Robert Sheckley
Fool's Mate (1953)
Μετάφραση: Μάγδα Χαλικιά
Οι παίχτες συναντήθηκαν στη τεράστια άχρονη σκακιέρα του διαστήματος. Οι λαμπερές κουκίδες που αποτελούσαν τα πιόνια, κολυμπούσαν, ακολουθώντας η καθεμιά το δικό της ξεχωριστό μοτίβο. Οι σχετικές θέσεις που είχαν πάρει στην αρχή, πριν ακόμα γίνει η πρώτη κίνηση, είχαν προκαθορίσει το αποτέλεσμα του παιχνιδιού.
Κι οι δυο παίχτες το έβλεπαν και ήξεραν ποιος είχε νικήσει. Αλλά συνέχιζαν να παίζουν.
Γιατί το παιχνίδι έπρεπε να παιχτεί μέχρι τέλους.
«Νήλσον!»
Ο υπολοχαγός Νήλσον, καθόταν μπρος στο πίνακα βολής
του πυροβόλου του με ένα ειδυλλιακό χαμόγελο στο πρόσωπό του. Δεν σήκωσε το
κεφάλι του.
«Νήλσον!»
Ο υπολοχαγός Νήλσον κοίταζε τώρα τα δάχτυλά του, με
μια παιδική απορία στο βλέμμα του.
«Νήλσον! Σύνελθε!» Ο στρατηγός Μπραντς έσκυψε βλοσυρός
από πάνω του.. «Με ακούς υπολοχαγέ;»
Ο Νήλσον κούνησε βαριεστημένα το κεφάλι του. Άρχισε
πάλι να κοιτάζει τα δάχτυλά του και μετά το βλέμμα του καρφώθηκε στα λαμπερά
κουμπιά του πίνακα ελέγχου του πυροβόλου του.
«Ωραίο!» είπε.
Ο Στρατηγός Μπράντς μπήκε στον θαλαμίσκο, άρπαξε τον
Νήλσον από τους ώμους και τον ταρακούνησε.
«Ωραία πράγματα», είπε ο Νήλσον, δείχνοντας τον
πίνακα. Χαμογέλασε στον Μπράντς.
Ο Μάργκρεϊβς, ο υπαρχηγός του σκάφους, έχωσε το κεφάλι του στο άνοιγμα της πόρτας. Είχε ακόμα τα διακριτικά του λοχία στο μανίκι του, επειδή δεν ήταν παρά μόνο τρεις μέρες που είχε προαχθεί στον βαθμό του συνταγματάρχη.
«Εντ», είπε, «ο αντιπρόσωπος του προέδρου βρίσκεται
εδώ. Μυστική επίσκεψη».
«Μισό λεπτό», είπε ο Μπράντς, θέλω να τελειώσω αυτή
την επιθεώρηση». Χαμογέλασε πικρά. Η επιθεώρηση ήταν κάτι το απαίσιο, όταν
γινόταν με σκοπό να μάθεις πόσοι λογικοί άντρες σου είχαν μείνει.
«Με ακούς υπολοχαγε;»
«Δέκα χιλιάδες σκάφη», είπε ο Νήλσον. «Δέκα χιλιάδες
σκάφη - χαμένα όλα!»
«Λυπάμαι», είπε ο Μπράντς. Έσκυψε και του έδωσε ένα
χαστούκι.
Ο λοχαγός Νήλσον άρχισε να κλαίει.
«Έι Έντ - τι θα γίνει με αυτόν τον αντιπρόσωπο του
προέδρου;»
Από κοντά η έντονη μυρωδιά του ουίσκι στην ανάσα του συνταγματάρχη Μάργκρεϊβς σε έπνιγε' αλλά ο Μπράντς, δεν του έκανε καμιά παρατήρηση. Όταν σου έχει μείνει μόνο ένας καλός αξιωματικός, οτιδήποτε κι αν κάνει, δεν του κάνεις παρατηρήσεις. Εξάλλου ο Μπραντς ενέκρινε το ουίσκι. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ήταν μια καλή διέξοδος. Ίσως καλύτερη από την δική του, σκέφτηκε, κοιτάζοντας τις αρθρώσεις των χεριών του, που ήταν γεμάτες ουλές.
«Θα έρθω αμέσως, Νήλσον, μπορείς να με καταλάβεις;»
«Μάλιστα Στρατηγέ», είπε ο υπολοχαγός με μια
τρεμουλιαστή φωνή.
«Είμαι εντάξει τώρα».
«Καλά», είπε ο Μπράντς. «Μπορείς να μείνεις στη θέση
σου;»
«Για λίγο», είπε ο Νήλσον. «Αλλά ακόμα δεν είμαι καλά.
Το αισθάνομαι».
«Το ξέρω», είπε ο Μπράντς. «Χρειάζεσαι λίγη ανάπαυση,
Αλλά είσαι ο μοναδικός αξιωματικός βολής σε αυτή τη πλευρά του σκάφους. Οι
υπόλοιποι βρίσκονται υπό επιτήρηση».
«Θα προσπαθήσω Στρατηγέ μου», είπε ο Νήλσον
κοιτάζοντας ξανά τον πίνακα ελέγχου του πυροβόλου. «Αλλά μερικές φορές, ακούω
φωνές. Δεν μπορώ να σας υποσχεθώ τίποτα».
«Εντ», άρχισε πάλι ο Μάργκρεϊβς. «Αυτός ο αντιπροσωπος
- »
«Έρχομαι. Μπράβο Νήλσον».
Ο υπολοχαγός δεν σήκωσε ούτε το κεφάλι του καθώς έφευγαν ο Μπραντς κι ο Μάργκρεϊβς.
«Τον συνόδεψα μέχρι την γέφυρα», είπε ο Μάργκρεϊβς,
γέρνοντας ελαφρά προς τα δεξιά, καθώς προχωρούσε. «Του πρόσφερα ένα ποτό αλλά
δεν ήθελε».
«Εντάξει», είπε ο Μπραντς.
«Ήταν όλο ερωτήσεις», συνέχισε ο Μάργκρεϊβς γελώντας
μόνος του. «Είναι από εκείνους τους σοβαρούς, ηλιοψημένους άντρες του
Υπουργείου Εξωτερικών' από αυτούς που θέλουν να κερδίσουν τον πόλεμο σε πέντε
λεπτά. Πολύ φιλικός. Ήθελε να μάθει για ποιους λόγους, νόμιζα εγώ προσωπικά,
βρίσκεται ο στόλος άπραγος στο διάστημα, εδώ κι ένα χρόνο, χωρίς να κάνει
τίποτα άλλο, εκτός από διάφορους ελιγμούς».
