Scott W. Schumack
Persephone and Hades (1973)
(in: Analog Science Fiction/Science Fact, September 1973)

Να πως γεννιούνται οι μύθοι. 23 ώρες το 24ωρο ο Κάρβερ την κυνηγούσε. Σερνόταν αθόρυβα μέσα στους λαβυρινθένιους διαδρόμους και στις τεχνητές σπηλιές της Νεκρόπολης, οπλισμένος, πανέτοιμος για ενέδρα, και πάνω απ' όλα, πλημμυρισμένος από μίσος γι αυτήν.

Σήμερα, μια βδομάδα μετά την αναζωογόνησή της και δύο μέρες από τότε που άρχισε ο πόλεμός τους, έψαχνε την οικιστική βαθμίδα που κάποτε στέγαζε το μόνιμα εγκατεστημένο στο κέντρο προσωπικό. Σε μία προσπάθεια να κάνουν αυτό το τμήμα πιο ευχάριστο και να του δώσουν μια πιο ζεστή ατμόσφαιρα, το είχαν βάψει με απαλά χρώματα και το είχαν γεμίσει γλάστρες με φυτά. Ο αμυδρός φωτισμός που χρησιμοποιούσε ο Κάρβερ, γελοιοποιούσε τα χρώματα και ο πόλεμος είχε σκοτώσει τα φυτά όπως ακριβώς και τους ανθρώπους. Έτσι η οικιστική βαθμίδα ήταν μια πόλη φάντασμα από άδειες μονάδες διαμονής, καφετέριες και αίθουσες ψυχαγωγίας. Κάποιος άλλος στη θέση του θ' ανατρίχιαζε μ' όλες αυτές τις αναμνήσεις που σου έφερνε αυτό το θέαμα αλλά ο Κάρβερ είχε μείνει δύο χρόνια ολομόναχος στη Νεκρόπολη και το μόνο πράγμα που φοβόταν, ήταν η αποτυχία.

Μετακινήθηκε κατεβαίνοντας σ' ένα διάδρομο, σταματώντας κάθε φορά για να πιέσει ένα μικρόφωνο πάνω σε κάθε πόρτα, προσπαθώντας ν ακούσει τον οποιοδήποτε ήχο που θα δήλωνε την παρουσία της. Οι πρώτες εφτά έμειναν σιωπηλές, αλλά η όγδοη, η πόρτα της κεντρικής αίθουσας, απάντησε μ' ένα αμυδρό κροτάλισμα και κάποιο ίχνος κίνησης. Μπορεί να ήταν ένα από τα ρομπότ συντήρησης, που τακτοποιούσε ηλίθια την αίθουσα για τους ανθρώπους, που ποτέ πια δε θα μπορούσαν να την ξαναχρησιμοποιήσουν, αλλά όταν ο Κάρβερ δυνάμωσε την ένταση του μικροφώνου άκουσε τον ήχο της αναπνοής. Σ' όλη τη Νεκρόπολη μόνο ένα πράγμα υπήρχε που ανάπνεε.

Συγκρατώντας τον εαυτό του, ετοίμασε το αναισθητικό του πιστόλι  που ήταν προρυθμισμένο για ευρεία ακτίνα και μεγάλη ένταση και με ένα χέρι διέκοψε την ακτίνα έλεγχου της πόρτας. Η πόρτα άνοιξε σαν διάφραγμα κι αυτός όρμησε μέσα στο δωμάτιο, τα καλυμμένα με λάστιχο πόδια του, αθόρυβα, πάνω στο ντυμένο με πλακάκια πάτωμα.  Εκείνη είχε ανάψει τα φώτα στο δωμάτιο, αλλά τα μάτια του προσαρμόστηκαν αστραπιαία.  Αδιαφόρησε για τα άδεια τραπέζια και τις καρέκλες, το σκοτεινό κύβο της ολογραφικής οθόνης, το μικρό μπαρ, και έστρεψε την προσοχή του και το όπλο του πάνω της.

Η τελευταία γυναίκα της Γης, έτρωγε καθισμένη σ ένα μακρύ τραπέζι στο κέντρο της αίθουσας. «Γεια σου Μπόμπ», είπε ήρεμα. Δεν έκανε καμιά προσπάθεια για να ξεφύγει ή για να βγει από την ακτίνα βολής του.

«Μην κινείστε, δεσποινίς  Αρμαντέζ.» Η φωνή του Κάρβερ ακούστηκε ψυχρή και επίπεδη καθώς πλησίαζε το τραπέζι.

«Πόσες φορές σου έχω πει να με λες Κάρολ; Πάρε μια καρέκλα και κάθισε.»

Στάθηκε ακίνητος στην άλλη άκρη του τραπεζιού.

«Α! μα βέβαια» είπε. «Δεν μπορείς. Συγγνώμη.»

Απ' το ύψος του των δύο μέτρων, ο Κάρβερ, κοίταζε την μικροκαμωμένη μελαχρινή γυναίκα και είπε: «Σηκωθείτε αργά.» Εξέτασε το τραπέζι και δεν διέκρινε κανένα όπλο. Ο δίσκος, τα μαχαιροπήρουνα και η κανάτα του νερού ήταν πλαστικά όσο για την τροφή δεν τον ενδιέφερε.

«Θέλεις να χορέψουμε;» ρώτησε καθώς σηκωνόταν. «Είμαι σίγουρη πως κάπως θα μπορούσαμε να τα κανονίσουμε.»

«Σωπάστε παρακαλώ.» Φορούσε μια ολόσωμη σκούρα μπλε φόρμα από σχοινένιο ύφασμα, αλλά όταν την εξέτασε με τον ανιχνευτή μετάλλων δεν ανακάλυψε κανένα κρυμμένο όπλο.

«Μπορώ να καθίσω τώρα;» ρώτησε καθώς αυτός αποτραβούσε τον ανιχνευτή. Δεν περίμενε την άδεια του και ο Κάρβερ παραλίγο να την πυροβολήσει μέχρι να καταλάβει πώς είχε απλώς ξαναρχίσει να τρώει. Συγκρατήθηκε και έκρυψε το όπλο του. Χρειαζόταν να έχει όλες τις αισθήσεις της για ν' απαντήσει στις ερωτήσεις του και έτσι ή αλλιώς δεν μπορούσε να ξεφύγει  πόσο μάλλον να τον βλάψει.

«Δεσποινίς Αρμαντέζ»
«Κάρολ» του είπε καταπίνοντας μια πηρουνιά ρύζι.

«Που είναι η ταινία;» Υπήρχε κάτι το μεταλλικό στη φωνή του, κάτι σκληρό κι απότομο.

Ξαφνικά έγινε σοβαρή. Αφησε κάτω το πιρούνι, έγειρε πίσω στην πλαστική καρέκλα και σήκωσε το βλέμμα της πάνω του. «Θα πάρεις την ταινία όταν θα πάρω αυτά που θέλω».

«Δεσποινίς Αρμαντέζ, σας έχω πει επανειλημμένα πως αυτό που ζητάτε είναι αδύνατο. Αυτή η ταινία είναι ζωτικής σημασίας για το Σχέδιο.  Απαντήστε μου με την θέλησή σας διαφορετικά θα σας υποχρεώσω δια της βίας».

Σήκωσε το ένα φρύδι της.

«Με ναρκωτικά;» το αριστερό της χέρι έσφιξε την άκρη του δίσκου.

«Δεν έχω άλλη εκλογή» είπε. Το τραπέζι είχε φάρδος ένα μέτρο, αλλά το υπ' αριθμόν 3 χέρι του, είχε μήκος 150 εκατοστά σε πλήρη έκταση. Ξεδιπλωμένο, χύθηκε διαγράφοντας ένα αστραφτερό ασημένιο τόξο προς τον δεξιό της ώμο, κρατώντας ένα υποδερμικό σπρέι στο εξαδάκτυλο σαν αράχνη χέρι του. Ποτέ δεν την έφτασε.

Τη στιγμή που αυτός σταμάτησε να μιλάει, εκείνη πετάχτηκε πηδώντας απ' το τραπέζι, η καρέκλα της χτύπησε με θόρυβο τον τοίχο και τ' αριστερό της χέρι σήκωσε και τίναξε το δίσκο πάνω στο κινούμενο χέρι του. Το λεπτό μεταλλικό μέλος, έπεσε διαλυμένο κι έγινε συντρίμμια πάνω στη πλαστική επιφάνεια του τραπεζιού. Το δεξί της χέρι κρατούσε την κανάτα του νερού και καθώς ορμούσε σκυμμένη γύρω απ' την άκρη του τραπεζιού προς την πόρτα την πέταξε πάνω στο λευκό κυλινδρικό του σώμα.

Η κανάτα έκανε γκελ πάνω στο σφιχτό μεταλλικό πλαίσιο που συγκρατούσε τα έξι χέρια του και τ' άλλα του εξαρτήματα, χύνοντας ένα καθαρό υγρό πάνω στα χέρια του και τα πόδια του. Το κεφάλι του, που έμοιαζε με κουτί για παπούτσια, γύρισε με τινάγματα πάνω στο λεπτό κυλινδρικό του λαιμό για να την παρακολουθήσει.

«Δεν μπορείς να ξεφύγεις». Η φωνή του αντήχησε απ' το μεγάφωνο που ήταν τοποθετημένο κάτω απ' τα κόκκινα φωτοκυτταρικά του μάτια.

Ορθώθηκε πάνω στα τέσσερα πολυαρθρωτά του πόδια και όρμησε τρικλίζοντας πίσω της, απλώνοντας και τα πέντε χέρια που του απόμεναν - το χέρι υπ' αριθμόν 3 κρεμόταν παράλυτο  για να την αρπάξει καθώς άνοιγε η πόρτα. Μετά από τρία βήματα τα δύο μπροστινά του πόδια, χαλάρωσαν και σωριάστηκε με πάταγο στο πάτωμα. Το υπ' αριθμόν 2 χέρι του προσπαθούσε με αδέξιες κινήσεις να βγάλει το αναισθητικό πιστόλι απ' τη θήκη που ήταν πάνω στο πλαίσιο του, αλλά δεν μπορούσε να ελέγξει τα δάχτυλα του, κι έτσι η πόρτα έκλεισε πίσω απ' την κομψή λεπτή φιγούρα που έφευγε τρέχοντας πριν αυτός μπορέσει να πυροβολήσει. Υπέρηχοι έλουσαν ανώφελα την πόρτα κι έπειτα το πιστόλι έπεσε απ' το παράλυτο χέρι του.

