
«Ρούμπιν, σ' ευχαριστώ,
φίλε μου, αλλά...»
Αναστενάζει, πίνει μια γουλιά.
«Αλλά τι;»
«Ρούμπιν, αν με πάρει, θα είναι αυτή;»
Με κοιτάζει πολλή ώρα. «Ένας θεός
ξέρει». Το ποτήρι του χτυπά στο
τραπέζι. «Θέλω να πω, Κέησυ, η
τεχνολογία υπάρχει, ποιος λοιπόν,
ποιος μπορεί να ξέρει;»
«Και λες να έρθω μαζί σου στη
Φρανκφούρτη;»
Βγάζει τα γυαλιά του με τον
ατσάλινο σκελετό και τα καθαρίζει
πρόχειρα με το καρώ φανελένιο του
πουκάμισο. «Ναι, έτσι λέω.
Χρειάζεσαι ξεκούραση. Ίσως όχι
τώρα, αλλά θα τη χρειαστείς,
αργότερα».
«Πότε δηλαδή;»
«Όταν θα πρέπει να μοντάρεις το
επόμενο κομμάτι της. Πράγμα που
σχεδόν σίγουρα θα συμβεί σύντομα,
γιατί έχει μεγάλη ανάγκη από λεφτά.
Πιάνει πολύ χώρο στη ROM του MAINFRAME
κάποιας πολυεθνικής, και τα ποσοστά
της από τους Βασιλείς δεν θα
φτάσουν για όλα όσα έκαναν για να τη
βάλουν εκεί μέσα. Κι εσύ είσαι ο
προσωπικός της μοντέρ, Κέησυ. Ποιος
άλλος θα το κάνει, δηλαδή;»
Κι εγώ κάθομαι και τον κοιτάζω να φοράει ξανά τα γυαλιά του, και δεν μπορώ να κουνηθώ καθόλου.
«Ποιος άλλος, φίλε μου;»
Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή μια από τις κατασκευές του βγάζει έναν πολύ απαλό ήχο, ένα μόνο, ξεκάθαρο, πολύ σιγανό κλικ, και σκέφτομαι πως έχει δίκιο.
Οταν διαβάζεις ένα διήγημα του Gibson, έχεις την αίσθηση ότι μεταφέρθηκες σ' έναν κόσμο, που αν και είναι εντελώς διαφορετικός από τον σημερινό, φαίνεται κατά κάποιο περίεργο κι ανεξήγητο τρόπο, κοντινός και γνώριμος. Οι ήρωές του που κινούνται συνήθως στο περιθώριο μιας Παγκόσμιας χαοτικής κοινωνίας η οποία ελέγχεται από τα απρόσωπα Πολυεθνικά Μεγαθήρια που μονοπωλούν τις νέες τεχνολογίες, παραμένουν βαθύτερα ανθρώπινοι σ' ένα μέλλον που παραπαίει ανάμεσα στο όνειρο και στον εφιάλτη.