«Τι του είπες;»
«Του είπα πως περιμέναμε μια αποστολή από πυροβόλα
τύπου ΖΑΠ», είπε ο Μάργκρεϊβς. «Μου φαίνεται πως μάλλον με πίστεψε. Μετά άρχισε
να μιλάει για την τροφοδοσία και τον εφοδιασμό».
«Χμ-μ-μ», είπε ο Μπράντς. Ποιος ήξερε τι είχε πει ο
μισομεθυσμένος Μάργκρεϊβς στον αντιπρόσωπο του προέδρου. Όχι πως είχε σημασία.
Περίμεναν εδώ και αρκετό καιρό μία επίσημη έρευνα πάνω στον τρόπο διεξαγωγής
του πολέμου.
«Εδώ θα σε αφήσω», είπε ο Μάργκρεϊβς. «Έχω κάποια
δουλειά που πρέπει να την τελειώσω».
«Εντάξει», είπε ο Μπραντς, μια κι αυτό ήταν το μόνο
που μπορούσε να πει. Ήξερε πως η μισοτελειωμένη δουλειά του Μάργκρεϊβς ήταν
κάποιο μπουκάλι.
Προχώρησε μόνος του προς την γέφυρα.
Ο αντιπρόσωπος του προέδρου κοίταξε την τεράστια χωροενδεικτική οθόνη. Σκέπαζε έναν ολόκληρο τοίχο, λάμποντας με ένα σύμπλεγμα από κουκίδες, που συνεχώς μεταβάλλονταν με ένα αργό ρυθμό. Οι χιλιάδες πράσινες κουκίδες στα αριστερά αντιπροσώπευαν το στόλο της Γης, χωρισμένες με ένα μαύρο κενό από τις πορτοκαλί κουκίδες του εχθρού. Καθώς παρατηρούσε, το ρευστό, τρισδιάστατο μέτωπο άλλαζε σιγά- σιγά. Οι δυο από κουκίδες στρατοί συγκεντρώνονταν, άλλαζαν κατεύθυνση, υποχωρούσαν, προχωρούσαν, κινούμενοι με μια υπνωτικά αργή κίνηση.
Αλλά το μαύρο κενό εξακολούθησε να υπάρχει ανάμεσά τους. Ο Στρατηγός Μπράντς παρατηρούσε αυτή την εικόνα εδώ και ένα χρόνο σχεδόν. Κατά τη γνώμη του, η οθόνη ήταν μια πολυτέλεια. Βλέποντάς την, δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι συνέβαινε στην πραγματικότητα. Μόνο οι υπολογιστές Υ.Π.Σ. μπορούσαν, κι αυτοί δεν χρειάζονταν την οθόνη.
«Πώς είστε, Στρατηγέ Μπράντς;» είπε ο αντιπρόσωπος του προέδρου, προχωρώντας προς το μέρος του και δίνοντάς του το χέρι. «Ονομάζομαι Ρίτσαρντ Έλλσνερ».
Ο Μπραντς του έσφιξε το χέρι, παρατηρώντας πως η περιγραφή του Μάργκρεϊβςήταν αρκετά σωστή. Ο αντιπρόσωπος δεν ήταν πάνω από τριάντα. Το ηλιοψημένο του χρώμα φαινόταν παράξενο, μετά από ένα χρόνο με χλωμά πρόσωπα ολόγυρά του.
«Τα διαπιστευτήριά μου», είπε ο Έλλσνερ, δίνοντας στον
Μπραντς μερικά χαρτιά. Ο στρατηγός τα ξεφύλλισε, παρατηρώντας την εξουσιοδότηση
του Έλλσνερ σαν Φωνή του Προέδρου στο Διάστημα. Μια μεγάλη τιμή για έναν άντρα
τόσο νέο.
«Πως πάνε τα πράγματα στη Γη;» ρώτησε ο
Μπραντς, για να πει κάτι. Πρόσφερε στον Έλλσνερ ένα κάθισμα και κάθισε και ο
ίδιος.
«Άσχημα», είπε Έλλσνερ. «Έχουμε απογυμνώσει τον
πλανήτη από κάθε ραδιενεργό υλικό για να μπορέσουμε να διατηρήσουμε σε ενέργεια
τον στόλο. Ας μην αναφέρουμε τίποτα για το μεγάλο κόστος μεταφοράς τροφίμων,
οξυγόνου, ανταλλακτικών κι όλων των άλλων υλικών που χρειάζονται για να
παραμείνει ένας τέτοιος στόλος σε θέση μάχης».
«Το ξέρω», είπε ο Μπραντς, διατηρώντας ανέκφραστο το
πρόσωπό του.
«Θα ήθελα να αρχίσω, αναφέροντας πρώτα τα παράπονα του
προέδρου», είπε ο Έλλσνερ με ένα απολογητικό γέλιο. «Για να μου φύγει ένα
βάρος».
«Εντάξει», είπε ο Μπραντς.
«Λοιπόν», άρχισε ο Έλλσνερ, κοιτάζοντας ένα μικρό
σημειωματάριο, «έχετε τον στόλο στο διάστημα επί έντεκα μήνες κι επτά ημέρες.
Σωστά;»
«Μάλιστα».
«Σε όλο αυτό το διάστημα, υπήρξαν μερικές ελαφρές
συμπλοκές, αλλά δεν έγινε καμιά σοβαρή σύγκρουση. Εσείς - κι ο διοικητής του
εχθρού - φαίνεται πως είστε ικανοποιημένοι με το να μυρίζετε ο ένας τον άλλον
σαν να είσαστε λαγωνικά».
«Δεν θα χρησιμοποιούσα αυτή την αναλογία», είπε ο
Μπραντς, νιώθοντας μια αυτόματη αντιπάθεια για το νεαρό. «Αλλά συνεχίστε».
«Ζητώ συγγνώμη. Ήταν μια άστοχη, αλλά αναπόφευκτη
σύγκριση. Πάντως, δεν έχει γίνει καμιά μάχη, παρόλο που έχουμε μια αριθμητική
υπεροχή».
«Ναι».
«Και γνωρίζετε πως η συντήρηση αυτού του στόλου
εξαντλεί τα αποθέματα των φυσικών πόρων της Γης. Ο Πρόεδρος θα ήθελε να μάθει,
γιατί δεν δόθηκε καμιά μάχη».
