
Gordon R. Dickson
Μετάφραση: Μάγδα Χαλικιά
Ήταν ένας καλός κόσμος. Ένας πολύ καλός κόσμος - ναι, που άξιζε ένα δώρο πρώτης τάξεως. Ο Χανκ Σάλλο σκούπισε τα χείλια του με την ανάποδη ενός τετράγωνου, μεγάλου, μαλλιαρού χεριού με μεγάλες κλειδώσεις, ακούμπησε κάτω το φλιτζάνι με τον καφέ του και έβαλε το σκάφος του σε τροχιά γύρω από τον πλανήτη. Η τροχιά είχε μια ελαφριά απόκλιση, επειδή η γυροπυξίδα χρειαζόταν γενική επισκευή' αλλά ο Χανκ ήταν συνηθισμένος σε τέτοιες ανωμαλίες, όπως ήταν συνηθισμένος και στο γεγονός πως ο θερμοστάτης της καφετιέρας έπρεπε να ρυθμιστεί χαμηλότερα από ότι έλεγαν οι οδηγίες της. Έκανε αυτόματες διορθώσεις στην πορεία του ενώ παρατηρούσε τον πλανήτη, για να βρει ένα μέρος να προσγειωθεί.
Χανκ, ήταν ένας κοσμοπρόσκοπος - ένας διαστρικός πρωτοπόρος εξακοντισμένος με το γοργό μονοθέσιο διαστημόπλοιο του στην αναζήτηση καινούριας πατρίδας για την ανθρωπότητα. Την τελευταία φορά που ήταν πίσω στη Γη, μια κυβερνητική εκπομπή δημοσιότητας, τον είχε διαλέξει σαν το πρότυπο του κοσμοπροσκόπου, για μια διαφημιστική εκπομπή. Η τελική εικόνα, έγχρωμη και τρισδιάστατη, έδειχνε τον Χανκ με το πλατύ στήθος του, σε μια καλοραμμένη μπλε στολή, ανοιχτή απρόσεκτα στο λαιμό, καθισμένο μπροστά στα κουμπιά ελέγχου μιας ψεύτικης καμπίνας ανιχνευτικού διαστημοπλοίου. Ωφελιμιστικά τακτοποιημένη, η μικρή καμπίνα τον περιτριγύριζε, από την κουκέτα που δίπλωνε μέχρι το ράφι με τα όπλα που γυάλιζαν καλολαδωμένα στους γάντζους τους. Μια γρατσουνισμένη κιθάρα ακουμπούσε σε μια γωνία.
Η αληθινή ζωή παρουσίαζε διαφορές - τον Χανκ, με το πλατύ στήθος, φορώντας ένα χακί κοντό παντελονάκι, καθισμένο μπρος στα κάπως φθαρμένα κουμπιά ελέγχου του Και τώρα όχι . Ωφελιμιστικά ατακτοποίητη η μικρή καμπίνα, τον περιτριγύριζε, από την απλωμένη κι άφτιαχτη κουκέτα, μέχρι το ράφι που είχε άλλοτε όπλα, με το καλολαδωμένο μαχαίρι, το τσεκούρι, τις τανάλιες και τα λοιπά, να κρέμονται από τους γάντζους. Στο ντουλάπι με τα πυρομαχικά υπήρχαν πέντε αχρησιμοποίητες δεσμίδες δυναμίτη. Ο Χανκ, όταν μιλούσε για τη δουλειά του στα σπάνια ταξίδια του σπίτι, εκφραζόταν με λυρισμό για τον δυναμίτη. «Ένα εργαλείο», έλεγε, «ένα όπλο. Μπορεί να σκάψει για σένα, να μπλοφάρει για σένα. Το μόνο πράγμα που δεν κάνει, είναι να σου μαγειρεύει το φαγητό και να στρώνει την κουκέτα».
Μια γρατσουνισμένη κιθάρα, ακουμπούσε σε μια γωνιά.
Με την ένατη περιστροφή, ο Χανκ είχε πλήρεις χάρτες επιφανείας για τον κόσμο πάνω από τον οποίο βρισκόταν. Τους τροφοδοτούσε στον Εγκέφαλο - Βιβλιοθήκη του σκάφους και ζήτησε να βρεθεί το σημείο, σε οποιαδήποτε από τις τρεις ηπείρους του πλανήτη, όπου οι συνθήκες προσγείωσης θα ήταν πιο ευνοϊκές. Μετά σύνδεσε τα πάντα με τον αυτόματο πιλότο και πήρε έναν υπνάκο.
Όταν το ένστικτό του τον ξύπνησε, το Και τώρα όχι μόλις ετοιμαζόταν να προσεδαφιστεί σε ένα μικρό λιβάδι, περιτριγυρισμένο από δέντρα, που έδειχνε αρκετά ευχάριστο για να είναι πάρκο. Τι ήταν αυτό που τον άγγιξε στα μισά του ύπνου του, δεν το έμαθε ποτέ' αλλά τη μια στιγμή κοιμόταν - και την άλλη, κατευθυνόταν προς τον πίνακα ελέγχου.
Μετά, το τράνταγμα χτύπησε το σκάφος, σαν να προερχόταν από χέρι γίγαντα.
Παραπάτησε, πρόλαβε να δει τον τοίχο της καμπίνας να γέρνει προς το μέρος του, και η συνείδησή του έλιωσε μέσα στην πιο όμορφη επίδειξη άστρων που είχε δει ποτέ του.
Ξύπνησε ξανά - αυτή τη φορά από έναν διαπεραστικό πονοκέφαλο κι ένα καρούμπαλο στο μέτωπό του. Ανακάθισε με δυσκολία, σηκώθηκε σιγά - σιγά και περπάτησε προς το φαρμακείο, παρατηρώντας αφηρημένα, πως το σκάφος βρισκόταν ακόμα, σε μια όρθια τουλάχιστον θέση. Η οθόνη που επικοινωνούσε με το εξωτερικό ήταν ανοιχτή, δείχνοντας ένα μέρος από το λιβάδι. Πριν πέντε χρόνια, θα είχε κοιτάξει αμέσως έξω. Αλλά, τώρα τον ενδιέφερε περισσότερο η ασπιρίνη.
Αφού πήρε την ασπιρίνη και βεβαιώθηκε πως το καρούμπαλο στο κεφάλι του δεν είχε ματώσει και πως η κιθάρα δεν είχε πάθει τίποτα, στράφηκε τελικά προς την οθόνη, κάθισε στην καρέκλα του πιλότου και μετακίνησε τον εξωτερικό ανιχνευτή προς τις διάφορες μεριές του λιβαδιού. Το λιβάδι στριφογύρισε μπρος του, σταμάτησε, και η οθόνη σταθεροποιήθηκε πάνω σε ένα ψηλό, γκρίζο σχήμα.
Στην άλλη άκρη του λιβαδιού, βρισκόταν ένα άλλο σκάφος. Είχε το μισό μέγεθος του Και τώρα όχι ' δεν έμοιαζε με κανένα σκάφος, φτιασμένο από άνθρωπο, που να είχε δει ποτέ του ο Χανκ και είχε ένα είδος μεταλλικής φούσκας ή πυργίσκο, εκεί που θα έπρεπε να είναι η μύτη του. Από αυτόν τον πυργίσκο ξεπρόβαλε ένα ζευγάρι κοντοί σωλήνες με μεγάλο αμβλύ στόμιο, που έμοιαζαν με κάνες όπλων. Ήταν στραμμένοι προς το μέρος του Και τώρα όχι .