Προσπάθησε να σηκωθεί. τα γυροσκόπιά του ζορίστηκαν, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν ν' αναποδογυρίσει ένα τραπέζι όταν ένα απ' τα πόδια του τινάχτηκε από κάτω του. Πεσμένος κάτω στο πάτωμα, με υπερθερμασμένους τους σερβομηχανισμούς, έφερε το υπ' αριθμόν 1 χέρι μέχρι το τριγυρισμένο με αισθητήρες κεφάλι του και είδε πως οι κλειδώσεις του καρπού και των δαχτύλων του διαλύονταν.

Οξύ, σκέφτηκε. Το κορμί του ήταν κλεισμένο μέσα σε μια θήκη από σκληρό κεραμικό υλικό και τα μέλη του ήταν φτιαγμένα από ένα ανοξείδωτο κράμα, αλλά οι κλειδώσεις των χεριών και των ποδιών του ήταν λεπτά, ευαίσθητα μεταλλικά πλέγματα. Αναθεματίζοντας την βουβά, ο τελευταίος άντρας της Γης, άρχισε μ' όσα χέρια και πόδια του έμεναν να σπρώχνει τον εαυτό του προς την πόρτα.

Ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος, είχε κρατήσει δύο μήνες. Δύο μήνες ενός μακελειού που δεν είχε προηγούμενο. Είχε καταστρέψει σχεδόν όλη τη ζωή πάνω στη Γη, όλη τη ζωή πάνω στο Φεγγάρι, και σχεδόν κάθε ανθρώπινο δημιούργημα σ' όλο το ηλιακό σύστημα. Για αρκετές βδομάδες μετά τον πόλεμο, ο Ρόμπερτ Κάρβερ, βρισκόταν σ' επαφή μ' έναν απ' τους λίγους δορυφόρους που είχαν απομείνει, έναν μη επανδρωμένο ερευνητή κοιτασμάτων. Μέσ' απ' τους ευρέως φάσματος αισθητήρες του δορυφόρου είχε δει τους κρατήρες που σημάδευαν τη θέση των πόλεων, τα φλεγόμενα δάση και τους σκεπασμένους μ' απόβλητα ωκεανούς. Το μόνο τουλάχιστο που τον ικανοποιούσε ήταν πως, απ' όλα τα έργα του ανθρώπου, μόνο το Κέντρο  Εναποθηκεύσεως  Ανασταλθείσης Ζωής της Βορείου Αμερικής είχε παραμείνει άθικτο και πως, απ' όλους τους ανθρώπους, μόνο αυτός επιζούσε.

Στα δύο χρόνια που είχε μείνει μόνος του σ' αυτή τη μικροσκοπική πόλη που ήταν θαμμένη κάτω απ' τη Βόρεια Νεβάδα, είχε αρχί σει να την ονομάζει Νεκρόπολη, πόλη του θανάτου. Αλλοτε αυτός ο χαρακτηρισμός θα ήταν ανακριβής, γιατί αν και οι πενήντα χιλιάδες άνθρωποι που κοιμόνταν στους τάφους  μήτρες, βουτηγμένοι σε υγρό υδρογόνο, σε θερμοκρασία 78 βαθμών Κέλβιν ήταν μακριά από τη ζωή, ήταν εξίσου μακριά κι απ' το θάνατο. Αλλά οι άρρωστοι που περίμεναν την πρόοδο της ιατρικής, οι εξόριστοι στο μέλλον εγκληματίες, οι τυχοδιώκτες που περίμεναν να ανακαλυφτούν καινούριοι κόσμοι, όλοι είχαν πεθάνει τελειωτικά μαζί με την υπόλοιπη ανθρωπότητα όταν ο κεντρικός ηλεκτρονικός εγκέφαλος του κέντρου είχε τρελαθεί προσωρινά από τη βόμβα ηλεκτρονικής σύγχυσης που είχε ξεγλιστρήσει μέσα στο κέντρο στη διάρκεια του πολέμου.

Οι κοιμισμένοι είχαν πεθάνει χωρίς καν να επαναφερθούν στην κανονική θερμοκρασία, όταν ο πειραγμένος εγκέφαλος είχε δώσει εντολή μαζικής εσπευσμένης αναζωογόνησης χωρίς να πάρει τα κατάλληλα προφυλακτικά μέτρα. Το μόνιμο προσωπικό του κέντρου είχε πεθάνει από τα αέρια νεύρων που μια άλλη βόμβα διοχέτευσε στο σύστημα αερισμού, όταν η βλάβη του εγκεφάλου είχε παραλύσει το σύστημα καθαρισμού του αέρα.

Ο μόνος που επέζησε ήταν ο διευθυντής ερευνών, Δρ. Ρόμπερτ Γουέιν Κάρβερ, το κυμπόργκ με τα στοιχεία ATS495, που είχε να αναπνεύσει πέντε χρόνια και του οποίου τα μόνα αναντικατάστατα μέρη, ο εγκέφαλός του και η σπονδυλική στήλη, ήταν κλεισμένα ερμητικά σε μια σχεδόν άφθαρτη κεραμική σφαίρα πάνω ακριβώς από την ατομική του «καρδιά». Ο Κάρβερ είχε καταφέρει να κάνει «λοβοτομή» στον τρελό εγκέφαλο, αλλά μόνο αφού αυτός είχε ήδη προξενήσει μεγάλες καταστροφές στο Κέντρο. Είχε περάσει τα επόμενα δύο χρόνια, κάνοντας επισκευές και σχέδια  καταστρώνοντας το Σχέ διο. Παίρνοντας υπόψη πως το τέλος του κόσμου είχε ήδη έρθει, τα πράγματα πήγαιναν αρκετά καλά ή έτσι τουλάχιστον έλεγε στον εαυτό του πριν εμφανιστεί η Κάρολ  Αρμαντέζ.

Τις πρώτες πέντε μέρες από την εμφάνιση της, τα πράγματα πήγαιναν καλά. Ο Κάρβερ την είχε εγκαταστήσει στην οικιστική βαθμίδα, είχε αντιμετωπίσει τις ηλίθιες ερωτήσεις της κι έκανε ότι μπορούσε για να την αγνοήσει.

Στο τέλος της πέμπτης μέρας, γύρισε στις τράπεζες κυττάρων, αφού έκανε μερικές επισκευές στον δευτερεύοντα αντιδραστήρα σύντηξης, για να ανακαλύψει πώς η μοναδική του ταινία για την διαδικασία της σπερματικής αναζωογόνησης έλλειπε. Αφού κατάστρεψε σχεδόν το δωμάτιο ψάχνοντας να την βρει, θυμήθηκε πώς δεν ήταν μόνος, κι αμέσως συνειδητοποίησε πως εκείνη είχε πάρει την ταινία, από ζήλια μάλλον για όσα της είχε πει, γύρω από το όνειρό του  το Σχέδιο.

Δεν απάντησε όταν την κάλεσε στη συσκευή ενδοεπικοινωνίας στο δωμάτιο της και ήταν έτοιμος να παει στο κέντρο ελέγχου για να την εντοπίσει με το σύστημα ασφάλειας του συγκροτήματος, όταν άρχισε να κουδουνίζει η δική του συσκευή. Το καφετί της πρόσωπο φαινόταν δροσερό και ήρεμο στην οθόνη των τριάντα εκατοστών και τα κοντοκομμένα της μαύρα μαλλιά ταίριαζαν με τη σκούρα καστανοκόκκινη μπλούζα που φόραγε, αλλά o Κάρβερ δεν το πρόσεξε. «Δεσποινίς Αρμαντέζ, που βρίσκεται αυτή η ταινία;»

«Ηρέμησε Μπόμπ» είπε εκείνη. «Η ταινία βρίσκεται σε σίγουρο μέρος και ποτέ δεν θα μπορέσεις να τη βρεις. Τώρα ας συζητήσουμε σοβαρά».

Η τεχνητή φωνή του ακούστηκε σαν σπασμένη. «Σοβαρά! Αυτή η ταινία είναι ζωτικής σημασίας για το μέλλον της ανθρωπότητας και πρέπει να μου επιστραφεί αμέσως. Είσαι τρελή;»

«Είναι τρέλα να θέλεις να ζήσεις;»

«Πάλι τα ίδια αρχίζεις;» Καθώς μιλούσε, το μυαλό του δούλευε αστραπιαία. Ο τοίχος πίσω της είχε ένα σκούρο πράσινο χρώμα - αυτό σήμαινε πώς ήταν στη βαθμίδα που ήταν και οι τράπεζες κυττάρων.

Η πόρτα που διέκρινε στην άκρη της οθόνης είχε τον αριθμό «73». Δεν θα 'κανε παραπάνω από πέντε λεπτά για να πάει ως εκεί. «Δεν μπορώ ν' ακούω αυτά τα πράγματα» είπε και έκλεισε την συσκευή ενδοσυνεννόησης. Τον ξανακάλεσε αμέσως, πράγμα που περίμενε, και αυτός δέχτηκε την κλήση. Αυτή τη φορά όμως κράτησε απ' το μέρος του κλειστή την οπτική επικοινωνία.

«Δεν θα βλέπω λοιπόν τα ωραία σου κόκκινα μάτια; δεν πειράζει. Αυτό που ήθελα να πω είναι το εξής: εσύ είσαι υπεύθυνος για την κατάσταση μου. Γιατί λοιπόν, δεν πρέπει να σου ζητήσω να με βοηθήσεις;»

Καθώς αυτή μιλούσε, ο Κάρβερ έβγαλε από την θήκη των εργαλείων του ένα μικροσκοπικό πομποδέκτη και τον προσάρμοσε πάνω στη συσκευή ενδοεπικοινωνίας. Χρησιμοποιώντας αυτό τον πομποδέκτη σαν ενδιάμεση σύνδεση, θα συνέχιζαν τη συνομιλία τους, ενώ αυτός θα μπορούσε να κινείται σ' όλη τη βαθμίδα, χωρίς εκείνη να καταλάβει πως αυτός είχε φύγει από την τράπεζα σπέρματος.

Προσπαθώντας να κρύψει τον θρίαμβο απ' τη φωνή του, είπε: «Προσπαθώ να κάνω ορισμένες παραχωρήσεις λόγω της κατάστασης σου, γι' αυτό εξ άλλου αποφάσισα να σου μιλήσω, αλλά αυτό το θέμα το έχουμε ξανασυζητήσει». Καθώς έβγαινε από την τράπεζα σπέρματος, ετοίμασε ένα υποδερμικό σπρέι με ηρεμιστικό και έθεσε σε λειτουργία τον προσωπικό του πομποδέκτη. «Στο ξαναείπα. Δεν το ήξερα καθόλου πως κάποιος από τους καινούριους αυτόνομους ψυκτικούς θαλάμους είχε τεθεί σε λειτουργία πριν τον πόλεμο. Κι έτσι δεν ήταν δυνατό να γνωρίζω πως ένας θάλαμος συνέχιζε να λειτουργεί μετά τη βλάβη του ηλεκτρονικού υπολογιστή». Την πλησίαζε κατηφορίζοντας στο τούνελ, προσέχοντας μην ακουστεί.