«Πρώτα θα ήθελα να ακούσω και τα υπόλοιπα παράπονα»,
είπε ο Μπράντς. Έσφιξε τις ταλαιπωρημένες γροθιές του αλλά, με έναν
αξιοθαύμαστο αυτοέλεγχο, μπόρεσε να συγκρατηθεί.
«Πολύ καλά. Και τώρα, ας εξετάσουμε τον παράγοντα του
ηθικού. Παίρνουμε συνέχεια αναφορές από σας για τις περιπτώσεις των ανδρών που
παθαίνουν κόπωση μάχης - που σπάνε με άλλα λόγια. Τα νούμερα είναι παράλογα!
30% από τους άντρες σας φαίνεται πως βρίσκονται υπό περιορισμό. Αυτό το ποσοστό
είναι πολύ μεγάλο, ακόμα και για έκτακτες καταστάσεις».
Ο Μπραντς δεν αποκρίθηκε.
«Με λίγα λόγια», είπε ο Έλλσνερ, «θα ήθελα μια απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα. Μετά θα ήθελα την βοήθειά σας στις διαπραγματεύσεις για μια ανακωχή. Αυτός ο πόλεμος ήταν παράλογος από την αρχή. Δεν τον αποφάσισε η Γη. Ο Πρόεδρος έχει την εντύπωση πως λαμβάνοντας υπ' όψη την στατική κατάσταση, ο διοικητής του εχθρού θα συμφωνήσει με αυτή την ιδέα -»
Ο συνταγματάρχης Μάργκρεϊβς μπήκε μέσα παραπατώντας,
με αναψοκοκκινισμένο το πρόσωπό του. Είχε τελειώσει την μισοτελειωμένη του
δουλειά μεθώντας ακόμα πιο πολύ.
«Τι είναι αυτό που άκουσα για ανακωχή;» φώναξε.
Ο Έλλσνερ τον κοίταξε για μια στιγμή, μετά γύρισε προς
το μέρος του Μπραντς.
«Φαντάζομαι, πως τούτο θα το φροντίσετε εσείς ο ίδιος.
Αν έρθετε σε επαφή με τον διοικητή του εχθρού, θα προσπαθήσω να φτάσω σε κάποια
συμφωνία μαζί του».
«Δεν τους ενδιαφέρει κάτι τέτοιο», είπε ο Μπραντς.
«Πως το ξέρετε;»
«Το έχω δοκιμάσει. Προσπαθώ να κάνω ανακωχή, εδώ και
έξι μήνες. Αυτοί θέλουν να παραδοθούμε άνευ όρων».
«Μα αυτό είναι παράλογο», είπε ο Έλλσνερ, κουνώντας το
κεφάλι του. «Δεν είναι σε θέση να μας επιβάλλουν τους όρους τους. Κι οι δυο
στόλοι έχουν το ίδιο σχεδόν μέγεθος. Δεν έχει γίνει καμιά μεγάλη σύγκρουση
ακόμα. Πως μπορούν να -»
«Πολύ εύκολα», φώναξε ο Μάργκρεϊβς, προχωρώντας προς
το μέρος του αντιπροσώπου και σκύβοντας άγρια από πάνω του.
«Στρατηγέ, αυτός ο άνθρωπος είναι μεθυσμένος». Ο
Έλλσνερ σηκώθηκε.
«Φυσικά, ηλίθιε! Ακόμα δεν κατάλαβες;
Ο πόλεμος είναι χαμένος!
Τελειωτικά και αμετάκλητα».
Ο Έλλσνερ γύρισε θυμωμένα προς το μέρος του Μπραντς. Ο
στρατηγός αναστέναξε και σηκώθηκε.
«Ακριβώς Έλλσνερ. Ο πόλεμος είναι χαμένος κι όλοι οι
άντρες του στόλου το ξέρουν. Αυτό είναι που πάει στραβά με το ηθικό. Δεν
κάνουμε τίποτα άλλο, από το να στεκόμαστε εδώ, περιμένοντας να μας τινάξουν
στον αέρα».
Οι στόλοι άλλαξαν θέσεις κι άρχισαν ελιγμούς. Χιλιάδες κουκίδες έπλεαν στο διάστημα σε συστρεφόμενους, τυχαίους σχηματισμούς.
Φαινομενικά τυχαίους.
Οι σχηματισμοί ενώθηκαν, άνοιξαν και έκλεισαν, Δυναμικά ισορροπημένος κάθε σχηματισμός, ήταν μια προσχεδιασμένη κίνηση, σε ένα μέτωπο εκατό χιλιάδων μιλίων. Οι αντίθετες κουκίδες κινήθηκαν, για να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες του καινούριου σχηματισμού.
Που βρισκόταν το πλεονέκτημα; Για το αγύμναστο μάτι, μια πατρίδα σκάκι, είναι ένας συνδυασμός κομματιών και θέσεων χωρίς νόημα. Αλλά για τους παίχτες - το παιχνίδι μπορεί να είναι ήδη κερδισμένο ή χαμένο.
Οι μηχανικοί παίχτες που κινούσαν τις χιλιάδες κουκίδες, γνώριζαν ποιος είχε κερδίσει - και ποιος είχε χάσει.
«Ας ημερήσουμε τώρα όλοι μας», είπε μαλακά ο Μπραντς.
«Μάργκρεϊβς, φτιάξε μας κανένα ποτό. Θα τα εξηγήσω όλα». Ο συνταγματάρχης
προχώρησε προς ένα καλά εφοδιασμένο μπαρ, σε μια γωνιά της αίθουσας.
«Περιμένω», είπε ο Έλλσνερ.
«Πρώτα, μια επανάληψη. Θυμάσαι τότε που κηρύχτηκε ο
πόλεμος, πριν
από δύο χρόνια; Κι οι δυο πλευρές, συμφώνησαν με την
συνθήκη του Χόλμστηντ: Να μην βομβαρδίσουν τους αντίπαλους πλανήτες. Ορίστηκε
μια συνάντηση στο διάστημα, για τους δυο στόλους».
«Αυτό είναι παλιά ιστορία», είπε ο Έλλσνερ.
'Έχει κάποιο νόημα. Ο Στόλος της Γης απογειώθηκε,
μπήκε σε σχηματισμό κι έφτασε στον τόπο της συνάντησης». Ο Μπραντες ξερόβηξε.