Ο Χανκ σφύριξε τις τρεις πρώτες στροφές του «Θα περάσουμε ωραία απόψε στην Παλιά Πόλη» - και σταμάτησε, μάλλον απότομα. Κοίταξε στην οθόνη το ξένο σκάφος. «Τώρα», είπε μετά από λίγο, στο δωμάτιο γύρω του, «οι πιθανότητες - οι πιθανότητες του να βρισκόμαστε και οι δυο εδώ, την ίδια στιγμή, στο ίδιο μέρος, πρέπει να είναι γύρω στα δέκα δισεκατομμύρια προς ένα».
Πράγμα που μπορεί να ήταν αλήθεια. Που, όμως, η αναγνώριση του δεν τον βοηθούσε σε τίποτα. Κάθισε στην καρέκλα του μπρος στον πίνακα ελέγχου και εξέτασε μια σειρά από μετρητές. Αυτοί οι μηχανικοί φύλακες τον πληροφόρησαν, όχι προς μεγάλη του έκπληξη, πως το Και τώρα όχι βομβαρδιζόταν από διάφορα είδη ακτινοβολίας. Ήταν αρκετά προσεκτικός για να μην αγγίξει τίποτα ακόμα. Στην σκέψη του στριφογύριζαν οι πέντε δεσμίδες του δυναμίτη. Η επέκταση της ανθρώπινης φυλής στα άστρα, τον είχε φέρει και παλιότερα σε επαφή με μερικές μορφές ζωής που θα μπορούσαν αρκετά σωστά να αποκαλεστούν νοήμονες - αλλά ο Χανκ δεν γνώριζε κανέναν, στον κλάδο του ή έξω από αυτόν, που να είχε πράγματι συναντήσει αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν μια παρόμοια, νοήμονα φυλή που να ταξιδεύει στα άστρα .
«Εκτός από τώρα, πιτσιρικά γιε της κυρίας Σάλλο», είπε ο Χανκ στον εαυτό του. «Πράγμα που είναι βέβαια φυσικό».
Όχι, ήταν ξεκάθαρο το πώς αυτό το πρόβλημα δεν μπορούσε να λυθεί με δυναμίτη. Ο ξένος εκεί πέρα, θα ήταν σίγουρα οπλισμένος και ευερέθιστος. Το Και τώρα όχι , είχε πέντε δεσμίδες δυναμίτη, πολλά χρήσιμα, ειρηνικά εργαλεία, και τον Χανκ. Ο Χανκ ακούμπησε πίσω στην καρέκλα του, ρούφηξε γουλιά - γουλιά τον καφέ του και ανάθεσε την κατάσταση στο μοναδικό μηχάνημα του σκάφους που είχε κάποια ελπίδα να την αντιμετωπίσει - κάπου ενάμισι κιλό φαιάς ουσίας ακριβώς πάνω από τα φρύδια του και ανάμεσα στα αυτιά του.
Εργαζόταν με αυτό το μηχάνημα αρκετά σκληρά, όταν άρχισαν να δονούνται κατά διαστήματα τα τοιχώματα του σκάφους. Οι δονήσεις, δημιούργησαν μια σειρά από σύντομους ήχους ή κουδουνίσματα. Ο Χανκ έτρεξε προς τον Εγκέφαλο - Βιβλιοθήκη του σκάφους και τον ρώτησε ποια ήταν η γνώμη του, γι' αυτές τις καινούριες εξελίξεις.
«Το ξένο σκάφος φαίνεται πως προσπαθεί να
επικοινωνήσει μαζί σου», τον πληροφόρησε ο Εγκέφαλος - Βιβλιοθήκη.
«Καλά, κοίταξε αν μπορείς να βγάλεις νόημα από αυτόν
τον κώδικα», τον καθοδήγησε ο Χανκ. «Αλλά μην απαντήσεις - όχι ακόμα, πάντως».
Άρχισε να σκέφτεται πάλι.
Μια από τις λιγότερο λαμπρές πλευρές του επαγγέλματος του Χανκ - και με την οποία δεν ασχολιόταν καθόλου η εκπομπή που αναφέραμε παραπάνω - ήταν ένα φορτωμένο πρόγραμμα από μαθήματα, διαλέξεις και οδηγίες, που ήταν υποχρεωμένος να παρακολουθεί κάθε φορά που επέστρεφε στο Αρχηγείο, στη Γη. Ο σκοπός αυτής της ρουτίνας, ήταν να πληροφορείται τις τελευταίες εξελίξεις και ανακαλύψεις που θα μπορούσαν να του χρησιμέψουν.
Το δυστύχημα ήταν ότι αυτό, θα σήμαινε την πληροφόρησή του για τα πάντα που είχαν συμβεί από την τελευταία του επίσκεψη. Στην ιδανική περίπτωση, ένας κοσμοπρόσκοπος θα έπρεπε να γνωρίζει τα πάντα, από την ααρντβαρκινή ψυχολογία μέχρι την Ζωριανή γλώσσα. Αλλά στην πράξη, εφόσον μια τέτοια γενική κάλυψη ήταν αδύνατη, γινόταν κάποια προσπάθεια να ασχοληθούν εντατικότερα με τις πιο σχετικές νέες πληροφορίες και να επιθεωρήσουν επιφανειακά τις υπόλοιπες.
Φυσικά, όλες οι καινούριες πληροφορίες ενσωματώνονταν στους κρυστάλλους μνήμης του Εγκεφάλου' αλλά το κόλπο, κατά την άποψη του Χανκ, ήταν να θυμάται κανένας τι να ρωτήσει και πώς να το ρωτήσει. Σε μια από τις τελευταίες επιθεωρήσεις που είχε παρακολουθήσει στο τελευταίο του ταξίδι, είχε παρουσιαστεί μια κάπως αντιλεγόμενη θεωρία κάποιου, που υποστήριζε ότι μια ξένη φυλή που ταξιδεύει στο διάστημα κι ενδιαφέρεται για τους ίδιους πλανήτες με τον άνθρωπο, όχι μόνο θα του έμοιαζε πολύ, αλλά θα ενεργούσε και παρόμοια με άνθρωπο. Ο Χανκ έκλεισε τα μάτια του.
«Ληστές», άρχισε να λέει από μέσα του. «λοστρόμος, λοταρία, λουτρό, μέταλλο, μετασχηματιστές, μονωτικά, μούδιασμα, μπαλόνι, μπουκαπόρτα, μπαταρία, μπράτσο, μπρίκι...Βιβλιοθήκη δώσε μου το βιβλίο του Γουώλτερ Μ. Μπρήντον, Υποθέσεις πάνω στις αντιδράσεις των εξωγήινων ».
Μεσολάβησε μια ανεπαίσθητη καθυστέρηση και μετά φωτίστηκε μια οθόνη μπρος στον Χανκ, παρουσιάζοντας ένα φωτογραφημένο έγγραφο.
«...Ας διασκεδάσουμε τώρα [άρχιζε το κείμενο] με μερικές εικασίες για την προσωπικότητα και τη φύση ενός εξωγήινου που ταξιδεύει στο διάστημα, σαν και αυτόν που πιθανόν να συναντήσετε...»
Ο Χάνκ ξεφύσηξε κι άρχισε να διαβάζει.
Μετά από είκοσι λεπτά, είχε επιβεβαιώσει αυτό που θυμόταν για τη θεωρία του Μπρήτον. Δηλαδή, πως ένας εξωγήινος, σαν και αυτόν που έπρεπε να βρίσκεται στο απέναντι σκάφος, θα αντιδρούσε υποχρεωτικά με έναν τρόπο παρόμοιο με αυτόν του ανθρώπου. Εξαιτίας, έλεγε η θεωρία του Μπρήντον, του αναγκαστικά παράλληλου περιβάλλοντος και των προηγμένων σταδίων της ανάπτυξής του.