«Όταν τροφοδότησα τον υπολογιστή με το πρόγραμμα αναζωογόνησης, δεν ήξερα πώς υπήρχε κάποιος κοιμισμένος που θα ξαναζωντάνευε. Απλώς χρησιμοποίησα αυτό το πρόγραμμα για να δοκιμάσω τα κυκλώματα που είχα επισκευάσει». Έπρεπε να την κρατήσει κοντά στη συσκευή ενδοεπικοινωνίας και να αποκοιμίσει την προσοχή της

«Παρ' όλα αυτά με ξαναζωντάνεψες» απάντησε. «Με κατάστρεψες». Τα λόγια της δεν φανέρωναν καμιά πίκρα, έλεγαν απλώς και μόνο την αλήθεια.

«Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο μεγάλη έκπληξη ένιωσα όταν o εγκέφαλος με πληροφόρησε πως o τελευταίος κοιμισμένος είχε αναζωογονηθεί επιτυχώς και με περίμενε στο νοσοκομειακό τμήμα. Αν ήξερα για σένα, δεσποινίς Αρμαντέζ, ποτέ δεν θα σε ξαναζωντάνευα». Λίγα μέτρα και μερικές γωνίες τους χώριζαν.

«Αυτό θα το θεωρήσω δείγμα σεβασμού από μέρους σου». Η φωνή της ακουγόταν κάπως αδύναμη από τον δέκτη του. «Αλλά συνεχίζω ακόμα να έχω την απαίτηση να με βοηθήσεις να μείνω ζωντανή.»

«Αυτό δεν μπορώ να το κάνω». Σταμάτησε εκείνη θα έπρεπε να βρίσκεται ακριβώς πίσω από την επόμενη γωνία, μιλώντας ακόμα στην εντοιχισμένη συσκευή ενδοσυνεννόησης, χωρίς να υποψιάζεται πως αυτός βρισκόταν τόσο κοντά. «Έχω δει τον φάκελο σας δεσποινίς  Αρμαντέζ.  Εξαιτίας της βιοχημικής σας κατάστασης έχετε μια τρομακτική δεκτικότητα στους καρκινικούς ιούς. Μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια είναι σχεδόν σίγουρο πώς θα σας έχει εμφανισθεί ένας σοβαρός  θανατηφόρος καρκινικός όγκος. Τίποτε άλλο δεν μπορεί να σας σώσει, εκτός από μια μεταμόσχευση του εγκεφάλου σ ένα καινούριο σώμα, κι αυτό είναι αδύνατο». Έλεγξε το υποδερμικό σπρέι και τέντωσε τα ελατήρια των ποδιών του, έτοιμος για το πήδημα που θα τον έφερνε μπροστά της.

«Δεν μπορείτε να καταψυχθείτε ξανά, κανείς δεν επέζησε απ' αυτούς που το δοκίμασαν για δεύτερη φορά, κι εγώ δεν μπορώ να σας θεραπεύσω. Θα ήμουν πρόθυμος να σας αφήσω στην ησυχία σας. Μπορεί ακόμα και να σας επέτρεπα να χρησιμοποιήσετε το ρομποτοχειρουργό της κυτταρικής τράπεζας, για να ηρεμήσετε από τους πόνους όταν θα έφτανε η ώρα.  Αλλά όχι». Ετοιμάστηκε να πηδήξει. «Εσείς έπρεπε να σταθείτε εμπόδιο στην πορεία του Σχεδίου. Έπρεπε να με πολεμήσετε.»

«Ναι, αυτό έκανα».

Πήδηξε σαν μια λευκόκορμη κυνηγετική αράχνη, με τα ασημένια του χέρια ανοιγμένα διάπλατα, για να την αρπάξουν ή να την εμποδίσουν να ξεφύγει, και το υπ' αριθμό 5 χέρι του έτοιμο να τινάξει στο στόχο του το υποδερμικό σπρέι. Είδε ολοκάθαρα το διάδρομο τη στιγμή που βρισκόταν ακόμα στον αέρα - τη μακριά πράσινη αίθουσα που το βάθος της χανόταν στο σκοτάδι την πόρτα προς το εργαστήριο με τον αριθμό 73 ερμητικά κλεισμένη τη συσκευή ενδοσυνεννόησης, σκοτεινή και αχρησιμοποίητη - αλλά δεν υπήρχε κανένα ίχνος της Κάρολ Αρμαντέζ.

«Που είσαι;» φώναξε μέσα απ' τα ραδιοφωνικά και τ' ακουστικά συστήματα, καθώς τα πόδια του ακουμπούσαν στο πάτωμα. Ο ήχος γέμισε με αντηχήσεις το διάδρομο. Δεν ήταν δυνατόν να είχε αλλάξει συσκευή χωρίς αυτός να το καταλάβει.

«Είμαι μαζί με την πολύτιμη ταινία σου Μπόμπ. Όταν θα είσαι έτοιμος να με βοηθήσεις, τότε θα βρεις και τους δύο μας».

«Ακόμα κι αν μπορούσα να σε σώσω, δεν θα το έκανα». Έτρεξε προς την πόρτα και την άνοιξε, έριξε μια ματιά μέσα στο σκοτεινό εργαστήριο και προχώρησε προς το επόμενο. «Είσαι ένας κατώτερος αντιπροσωπευτικός τύπος χαμηλής νοημοσύνης. Το ήξερα μόλις διάβασα το φάκελο σου και αυτή η βλακεία σου το επιβεβαιώνει. Πιστεύεις πραγματικά πως μπορείς να με αψηφήσεις και να σταθείς εμπόδιο στο δρόμο του ανθρώπινου πεπρωμένου;»  Εξέτασε προσεκτικά με τους υπέρυθρους ανιχνευτές τον υπόλοιπο διάδρομο αλλά δεν ανακάλυψε κανένα ίχνος της.

«Ναι» είπε αυτή ήρεμα και διέκοψε τη σύνδεση.

Ο Κάρβερ έφτασε στο σταθμό μεταφοράς που βρισκόταν στο τέρμα του διαδρόμου και προγραμμάτισε ένα όχημα ώστε να τον μεταφέρει πάνω στην κεντρική αίθουσα ελέγχου. Κι ενώ το όχημα κινιόταν όλο και πιο γρήγορα πάνω στις μαγνητικές ράγες του μέσα στο κενό από αέρα τούνελ, άρχισε να ξανασκέφτεται όλα όσα είχαν συμβεί.

Ήταν βλακεία της κοπέλας να νομίζει πώς θα μπορέσει να του ξεφύγει με όλα αυτά τα γενναία της λόγια και τα κόλπα της. Σωματικά και πνευματικά ήταν ανώτερός της και είχε στη διάθεση του όλες τις εφεδρείες της Νεκρόπολης. Ήταν βέβαια λάθος του που προσπάθησε να την συλλάβει μόνος του, γιατί μέσα στο κέντρο υπήρχαν εκατομμύρια κρυψώνες και έπρεπε να παραδεχτεί πως αυτή η γυναίκα διέθετε μια κάποια ζωώδη πανουργία.  Από το κέντρο ελέγχου, δεν θα χρειαζόταν παρά ένα λεπτό για να την εντοπίσει με τους υπέρυθρους ανιχνευτές του συστήματος ασφάλειας, κι άλλο τόσο για να την αποκλείσει με τον μικρό στρατό από τα τηλεκατευθυνόμενα ρομπότ - φύλακες. Μια ένεση με ορό της αλήθειας και θα του έλεγε που ήταν κρυμμένη η ταινία. Έπειτα θα έπρεπε να την σκοτώσει ανώδυνα βέβαια - για να αποφύγει μελλοντικές φασαρίες και μετά θα μπορούσε να συνεχίσει το Σχέδιο.

Το πρώτο πράγμα που κατάλαβε μόλις μπήκε στο κέντρο ελέγχου, ήταν πως είχε καταστραφεί. Οι οθόνες είχαν γίνει θρύψαλα, οι κονσόλες ελέγχου είχαν διαλυθεί και σ' όλο το πάτωμα ήταν σκορπισμένα ηλεκτρονικά εξαρτήματα και μικροκυκλώματα. ήταν φανερό πως είχε γίνει κάποια έκρηξη.

Αυτό έπρεπε να ήταν δική της δουλειά, αλλά και πάλι ήταν αδύνατο. Η πόρτα ήταν έτσι προγραμματισμένη ώστε να επιτρέπει την είσοδο μόνο στον Κάρβερ και στα ρομπότ συντήρησης. Αυτή δεν ήταν ικανή να προγραμματίσει ούτε καν ένα όχημα μεταφοράς για να την φέρει ως εδώ.

Προχώρησε ανάμεσα στα συντρίμμια και κλώτσησε έναν άχρηστο πια μνημονικό πυρήνα. Η αίθουσα ελέγχου ήταν κάτι που είχε κάνει προσωρινά μετά τον πόλεμο. Για να την επισκευάσει, χρειαζόταν μήνες ολόκληρους και ποιος ξέρει τι μπορούσε να κάνει αυτή η κοπέλα σ αυτό το διάστημα; H ίδια η Νεκρόπολη δεν είχε πειραχτεί καθόλου, γιατί ο εν μέρει επισκευασμένος κεντρικός εγκέφαλος αρκούσε για να λειτουργεί κανονικά το Συγκρότημα και τα ρομπότ θα συνέχιζαν τους κύκλους συντήρησης. Αυτό που είχε χαθεί ήταν η ικανότητά του Κάρβερ να έχει στη διάθεση του όλη τη δύναμη της Νεκρόπολης.

Οι ελπίδες του για την εύκολη σύλληψή της εξανεμίστηκαν. Μέσα σε μια ώρα από τότε που ανακάλυψε την κλοπή της ταινίας, εκείνη τον είχε ρίξει απ' τον θρόνο της Νεκρόπολης, τον είχε εξευτελίσει και τον είχε κατεβάσει στο επίπεδο της, γιατί μη μπορώντας να ξαναπρογραμματίσει τα ρομπότ, ήταν το ίδιο μόνος όσο κι αυτή.

