|
|
|
| |
|
![]() |
|
A. E. van Vogt
Process (1950)
Μετάφραση: Βίκυ Αλεξανδρίδου & Νίκος Σαββάτης
Στη λάμψη εκείνου του μακρινού ήλιου το δάσος ανάσαινε και ζούσε. Ένιωθε την παρουσία του σκάφους που κατέβαινε μέσα απ' την αραιή ομίχλη τής ατμόσφαιρας. Αλλά αυτή η αυτόματη έχθρα του για το ξένο σώμα δεν εiχε σαν άμεσο επακόλουθο τον πανικό.
Σε χιλιάδες τετραγωνικά μίλια οι ρίζες του μπλέκονταν κάτω απ' το χώμα και οι εκατομμύρια δεντροκορφές του λικνίζονταν απαλά από χιλιάδες νωχελικές αύρες: Και πέρα μακριά, πάνω στους λόφους και στα βουνά, και πλάι στη σχεδόν ατέλειωτή ακτή, απλώνονταν κι άλλα παρόμοια δάση το iδιο γερά και δυνατά.
Από πανάρχαιους καιρούς το δάσος προστάτευε τη γη από ένα κίνδυνο που μόλις και μετά βίας αντιλαμβανόταν. Τώρα άρχιζε λίγο - λίγο να θυμάται τι ήταν αυτός ο κίνδυνος. Ήταν από σκάφη σαν κι αυτό που κατέβαιναν απ' τον ουρανό. Το δάσος δεν μπορούσε να θυμηθεί ξεκάθαρα πώς είχε υπερασπιστεί τον εαυτό του τότε, αλλά θυμόταν έντονα ότι είχε αναγκαστεί να αμυνθεί.
Και καθώς συνειδητοποιούσε όλο και περισσότερο το σκάφος να ζυγιάζεται πάνω στον γκριζοκόκκινο ουρανό, τα φύλλα του ψιθύρισαν ένα αιώνιο παραμύθι για μάχες που δόθηκαν και κερδήθηκαν. Σκέψεις κύλησαν την αργή τους ροή μέσα στις παλλόμενες φλέβες και τα άκαμπτα μέλη αμέτρητων δέντρων ρίγησαν ανεπαίσθητα.
Το απέραντο αυτό τρεμούλιασμα που απλώθηκε σ' όλα τα δέντρα, δημιούργησε λίγο - λίγο μια βουή και μια πίεση. Στην αρχή ήταν κάτι το ανεπαίσθητο, όπως το αεράκι, πού φυσάει σ' ένα καταπράσινο ξέφωτο.
Απόκτησε υπόσταση. Ο ήχος αγκάλιασε τα πάντα και ολόκληρο το δάσος ορθώθηκε αποπνέοντας την έχθρα του, περιμένοντας το πράγμα στον ουρανό να πλησιάσει.
Δεν περίμενε και πολύ.
Το σκάφος, βγαίνοντας απ' την τροχιά του, στράφηκε προς το έδαφος. Τώρα που πλησίαζε η ταχύτητα του ήταν μεγαλύτερη απ' ότι είχε φανεί στην αρχή. Και το ίδιο το διαστημόπλοιο ήταν μεγαλύτερο. Κρεμάστηκε τεράστιο και απειλητικό πάνω απ' τα κοντινότερα δέντρα και κατέβηκε χαμηλότερα, αδιαφορώντας για τις δεντροκορφές. Θάμνοι τσακίστηκαν, κλωνιά σπάσανε και ολόκληρα δέντρα παραμερίστηκαν σαν να 'ταν κάτι το ασήμαντο, σαν να μην είχαν βάρος ούτε και δύναμη.
Το σκάφος κατέβηκε ανοίγοντας δρόμο μέσα από ένα δάσος που μούγκριζε και στρίγκλιζε στο πέρασμα του. Ακούμπησε βαριά στο έδαφος, δύο μίλια αφότου άγγιξε το πρώτο δέντρο. Πίσω του, η σειρά από τα θερισμένα δέντρα τρεμούλιαζε και σπαρταρούσε στο φως του ήλιου, ένα ολόισιο μονοπάτι καταστροφής, που ξαφνικά το δάσος θυμήθηκε ήταν ότι ακριβώς εiχε γίνει και παλιότερα.
Αρχισε να απομονώνει τα πληγωμένα μέλη. Αποτράβηξε τους χυμούς του, και σταμάτησε να δίνει ζωή στις καταστραμμένες μεριές. Αργότερα, θα έστελνε καινούρια βλάστηση να αντικαταστήσει ότι εiχε καταστραφεί' προς στιγμή δέχτηκε το μερικό θάνατο που εiχε υποστεί.
Γνώριζε τώρα το φόβο.
Ήταν ένας φόβος με μια απόχρωση οργής. Αισθάνθηκε το διαστημόπλοιο να κάθεται πάνω σε τσαλαπατημένα δέντρα, πάνω σ' ένα κομμάτι του εαυτού του, που δεν ήταν ακόμα νεκρό. Ένοιωσε την παγωνιά και τη σκληράδα των ατσάλινων τοιχωμάτων κι ο φόβος κι η οργή δυνάμωσαν.
Ένας ψίθυρος σκέψης κυμάτισε στα αυλάκια τής ζωής. Μια στιγμή, είπε, υπάρχει μια μνήμη μέσα μου. Μια μνήμη όταν κι άλλα τέτοια διαστημόπλοια είχαν έρθει πρίν από πολύ καιρό.