Εκείνη τη στιγμή, το κουδούνι του δέκτη του Χανκ,
άρχισε να χτυπά δυνατά. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε τον Εγκέφαλο -
Βιβλιοθήκη, αφού πρώτα τον άνοιξε. «Το ξένο σκάφος φαίνεται πως συμπέρανε ότι
μπορεί να σου μιλήσει με τα κανονικά όργανα επικοινωνίας. Καλεί το
Και τώρα όχι
».
«Ωραία», είπε ο Χανκ. «Αναρωτιέμαι πως θα λέγεται ο
δικός του Μπρήντον».
«Λυπάμαι, δεν έχω αυτές τις πληροφορίες».
«Ναι. Καλά, ετοιμάσου να μεταφράσεις». Ο Χανκ
συνδέθηκε με τον πίνακα επικοινωνίας. Μπρος του, άναψε μια οθόνη με την εικόνα
ενός άτριχου ατόμου, που του έλειπαν ακόμα και τα φρύδια' με έντονα και οστεώδη
οφρυακά τόξα, ένα πλατύ στόμα, καθόλου πηγούνι, και κάτι που φαινόταν σαν
πουλόβερ ζιβάγκο, γύρω από έναν χοντρό λαιμό.
Αυτό το άτομο τον κοίταξε για αρκετή ώρα' και μετά άρχισε να του απευθύνει κάτι περίεργους λαρυγγισμούς. Μετά από λίγο σταμάτησε και συνέχισε να τον κοιτάζει. Ο Χάνκ, με το δάχτυλό του ακίνητο ακόμα πάνω στο κουμπί εκπομπής, γύρισε προς τον Εγκέφαλο - Βιβλιοθήκη.
«Τι είπε;»
«Θα χρειαστώ περισσότερα στοιχεία. Ίσως αν μιλήσεις
τώρα, να αρχίσει να μιλάει ξανά».
«Αποκλείεται». Ο Χανκ κοίταξε τον ξένο. Ο ξένος
εξακολουθούσε να τον κοιτάζει. Αυτή η πάλη των βλεμμάτων, συνεχίστηκε για
αρκετή ώρα. Ξαφνικά ο ξένος, άρχισε να μιλάει ξανά. Μίλησε για αρκετή ώρα αυτή
τη φορά. Κούνησε ακόμα και μια γροθιά στον αέρα. Ήταν μια μάλλον αδύνατη
γροθιά, σε σύγκριση με τον χοντρό λαιμό του.
«Λοιπόν;» ρώτησε ο Χανκ τον
Εγκέφαλο - Βιβλιοθήκη, αφού σώπασε για δεύτερη φορά η φιγούρα στην οθόνη.
«Το πρώτο μήνυμα είναι «Είστε υπό κράτησιν»».
«Μόνο αυτό είπε;»
«Η συγκόλληση των μορφολογικών γλωσσικών στοιχείων
φαίνεται να είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό της γλώσσας του».
«Εντάξει» γρύλισε ο Χανκ. «Συνέχισε».
«Δεύτερο μήνυμα:«Έχετε προσβάλει τις
αρμόδιες αρχές και τον άμεσο αντιπρόσωπό τους στο πρόσωπο εμού του ιδίου, ο
οποίος σας απευθύνομαι. Έχετε συλληφθεί κι είστε αβοήθητος. Επομένως
παραδοθείτε αμέσως, διαφορετικά θα σας καταστρέψουμε ολοσχερώς»».
Ο Χάνκ σκέφτηκε για λίγο.
«Μετάφρασε», είπε στον Εγκέφαλο - Βιβλιοθήκη. Πίεσε το
κουμπί εκπομπής. «Τατ - τατ», είπε στον ξένο.
«Δεν μπορώ να μεταφράσω το«τατ-τατ»», είπε ο
Εγκέφαλος.
«Ω!» ο Χανκ χαμογέλασε. Το χαμόγελό του έγινε πιο
πλατύ. Άρχισε να γελά. Το γέλιο του δυνάμωσε.
«Δεν μπορώ να μεταφράσω το γέλιο», είπε ο Εγκέφαλος.
Ο Χανκ στριφογύριζε στο κάθισμά του και τον είχε πιάσει λόξυγκας από το ακατάσχετο γέλιο. Άπλωσε το ένα χέρι του κι έκλεισε το κουμπί εκπομπής. Η οθόνη σκοτείνιασε μπρος του κι ο ξένος που εξακολουθούσε να τον κοιτάζει, χάθηκε από τα μάτια του. Βήχοντας ο Χανκ ανασηκώθηκε. Ξαφνικά σταμάτησε.
«Τι κάνω;» μουρμούρισε. «Αφού ο πομπός είναι τώρα πια κλειστός». Σκούπισε το υγρό μέτωπό του με την μαλλιαρή ανάποδη ενός τεράστιου χεριού και σηκώθηκε για να κατευθυνθεί προς μια από τις αποθήκες φαγητού. Την άνοιξε και τράβηξε έξω ένα μεγάλο καφέ μπουκάλι.
Τα οινοπνευματώδη δεν ήταν μέσα στα περιεχόμενα του καταλόγου προμηθειών σε ένα ανιχνευτικό σκάφος - για λόγους χώρου περισσότερο παρά για λόγους νηφαλιότητας, μια κι ένας αλκοολικός κοσμοπρόσκοπος ήταν ένα είδος αυτοαναιρούμενου προβλήματος. Από την άλλη μεριά, ένα κλειστό σύστημα, που ανακύκλωνε ολικά και επεξεργαζόταν διάφορα απόβλητα οργανικής φύσης, για να τα μετατρέψει ξανά σε τροφή, απαιτούσε μικρά και αποδοτικά μηχανήματα, που ήταν εξίσου ικανά να παράγουν τεχνητά μπιφτέκια ή τεχνητή μπύρα. Το αποτέλεσμα ήταν πως αν οι κοσμοπρόσκοποι έπιναν κάτι, αυτό ήταν πάντοτε μπύρα.
Για τα γκαρσόνια και τους μπάρμαν ήταν κάτι το απελπιστικό. Μια ομάδα από κοσμοπροσκόπους, που έβγαιναν μαζί, μπορούσαν να παραγγείλουν ένα μπουκάλι παγωμένη μπύρα ο καθένας και να στραγγίξουν τα μπουκάλια τους μέχρι την τελευταία σταγόνα, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα' μετά να καθίσουν με τα άδεια μπουκάλια μπροστά τους, χωρίς να δίνουν άλλη παραγγελία, μέχρι να περάσουν τουλάχιστο σαράντα λεπτά. Μετά άρχιζε πάλι η ίδια διαδικασία.
Ένας κοσμοπρόσκοπος αποφασισμένος να μεθύσει, δεν είχε παρά να συντομεύσει το διάστημα ανάμεσα στις παραγγελίες. Εκείνος που ήθελε να παραμείνει νηφάλιος, και να φαίνεται πως πίνει, μεγάλωνε το διάστημα. Ένας αμύητος που θα καθόταν μαζί τους σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως καταστρεφόταν - είτε από το πιοτό είτε από την απογοήτευση.
Σε τούτη την ειδική περίπτωση ο Χανκ ξεσφράγισε το μπουκάλι που κρατούσε στο χέρι του, κατάπιε μισό λίτρο μπύρας, ξανασφράγισε προσεκτικά το μπουκάλι και το έβαλε πίσω στη θήκη του, στο ψυγείο. Μετά μέτρησε προσεκτικά τα υπόλοιπα γεμάτα μπουκάλια κι άναψε την ελεγχόμενη παραγωγή μπύρας.