«Ξέρεις του Υ.Π.Σ. Τους Υπολογιστές - Πιθανοτήτων -
Σχηματισμού; Μοιάζουν με τους ηλεκτρονικού εγκεφάλους που παίζουν σκάκι, μόνο που
είναι σε γιγάντια κλίμακα. Παρατάσσουν τον στόλο έτσι, που να έχει τον καλύτερο
σχηματισμό άμυνας - επίθεσης, με βάση πάντοτε, τις σχετικές θέσεις του εχθρικού
στόλου. Έτσι, δημιουργήθηκε ο πρώτος σχηματισμός.
«Δεν βλέπω τον λόγο - » άρχισε να λέει ο Έλλσωερ, αλλά
ο Μάργκρεϊβς, που γύρναγε με τα ποτά, τον διέκοψε.
«Περίμενε αγόρι μου. Όπου να 'ναι θα δεις κάποια
τεράστια λάμψη».
«Όταν συναντήθηκαν οι στόλοι οι Υ.Π.Σ., υπολόγισαν τις
πιθανότητες της επίθεσής μας. Βρήκαν πως θα χάναμε περίπου το 87% του στόλου
μας, ενώ ο εχθρός θα έχανε το 65% του δικού του. Αν άρχιζαν αυτοί την επίθεση,
θα έχαναν το 79% του στόλου τους κι εμείς το 64%. Έτσι ήταν η κατάσταση τότε.
Καταλήξαμε στο συμπέρασμα, πως αν έκαναν επίθεση με τον
καλύτερο
δυνατό σχηματισμό
τους, θα είχαν απώλειες 45%. Ο
καλύτερος
δικός μας σχηματισμός επίθεσης,
θα είχε σαν αποτέλεσμα απώλειες 72%».
«Δεν γνωρίζω πολλά πράγματα για τους Υ.Π.Σ.»,
ομολόγησε ο Έλλσνερ. «Η ειδικότητά μου είναι η ψυχολογία». Ήπιε μια γουλιά από
το ποτό του, έκανε μια γκριμάτσα και ξαναήπιε.
«Φαντάσου πως είναι δύο άνθρωποι που παίζουν σκάκι», είπε
ο Μπραντς. «Μπορούν να υπολογίσουν τις πιθανότητες απώλειας για μια επίθεση, σε
οποιοδήποτε σχηματισμό. Μπορούν να συμπεράνουν τις πιθανές κινήσεις και των δύο
πλευρών».
«Γι' αυτό δεν έγινε μάχη όταν πρωτοσυναντηθήκαμε.
Κανένας διοικητής δεν πρόκειται να καταστρέψει ολόκληρο τον στόλο του, με αυτόν
τον τρόπο».
«Λοιπόν, τότε», είπε ο Έλλσνερ, «γιατί δεν
εκμεταλλευτήκατε την αριθμητική σας υπεροχή; Δεν αποτελεί πλεονέκτημα;»
«Α!» φώναξε ο Μάργκρεϊβς, πίνοντας το ποτό του.
«Έρχεται το φως!»
«Θα στο παρουσιάσω σαν μια αναλογία», είπε ο Μπραντς.
«Αν έχεις δυο σκακιστές με τις ίδιες ικανότητες, το τέλος του παιχνιδιού
προκαθορίζεται όταν ο ένας τους καταλάβει μια πλεονεκτική θέση. Μόλις καταλάβει
αυτή τη θέση, ο άλλος παίχτης δεν μπορεί να κάνει τίποτα, εκτός κι αν ο πρώτος
κάνει κάποιο λάθος. Αν όλα πάνε όπως πρέπει, το τέλος του παιχνιδιού είναι
προκαθορισμένο. Αυτή η καθοριστική καμπή, μπορεί να παρουσιαστεί λίγο μετά την
αρχή του παιχνιδιού, παρ' όλο που το ίδιο το παιχνίδι μπορεί να κρατήσει ώρες».
«Και να θυμάσαι», πρόσθεσε ο Μάργκρεϊβς, «για το
ασυνήθιστο μάτι μπορεί να μην υπάρχει κανένα πλεονέκτημα. Μπορεί να μην έχει
χαθεί ούτε ένα πιόνι».
«Αυτό έχει συμβεί εδώ», κατάληξε λυπημένα ο Μπραντς.
«Οι μονάδες Υ.Π.Σ. και των δύο στόλων έχουν την μεγαλύτερη δυνατή
αποδοτικότητα. Αλλά ο εχθρός έχει ένα προσόν, που το εκμεταλλεύεται προσεχτικά.
Κι εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα».
«Μα πως έγινε αυτό;» ρώτησε ο Έλλσνερ.
«Ποιος έκανε λάθος;»
«Οι Υ.Π.Σ. βρήκαν την αιτία της αποτυχίας», είπε ο
Μπραντς. «Το τέλος του πολέμου ενυπήρχε
στον αρχικό μας σχηματισμό απογείωσης
».
«Τι θέλεις να πεις;» είπε ο Έλλσνερ
ακουμπώντας κάτω το ποτήρι του.
«Αυτό μόνο. Τον σχηματισμό που είχε ο στόλος, σε
απόσταση ετών φωτός από το σημείο της μάχης προτού να έρθουμε καν σε επαφή με
τον στόλο τους. Όταν συναντήθηκαν οι στόλοι, εκείνοι είχαν ένα απειροελάχιστο
πλεονέκτημα θέσης. Αυτό ήταν αρκετό. Οπωσδήποτε αρκετό για τους Υ.Π.Σ.».
«Έτσι, μόνο για να παρηγορηθείς», πρόσθεσε ο
Μάργκρεϊβς, «μάθε πως οι πιθανότητες ήταν πενήντα - πενήντα. Θα μπορούσε να
είχαμε εμείς το πλεονέκτημα».
«Θα πρέπει να μάθω πιο πολλά πάνω σε αυτό το θέμα»,
είπε ο Έλλσνερ. «Δεν τα καταλαβαίνω όλα ακόμα».
Ο Μπραντς γρύλλισε. «Έχουμε χάσει τον πόλεμο. Τι άλλο
θέλεις να μάθεις;»
Ο Έλλσνερ κούνησε το κεφάλι του.
«Θα με παγιδέψεις με το πεπρωμένο», απάγγειλε ο
Μάργκρεϊβς, «και μετά θα αποδώσεις την πτώση μου στην αμαρτία;»
Ο υπολοχαγός Νήλσον, καθόταν μπρος στον πίνακα ελέγχου των πυροβόλων, με τα δάχτυλά του πλεγμένα. Αυτή η στάση ήταν αναγκαία επειδή ο Νήλσον είχε μια έντονη επιθυμία να πατήσει τα κουμπιά.