Και το χειρότερο απ' όλα, είχε στα χέρια της το Σχέδιο, κι όλα αυτά γιατί δεν ήθελε να πεθάνει ήσυχα. Μ έκπληξη συνειδητοποίησε πώς είχε αρχίσει να την μισεί, πόσο καιρό είχε να νιώσει μίσος για κάτι;

Τα φωτοκύτταρα του έστειλαν την αμυδρή τους λάμψη ολόγυρα στο δωμάτιο κι εκεί μέσα στα συντρίμμια της δύναμης του αποφάσισε να την κυνηγήσει, να την πιάσει, να της πάρει με κάθε τρόπο την ταινία και να την σκοτώσει.

Από τότε την κυνηγούσε. Αφού σύρθηκε μέχρι τις αποθήκες και επισκεύασε τις βλάβες του χρησιμοποιώντας τα τεράστια αποθέματα ανταλλακτικών του κέντρου, ο Κάρβερ γύρισε στις τράπεζες κυττάρων. Είχε εγκαταστήσει τη βάση του εκεί απ' τη μια γιατί το κέντρο ελέγχου ήταν άχρηστο κι απ' την άλλη γιατί αυτό το τμήμα είχε ζωτική σημασία για το Σχέδιο.

Μέσα στους καταψύκτες του, ήταν αποθηκευμένα δισεκατομμύρια σπερματοζωάρια και ωάρια, όχι μόνο ανθρώπινα, αλλά και από όλα σχεδόν τα ζωικά είδη που υπήρχαν πριν από τον πόλεμο.  Εκτός απ' αυτά υπήρχαν και φυτικά κύτταρα, κατάλληλα για πολλαπλασιασμό με μοσχεύματα ή για υδροπονική καλλιέργεια. Τα εργαστήρια αυτού του τμήματος είχαν τον κατάλληλο εξοπλισμό για εξωμήτριο κύηση ή κύηση «δοκιμαστικού σωλήνα». Με αρκετή δουλειά και χρόνο, αυτό το συγκρότημα θα μπορούσε να ξαναγεμίσει όλη τη Γη με ανθρώπους, ζώα και φυτά.

Το Σχέδιο: Θα περίμενε μέχρι που η επιφάνεια της Γης θα ήταν ξανά κατάλληλη για τη ζωή. Θα χρειάζονταν περί τα 1 00 χρόνια ή και περισσότερο για να αδρανοποιηθεί η ραδιενεργή σκόνη που ήταν σκορπισμένη σ' όλο τον κόσμο, για να ηρεμήσει η ταραγμένη ατμόσφαιρα, για να σταματήσει να κλυδωνίζεται ο ασταθής φλοιός της Γης. Και τότε, μετά από έναν αιώνα σχεδίων και προετοιμασιών, θ' άρχιζε η επιστροφή της ζωής στη Γη.

Χωρίς γονείς, η πρώτη γενιά της νέας ανθρώπινης φυλής δεν θα είχε κανένα σοφό σύμβουλο εκτός από τον Ρόμπερτ Κάρβερ. Η ανοικοδόμηση της Γης θα ήταν ένας τεράστιος άθλος. Θα χρειαζόταν πειθαρχία, ένας δυνατός αρχηγός, και υπεράνθρωπη θέληση και εξυπνάδα. Ο Κάρβερ ήξερε πως μόνο αυτός συγκέντρωνε αυτά τα προσόντα.   Ήταν ουσιαστικά αθάνατος και άφθαρτος η ατομική του μπαταρία μπορούσε να φορτίζεται, έπ' άπειρον, από τον πυρηνικό αντιδραστήρα του κέντρου και μέσα στο χημικά ελεγμένο περιβάλλον της σφαίρας συστήματος προστασίας ζωής, ο εγκέφαλος του παρέμενε αγέραστος.

Θα ήταν ο πατέρας του ανθρώπινου γένους, ο οδηγός, ο μύστης και (ποιος ξέρει;) ίσως τελικά και ο Θεός. Γενιές θα έρχονταν και θα πέρναγαν και το μόνο σταθερό γι αυτές πράγμα θα ήταν αυτός. Θα ξανάφερνε στη Γη τη ζωή και στην ανθρωπότητα το μεγαλείο. Τίποτε δεν μπορούσε να σταματήσει το Σχέδιο του Κάρβερ, και πόσο μάλλον η Κάρολ Αρμαντέζ.

Κάποιος τον καλούσε στην συσκευή ενδοσυνεννόησης όταν μπήκε στην αίθουσα ελέγχου της τράπεζας κυττάρων. Το φως που αναβόσβηνε στον επικοινωνιακό πίνακα τον εξαγρίωσε και παραλίγο να σπάσει τον διακόπτη που έθετε σε λειτουργία την οθόνη. «Τι στο διάολο θέλεις;» είπε καθώς άρχισαν να διαγράφονται στην οθόνη οι ώμοι της και το πρόσωπό της. Ο τοίχος πίσω της ήταν από αγυάλιστη μαύρη πέτρα - οι νέες σήραγγες; αναρωτήθηκε αφηρημένα.

«Προς Θεού! μην εκνευρίζεσαι τόσο πολύ! Ήθελα απλώς να δω αν είσαι καλά. στο κάτω κάτω χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον». Ο τρόπος της συνέχιζε να είναι αυτή η ίδια αναιδέστατη αδιαφορία, που ήξερε τόσο καλά και που τόσο πολύ σιχαινόταν.

Ήθελε έντονα να τσακίσει την οθόνη με ένα απ' τα μεταλλικά του χέρια αλλά συνέχισε τη συνομιλία. Είχε να νιώσει τόσο βίαιο θυμό πολύ καιρό και έπρεπε με κάποιο τρόπο να δώσει κάποια διέξοδο στην οργή του. «Δεσποινίς Αρμαντέζ, σας διαβεβαιώνω, πως εγώ δεν σας χρειάζομαι καθόλου. Δεν θα σας χάριζα τη ζωή ακόμα κι αν μου δίνατε την ταινία».

«Σοβαρά; γιατί;»

Αρχισε σχεδόν να τρέμει. «Γιατί είστε ένα κατώτερο, μη παραγωγικό, εκφυλισμένο, καταδικασμένο σε θάνατο άτομο και ένας ανατρεπτικός παράγοντας στα σχέδια μου».

Αυτή σοβάρεψε, σούφρωσε τα χείλια της και είπε: «Σε ένα απ' αυτά συμφωνώ. Στο θάνατο. Το ξέρω πως ο χρόνος μου είναι περιορισμένος και γι' αυτό τον ξοδεύω με αυτό τον τρόπο».

«Αλλά τα υπόλοιπα;» Χαμογέλασε ξανά. «Ηλιθιότητες κύριε! Αυτές τις δύο μέρες, δεν κάνω τίποτε άλλο απ' το να σου ξεφεύγω και να σε κοροϊδεύω και συ συνεχίζεις να επιμένεις πως είμαι βλάκας. Αυτό που εννοείς στην πραγματικότητα, είναι πως είμαι μια γυναίκα, μισό - Ινδιάνα, μισο - Μεξικάνα κι όχι ένα τενεκεδένιο σκιάχτρο σαν κι εσένα».

«Ξέρεις τι νομίζω, Μπόμπυ; Αυτά τα δύο χρόνια που πέρασες μόνος σου σ' αυτό το νεκροταφείο με τα μηχανήματα και με τη μοίρα της ανθρωπότητας να βαραίνει στους έξι ώμους σου, σε τρέλαναν λιγάκι. Έχεις παρασυρθεί τόσο πολύ απ' την παντοδυναμία σου και την παντογνωσία σου, που δεν μπορείς να σκεφτείς απλά και λογικά. Πάρε για παράδειγμα αυτό το ένδοξο Σχέδιο που»

«Τι θες να πεις;» την διέκοψε θυμωμένος με τον εαυτό του που έδινε σημασία στα λόγια της.

«Είπες πως το εμποδίζω. Με ποιο τρόπο;»

«Έκλεψες μια ταινία που θα χρειαστώ χρόνια για να την ξαναφτιάξω, χρόνια τα οποία χρειάζομαι για άλλες εργασίες. Μη προσπαθείς να το αρνηθείς».

«Δεν το αρνούμαι, αλλά γιατί τόση βιασύνη; Πρέπει να περιμένεις τουλάχιστον έναν αιώνα μέχρι να ξαναγίνει κατοικήσιμη η Γη. Αν ήσουν λογικός θα ξόδευες ένα μήνα περίπου μέχρι να επισκευάσεις το σύστημα ασφάλειας κι έπειτα θα μ' έπιανες σε λίγες ώρες, αλλά δεν είσαι λογικός. Θέλεις αυτή την καταραμένη ταινία τώρα.»

« Όλα αυτά τα χρόνια μόνος σου, Μπόμπυ, τρελάθηκες πραγματικά». Έσκυψε μπροστά έτσι που το πρόσωπο της μεγάλωσε μέσα στην οθόνη.

«Νομίζεις πώς είσαι Θεός. Δεν μπορείς ν' ανεχτείς να πάει κάτι στραβά με το μεγάλο σου Σχέδιο, αν πάει κάτι στραβά διαλύεσαι.»

«Πάψε!» φώναξε: «Πάψε!»

«Παραδέξου το, Μπόμπυ» του είπε μαλακά. «Αν είχες έστω και τις μισές υπεράνθρωπες ικανότητες, που ισχυριζόσουν πως είχες όταν μου αποκάλυπτες τα ένδοξα σου όνειρα, θα έπρεπε τώρα να με είχες ξετρυπώσει και να με είχες πιάσει. Είσαι έξω απ' την ανθρώπινη φυλή τόσο καιρό που σου έχουν ξεφύγει ολοκληρωτικά οι ικανότητες ενός φυσιολογικού ανθρώπου. Είσαι τυχερός που εγώ δεν αποφασίζω να εξοντώσω εσένα».

«Καταραμένη σκύλα, τώρα πια πέθανες. Δεν μου χρειάζεται το σύστημα ασφαλείας, ούτε άλλο τίποτε. Η ανθρώπινη μοίρα είναι στα χέρια μου, το πεπρωμένο είναι στο πλευρό μου και θα θριαμβεύσω!»

«Χάϊλ!» είπε κι έκλεισε. Το δωμάτιο γέμισε απ' τις κραυγές της μανίας του Κάρβερ. Προχωρούσε επί αρκετή ώρα ολόγυρα στην κυκλική αίθουσα για να μπορέσει να ηρεμήσει και η προοπτική του ύπνου ποτέ δεν του είχε φανεί λιγότερο ευχάριστη.