Μετά από αυτό τον έπιασε άλλο ένα σπασμωδικό γέλιο, αλλά κατόρθωσε να το συγκρατήσει. Πήγε στον πίνακα ελέγχου και άναψε την εξωτερική οθόνη. Φωτίστηκε, δείχνοντάς του το λιβάδι φωτισμένο από τον απογευματινό ήλιο που έλαμπε πάνω στην χλόη και το ψηλό μεταλλικό σχήμα του ξένου σκάφους.
«Ωραία μέρα», είπε ο Χανκ, «για εκδρομή».
«Θέλεις να σημειώσω αυτό το γεγονός;» ρώτησε ο
Εγκέφαλος, που τον είχε αφήσει ανοιχτό.
«Γιατί όχι;» είπε ο Χανκ. Περπάτησε
εύθυμα γύρω στο δωμάτιο, ανοίγοντας ντουλάπια και βγάζοντας πράγματα. Του ήρθε
μια ξαφνική σκέψη. Πήγε προς τον πίνακα ελέγχου για να ελέγξει τις αναφορές
ορισμένων οργάνων σχετικά με το φυσικό περιβάλλον του πλανήτη αλλά όλα του
έδειξαν πως το λιβάδι ήταν εντελώς ακίνδυνο. Πρόσθεσε τις γεμάτες μπουκάλες μπύρας
στο σωρό του, τα έκλεισε όλα σε μια σακούλα ρυθμιζόμενης θερμοκρασίας και
βγήκε, περνώντας από τον αεροστεγή θάλαμο του σκάφους του.
Φτάνοντας στο έδαφος, έξω, προχώρησε προς ένα αναπαυτικό μέρος στο χορτάρι, σχεδόν στα μέσα της απόστασης ανάμεσα στο δικό του και το ξένο σκάφος.
Μισή ώρα αργότερα, είχε ανάψει μια μικρή φωτιά στο κέντρο ενός μικρού κύκλου από πέτρες, είχε κρεμάσει μια κούνια-κρεβάτι, σε δυο ξύλινους στύλους κι ένας ψύκτης για τις μπύρες, όπως επίσης και ένα κιβώτιο - θερμός, γεμάτο με διάφορους μεζέδες, βρισκόταν κοντά του. Ξαπλωμένος στην κούνια, έπαιζε την κιθάρα του και τραγουδούσε. Επιπλέον, κάθε τριανταπέντε λεπτά περίπου, κατάπινε μισό λίτρο μπύρα.
Η μπύρα δεν κατάφερνε να καλυτερέψει τη φωνή του. Υπήρχαν λόγοι που έκαναν τον Χανκ Σάλλο να τραγουδά στα μοναχικά εξερευνητικά του ταξίδια - καμιά πολιτισμένη κοινότητα δεν θα μπορούσε να αντέξει τη φρίκη των φωνητικών του χορδών όταν τραγουδούσε. Αλλά με έναν συνδυασμό δωροδοκίας κι εκφοβισμού είχε εξαναγκάσει έναν φτωχό μουσικοδιδάσκαλο κάποτε, να τον διδάξει πώς να μην κάνει παραφωνίες. Έτσι, δεν έκανε παραφωνίες' αλλά το αποτέλεσμα εξακολουθούσε να είναι ένα μπάσο γκάρισμα ικανό να διαπεράσει τοίχους είκοσι πόντων και να κάνει τα τζάμια να τρίζουν.
Το ξένο σκάφος δεν έδειχνε ίχνη ζωής.
Όμως, καθώς ο ήλιος άρχισε να πνίγεται σιγά - σιγά στο σούρουπο, ο Χανκ αντιλήφθηκε με ευχάριστη έκπληξη πως οι κάτοικοι αυτού του κόσμου δεν φαίνονταν να συμμερίζονται την αντιπάθειά που έδειχνε το μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου γαλαξία για το τραγούδι του. Ένα σύνολο από μικρά ζώα διαφόρων ειδών, είχε μαζευτεί και καθόταν σε έναν κύκλο, ολόγυρά του. Δεν ξαφνιάστηκε αδικαιολόγητα, όταν μετά από λίγο ένα από τα μεγάλα πλάσματα - που έμοιαζε με κουνέλι και καθόταν στα πίσω του πόδια - άρχισε να εναρμονίζεται μαζί του.
Αν η φωνή του Χανκ είχε κάπως την ηχηρότητα ενός πιονιού, η φωνή του ζώου, είχε την καθαρή ρευστότητα ενός αγγέλου. Έδιναν μια αξιοθαύμαστη παράσταση, με διαφορά τέσσερις οκτάβες ο ένας από τον άλλο - κι είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει αρκετά - όταν άναψε ξαφνικά έναν εκτυφλωτικό φως στην κορυφή του ξένου σκάφους. Έλουσε το λιβάδι με ένα τόσο δυνατό φως σαν αυτό που προέρχεται από μια ατομική έκρηξη' και τα ζώα εξαφανίστηκαν τρέχοντας. Ο Χανκ ανακάθισε στην κούνια, ανοιγόκλεισε τα μάτια του και είδε τον ξένο να τον πλησιάζει με τα πόδια. Ο ξένος έσπρωχνε ένα μαύρο κουτί, στο μέγεθος μιας βαλίτσας, πάνω σε δυο ρόδες. Το τσούλησε μέχρι τη φωτιά, σήκωσε τις άκρες των μαύρων φαρδιών παντελονιών του, που συμπλήρωναν το πάνω ρούχο με το κλειστό γιακά που είχε δει ο Χανκ νωρίτερα στην οθόνη, και του είπε κάτι.
«Συγγνώμη, φίλε», είπε ο Χανκ. «Δεν έχω μεταφραστή μαζί μου».
Ο ξένος είπε κάτι άλλο. Ο Χανκ χτύπησε τεμπέλικα μερικά ακόρντα και λυπήθηκε που δεν είχε το ζώο κοντά του να τον συνοδέψει στο τραγούδι «Το Παλιό Γλυκό Τραγούδι της Αγάπης», που θα ήταν ιδανικό για τις δυο φωνές τους.
Ο ξένος σταμάτησε να μιλά και πίεσε με ένα δάχτυλο -
κάπως θυμωμένα, σκέφτηκε ο Χανκ - ένα κουμπί στην κορφή του μαύρου κουτιού.
Δίστασε για μια στιγμή' μετά μίλησε ξανά και μια περίεργη άχρωμη και άτονη
Αγγλική φωνή ακούστηκε από το κουτί.
«Είστε υπό κράτησιν», είπε.
«Ξανασκέψου το», είπε ο Χανκ.
«Τι θέλετε να πείτε;»
«Θέλω να πω πως αρνούμαι να συλληφθώ. Θα πιεις κάτι;»
«Αν αντισταθείτε στη σύλληψη, θα σας καταστρέψω!»
«Όχι, δεν θα το κάνεις».
«Σας διαβεβαιώνω πως θα το κάνω».
«Δεν μπορείς», είπε ο Χανκ.
Ο ξένος τον κοίταξε με μια έκφραση που ο Χανκ σκέφτηκε
πως θα έπρεπε να δείχνει μάλλον υποψία.
«Το σκάφος μου», είπε ο ξένος, «είναι οπλισμένο, και
το δικό σας δεν είναι».