Τα όμορφα κουμπιά.
Έπειτα βλαστήμησε και κάθισε πάνω στα χέρια του. Είχε υποσχεθεί στον Στρατηγό Μπραντς πως θα άντεχε κι αυτό είχε σημασία. Είχαν περάσει τρεις μέρες από όταν είχε δει τον στρατηγό, αλλά ήταν αποφασισμένος να αντέξει. Αποφασιστικά, κάρφωσε το βλέμμα του στα όργανα ελέγχου.
Οι ευαίσθητοι δείχτες έτρεμαν. Όργανα μετρούσαν την απόσταση και ρύθμιζαν το άνοιγμα της ακτίνας του πυροβόλου σε σχέση με το βεληνεκές. Οι λεπτοί δείχτες υψώνονταν κι έπεφταν καθώς το σκάφος μετακινιόταν, ανέβαιναν προς τη κόκκινη γραμμή χωρίς ποτέ να την αγγίζουν.
Η κόκκινη γραμμή σήμαινε κατάσταση ανάγκης. Σε αυτό το σημείο θα άρχιζαν να ρίχνουν, όταν το μικρό κόκκινο βέλος θα περνούσε τη μικρή κόκκινη γραμμή.
Περίμενε σχεδόν ένα χρόνο τώρα αυτό το μικρό κόκκινο βέλος. Το μικρό βέλος. Το μικρό βέλος. Το μικρό βέλος. Το μικρό βέλος.
Σταμάτα.
Τότε θα άρχιζε να ρίχνει.
Ο υπολοχαγός σήκωσε τα χέρια του και παρατήρησε τα νύχια του. Περιφρονητικά, καθάρισε ένα που ήταν λίγο βρώμικο. Έπλεξε πάλι τα δάχτυλά του και κοίταξε τα όμορφα μαύρα κουμπιά, το μαύρο βέλος, την κόκκινη γραμμή.
Χαμογέλασε στον εαυτό του. Είχε υποσχεθεί στον Στρατηγό. Μόλις πριν από τρεις μέρες.
Έτσι έκανε πως δεν άκουγε αυτό που του ψιθύριζαν τα κουμπιά.
«Αυτό που δεν καταλαβαίνω», είπε ο Έλλσνερ, «είναι
γιατί δεν μπορείτε να κάνετε κάτι με το σχηματισμό. Να υποχωρήσετε και να
ανασυνταχτείτε για παράδειγμα;»
«Θα το εξηγήσω αυτό», είπε ο Μάργκρεϊβς. «Θα δώσω έτσι
ευκαιρία στον Εντ, για ένα ποτό. Έλα εδώ». Οδήγησε τον Έλλσνερ σε έναν πίνακα
με όργανα. Έδειχναν το σκάφος στον Έλλσνερ εδώ και τρεις μέρες, περισσότερο για
να ανακουφιστούν από την έντασή τους παρά για κανέναν άλλο λόγο. Η τελευταία
μέρα είχε καταλήξει σε ένα αρκετά παρατραβηγμένο μεθύσι.
«Βλέπεις αυτό το καντράν;» έδειξε ο
Μάργκρεϊβς. Ο πίνακας των οργάνων κάλυπτε μια έκταση με πλάτος τέσσερα πόδια
και είκοσι πόδια μήκος. Τα κουμπιά και οι διακόπτες του ρύθμιζαν τις κινήσεις
ολόκληρου του στόλου.
«Πρόσεξε την σκοτεινή περιοχή. Δείχνει το όριο
ασφαλείας. Αν χρησιμοποιήσεις μια απαγορευμένη διάταξη, ο δείχτης ξεπερνάει το
όριο και αυτό είναι το τέλος».
«Και τι είναι η απαγορευμένη διάταξη;»
Ο Μάργκρεϊβς σκέφτηκε για λίγο. «Οι απαγορευμένες
διατάξεις, είναι εκείνες που θα μπορούσαν να δώσουν στον εχθρό ένα πλεονέκτημα
για επίθεση. Ή για να το θέσω διαφορετικά, είναι οι κινήσεις που αλλάζουν την
εικόνα επίθεση - πιθανότητες απώλειας, αρκετά, ώστε να γίνει μια επίθεση».
«Ώστε μπορείτε να κινείστε μόνο μέσα σε αυστηρά όρια;» ρώτησε ο
Έλλσνερ κοιτάζοντας τον πίνακα.
«Ακριβώς. Από τον άπειρο αριθμό πιθανών σχηματισμών,
μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε μόνο λίγους. Αν θέλουμε να παίζουμε με ασφάλεια.
Μοιάζει με το σκάκι. Ας πούμε πως ήθελες να βάλεις ένα πιόνι που βρίσκεται στην
έκτη σειρά, στην πρώτη σειρά του αντιπάλου σου. Αλλά, για να γίνει αυτό,
χρειάζονται δυο κινήσεις. Και όταν κινηθείς στην έβδομη σειρά, ο αντίπαλός σου
έχει ελεύθερο τον δρόμο του, πράγμα που οδηγεί αναπόφευκτα σε ματ».
«Φυσικά, αν προχωρήσει απερίσκεπτα ο εχθρός, οι
πιθανότητες αλλάζουν ξανά, και τότε κάνουμε
εμείς
την επίθεση».
«Αυτή είναι η μοναδική μας ελπίδα», είπε ο Στρατηγός
Μπραντς. «Προσευχόμαστε να κάνουν μια στραβή κίνηση. Ο στόλος είναι έτοιμος για
άμεση επίθεση, αν δείξουν οι Υ.Π.Σ. πως ο εχθρός έχει επεκταθεί πολύ σε κάποιο
σημείο».
«Κι αυτή είναι η αιτία των νευρικών κλονισμών», είπε ο
Έλλσνερ. «Κάθε άντρας του στόλου ζει με τεντωμένα τα νεύρα, περιμένοντας την
ευκαιρία που είναι βέβαιος ότι δεν θα έρθει ποτέ. Αλλά πρέπει να περιμένει έτσι
και αλλιώς. Για πόσον καιρό θα συνεχίζεται αυτό;»
«Ω! για κάτι περισσότερο από δυο χρόνια», είπε ο
Μπραντς. «Τότε θα έχουν τον καλύτερο σχηματισμό για επίθεση, με πιθανότητες
απώλειας 28% έναντι των δικών μας που θα είναι 93%. Θα πρέπει να επιτεθούν
τότε, διαφορετικά οι πιθανότητες θα αρχίσουν να αλλάζουν σε βάρος τους».