Δεν έτρωγε, δεν έπινε, δεν κουραζόταν, άλλά παρ όλα αυτά, ο ύπνος του χρειαζόταν ακόμα. Τα ηλεκτρονικά κυκλώματα που συνέδεαν τους αισθητήρες του και τους κινητικούς μηχανισμούς του με τον εγκέφαλό του μπορούσαν επίσης να επιδράσουν πάνω στο κέντρο του ύπνου και να τον κάνουν να ονειρεύεται επί μια ώρα, πράγμα που ισοδυναμούσε με οκτώ ώρες ύπνου. Πέρναγε πάντοτε αυτή την ώρα στη τράπεζα κυττάρων, στο μοναδικό μέρος σ' ολόκληρη τη Νεκρόπολη που αισθανόταν πλήρη ασφάλεια. Αυτή τη φορά τα όνειρα του ήταν εφιάλτες με το ίδιο μοτίβο: κι αν η κοπέλα είχε δίκιο;

Δεν υπήρχε μέρα η νύχτα στη Νεκρόπολη μόνο η παγωμένη σταθερή λάμψη των φωτοχημικών ή το πιο λαμπερό φως απ' τις λάμπες νέον, αλλά για ευκολία ο Κάρβερ ονόμαζε μεσάνυχτα αυτή την ώρα των ονείρων του και θεωρούσε αρχή της καινούριας μέρας την ώρα που ξυπνούσε. Την τρίτη μέρα του Τέταρτου Παγκόσμιου Πόλεμου έκλεισε ερμητικά την πόρτα της τράπεζας κυττάρων και ξαναγύρισε στην οικιστική βαθμίδα για να συνεχίσει την αναζήτηση του.

Ήξερε πως ήταν μάλλον απίθανο να την βρει εκεί, μετά την χτεσινή τους συνάντηση, αλλά τι άλλο θα μπορούσε να περιμένει κανείς απ' αυτήν έκτός από το απροσδόκητο; αυτά τουλάχιστον έλεγε στον εαυτό του καθώς περιτριγύριζε τους μισοσκότεινους διαδρόμους. Αυτή τη φορά αντί για αναισθητικό, κουβαλούσε ένα πιστόλι λέιζερ - ήθελε να σκοτώσει.  Αργότερα, ψάχνοντας, θα εύρισκε την ταινία.  Τώρα κυνηγούσε αυτήν.

Δεν την βρήκε.

Βρήκε αρκετά ίχνη της. Μια τεράστια ποσότητα τροφίμων έλλειπε απ' την τραπεζαρία και είχε πάρει απ' τα εργαστήρια και τις αποθήκες εργαλεία και ρούχα.  Ήταν ολοφάνερο πώς προετοιμαζόταν για πολιορκία.

 Η μεγάλη έκπληξη ήρθε, όταν έψαξε το δωμάτιο στο οποίο είχε μείνει για πέντε μέρες μετά την αναζωογόνηση της. Ένας ολόκληρος σωρός από οπτικοακουστικές ταινίες βρισκόταν πάνω στο τραπέζι κι όταν κοίταξε μια απ' αυτές, ανακάλυψε πως δεν ήταν κάποιο φτηνό μυθιστόρημα όπως περίμενε, αλλά ένα σύγγραμμα με τον τίτλο «Θερμοδραστικές ιδιότητες των πλαστικών εκρηκτικών υλών»: Υπήρχαν καμιά εικοσιπενταριά ταινίες παρμένες απ' τη βιβλιοθήκη του κέντρου, χάρτες του κέντρου, κείμενα ηλεκτρονικής και χημείας και επίσης μια ταινία με τον τίτλο «Βασικές αρχές του επαναστατικού / αντεπαναστατικού πολέμου».

Μα το χειρότερο ήταν κρυμμένο κάτω απ' το μαξιλάρι της: ένα εγχειρίδιο για το κυμπόργκ ATS. Κοιτάζοντας το στην συσκευή ανάγνωσης, που βρισκόταν δίπλα στο κρεβάτι, ανακάλυψε πως είχαν υπογραμμιστεί τα σημεία που στο κείμενο αναφέρονταν στα αδύνατα σημεία του μηχανικού κορμιού του, δηλαδή, στο λαιμό, στο πίσω μέρος του κεφαλιού, στις κλειδώσεις... για πρώτη φορά σ' αυτά τα δύο χρόνια άρχισε πραγματικά να νιώθει ανήσυχος.

Ίσως να την είχε υποτιμήσει προετοιμαζόταν γι αυτή την σύγκρουση απ' την αρχή. Έπρεπε να αποδεχτεί αυτή την πιθανότητα, έστω και μόνο για την επιβίωση του. Έντονα εκνευρισμένος, βγήκε απ' το δωμάτιο, σήκωσε τα μάτια του απ' το πάτωμα με τα μπλε πλακάκια και πάγωσε.

Στον τοίχο, απέναντι του, ήταν γραμμένη με μεγάλα μαύρα γράμματα, μάλλον με σπρέι, η λέξη «Περίεργε!» Η μπογιά δεν είχε ακόμα στεγνώσει. Κοίταξε δεξιά - αριστερά σ όλο το μήκος του διαδρόμου χρησιμοποιώντας υπέρυθρες ακτίνες και τηλεφακούς, μα δεν διέκρινε τίποτε. Αργά η ματιά του σηκώθηκε προς το δικτυωτό άνοιγμα του αγωγού εξαερισμού, που βρισκόταν στον τοίχο, πάνω ακριβώς απ' τη λέξη, τρία μέτρα απ' το πάτωμα.

Σ όλο αυτό το κυνηγητό, ποτέ του δεν έψαξε αυτούς τους αγωγούς ούτε καν του είχαν περάσει απ' το μυαλό, κι αυτό γιατί οι αγωγοί ήταν πολύ μικροί γι αυτόν.

Έκοψε απ' άκρη σ' άκρη τη γρίλια με το λέιζερ κι έπειτα έπαιξε πέρα δώθε αυτό το ξίφος των φωτονίων στο εσωτερικό του αγωγού, στη μεγαλύτερη δυνατή ένταση επί μερικά λεπτά, μέχρι που το μέταλλο άρχισε να λιώνει σε σταγόνες που έλαμπαν με ένα κόκκινο χρώμα λίγο πιο έντονο απ' το ρουμπινί της ακτίνας. Προεκτείνοντας το υπ' αριθμόν 6 χέρι, που είχε στην άκρη του μια μικροσκοπική κάμερα τηλεόρασης συνδεδεμένη με το οπτικό σύστημα των ματιών του, σηκώθηκε στα «ακροδάχτυλα» του κι εξέτασε το εσωτερικό του αγωγού. Ήταν ένα ερείπιο από λιωμένες σωλήνες και καμένα καλώδια που σπίθιζαν, αλλά δεν διέκρινε πουθενά καμένη σάρκα και κατάλαβε πόσο μάταιη ήταν αυτή του η ενέργεια.

Το σύστημα εξαερισμού ήταν ένας ποντικολαβύρινθος. Μέσα σε λίγα λεπτά εκείνη θα μπορούσε να βρεθεί σ' οποιοδήποτε σημείο μέσα στο κέντρο, χωρίς να έχει χρησιμοποιήσει τους μεταφορείς και χωρίς καν να σημειωθεί η παρουσία της σε κάποιον καταγραφέα. Μπορούσε να τον ακολουθεί οπουδήποτε, αθέατη μέσα σ' αυτό τον υπόκόσμο που αυτός ποτέ του δεν θα μπορούσε να μπει.

Ήταν ένα χρήσιμο και ολοφάνερο κόλπο, άλλα αυτός το είχε ξεχάσει.Κ και πόσα άλλα ακόμα δεν έχω ξεχάσει; αναρωτήθηκε.

Ήξερε τώρα πως αυτή είχε δίκιο - είχε χάσει την επαφή του με την ανθρωπότητα. Παρ' όλη του την γνώση, τη δύναμη και την αθανασία δεν μπορούσε να συναγωνιστεί ούτε μια γυναίκα. Μπορούσε κάθε στιγμή να τον σκοτώσει...

Γιατί δεν το έκανε; Τι ήθελε απ' αυτόν;  Αφού το ήξερε, πως δεν μπορούσε να τη σώσει από τον αναπόφευκτο, αμετάκλητο θάνατο. «Χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον» του είχε πει. Δεν μπορούσε να φανταστεί το γιατί.

Καθώς γύριζε με τον μεταφορέα πίσω στα βάθη της Νεκρόπολης, στην τράπεζα κυττάρων, ο Κάρβερ το ξανασκέφτηκε. Έπρεπε ακόμα να την πιάσει, έστω και μόνο για την ταινία, άλλα έπρεπε να την πιάσει ζωντανή. Αν την στρίμωχνε περισσότερο ίσως ν' άλλαζε γνώμη και να μην τον χρειαζόταν πια.

Μέσα του το μίσος μετατρεπόταν σε φόβο και σε μια υποψία εκτίμησης

Οι μέρες έγιναν βδομάδες κι όμως δεν μπορούσε ακόμα να την βρει. Έψαχνε και ξανάψαχνε κάθε βαθμίδα του κέντρου. Ανακάλυψε πολλά ίχνη της παρουσίας της ένα δωμάτιο που είχε κοιμηθεί, μια αποθήκη που είχε λεηλατήσει, έναν υποσταθμό που είχε χρησιμοποιήσει για να ξαναφορτίσει μπαταρίες, αλλά πάντοτε εκείνη ήταν ένα βήμα μπροστά απ' αυτόν.

Οι περιπλανήσεις του τον έφεραν σε μέρη που είχε να βρεθεί μήνες και κάτι άρχισε να αλλάζει στην αντίληψη που είχε για τον εαυτό του και το περιβάλλον του. Θυμήθηκε γιατί είχε ονομάσει το κέντρο «Νεκρόπολη». Χωρίς ανθρώπους, το συγκρότημα ήταν μια πόλη - φάντασμα, μια αίσθηση που εντεινόταν απ' το μισοσκόταδο κι απ' τα σημάδια των καταστροφών του πολέμου. Η Νεκρόπολη τι άλλο ήταν αυτές οι γιγάντιες σπηλιές με τους καταψυκτικούς μηχανισμούς παρά ορθάνοιχτα νεκροταφεία, τα φέρετρα άδεια και τα σώματα στοιβαγμένα στις αποθήκες οργανικής ύλης του κέντρου σε μια αποστειρωμένη νεκρογραφία! Η ραδιενεργή έρημος πάνω στην επιφάνεια είχε περισσότερη ζωή απ' αυτό το κοιμητήριο.