«Α, εννοείς αυτά τα σαχλά όπλα στη μύτη του σκάφους
σου;» είπε ο Χανκ. «Δεν μπορούν να μου κάνουν τίποτα».
«Τίποτα;»
«Ακριβώς, αδερφάκι».
«Δεν ανήκουμε καν στο ίδιο είδος. Μην αφήσετε την
άγνοιά σας να σας οδηγήσει στο λάθος να με προσβάλετε. Για να διασκεδάσω, θα
σας ρωτήσω γιατί έχετε την ψευδαίσθηση πως τα πιο ισχυρά επιστημονικά όπλα που
υπάρχουν δεν μπορούν να σας κάνουν τίποτα;»
«Εγώ», είπε ο Χανκ, «έχω ένα μεγαλύτερο όπλο».
Ο ξένος τον κοίταξε με υποψία για δεύτερη φορά.
«Λέτε ψέματα», είπε μετά από μια στιγμή στο κουτί.
«Τατ-τατ», είπε ο Χανκ.
«Τι ήταν αυτός ο θόρυβος που κάνατε; Ο μεταφραστής
μου δεν μπορεί να τον αναγνωρίσει».
«Και δεν θα τον αναγνωρίσει ποτέ».
«Αυτός ο μεταφραστής θα αναγνωρίσει αργά ή γρήγορα
κάθε λέξη της γλώσσας σας».
«Όχι μια τζηπφλμεϊς λέξη σαν την τατ-τατ».
«Τι είδους λέξη;» Μπορεί, σκέφτηκε ο Χανκ
να είμαι υπερβολικά αισιόδοξος' αλλά είχε την εντύπωση πως ο ξένος έδειχνε
κάπως αβέβαιος.
«Τζηπφλμεϊς - λέξεις που έχουν να κάνουν με την
Υπέρτατη Τέχνη - Επιστήμη».
Ο ξένος δίστασε για τρίτη φορά.
«Για να επανέλθουμε σε αυτόν τον εντυπωσιακό ισχυρισμό
σας, πως έχετε ένα όπλο - τι είδους όπλο θα μπορούσε να είναι ανώτερο από ένα
πυρηνικό κανόνι που μπορεί να καταστρέψει ένα βουνό;»
«Ολοφάνερα», είπε ο Χανκ, «το Έσχατο Όπλο!»
«Το Έσχατο Όπλο;»
«Βεβαίως' το όπλο που προέκυψε από τις αρχές της
Υπέρτατης Τέχνης - Επιστήμης».
«Τι είδους όπλο είναι αυτό;» είπε ο
ξένος.
«Είναι μάλλον αδύνατο να το εξηγήσω», είπε ο Χανκ
άνετα, «σε κάποιον που δεν καταβαίνει καθόλου την Υπέρτατη Τέχνη - Επιστήμη».
«Μπορώ να το δω αυτό το όπλο;»
«Δεν μπορείς να το δεις, μικρέ μου», είπε ο Χανκ.
«Αν μου κάνετε μια επίδειξη της δύναμης του», είπε
μετά από μια παύση ο ξένος, «τότε θα πιστέψω τον ισχυρισμό σας».
«Ο μόνος τρόπος για να το κάνω αυτό θα ήταν να το
χρησιμοποιήσω πάνω σου», είπε ο Χανκ. «Δουλεύει μόνο πάνω σε νοήμονες μορφές
ζωής».
Άπλωσε το χέρι του και άνοιξε άλλη μια μπύρα. Όταν ακούμπησε το μισοάδειο μπουκάλι κάτω, ο ξένος βρισκόταν ακόμα εκεί.
«Λέτε ψέματα», είπε ο ξένος.
«Ένα ανώριμο άτομο σαν κι εσένα», είπε ο Χανκ,
σκουπίζοντας διακριτικά τον αφρό από το πάνω χείλος του με την ανάποδη του
μαλλιαρού χεριού του, «είναι φυσικό να νομίζει κάτι τέτοιο».
Ο ξένος γύρισε απότομα και τσούλησε τον μεταφραστή του πίσω προς το σκάφος του. Μετά από λίγα λεπτά, το μεγάλο φως έσβησε και το λιβάδι βυθίστηκε στο σκοτάδι, με εξαίρεση το αδύναμο φως της φωτιάς.
«Λοιπόν», είπε ο Χανκ καθώς σηκωνόταν από την κούνια και χασμουριόταν, «φαντάζομαι πως τέρμα για σήμερα».
Πήρε την κιθάρα και γύρισε στο σκάφος του. Καθώς έμπαινε μέσα από την αεροστεγή θυρίδα, νόμισε πως αισθάνθηκε κάτι στο μέγεθος ενός ποντικού, στο πόδι του' και πρόλαβε να δει κάτι μικρό, μαύρο και μεταλλικό να εξαφανίζεται κάτω από τον πίνακα ελέγχου.
Ο Χανκ χαμογέλασε μάλλον χαζά στο δωμάτιο γύρω του κι έπεσε να κοιμηθεί.
Ξύπνησε μια φορά τη νύχτα' αλλά δεν σηκώθηκε. Συγκεντρώνοντας την προσοχή του, μόλις μπόρεσε μερικές φορές να ακούσει έναν ελαφρό ήχο κινήσεων. Ικανοποιημένος, ξανακοιμήθηκε.
Το πρωί τον βρήκε σηκωμένο από το κρεβάτι να σφυρίζει στον εαυτό του. Ρύθμισε τον θερμοστάτη στην καφετιέρα για ένα φλιτζάνι καφέ στα γρήγορα, άναψε το θερμοστάτη της καμπίνας κι άνοιξε και τις δυο πόρτες του θαλάμου, για να μπει φρέσκος αέρας. Μετά γέμισε το φλιτζάνι του με καφέ, χαμήλωσε ξανά τον θερμοστάτη της καφετιέρας κι άναψε την αυτόματη σκούπα. Η σκούπα κινήθηκε στο δωμάτιο, συγκεντρώνοντας τη σκόνη και τα λίγα σκουπίδια και τα έβγαλε έξω από την πόρτα. Στο σωρό, πρόλαβε να παρατηρήσει ο Χανκ, υπήρχε ένας αριθμός από μικροσκοπικά κινούμενα μηχανήματα - κάτι σαν μυρμήγκια ρομπότ. Εξακολουθώντας να πίνει τον καφέ του, πήγε στο συρτάρι που είχε το βιβλίο με τις οδηγίες για τον χειρισμό των διαστημοπλοίων του τύπου του Και τώρα όχι. Κρατώντας το βιβλίο από τη ράχη, το τίναξε. Κι άλλα δυο από τα μικροσκοπικά αυτά μηχανήματα έπεσαν στο πάτωμα, κι η αυτόματη σκούπα βουίζοντας υποτιμητικά - όπως φάνηκε στον Χανκ - έτρεξε να τα μαζέψει.
Ο Χανκ έφτιαχνε το πρωινό του, όταν η οθόνη του
ανακοίνωσε πως τον καλούσαν από το άλλο σκάφος. Πήγε στον πίνακα ελέγχου και
αποκρίθηκε. Η εικόνα του ξένου φάνηκε στην φωτισμένη οθόνη.
«Είχες όλη τη νύχτα για να το σκεφτείς», είπε η άχρωμη
φωνή του ξένου μεταφραστή. «Θα σου δώσω δώδεκα κόμμα τρεις χιλιάδες εφτακόσια
πενηνταπέντε ακόμα λεπτά για να παραδοθείς μαζί με το σκάφος σου. Αν δεν παραδοθείς
μέχρι τότε θα σε καταστρέψω».