«Φτωχοδιάβολοι», είπε απαλά ο Έλλσνερ. «Περιμένετε την
ευκαιρία που δεν θα έρθει ποτέ. Γνωρίζοντας πως θα σας τινάξουν στον αέρα αργά
ή γρήγορα».
«Ω! είναι ωραίο», είπε ο Μάργκρεϊβς, με μια ενστικτώδη
αντιπάθεια για τη συμπάθεια που του έδειχνε ένας πολίτης.
Κάτι βούισε στον πίνακα κι ο Μπραντς έκανε μια σύνδεση. «Εμπρός; Ναι, ναι... Εντάξει, Γουίλλιαμς. Σωστά». Αποσύνδεσε την γραμμή.
«Ο Συνταγματάρχης Γουίλλιαμς αναγκάστηκε να κλειδώσει
τους άντρες του στους θαλάμους του», είπε ο Μπραντς. «Είναι η Τρίτη φορά σε
αυτό το μήνα. Θα χρειαστεί να ειδοποιήσω τους Υ.Π.Σ. να αλλάξουν τον σχηματισμό
για να μπορέσει να φύγει από την πρώτη γραμμή». Προχώρησε προς έναν πλαϊνό
πίνακα κι άρχισε να πιέζει διάφορα κουμπιά.
«Να 'μαστε λοιπόν», είπε ο Μάργκρεϊβς. «Τι σκοπεύετε
να κάνετε κύριε Προεδρικέ Αντιπρόσωπε;»
Οι αστραφτερές κουκίδες κινιόντουσαν, προχωρούσαν και υποχωρούσαν, διατηρώντας πάντα ένα μαύρο κενό ανάμεσά τους. Οι μηχανικοί σκακιστές παρατηρούσαν κάθε κίνηση υπολογίζοντας τις συνέπειές της στο μακρινό μέλλον. Μπρος - πίσω κινιόντουσαν τα κομμάτια πάνω στην τεράστια σκακιέρα.
Οι παίχτες έπαιζαν χωρίς πάθος, γνωρίζοντας από την αρχή το αποτέλεσμα του παιχνιδιού. Στο αυστηρά διατεταγμένο τους σύμπαν δεν υπήρχαν πιθανές διακυμάνσεις, ούτε ανοησία, ούτε αποτυχία.
Έπαιζαν. Ήξεραν και κινούσαν.
«Ω! ναι», είπε ο υπολοχαγός Νήλσον στο χαμογελαστό δωμάτιο. «Ω! ναι!» για κοίταξε όλα τα κουμπιά, σκέφτηκε γελώντας μόνος του.
Τόσο ηλίθιο Τζώρτζια.
Ο Νήλσον δέχτηκε το βαθύ μπλε της αγιότητας, απλώνοντάς το στους ώμους του. Κελάηδημα πουλιού, κάπου.
Φυσικά.
Τρία κόκκινα κουμπιά. Τα πάτησε. Τρία πράσινα κουμπιά. Τα πάτησε. Τέσσερις διακόπτες.
«
Ω! - ω! ο Νήλσον έσπασε
».
«Το τρία είναι για μένα», είπε ο Νήλσον κι άγγιξε το
μέτωπό του με μεγάλη μυστικότητα. Μετά, άγγιξε πάλι τα κουμπιά. Αφάνταστοι
συνειρμοί περνούσαν από το μυαλό του, δημιουργημένοι από αμέτρητα ερεθίσματα.
«
Καλύτερα, άρπαξέ τον. Πρόσεχε!
»
Ευγενικά χέρια με περιβάλλουν, καθώς πιέζω, δυο είναι
καφέ γι' αυτό που είναι για την μητέρα. Κι ένα ψηλά για όλα τα άλλα.
«
Μην τον αφήσετε να πυροδοτήσει αυτά τα όπλα!
»
Με σηκώνουν στον αέρα, πετάω, πετάω.
«Υπάρχει καμιά ελπίδα για αυτόν τον άνθρωπο;» ρώτησε ο
Έλλσνερ, αφού είχαν κλειδώσει τον Νήλσον σε ένα θάλαμο.
«Ποιος ξέρει;» είπε ο Μπραντς. Το πλατύ του πρόσωπο
σφίχτηκε, οι μυς στα μάγουλά του τεντώθηκαν. Ξαφνικά,
γύρισε, φώναξε και χτύπησε με τη γροθιά του τον μεταλλικό τοίχο. Μετά το
χτύπημα, γρύλισε και χαμογέλασε.
«Ανόητο, έτσι δεν είναι; Ο Μάργκρεϊβς πίνει. Εγώ
ξεθυμαίνω χτυπώντας τους τοίχους. Πάμε να φάμε.»
Οι αξιωματικοί έτρωγαν ξεχωριστά από το πλήρωμα. Ο Μπραντς είχε ανακαλύψει πως μερικοί αξιωματικοί κινδύνευαν να δολοφονηθούν από τα ψυχωτικά μέλη του πληρώματος. Ήταν καλύτερα να είναι χωρισμένοι.
Κατά τη διάρκεια του φαγητού, ο Μπραντς στράφηκε ξαφνικά
προς το μέρος του Έλλσνερ.
«Αδερφέ δεν σου έχω πει ολόκληρη την αλήθεια. Είπα πως
αυτό θα συνεχιστεί για δυο χρόνια; Λοιπόν, οι άντρες δεν θα
αντέξουν τόσο πολύ. Δεν ξέρω αν θα αντέξουν για άλλες δυο βδομάδες».
«Τι θα είχες να προτείνεις;»
«Δεν ξέρω», είπε ο Μπραντς. Αρνιόταν ακόμα να σκεφτεί
την περίπτωση της παράδοσης, παρ' όλο που ήξερε ότι ήταν η μόνη ρεαλιστική
απάντηση.
«Δεν είμαι βέβαιος», είπε ο Έλλσνερ, «αλλά νομίζω πως
μπορεί να υπάρξει μια διέξοδος στο δίλημμα». Οι αξιωματικοί σταμάτησαν να τρώνε
και τον κοίταξαν.
«Έχεις κανένα υπερ-όπλο;» ρώτησε ο Μάργκρεϊβς.
«Καμιά συσκευή με διασπαστικές ακτίνες κρυμμένη κάτω από το πουκάμισό σου;»
«Φοβάμαι πως όχι. Αλλά νομίζω πως βρίσκεστε τόσο κοντά
στην κατάσταση ώστε να μην την βλέπετε στο αληθινό της φως. Σαν να βλέπετε το
δάσος κι όχι τα δέντρα».