 Εδώ, μόνο τα ρομπότ πηγαινοέρχονταν, ακολουθώντας ηλίθια τις διαταγές που άφησαν οι νεκροί. O Κάρβερ, άρχισε να τα βλέπει σαν κινούμενα πτώματα, φαντάσματα μιας πόλης που κάποτε υπήρχε, καρικατούρες των ζωντανών, και το χειρότερο απ' όλα, μερικά του έμοιαζαν.

Μια μέρα, όταν βρισκόταν στη διοικητική βαθμίδα, αντίκρισε το είδωλό του πάνω σ' ένα γυάλινο χώρισμα, και ταράχτηκε με την εντομοειδή του εξωανθρώπινη εμφάνιση. Τι άλλο ήταν παρά ένα σιδερένιο τέρας, με τον εγκέφαλο ενός νεκρού μέσα του, που κυνηγούσε την τελευταία γυναίκα μέσα σ' αυτή την πόλη του Θανάτου; Ποθούσε να την αντικρίσει, έστω και μόνο για ν ανανεώσει μέσα στη μνήμη του την εικόνα της ανθρώπινης μορφής.

 Από τον καιρό του πολέμου είχε να νιώσει τέτοια κατάθλιψη και ήξερε το γιατί. Στη διάρκεια αυτών των δύο χρόνων, τον απασχολούσε το Σχέδιο, το Σχέδιο και ο έλεγχος του κέντρου. Τώρα, οι εργασίες του πάνω στο Σχέδιο είχαν σταματήσει, και χωρίς το κέντρο έλεγχου δεν μπορούσε πλέον να θεωρεί τον εαυτό του σαν προέκταση όλων των μηχανισμών του Συγκροτήματος.

Ήταν ένα μηδαμινό ανθρώπινο πλάσμα μέσα σ ένα τεράστιο άδειο κέλυφος.

Είχε δύο τρόπους για να πολεμήσει αυτά τα συναισθήματα. Ο πρώτος ήταν να ατσαλώσει την πίστη του στο πεπρωμένο του - ίσως να είχε κάνει μερικά λάθη - αυτό δεν είχε και τόση σημασία μια κι αυτός ο ίδιος μόνος του, είχε συλλάβει και αναπτύξει το Σχέδιο, κι αυτός μόνος του θα το ολοκλήρωνε. Αυτός μόνος του θα έσωζε την ανθρωπότητα. Όση αμφιβολία κι αν είχε, ό,τι κι αν έλεγε εκείνη, αυτό δεν μπορούσε να του το αφαιρέσει κανείς. Ο δεύτερος ήταν οι δραστηριότητες του την υπόλοιπη μέρα.

Εικοσιδύο ώρες το 24ωρο την κυνηγούσε κι έπειτα γύριζε στην τράπεζα κυττάρων για να περάσει μια ώρα με όνειρα κι άλλη μια ώρα ακούγοντας τη φωνή της. Κάποια μέρα μετά την πρώτη βδομάδα, είχε αρχίσει να τον καλεί με το σύστημα ενδοσυνεννόησης για να κουβεντιάσουν κι αυτός την άκουγε. Στην αρχή έλεγε στον εαυτό του πως αυτό γινόταν για να εντοπίζει τις κινήσεις της - τον καλούσε από διαφορετικό μέρος κάθε φορά - και για να την πείσει με την συζήτηση να παραδοθεί. Βαθμιαία παραδέχτηκε πως απλώς λαχταρούσε να βλέπει και ν' ακούει ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα.

Στην αρχή του μιλούσε για το μέλλον, κάνοντας διάφορες υποδείξεις πάνω στα σχέδιά του, κι αναφέροντας πράγματα που αυτός ποτέ δεν είχε σκεφτεί. «Είσαι βέβαιος, πως μόνο εμείς απομείναμε; Θα έπρεπε να ψάξεις την επιφάνεια κι ακόμα κι αν δεν εύρισκες κανένα θα μπορούσες να προσπαθήσεις να επιδιορθώσεις και να βάλεις σε λειτουργία τα κέντρα ηλεκτρονικών εγκέφαλων και τα εργοστάσια των ρομπότ. Θα μπορούσες να χρησιμοποιήσεις αυτό το διάστημα της αναμονής για να βάλεις στη διάθεση σου όλα τα αποθέματα του πλανήτη». Είχε σταματήσει να της φέρνει αντιρρήσεις εδώ κι αρκετό καιρό. Τώρα άκουγε κι υπολόγιζε αυτά που του πρότεινε. Πάντως το Σχέδιο παρέμενε αποκλειστικά δικό του.

Μια μέρα άρχισε να του μιλάει για τον εαυτό της. Θέλησε να κλείσει τη συσκευή, αλλά για κάποιο ανεξήγητο λόγο δεν το έκανε. Ήξερε μόνο αυτά που υπήρχαν στον φάκελο της. Τώρα του έδειχνε τη ζωή της κι αναρωτήθηκε πως μπόρεσε ποτέ να την αποκαλέσει κατώτερη.

Είχε καταφέρει να επιζήσει εικοσιοκτώ χρόνια στην Νέα Υόρκη στο τέλος του εικοστού αιώνα. Πέρασε τις ταραχές της Πείνας, τον Φυλετικό Πόλεμο και την Θερμοκρασιακή Αναστροφή του '88. Κατά κάποιο τρόπο είχε διατηρήσει τη ζωή της και την αίσθηση του χιούμορ της σ' ένα περιβάλλον από τα σκληρότερα της ανθρώπινης ιστορίας, αλλά δεν εκλιπαρούσε τη συμπάθεια, ζητούσε μόνο την αναγνώριση της ικανότητας της να επιβιώνει με κάποιο μέτρο αξιοπρέπειας. Σιωπηλά της το αναγνώρισε.

Είχε εξασκηθεί σ' ορισμένες βοηθητικές εργασίες στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές - μονότονη δουλειά αλλά χρήσιμη - σε μια από τις ανερχόμενες παγκόσμιες εμπορικές φίρμες, τις Κοσμοεταιρίες. Στα εικοσιπέντε της, έχοντας πια ζήσει τη μισή της ζωή, σύμφωνα με τις στατιστικές για τους  Αμερικανούς των κατωτέρων τάξεων, οι γιατροί την εξέτασαν και την κατάταξαν στην κατηγορία αυτών που είχαν μια έντονη προδιάθεση για ανίατο καρκίνο.

 Επί τρία χρόνια ζητιάνευε, δανειζόταν, άρπαζε, κέρδιζε και έκλεβε για να μπορέσει να βρει τα χρήματα που χρειάζονταν για να εξαγοράσει και να πληρώσει μια θέση στο καινούργιο Κέντρο Ζωής εν Αναστολή, που είχε ιδρύσει η Εταιρία Βιονικής της Βόρειου Αμερικής. Καταψυγμένη μπορούσε να περιμένει την πρόοδο της ιατρικής που θα την θεράπευε, πριν το σώμα της αρχίσει να αυτοκαταβροχθίζεται.

Η τύχη της συνεχίστηκε. το Κέντρο διασώθηκε απ' τον πόλεμο, η κάψουλα της διασώθηκε από την βλάβη του εγκέφαλου, κι αυτή επέζησε στην αναζωογόνηση. Θα αντιμετώπιζε κατά τον ίδιο τρόπο ό,τι κι αν συνέβαινε αργότερα.

(Ήθελε να την ρωτήσει τι άραγε θα συνέβαινε αργότερα τι προσπαθούσε να κάνει και τι ήταν αυτό που ζητούσε.  Αλλά δεν του έδωσε την ευκαιρία).

Του εξομολογήθηκε εγκλήματα, διαστροφές και βίτσια που είχε γεννήσει η ανία και η αθλιότητα, αλλά δεν ζητούσε την συγγνώμη του ούτε προσπαθούσε να δικαιολογηθεί. Του παρουσίασε τη ζωή της χωρίς σχόλια και αυτός εντελώς σιωπηρά άρχισε να την θαυμάζει.

Ζήτησε απ' τον Κάρβερ να της μιλήσει για τον εαυτό του. Στην αρχή πρόβαλε μια μικρή άρνηση, άλλά αργότερα υποχώρησε, όταν εκείνη του θύμισε πως αυτή είχε καταψυχθεί πριν ακόμα γίνει γνωστή η περιπτωσή του.

Γεννημένος και μεγαλωμένος σε μια απ' τις νέες πόλεις της δυτικής Ακτής που ξεπήδησαν με την εφαρμογή της ατομικής αφαλάτωσης των νερών του ωκεανού, δεν του έλειψε ποτέ τίποτε. Οι γονείς του ήταν ανώτεροι υπάλληλοι στην Εταιρεία Πυρηνικής Ενέργειας του Βόρειου Ειρηνικού κι έτσι, σπούδασε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ειδικεύτηκε στην καινούρια επιστήμη της Βιοφυσικής, πήρε ένα Νόμπελ, έγινε εκατομμυριούχος, τον προσέλαβαν σε μια από τις καλύτερες θέσεις στην Εταιρία Βιονικής Βόρειου Αμερικής και στα εικοσιπέντε του χρόνια, έπαθε καρκίνο από μια μεγάλη δόση ακτινοβολίας σ' ένα εργαστηριακό ατύχημα.

Κι έτσι, έλαβε μέρος στο χρηματοδοτούμενο από την κυβέρνηση Πρόγραμμα της Ε.Β.Β.Α. για τα κυμπόργκ. Ο απείραχτος απ' τον καρκίνο εγκέφαλός του μεταμοσχεύτηκε σ' ένα ουσιαστικά αθάνατο σώμα. Έτσι, έγινε ένα κυμπόργκ, ένας κυβερνητικός οργανισμός, ένας «άνθρωπος μηχανή». Μετά απ' αυτό, και σαν διευθυντής ερευνών στο Κέντρο Ζωής, απέκτησε την μεγάλη του δόξα.

Δημιούργησε τις τράπεζες κυττάρων, την τελευταία γραμμή άμυνας της Ανθρωπότητας. Αυτά τα καταψυγμένα σπερματικά πρωτοπλάσματα σήμαιναν πως στο μέλλον κανένα είδος δεν θα εξαφανιζόταν και πώς η ανθρώπινη κληρονομικότητα δεν κινδύνευε από τις μεταλλακτικές επιδράσεις των χημικών ουσιών και της ακτινοβολίας. Ήταν ο πιο διάσημος από τα είκοσι κυμπόργκ που υπήρχαν στον κόσμο: Ο Δρ. Ρόμπερτ Γουειν Κάρβερ, ο αθάνατος, ο κύριος της ζωής, το υπέρτατο σύμβολο της ανθρώπινης εξουσίας πάνω στη ζωή και στο θάνατο. Έπειτα, ήρθε ο πόλεμος.