«Θα μπορούσες τουλάχιστο, να περιμένεις μέχρι να
τελειώσω το φαγητό μου», είπε ο Χανκ. Χασμουρήθηκε και αποσύνδεσε την
επικοινωνία.
Συνέχισε να ετοιμάζει το πρωινό του, σφυρίζοντας. Αλλά το σφύριγμα ήταν λίγο μονότονο' κι ανακάλυψε πως κοίταζε το ρολόι. Αποφάσισες πως δεν πείναγε τελικά και κάθισε, παρατηρώντας το ρολόι στον πίνακα ελέγχου, καθώς οι δείχτες του έδειχναν τα δευτερόλεπτα που περνούσαν μέχρι τη λήξη της διορίας.
Όμως, δεν έγινε τίποτα. Όταν είχαν περάσει αρκετά λεπτά από την προθεσμία, αναστέναξε με ανακούφιση και χαλάρωσε τα χέρια του, που ανακάλυψε ότι τα είχε κολλήσει στα μπράτσα της καρέκλας. Αποφάσισε τελικά να φάει το πρωινό του.
Μετά ρύθμισε την καφετιέρα να ανάψει μόλις θα ερχόταν, πήρε μερικά καινούρια βιβλία από το ψηλότερο ράφι της βιβλιοθήκης του - χτυπώντας κάπως άσχημα το κεφάλι του σε έναν μικρό πυροσβεστήρα που βρισκόταν από πάνω - και σταμάτησε για να τρίψει το κεφάλι του και να βρίσει τον πυροσβεστήρα. Μετά πρόσφερε στον εαυτό του το τελευταίο φλιτζάνι καφέ που βρισκόταν ακόμα στην καφετιέρα, αποσύνδεσε τους διακόπτες αυτόματου ελέγχου για να μείνουν οι πόρτες ανοιχτές την ώρα που θα βρισκόταν έξω, φορτώθηκε με μπύρα - αφήνοντας τα βιβλία πάνω στην καφετιέρα - και βγήκε έξω κατευθυνόμενος προς το κρεμαστό του κρεβάτι.
Μετά από σαράντα λεπτά κι ενάμισι λίτρο μπύρα, είχαν φτιάξει πάλι τα κέφια του. Πήρε ένα τσεκούρι κι άρχισε να κόβει στύλους από το κοντινό δάσος, για να φτιάξει μια τέντα. Κατά το μεσημέρι, η κιθάρα του ήταν κουρδισμένη και το ακροατήριο του είχε αρχίσει πάλι να συγκεντρώνεται. Τραγούδησε για μια ώρα περίπου, ενώ το κουνέλι, του έκανε σιγόντο με την πιστότητα του παπαγάλου και μετά έφαγε. Ετοιμαζόταν να πάρει έναν υπνάκο στην κούνια, όταν είδε πάλι τον ξένο να τσουλάει τον μεταφραστή προς την κατεύθυνσή του.
Έφτασε στην φωτιά και σταμάτησε. Ο Χανκ ανακάθισε, αφήνοντας τα πόδια του να κρεμαστούν από την άκρη της κούνιας.
«Ας μιλήσουμε», είπε ο ξένος.
«Ωραία», είπε ο Χανκ.
«Θα είμαι ειλικρινής».
«Ωραία».
«Και θα περιμένω να είσαι και εσύ ειλικρινής».
«Γιατί όχι;»
«Είμαστε και οι δυο», είπε ο ξένος, «νοήμονα όντα μιας
επιστημονικής κουλτούρας, υψηλού επιπέδου. Παρά τις φανερές διαφορές ανάμεσά
μας, στην πραγματικότητα έχουμε πολλά κοινά σημεία. Πρέπει πρώτα να εξετάσουμε
την εκπληκτική σύμπτωση που μας έκανε και τους δυο να προσεδαφιστούμε στον ίδιο
κόσμο, στο ίδιο μέρος, ταυτόχρονα...»
«Όχι και τόσο μεγάλη σύμπτωση», είπε ο Χανκ.
«Τι θέλεις να πεις;» Ο ξένος τον
στραβοκοίταξε.
«Είναι λογικό», ο Χανκ ξάπλωσε αναπαυτικά στην κούνια
κι άρπαξε το γόνατό του και με τα δυο χέρια για να ισορροπήσει. «Ο λαός σου και
ο λαός μου είναι σίγουρο πως έχουν βρεθεί πολύ κοντά ο ένας στον άλλον αρκετές
φορές στο παρελθόν. Αλλά το διάστημα είναι αρκετά μεγάλο. Το σκάφος σου και το
δικό μου θα μπορούσαν εύκολα να διασταυρωθούν χιλιάδες φορές και να μην
προσέξει ποτέ ο ένας τον άλλον. Το πιο λογικό μέρος που θα μπορούσαμε να
συναντηθούμε, είναι πάνω σε έναν πλανήτη που θέλουμε κι οι δυο. Όσο για το ότι
προσεδαφιστήκαμε στο ίδιο μέρος - ρυθμίζω τα όργανά μου για να διαλέξουν το
καλύτερο μέρος για προσεδάφιση. Φαντάζομαι πως έκανες κι εσύ το ίδιο».
«Δεν είναι της αρμοδιότητάς μου», είπε ο ξένος, «να
σου δώσω πληροφορίες».
«Ούτε είναι αναγκαίο να το κάνεις», γρύλισε ο Χανκ.
«Είναι φανερό ότι ο πλανήτης σου και ο δικός μου δεν απέχουν πολύ, μέσα στα
όρια πάντοτε των γαλακτικών αποστάσεων - και τα εξερευνητικά πλοία του καθένα
από μας πλησιάζουν όλο και περισσότερο τον πλανήτη - πατρίδα του άλλου. Αντί να
θεωρηθεί μια τεράστια σύμπτωση, μπορείς να πεις πως η συνάντησή μας ήταν σχεδόν
κάτι το αναπόφευκτο». Ανασήκωσε το ένα φρύδι του. «Και είμαι βέβαιος, πως και
εσύ, όπως ακριβώς κι εγώ, έχεις φτάσει στα ίδια συμπεράσματα».
Ο ξένος δίστασε για μια στιγμή.
«Καταλαβαίνω», είπε στο τέλος, «πως δεν υπάρχει λόγος
να προσπαθήσω να σε ξεγελάσω».
«Ω! μπορείς να
δοκιμάσεις
, αν θέλεις», είπε γενναιόδωρα ο
Χανκ.
«Όχι, θα είμαι απόλυτα ειλικρινής».
«Όπως θέλεις».
«Είναι ολοφάνερο, πως εσύ, όπως κι εγώ, έχεις κάνει
μια ολοκληρωμένη κι ορθή εκτίμηση της κατάστασης. Βρισκόμαστε λοιπόν εδώ,
αντιμέτωποι σε μιαν ένοπλη ανακωχή. Αποκλείεται ο ένας από μας να επιτρέψει
στον άλλον να γυρίσει στην πατρίδα του με την πληροφορία της ύπαρξης κάποιου
άλλου πολιτισμού. Δεν μπορούμε να διακινδυνέψουμε την περίπτωση ο λαός του
άλλου να είναι εχθρικός και πολύ επικίνδυνος. Επομένως, είναι καθήκον του
καθένα από μας να αιχμαλωτίσει τον άλλον». Έριξε μια ματιά στον Χανκ. «Σωστά;»
«Εσύ το λες», είπε ο Χανκ.
«Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε αδιέξοδο. Το σκάφος μου
έχει ένα όπλο, που σύμφωνα με όλους τους νόμους της επιστήμης, θα έπρεπε να
μπορεί να καταστρέψει εντελώς το σκάφος σου. Λογικά, βρίσκεσαι στο έλεός μου.