«Συνέχισε», είπε ο Μπραντς, μασουλώντας μεθοδικά ένα
κομμάτι ψωμί.
«Θεωρείστε το σύμπαν όπως το βλέπουν οι Υ.Π.Σ. Έναν
κόσμο αυστηρής αιτιότητας. Ένα λογικό σύμπαν με συνοχή. Σε αυτό τον κόσμο, κάθε
πράγμα έχει μια αιτία. Κάθε παράγοντας μπορεί να ερμηνευτεί αμέσως».
«Δεν είναι η εικόνα του αληθινού κόσμου. Στην
πραγματικότητα
δεν
υπάρχει εξήγηση για τα πάντα. Ο Υ.Π.Σ. είναι φτιαγμένος
για να βλέπει ένα ειδικευμένο σύμπαν και για να βγάζει συμπεράσματα με βάση
αυτό».
«Λοιπόν», είπε ο Μάργκρεϊβς, «τι θα έκανες εσύ;»
«Θα άλλαζα τα φώτα του κόσμου», είπε ο Έλλσνερ. «Θα
έβαζα στη μέση τον παράγοντα της αβεβαιότητας. Θα πρόσθετα έναν ανθρώπινο
παράγοντα που δεν θα μπορούσαν να τον υπολογίσουν οι μηχανές».
«Πως μπορείς να μπάσεις την αβεβαιότητα σε ένα
παιγνίδι σκακιού;» ρώτησε ο Μπραντς, δείχνοντας κάποιο ενδιαφέρον.
«Μπορώ να φταρνιστώ σε κάποια στιγμή, ίσως. Πως θα
μπορούσε να το ερμηνεύσει αυτό μια μηχανή;»
«Δεν θα χρειαζόταν. Θα το ταξινομούσε σαν εξωτερικό θόρυβο
και θα το αγνοούσε»
«Αυτό είναι αλήθεια». Ο Έλλσνερ έμεινε για λίγο
σκεφτικός. «Αυτή η μάχη - πόσο θα κρατήσει από τη στιγμή που θα αρχίσουν
πραγματικά οι εχθροπραξίες;»
«Έξι λεπτά περίπου», του είπε ο Μπραντς. «Συν - πλην
είκοσι δευτερόλεπτα».
«Αυτό επιβεβαιώνει μια ιδέα που είχα», είπε ο Έλλσνερ.
«Η αναλογία με το παιγνίδι του σκακιού που χρησιμοποιείς είναι λαθεμένη. Δεν
υπάρχει αληθινή σύγκριση».
«Είναι ένας βολικός τρόπος σκέψης», είπε ο Μάργκρεϊβς.
«Ναι, αλλά ένας
ψεύτικος
τρόπος. Το Ματ ενός βασιλιά δεν
μπορεί να εξισωθεί με την καταστροφή ενός στόλου. Ούτε μοιάζει με το σκάκι η
υπόλοιπη κατάσταση. Στο σκάκι, παίζεις σύμφωνα με κανόνες που έχουν
προκαθορίσει από πριν οι παίχτες. Σε αυτό το παιγνίδι, μπορείς να ακολουθήσεις
τους δικούς σου κανόνες».
«Αυτό το παιγνίδι, έχει τους δικούς του ενδογενείς
κανόνες», είπε ο Μπραντς.
«Όχι», είπε ο Έλλσνερ. «Μόνο οι Υ.Π.Σ. έχουν κανόνες.
Τι λες για αυτό; Αν άφηνες κατά μέρος τους Υ.Π.Σ.; Αν έδινες σε κάθε
διοικητή το δικαίωμα να ενεργήσει σύμφωνα με την κρίση του, να επιτεθεί από
μόνος του, χωρίς κανένα σχέδιο. Τι θα συνέβαινε;»
«Δεν θα έπιανε», του είπε ο Μάργκρεϊβς. «Οι
υπολογιστές θα μπορέσουν να υπολογίσουν τη γενική εικόνα, με βάση την ικανότητα
σχεδιασμού, του μέσου ανθρώπου». Επιπλέον, μπορούν να αντιμετωπίσουν την
επίθεση λίγων χιλιάδων υπολογιστών δεύτερης κατηγορίας - των ανθρώπων - με
ευκολία. Θα έμοιαζε σαν να πυροβολούσαν περιστέρια φτιαγμένα από πηλό».
«Μα πρέπει να δοκιμάσετε κάτι», εκλιπάρησε ο Έλλσνερ.
«Για περίμενε λίγο», είπε ο Μπραντς. «Μπορείς να λες
όσες θεωρίες θέλεις. Εγώ ξέρω τι μου λένε οι Υ.Π.Σ., και τους πιστεύω.
Εξακολουθώ να είμαι ο διοικητής αυτού του στόλου και δεν πρόκειται να
ριψοκινδυνέψω τις ζωές των ανδρών μου με κάποιο άμυαλο σχέδιο».
«Αυτά τα άμυαλα σχέδια κερδίζουν τον πόλεμο μερικές
φορές», είπε ο Έλλσνερ.
«Συνήθως τον χάνουν».
«Ο πόλεμος είναι ήδη χαμένος, το παραδέχτηκε κι ο
ίδιος».
«Μπορώ ακόμα να περιμένω, μήπως κάνουν κάποιο λάθος».
«Νομίζεις πως θα το κάνουν;»
«Όχι».
«Λοιπόν;»
«Θα περιμένω».
Τελείωσαν το φαγητό τους σε απόλυτη σιωπή. Μετά, ο Έλλσνερ πήγε στο δωμάτιό του.
«Λοιπόν, Εντ;» ρώτησε ο Μάργκρεϊβς,
ξεκουμπώνοντας το πουκάμισό του.
«Τι λοιπόν;» Ο στρατηγός ξάπλωσε στο
κρεβάτι του, προσπαθώντας να μην σκέφτεται. Όλα ήταν υπερβολικά! Προβλήματα
ανεφοδιασμού! Προκαθορισμένες μάχες! Η καταστροφή που θα ερχόταν! Σκέφτηκε να
χτυπήσει τη γροθιά του στον τοίχο, αλλά αποφάσισε να μην το κάνει. Θα κοιμόταν.
Την ώρα που κόντευε να τον πάρει ο ύπνος, άκουσε ένα κλικ.
Η πόρτα!
Ο Μπραντς πήδηξε από το κρεβάτι και δοκίμασε το πόμολο. Μετά ρίχτηκε στην πόρτα.