«Καημένο παιδί θαύμα πως να μην έχεις το κόμπλεξ πως είσαι Θεός!» του είπε εκείνη, μόλις τελείωσε την ιστορία του. «Θέλεις μ' όλη σου την ψυχή ν' αποκτήσεις ξανά όλη αυτή τη δόξα και τη δύναμη».

Και τότε έμπηξε στ' αλήθεια το χέρι του μέσα στην οθόνη συντρίβοντας την. «Καταραμένη!», ψιθύρισε. Είχε θυμηθεί ξαφνικά πως μια απ' τις ταινίες που είχε βρει στο δωμάτιο της ήταν μια γραμμένη ειδικά για το ευρύ κοινό βιογραφία του Ρόμπερτ Κάρβερ. Είχε εκμεταλλευτεί τον εγωισμό του και τα συναισθήματα του. Ένιωθε ακόμα έντονες συγκινήσεις, αν και οι αδένες του είχαν πεθάνει μαζί με το κορμί του. Είχε αναμνήσεις και εξαρτημένες αντιδράσεις - «απολιθωμένα συναισθήματα» - που

μπορούσαν να βγουν στην επιφάνεια με τους κατάλληλους ερεθισμούς. Όλα αυτά τα είχε ξεχάσει τόσα χρόνια μόνος, αλλά με το να της μιλάει και να τη σκέφτεται, είχαν αρχίσει να ξυπνάνε μέσα του ξανά.

«Κι είναι τόσο άσχημο αυτό;» αναρωτήθηκε. Αυτό που μόλις είχε νιώσει ήταν μια φυσιολογική έκρηξη θυμού, εντελώς διαφορετική από τους προηγούμενους παγερούς και φλύαρους παροξυσμούς του. Δεν ήταν ωραίο που ξαναγινόταν ανθρώπινος; το μίσος και ο φόβος του γι αυτήν είχε κιόλας μετριαστεί απ' το σεβασμό και το θαυμασμό του κι εντελώς αόριστα, σχεδόν ασυνείδητα, αναρωτήθηκε αν ήταν ακόμα μπορετό γι αυτόν ν' αγαπήσει.

Ξεθύμανε και τα τελευταία απομεινάρια του θυμού του στήνοντας παγίδες. Στα σταυροδρόμια των υπόγειων στοών τοποθέτησε αναισθητικές βόμβες παγιδευμένες με φωτοηλεκτρικούς επικρουστήρες. Έφτιαξε σιδερένια κλουβιά και τα κρέμασε από την οροφή στις μεγαλύτερες αίθουσες, έτσι που να πέφτουν αν διέκοπτε κανείς μια υπέρυθρη ακτίνα. Έσκαψε ακόμα και λάκκους στους διαδρόμους και τους σκέπασε με φύλλα πλαστικού, έτσι που να μην ξεχωρίζουν απ' το υπόλοιπο πάτωμα. Όλες αυτές οι παγίδες ήταν συνδεμένες με συνθήματα συναγερμού, με την αίθουσα ελέγχου της τράπεζας κυττάρων.

Αυτό που ήθελε όλο κι όλο ήταν να της μιλήσει πρόσωπο με πρόσωπο, ν' ανακαλύψει τι ζητούσε κι αν ήταν δυνατό να κερδίσει τη βοήθεια της. Οι παγίδες του δεν έπιασαν τίποτε, εκτός από δυο ειδικές περιπτώσεις. Έφτιαξε τη συσκευή ενδοσυνεννόησης την επόμενη μέρα, και ξανάρχισαν την ρουτίνα τους σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, μόνο που αυτή τη φορά προχώρησαν σε διάλογους.

«Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω πως ανατίναξες την κεντρική αίθουσα ελέγχου. Μπορείς τώρα να μου πεις πως το κατάφερες;»

«Μα βέβαια! Τοποθέτησα μια βόμβα πάνω σ ένα ρομπότ συντήρησης πριν ανέβει στην αίθουσα με τον μεταφορέα. Αυτό το κακόμοιρο ηλίθιο μηχανάκι την κουβάλησε κι ανατινάχτηκε μαζί της».

«Και πως έκανες εκείνο το κόλπο με την συσκευή ενδοσυνεννόησης στο Εργαστήριο με τον αριθμό 73;»

«Αυτό ήταν εύκολο. Ήμουν στο 63, έναν όροφο πάνω από σένα. Το μόνο που χρειάστηκε, ήταν λίγη μπογιά».

«Κι όλες αυτές τις ταινίες τις διάβασες πραγματικά;»

«Καθόλου. Μόνο αυτές σχετικά μ' εσένα και το κέντρο, και λίγα πάνω στα εκρηκτικά και τα ηλεκτρονικά, έτσι που να μπορέσω να σκαρώσω μερικά κόλπα, για να σ' εντυπωσιάσω. Όλα τα άλλα ήταν απλώς και μόνο μια βιτρίνα».

Γέλασε μαζί μ' αυτήν, αν και τ' αστείο στρεφόταν εναντίον του. Με λίγη εξάσκηση, η φωνητική συσκευή του μπορούσε να παράγει έναν ήχο, που έμοιαζε αρκετά με γέλιο.

Χρησιμοποιώντας τη συσκευή ενδοσυνεννόησης, έπαιζαν σκάκι, κι αυτός πάντοτε κέρδιζε. Όταν το γύριζαν στο πόκερ, τα πράγματα αντιστράφηκαν. Ο Κάρβερ ανακάλυψε πως είχε απομνημονεύσει κάθε τετραγωνικό εκατοστό από το καφετί πρόσωπό της με τα έντονα χαρακτηριστικά.

Ποτέ του δεν την ρώτησε για τα σχέδιά της - δεν ήθελε να καταστρέψει αυτό που είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους. Είχε χρόνια να διασκεδάσει τόσο πολύ κι όταν εκείνη θα πέθαινε, πράγμα σίγουρο όπως ήξερε, αυτές οι αναμνήσεις θα τον κρατούσαν δεκαετίες ολόκληρες. Όταν θα είχε πετύχει τελικά τον υπέρτατο θρίαμβο του, όταν θα είχε δημιουργήσει την νέα ανθρωπότητα, ακόμα θα την θυμόταν.

Σπάνια έβγαινε πια από την τράπεζα κυττάρων και περνούσε τις ώρες του με τα σχέδια του, τα όνειρά του κι αυτήν. Έκανε μερικές βόλτες που και που άοπλος και χωρίς προφυλάξεις, και σε έναν απ' αυτούς τους περιπάτους την ανακάλυψε.

Περιδιάβαζε μέσα σε μια από τις τεράστιες σπηλιές, έναν πελώριο θόλο από βράχους, που είχε σκαφτεί μέσα στη Γη με ατομική ενέργεια για να στεγάσει τις ψυκτικές κάψουλες. Ένα μεγάλο μεταλλικό γεωδεσικό πλέγμα γέμιζε την σπηλιά, σαν ασημένια ζούγκλα ή σαν ένας τρισδιάστατος ιστός αράχνης. Σε κάθε τομή των μεταλλικών γραμμών υπήρχε μια από τις μαύρες κυλινδρικές κάψουλες. Οι λεπτοί σωλήνες και τα καλώδια που τις τροφοδοτούσαν με υγρό άζωτο απ' τις αποθήκες και τις συνδέανε με τους υπολογιστές, κρέμονταν σαν ξεραμένα αναρριχητικά φυτά. Και οι σποραδικές σιλουέτες των ρομπότ έκαναν την τεράστια αίθουσα να φαίνεται ακόμα πιο ερημωμένη.

Όρθιος στο κέντρο της σπηλιάς και κοιτώντας πάνω, προς το μετάλλινο δίχτυ, ο Κάρβερ συγκλονίστηκε απ' όλη αυτή την θλίψη που τόσο καιρό επίμονα αρνιόταν να παραδεχτεί. Όλα αυτά γύρω του αποτελούσαν το πρώτο διστακτικό βήμα του ανθρώπου προς την αθανασία κι ο πόλεμος, όπως και τόσα άλλα ανθρώπινα όνειρα, το είχε συντρίψει.

Στην άκρη ενός φωτοκύτταρου του, διέκρινε μια λεπτή, ντυμένη στα μπλε φιγούρα, να πετάγεται πίσω από ένα ακινητοποιημένο μεταφορικό μηχάνημα και να μπαίνει στο τούνελ της εξόδου. Όρμησε πίσω της και φώναξε: «Δεσποινίς Αρμαντέζ! Σταματήστε! Σας παρακαλώ!» Πέρασε με βιασύνη την είσοδο του τούνελ και παραλίγο να σκοντάψει πάνω στον όγκο ενός τεράστιου καλωδίου τροφοδοσίας.

«Δεν θα σας πειράξω!» Ρίχτηκε στρίβοντας μια γωνία μέσα στο σκοτεινό τούνελ. «Ααααχ!»

Έπεσε σε μια από τις παγίδες του, στραβώνοντας ένα από τα χέρια του και ραγίζοντας μερικές αρθρώσεις. Σηκώθηκε και την είδε όρθια στην άκρη του λάκκου να τον κοιτάζει από ψηλά. «Δεσποινίς Αρμαντέζ» φώναξε. «γιατί τρέχατε; Αφού δεν μπορώ να σας κάνω κακό» είδε το σκοινί που κρεμόταν από το ταβάνι - με το οποίο σίγουρα αυτή θα είχε περάσει πάνω απ' την παγίδα. «Τι θέλετε από μένα;»

Για ένα μήνα έβλεπε μόνο το πρόσωπό της μέσα σε μια οθόνη, τώρα όμως θυμήθηκε πόσο όμορφο ήταν το ανθρώπινο σώμα. Παρ' όλα αυτά, όταν μίλησε, η φωνή της και το πρόσωπό της ήταν τόσο σκληρά και μηχανικά, όσο και του

Κάρβερ. «Θέλω να ζήσω, Δόκτωρ Κάρβερ!»