Όμως, εντελώς παράλογα, το αρνείσαι».
«Ναι», είπε ο Χανκ.
«Ισχυρίζεσαι πως έχεις ένα αόρατο όπλο, ισχυρότερο από
το δικό μου, πράγμα που με κάνει να βρίσκομαι κάτω από τον δικό σου έλεγχο. Από
πλευράς μου, πιστεύω πως λες ψέματα. Αλλά για χάρη του λαού μου δεν μπορώ να το
διακινδυνέψω, όπως έχουν τώρα τα πράγματα. Αν το έκανα και αποδεικνυόταν πως
έκανα λάθος, θα ήμουν υπεύθυνος μιας τεράστιας συμφοράς».
«Ναι, πράγματι», είπε ο Χανκ.
«Όμως παραμένει μια αμφιβολία στο νου μου. Αν είσαι
τόσο βέβαιος για τη σχετική ανωτερότητα του όπλου σου, γιατί δίστασες να με
αιχμαλωτίσεις».
«Γιατί να μπω στον κόπο;» Ο Χανκ άφησε το γόνατό
του κι έσκυψε προς τα εμπρός εμπιστευτικά, ακουμπώντας και τα δυο του πόδια στο
έδαφος. «Για να είμαι κι εγώ ειλικρινής - είσαι ακίνδυνος. Εξάλλου, θα
εγκατασταθώ εδώ».
«Θα εγκατασταθείς; Θέλεις να πεις πως
σκοπεύεις να μείνεις εδώ;»
«Βέβαια. Είναι ο κόσμος μου».
«Ο κόσμος σου;»
«Στον κόσμο μου», είπε υπεροπτικά ο Χανκ, «όταν
βρίσκεις έναν κόσμο που θέλεις και δεν τον έχει βρει κανένας άλλος, τον κρατάς
για τον εαυτό σου».
Η παύση του ξένου αυτή τη φορά, ήταν αρκετά μεγάλη.
«Τώρα ξέρω πως λες ψέματα», είπε.
«Όπως θέλεις», είπε ήρεμα ο Χανκ.
Ο ξένος έμεινε όρθιος να τον κοιτάζει.
«Δεν μου αφήνεις περιθώρια», είπε τελικά ο ξένος. «Έχω
να σου κάνω μια πρόταση. Θα σου δώσω αποδείξεις πως έχω καταστρέψει το κανόνι
μου, αν μου δώσεις και εσύ αποδείξεις πως έχεις καταστρέψει τ' όπλο σου. Μετά
μπορούμε να ρυθμίσουμε τα πράγματα, πάνω σε μια ίση βάση».
«Δυστυχώς», είπε ο Χανκ, «το όπλο μου δεν μπορεί να
καταστραφεί».
«Τότε», ο
ξένος οπισθοχώρησε κι άρχισε να στρίβει τον μεταφραστή του προς την κατεύθυνση
του σκάφους του. «Πρέπει να ριψοκινδυνέψω την περίπτωση να είσαι ψεύτης και να
κάνω ότι μπορώ για να σε καταστρέψω».
«Ε! Μισό λεπτό!» είπε ο Χανκ. Ο ξένος σταμάτησε και
στράφηκε προς το μέρος του.
«Μη βιάζεσαι τόσο». Ο Χανκ, σηκώθηκε και τέντωσε τους
μυς του. Είχαν και οι δυο το ίδιο ύψος, αλλά ήταν φανερό πως ο Χανκ είχε το
προτέρημα των εικοσιπέντε παραπάνω κιλών του. «Θέλεις να το ρυθμίσουμε αυτό σαν
άντρας - με - άντρα; Εγώ συμφωνώ. Χωρίς όπλα. Σου κάνω μια αθλητική
πρόταση».
«Δεν είμαι άγριος», αποκρίθηκε ο ξένος. «Ή βλάκας».
«Με ρόπαλα;» είπε αισιόδοξα ο Χανκ.
«Όχι»
«Με μαχαίρια;»
«Φυσικά όχι».
«Εντάξει», είπε ο Χανκ, ανασηκώνοντας τους ώμους του,
«όπως θέλεις. Πήγαινε να καταστραφείς. Έκανα ότι μπορούσα για να βρω κάποια
λύση».
Ο ξένος έμεινε σιωπηλός σαν να σκεφτόταν.
«Άσε να σου κάνω μια δεύτερη πρόταση», είπε στο τέλος.
«Όλες οι εναλλακτικές λύσεις που πρότεινες ήταν προς το συμφέρον σου. Ας το
αντιστρέψουμε αυτό. Σου προτείνω να ανταλλάξουμε τα σκάφη μας».
«Τι;» γρύλισε ο Χανκ.
«Βλέπεις; Δεν σε ενδιαφέρει μια
δίκαιη ανταλλαγή».
«Και βέβαια με ενδιαφέρει! Αλλά να αλλάξουμε σκάφη -
γιατί δεν μου ζητάς να τα παρατήσω καλύτερα;»
'Επειδή είναι φανερό πως δεν θα το κάνεις».
«Δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε αυτό και στο να μου
ζητάς να αλλάξουμε σκάφη!» ούρλιαξε ο Χανκ.
«Ποιος ξέρει;» είπε ο ξένος. «Είναι
πιθανό πως θα μάθεις τον χειρισμό του κανονιού μου προτού να μάθω εγώ τον
χειρισμό του σκάφους σου».
«Δεν θα μπορούσες ποτέ, έτσι κι αλλιώς - να χειριστείς
το δικό μου δηλαδή!» γρύλισε ο Χανκ.
«Είμαι πρόθυμος να το ριψοκινδυνέψω».
«Είναι γελοίο!»
«Πολύ καλά». Ο ξένος του γύρισε τις πλάτες. «Δεν έχω
άλλη λύση από το να κάνω ότι μπορώ για να σε καταστρέψω».
«Περίμενε. Περίμενε ...» είπε ο Χανκ. «Κοίτα, εντάξει.
Συμφωνώ. Μόνο άφησέ με να γυρίσω στο σκάφος μου για ένα λεπτό και να πάρω
μερικά προσωπικά μου...»
«Όχι. Κανένας μας δεν μπορεί να ριψοκινδυνέψει την
περίπτωση να του στήσει ο άλλος μια παγίδα, στο σκάφος του. Θα αλλάξουμε τώρα -
χωρίς να πάει κανένας μας πίσω στο σκάφος του».
«Μα, κοίτα τώρα...» Ο Χανκ έκανε ένα βήμα προς το μέρος
του.
«Μείνε πίσω», του είπε ο ξένος.
«Αυτή τη στιγμή είμαι συνδεδεμένος με τον μηχανισμό
τηλεκατεύθυνσης του κανονιού μου».
«Οι πόρτες του σκάφους μου είναι ανοιχτές. Του δικού
σου δεν είναι».
Ο ξένος άπλωσε το χέρι του κι άγγιξε το μαύρο κουτί. Πίσω του, η πόρτα του ξένου σκάφους άνοιξε, αποκαλύπτοντας μια ανοιχτή εσωτερική πόρτα κι ένα σκοτεινό εσωτερικό.