Ήταν κλειδωμένη.
«Στρατηγέ, σας παρακαλώ να φορέσετε τη ζώνη ασφαλείας.
Κάνουμε επίθεση». Ήταν η φωνή του Έλλσνερ από ένα εσωτερικό δίκτυο
επικοινωνίας.
«Εξέτασα τον πίνακά σας, Στρατηγέ μου, και βρήκα τις
μαγνητικές κλειδαριές. Πολύ χρήσιμες σε περίπτωση ανταρσίας, έτσι δεν είναι;»
«Ηλίθιε!» φώναξε ο Μπραντς. «Θα μας σκοτώσεις όλους!
Αυτός ο υπολογιστής -»
«Έχω αποσυνδέσει τον υπολογιστή μας», είπε, με έναν
ευχάριστο τόνο στη φωνή, ο Έλλσνερ. «Είμαι αρκετά λογικός και νομίζω ότι ξέρω
κατά πόσο θα τους ενοχλήσει ένα φτάρνισμα».
«Είναι τρελός», φώναξε ο Μάργκρεϊβς στον Μπραντς.
Και οι δυο μαζί έπεσαν πάνω στην μεταλλική πόρτα.
Μετά κάτι τους έριξε στο πάτωμα.
«Προς όλους τους πυροβολητές - πυρ κατά βούληση!» μετάδωσε ο Έλλσνερ στον στόλο.
Το σκάφος προχωρούσε. Η επίθεση είχε αρχίσει.
Οι κουκίδες προχώρησαν μαζί, διασχίζοντας την απαγορευμένη ζώνη του διαστήματος.
Συγκρούστηκαν! Κύματα ενέργειας σάρωσαν το διάστημα κι η μάχη άρχισε.
Έξι λεπτά ανθρώπινου χρόνου. Ώρες ολόκληρες για τον σκακιστή που κινιόταν με ηλεκτρονική ταχύτητα. Έλεγξε τα κομμάτια του για μια στιγμή, συμπεραίνοντας τον σχηματισμό της επίθεσης.
Δεν υπήρχε σχηματισμός!
Τα μισά από τα κομμάτια του αντίπαλου παίχτη όρμησαν στο διάστημα, έξω τελείως από το πεδίο μάχης. Ολόκληρα πλευρά κινήθηκαν, χωρίστηκαν, ξαναενώθηκαν, προχώρησαν προς τα εμπρός, διέλυσαν το σχηματισμό τους, τον σχημάτισαν ξανά.
Δεν υπήρχε σχηματισμός; Μα έπρεπε να υπάρχει κάποιος σχηματισμός. Ο παίχτης του σκακιού γνώριζε πως τα πάντα είχαν κάποιο πρότυπο. Ήταν μόνο θέμα του να το βρει κανείς, να λάβει υπόψη του τις κινήσεις που είχαν ήδη γίνει και να κάνει διάφορες εικασίες για να καθορίσει ποιο θα ήταν το τέλος.
Το τέλος ήταν - χάος!
Οι κουκίδες κινήθηκαν μέσα - έξω, ξέφευγαν σε ορθές γωνίες από το πεδίο της μάχης, έστριβαν, επέστρεφαν, χωρίς νόημα.
Τι σήμαινε αυτό, ρώτησε τον εαυτό του ο παίκτης με την ηρεμία του μετάλλου. Περίμενε για να εμφανιστεί ένας αναγνωρίσιμος σχηματισμός.
Παρατηρούσε απαθής καθώς τα κομμάτια του εξαφανίζονταν στον πίνακα.
«Σε αφήνω τώρα, να βγεις από το δωμάτιό σου», φώναξε ο Έλλσνερ, «αλλά μην δοκιμάσεις να με σταματήσεις. Νομίζω πως κέρδισα τη μάχη σου».
Η κλειδαριά ελευθερώθηκε. Οι δυο αξιωματικοί έτρεξαν στον διάδρομο, προς την γέφυρα, αποφασισμένοι να κάνουν τον Έλλσνερ κομματάκια.
Φτάνοντας στην γέφυρα έκοψαν το βήμα τους.
Η οθόνη έδειχνε τη μεγάλη μάζα των Γήινων κουκίδων να σαρώνουν τις σκόρπιες κουκίδες του εχθρού.
Όμως αυτό που τους σταμάτησε ήταν ο Νήλσον, που γελούσε, ενώ τα χέρια του σάρωναν τους διακόπτες και τα κουμπιά του μεγάλου κεντρικού πίνακα.
Ο υπολογιστής ανακοίνωσε τις απώλειες. «Γη - 18%. Εχθρός - 83%. 84%. 86%. Γη - 19%»
«Ρουά-ματ!» φώναξε ο Έλλσνερ. Στεκόταν δίπλα στον Νήλσον,
κρατώντας ένα μεγάλο γαλλικό κλειδί στο χέρι του. «Η έλλειψη σχηματισμού έδωσε
στον υπολογιστή τους ένα πρόβλημα, που δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει. Μια επίθεση
χωρίς φανερό σχέδιο. Σχηματισμοί χωρίς νόημα».
«Μα τι κάνουν;» ρώτησε ο Μπραντς δείχνοντας
τις κουκίδες του εχθρού.
«Βασίζονται ακόμα στον ηλεκτρονικό σκακιστή τους»,
είπε ο Έλλσνερ. «Περιμένουν ακόμα να βρει το σχέδιο επίθεσης που βρίσκεται στο
νου αυτού του τρελού. Πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη στις μηχανές, στρατηγέ μου. Αυτός
εδώ ο άνθρωπος δεν ξέρει καν πως διευθύνει μια επίθεση».
...Και σπρώξε το τρία αυτό για τον μπαμπά στην ελιά πάντα ήθελα να δυο δυο δυο Νεράιδα του Ντάντμπουρυ με καφέ αγκράφα παπουτσιού όλα καφέ κουμπιά κάτω και μέσα, αμαρτία, το κόκκινο οκτώ για αμαρτία...
«Και τι σου χρειάζεται αυτό το γαλλικό κλειδί» ρώτησε ο Μάργκρεϊβς.
«Αυτό;» ο Έλλσνερ το έπαιξε στα χέρια του. «Αυτό είναι για να ηρεμήσω τον Νήλσον, μετά από την επίθεση».
...Και πέντε και αγάπη και μαύρο, όλα μαύρα, όμορφα κουμπιά θυμάμαι όταν ήμουν πολύ νέος όλα πίεσε το πέντε και εκεί στο χορτάρι....