«Δεν βλέπω με ποιόν τρόπο μπορώ να σε βοηθήσω», είπε αδύναμα. «Τίποτε δεν μπορεί να σε σώσει, εκτός από ένα καινούργιο σώμα.  Ακόμα κι αν είχαμε ένα σώμα για μεταμόσχευση είναι σίγουρο, πως θα απέρριπτε τον εγκέφαλό σου. Έλα μαζί μου.  Ο ρομποτοχειρουργος δεν μπορεί να σε θεραπεύσει, αλλά θα μπορούσε να κάνει τα πράγματα πιο εύκολα για σένα». Τώρα την παρακαλούσε. «Βοήθησέ με να σχεδιάσω το μέλλον του Ανθρώπου. Κάρολ, σ' αγαπώ!» Στην αρχή πάγωσε, αλλά έπειτα πλημμύρισε από χαρά. Το είχε πει και ήταν αλήθεια. Σαν ένα όνομα σε κάποιο φάκελο την είχε μισήσει, σαν εχθρό τη φοβόταν, σαν άτομο την σεβόταν και τώρα σαν γυναίκα την αγαπούσε. «Κάρολ, σ' αγαπώ!»

«Κι εγώ σ' αγαπώ. Μπορείς να μου χαρίσεις τη ζωή, τη ζωή σ' ένα σώμα που δεν θα απορρίπτει τον εγκέφαλό μου. Μπορείς να με κάνεις ένα κυμπόργκ σαν κι εσένα!» Γονάτισε στο χείλος του πηγαδιού. «Ρόμπερτ, θέλω να μοιραστώ μαζί σου την αθανασία. Θέλω να σε βοηθήσω να ξαναδημιουργήσεις την ανθρωπότητα».

«Τι;» Τα συναισθήματα που μόλις είχε ξαναβρεί, φουρτούνιαζαν μέσα του.

«Μπορείς να συναρμολογήσεις ένα καινούριο σώμα από τ' ανταλλακτικά και να προγραμματίσεις το ρομποτοχειρουργό για τις εγχειρήσεις που χρειάζονται. Το ξέρω πώς μπορείς να το κάνεις.  Ήταν ολοφάνερο όλο αυτό τον καιρό, άλλα η λύση ήταν τόσο κοντά που δεν μπορούσες να την δεις».

Δεν την άκουγε, γιατί με τα λόγια της είχε αγγίξει το τελευταίο εμπόδιο που τους χώριζε. « Όχι! Είναι δικά μου.  Εγώ έφτιαξα τις τράπεζες κυττάρων. Αυτός ο κόσμος είναι δικός μου.  Εγώ πρέπει να είμαι... ο σωτήρας, μόνον εγώ. Γιατί να τα μοιραστώ μαζί σου;»

Πισωγύρισε και χάθηκε από τα μάτια του. «Αυτό θα μου το πεις εσύ» είπε και πέταξε κάτι προς το μέρος του.

Το άρπαξε, είδε πώς ήταν η ταινία και την πέταξε. Την είχε ξεχάσει από μέρες.  ήταν ηλίθιο από μέρους του να νομίζει πως αυτή η ταινία ήταν αναντικατάστατη. Δεν ήθελε τίποτε άλλο αυτή τη στιγμή. Μόνο την Κάρολ. «Κάρολ, γύρνα πίσω! Οτιδήποτε άλλο θέλεις, θα σου το δώσω!» Του απάντησαν μόνο τα βήματα της που ξεμάκραιναν.

Μετά από μια ώρα είχε σκαρφαλώσει κι είχε βγει από την τρύπα. Δεν τον κάλεσε εκείνο το απόγευμα, ούτε τα επόμενα απογεύματα.  Επί τρεις μέρες σκεπτόταν μελαγχολικά τα λόγια της, χωρίς να βγαίνει από την τράπεζα κυττάρων.  Εντέλει έδωσε απάντηση μόνος του στα ίδια του τα ερωτήματα.

Δύο χρόνια μοναξιάς στην Νεκρόπολη τον είχαν σχεδόν τρελάνει. Τι θα γινόταν σ' έναν αιώνα; δεν θα μεταβαλλόταν σ' ένα απάνθρωπο κτήνος, ανίκανο να διδάξει τα παιδιά του; Χρειαζόταν ένα σύντροφο, κάποιον αθάνατο σαν κι αυτόν, ένα άλλο κυμπόργκ που θα μπορούσε να καταλάβει τα ψυχρά του συναισθήματα. Δύο άνθρωποι μαζί θα μπορούσαν ίσως να διασώσουν την πνευματική τους υγεία και να σχεδιάσουν μαζί το μέλλον.

Χρειαζόταν κάποιον - χρειαζόταν εκείνη.

Αρχισε να ονειρεύεται. Αφού θα είχαν ξαναχτίσει μαζί τον κόσμο - σε χίλια ή πέντε χιλιάδες χρόνια, θα ξανάρχιζε την έρευνα πάνω στην Γενετική. Με την βοήθεια των παιδιών τους θα μάθαιναν πως να δημιουργούν σώματα που δεν θα απόρριπταν τους εγκέφαλους τους, σώματα που θα μπορούσαν να γευτούν, να αισθανθούν και ν' αγαπήσουν. Θα ξαναγεννιόνταν σαν άνθρωποι μέσα στον κόσμο που αυτοί οι ίδιοι θα είχαν δημιουργήσει. Ήθελε να τρέξει και να της πει το όνειρό του - ένα όνειρο που θα τους κρατούσε ζωντανούς για αιώνες, αλλά δεν μπορούσε.

Την είχε αρνηθεί κι εκείνη είχε εξαφανιστεί. Δεν θα την ξανάβρισκε κι έτσι θα πέθαινε μόνη της σε κάποιο σκοτεινό τούνελ, χωρίς ποτέ να μάθει πόσο πολύ τη χρειαζόταν.

«Την έχασα», σκέφτηκε. Έχασα τη ψυχή μου. Ήθελα να γίνω θεός και από την ματαιοδοξία μου κατέστρεψα την ανθρωπότητα. δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο από το να την σκέπτομαι αιώνια. »

Ήθελε πολύ να κλάψει, αλλά η αθανασία του δεν του το επέτρεπε. Την τέταρτη μέρα, από τότε που την είχε δει για τελευταία φορά, άρχισε να αμφιβάλλει.

Την επόμενη μέρα εκείνη πιάστηκε σε μια από τις παγίδες του. Αφού αποσύνδεσε το σύστημα συναγερμού, ο Κάρβερ, προχώρησε αργά μέχρι τις αποθήκες και μπήκε στην αίθουσα που εκείνη τον περίμενε. Στεκόταν ήρεμη μέσα στο κλουβί, που την είχε αιχμαλωτίσει πέφτοντας από την οροφή σ' ένα κενό χώρο ανάμεσα στα κιβώτια και στους κυλίνδρους με τα εφόδια. Τον κοιτούσε ανέκφραστα καθώς αυτός στεκόταν μπροστά της, λες και ήταν μια προέκταση του μέταλλου και του πλαστικού ολόγυρα τους.

« Όλα αυτά τα είχες σχεδιάσει, έτσι δεν είναι;» της εiπε τελικά. Αυτή δεν απάντησε. «Όλο αυτό το παράλογο παιγνίδι δεν ήταν παρά ένα τέχνασμα για να με κάνεις να ξανανιώσω τα ανθρώπινα συναισθήματα, για να με εξαναγκάσεις να ζήσω το μίσος, το φόβο, το γέλιο και την αγάπη και για να με υποχρεώσεις να κάνω αυτό που θέλεις από εμπιστοσύνη κι από αγάπη για σένα. Τα είχες σχεδιάσει όλα έτσι απ' την αρχή.»

«Έπρεπε με κάποιο τρόπο να επιζήσω, Ρόμπερτ» του είπε ήρεμα. «Σ' αγαπώ πραγματικά και θέλω στ' αλήθεια να σε βοηθήσω.»

«Αυτή η ιστορία με τον λάκκο ήταν το αποκορύφωμα, έτσι δεν είναι; Έπρεπε να βρεθούμε αντιμέτωποι, πρόσωπο με πρόσωπο, για να μου καταφέρεις το τελειωτικό χτύπημα.» Αναστέναξε. «Τώρα το καταλαβαίνω, αλλά είσαι πια o νικητής. Δεν με νοιάζει αν είσαι ειλικρινής ή όχι. Ίσως ακόμα να με μεταχειρίζεσαι ή πάλι όσα είπες να είναι πραγματικά. Αυτό που ξέρω είναι πώς δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα». Έσυρε στο πάτωμα τα ολοστρόγγυλα σαν δίσκους πόδια του, σαν να ήταν νευρικό σχολιαρόπαιδο και είπε: «Θα φέρω μια συσκευή κοπής και θα σε βγάλω.»

«Δεν πειράζει» είπε εκείνη, βγάζοντας από το πουλόβερ της ένα μικροσκοπικό λέιζερ. Καθώς έκοβε τα κάγκελα (οι παγίδες του, όπως παρατηρούσε, φαίνεται πως έπιαναν μόνον αυτόν) μιλούσε, «Υπάρχουν μερικά πράγματα που θέλω να κάνω πριν την εγχείρηση, ένα τελευταίο μπάνιο, λίγο καλό φαγητό και διάφορα άλλα παρόμοια. Την επόμενη βδομάδα θα είμαστε εντάξει για την εγχείρηση. Θα μπορέσω να σε βοηθήσω στον προγραμματισμό και στην συναρμολόγηση. Μελετούσα όλο αυτό τον καιρό τα εγχειρίδια.»

«Σίγουρα» είπε ο Κάρβερ. Απλωσε το χέρι της μέσα από την τρύπα που είχε φτιάξει στα κάγκελα και τον άρπαξε από το δυνατό μεταλλικό του πλαίσιο για να στηριχτεί καθώς έβγαινε. Έπειτα στάθηκε δίπλα του, κοιτώντας τον. «Ξέρεις κάτι Ρόμπερτ» είπε, «αυτή είναι η πρώτη φορά που ακουμπάμε ο ένας τον άλλον.»

Την τράβηξε επάνω του. Πολύ σύντομα θα ήταν μέταλλο πάνω στο μέταλλο, αλλά κάποια μέρα θα ήταν σάρκα πάνω σε σάρκα.

Τουλάχιστον, σκέφτηκε ο Κάρβερ, τα επόμενα εκατό χρόνια θα πρέπει  να έχουν κάποιο ενδιαφέρον.

Με Θεούς γονείς σαν κι εσάς, σκέφτηκε η Αρμαντέζ, η νέα ανθρώπινη φυλή, θα εiναι στ'  αλήθεια κάτι το διαφορετικό.

Και οι δύο τους είχαν δίκιο. Να λοιπόν, πως γεννιούνται οι μύθοι.