«Θα εγκαταλείψω τον μεταφραστή μου στην είσοδο του σκάφους σου», είπε ο ξένος. «Εντάξει;»
«Εντάξει!» είπε ο Χανκ. Άρχισε να προχωράει προς το ξένο σκάφος, κοιτάζοντας πίσω, πάνω από τον ώμο του. Ο ξένος άρχισε να τσουλάει το μαύρο του κουτί προς το σκάφος του Χανκ. Καθώς η απόσταση μεταξύ τους άρχισε να μεγαλώνει, άρχισαν να αυξάνουν την ταχύτητά τους. Στα μισά της απόστασης προς το ξένο σκάφος, ο Χανκ, ανακάλυψε πως έτρεχε. Έφτασε λαχανιασμένος στην είσοδο του ξένου σκάφους και κοίταξε πίσω του πάνω στην ώρα, για να δει πως ο ξένος τραβούσε μαζί του το μαύρο κουτί, ενώ έμπαινε στο σκάφος του Χανκ.
«Ε!» φώναξε ο Χανκ, εξαγριωμένος. «Υποσχέθηκες...»
Ο χτύπος της εξωτερικής πόρτας του σκάφους του, τον σταμάτησε στη μέση. Ακούμπησε στην ανοιχτή πόρτα του ξένου σκάφους, προσπαθώντας να ηρεμήσει. Για μια στιγμή σκέφτηκε πως ήταν φτιαγμένος για δύναμη κι όχι για ταχύτητα.
«Θα έπρεπε να είχα περπατήσει», είπε στο ξένο σκάφος. «Δεν θα είχε και καμιά σημασία». Κοίταξε το ρολόι του χεριού του. «Θα του δώσω τρία λεπτά. Δεν καθυστέρησε καθόλου για να βρει τα κουμπιά ελέγχου της πόρτας».
Παρατήρησε τις κινήσεις του λεπτοδείχτη. Όταν πέρασαν τα δυόμισι λεπτά, άρχισε να περπατά προς το δικό του σκάφος. Έφτασε στην κλειστή πόρτα κι έψαξε με τα δάχτυλά του κάτω από το πλαίσιο της πόρτας για το εξωτερικό κουμπί ελέγχου. Το βρήκε και το πίεσε.
Η πόρτα άνοιξε. Πυκνός καπνός ξεπετάχτηκε και τον ακολούθησε - τη στιγμή που άνοιξε διάπλατα η πόρτα - ένα τεράστιο κύμα νερού. Το νερό παράσερνε μαζί του κουρελιασμένο και λερωμένο τον ξένο. Κινήθηκε αδύναμα, γρύλισε κάτι προς το μέρος του Χανκ και σωριάστηκε κάτω. Μέσα στο σκάφος φαινόταν να τρέχει ένας μικρός καταρράχτης.
Ο Χανκ έπιασε τον ξένο από τον γιακά και τον έσυρε πίσω στο σκάφος. Ψάχνοντας κάτω από όλη αυτή τη νεροποντή, βρήκε τα κουμπιά ελέγχου για το αυτόματο σύστημα των πυροσβεστήρων και το έκλεισε. Το νερό σταμάτησε. Ο Χανκ, απομάκρυνε με τα χέρια του τον καπνό από το πρόσωπό του, πήγε στην καφετιέρα και την έκλεισε. Πίεσε τα κουμπιά για να αρχίσει να λειτουργεί το σύστημα εξαερισμού κι έκλεισε τις εξωτερικές πόρτες. Μετά άρχισε να δένει τον ξένο στην κουκέτα του.
Όταν ο ξένος άρχισε να συνέρχεται, βρίσκονταν ήδη στο διάστημα - μηδέν, στο πρώτο από σημείο σε σημείο άλμα του τριήμερου ταξιδιού που θα τον έφερνε πίσω στην Γη. Ο ξένος άνοιξε τα μάτια του' κι ο Χανκ, σηκώνοντας τα μάτια του από την καφετιέρα που επιδιόρθωνε είδε τα μάτια του άλλου καρφωμένα πάνω του.
«Ω!» είπε ο Χανκ. Σταμάτησε τη δουλειά του, διέσχισε
το δωμάτιο κι έφερε πίσω το μαύρο κουτί κοντά στα δεμένα χέρια του ξένου. Ο
ξένος τα' άγγιξε. Το κουτί μίλησε, μεταφράζοντας.
«Ποιο ήταν το λάθος μου;»
Ο Χανκ κούνησε το κεφάλι του προς το μέρος της
καφετιέρας. Κάθισε κάτω και συνέχισε την επισκευή. Η καφετιέρα βρισκόταν σε
άσχημη κατάσταση, έχοντας υποστεί κάποιο είδος έκρηξης.
«Την είχα ρυθμίσει να ανάψει τη στιγμή που θα
επέστρεφα», είπε.
«Το κλείσιμο της πόρτας την έθεσε σε λειτουργία. Είναι
μια βολική σύνδεση που έκανα πριν από ένα χρόνο περίπου. Μόνο, που είχα
αδειάσει και το τελευταίο φλιτζάνι προτού να βγω. Υπήρχε όμως αρκετή υγρασία
για να γίνει μια έκρηξη ατμού».
«Αλλά το νερό; Ο καπνός;»
«Είχα ξεχάσει κάτι χαρτιά πάνω στην καφετιέρα. Τώρα
αυτό που έγινε», είπε ο Χανκ, τελειώνοντας την επισκευή της καφετιέρας, «ήταν
κάτι πάνω στο οποίο βασιζόμουν ολοκληρωτικά - δηλαδή πως τα βιβλία θα έπεφταν
πάνω στον καυστήρα. Κι έπεσαν». Χτύπησε στοργικά την καφετιέρα και σηκώθηκε.
Κοίταξε τον ξένο. «Φοβάμαι πως θα πεινάσεις λίγο τις επόμενες τρεις μέρες. Αλλά
μόλις φτάσουμε στη Γη, μπορείς να πεις στους διαιτολόγους μας τι τρως και θα
συνθέσουν χημικά την τροφή σου».
Του χαμογέλασε.
«Μην το παίρνεις τόσο άσχημα», είπε. «Θα βρεις πως
εμείς δεν είμαστε και τόσο σκληροί, μόλις μας γνωρίσεις».
Ο ξένος έκλεισε τα μάτια του. Κάτι σαν αναστεναγμός
παράδοσης ακούστηκε' από το μαύρο κουτί.
«Δεν είχες λοιπόν όπλο;» είπε.
«Τι θέλεις να πεις;» είπε ο Χανκ,
ξαπλώνοντας σε μια καρέκλα κοντά στον πίνακα ελέγχου. «Φυσικά κι είχα όπλο».
Τα μάτια του ξένου γούρλωσαν.
«Που είναι;» φώναξε. «Έστειλα
ρομπότ. Εξέτασαν το σκάφος σου, κι όλα τα στοιχεία που το αποτελούν,
εξονυχιστικά. Δεν βρήκαν κανένα όπλο. Κι
εγώ
δεν βρήκα κανένα όπλο».
«Είσαι αιχμάλωτός μου, έτσι δεν είναι;» είπε ο Χανκ.
«Φυσικά είμαι. Και λοιπόν; Αυτό που ζητάω
είναι να δω το όπλο σου. Δεν μπόρεσα να το βρω' αλλά εσύ λες πως το έχεις ακόμα.
Δείξε μου το. Σου λέω, πως δεν το βλέπω!»
Ο Χανκ κούνησε λυπημένα το κεφάλι του κι άπλωσε το χέρι του προς τα κουμπιά του Και τώρα όχι, για να ρυθμίσει το επόμενο πήδημα.
«Αδερφέ», είπε. «Δεν ξέρω. Αν δεν το βλέπεις - μετά από όλα αυτά - τότε λυπάμαι το λαό σου όταν θα τους γνωρίσουν πράγματι οι δικοί μου. Αυτό είναι το μόνο που έχω να πω!»