Η μνήμη αρνήθηκε να ξεκαθαρίσει. Με υπερένταση αλλά και αβεβαιότητα, το δάσος ετοιμάστηκε να κάνει την πρώτη του επίθεση. Αρχισε νά μεγαλώνει γύρω από το σκάφος.
Εδώ και πολύ καιρό, είχε ανακαλύψει την ικανότητα του να αναπτύσσεται κεραυνοβόλα και τις δυνατότητες που του έδινε αυτή η ικανότητα. Υπήρξε μια εποχή που δεν ήταν τόσο μεγάλο όσο τώρα. Κι ύστερα, μια μέρα συνειδητοποίησε, ότι ζύγωνε σ' ένα παρόμοιο δάσος όπως αυτό.
Οι δύο μάζες του ξύλου, οι δύο κολοσσοί από αγκαλιασμένες ρίζες, πλησίασαν αργά, με επιφύλαξη, απορημένοι άλλα δύσπιστοι για το ότι μια μορφή ζωής μπορούσε νά υπάρχει όλο αυτό τον καιρό. Πλησίασαν, αγγίχτηκαν και πολέμησαν χρόνια.
Όσο κρατούσε αυτή η μακρόχρονη πάλη, σταμάτησε σχεδόν κάθε ανάπτυξη στις κεντρικές αρτηρίες. Τα δέντρα έπαψαν να βγάζουν καινούρια κλαδιά. Τα φύλλα αναγκάστηκαν νά σκληρύνουν και προσάρμοσαν τις λειτουργίες τους για πολύ μεγαλύτερες περιόδους. Οι ρίζες μεγάλωναν αργά. Ολόκληρη η διαθέσιμη δύναμη του δάσους διοχετεύτηκε στις διαδικασίες άμυνας κι επίθεσης.
Τεράστια τείχη από δέντρα ξεπηδούσαν μέσα σε μία νύχτα. Πελώριες ρίζες έσκαβαν σήραγγες ίσια κάτω, βαθιά στο χώμα, σπάζοντας στο πέρασμά τους βράχους, χτίζοντας μέ ζωντανό ξύλο ένα φράγμα ενάντια Στην εξάπλωση του δάσους σφετεριστή. Στην επιφάνεια τα φράγματα, χιλιάδες δέντρα με τους κορμούς και τα κλαδιά σφιχτά πλεγμένα, έφτασαν σε πάχος το ένα μίλι, και έτσι η μεγάλη μάχη έφτασε στο τέλος της. Το δάσος δέχτηκε το εμπόδιο που πρόβαλε ο εχθρός του. Αργότερα, πολέμησε για να ακινητοποιήσει με τον ίδιο τρόπο ένα δεύτερο δάσος που του επιτέθηκε από άλλη κατεύθυνση.
Τα διαχωριστικά όρια έγιναν τόσο φυσικά όσο και η μεγάλη αλμυρή θάλασσα στο Νότο ή οι παγετώνες στις βουνοκορφές που δεν έλιωναν όλο το χρόνο.
Όπως κι όταν εiχε πολεμήσει μέ τα άλλα δύο δάση, το δάσος συγκέντρωσε όλη του τη δύναμη ενάντια στο διαστημόπλοιο - σφετεριστή. Δέντρα ξεπετάχτηκαν με ταχύτητα ένα μέτρο κάθε λίγα λεπτά. Αναρριχητικά φυτά σκαρφάλωσαν στα δέντρα και τριγύρισαν την κορφή του σκάφους. Τα αμέτρητα πλοκάμια τους σύρθηκαν πάνω στο μέταλλο και τυλίχτηκαν γύρω απ' τα δέντρα στην άλλη άκρη. Οι ρίζες των δέντρων χώθηκαν βαθύτερα στο έδαφος και αγκυροβόλησαν σε στρώματα βράχων, βαρύτερα απ' οποιοδήποτε διαστημόπλοιο που μπορούσε ποτέ να γίνει. Οι κορμοί των δέντρων χόντρυναν και τα αναρριχητικά μεγάλωσαν μέχρι πού έγιναν σαν τεράστια σκοινιά.
Καθώς το φως εκείνης της πρώτης μέρας έσβηνε με το σούρουπο το σκάφος ήταν πια θαμμένο κάτω από χιλιάδες τόνους ξύλου και τα πυκνά φυλλώματα το σκέπαζαν ολοκληρωτικά.
Είχε φτάσει η ώρα για την τελική επιχείρηση καταστροφής. Αμέσως μόλις σκοτείνιασε, μικροσκοπικές ρίζες άρχισαν νά ψηλαφούν την κοιλιά του σκάφους. Ήταν απειροελάχιστα μικρές. Τόσο μικρές που η διάμετρος τους στην αρχή ήταν μόλις δυο - τρεις δωδεκάδες άτομα. Τόσο μικρές που το ολοφάνερα συμπαγές μέταλλο τους φαινόταν σχεδόν ανύπαρκτο. Τόσο απίστευτα μικρές που διείσδυσαν άνετα στο σκληρό ατσάλι.
Τότε, λες και περίμενε αυτή ακριβώς τη στιγμή, το διαστημόπλοιο εξαπέλυσε την αντεπίθεση του. Το μέταλλό του ζεστάθηκε, έπειτα έκαψε κι έγινε κόκκινο σαν κεράσι. Δε χρειαζόταν τίποτε άλλο. Οι ριζούλες ζάρωσαν και πέθαναν. Οι μεγαλύτερες ρίζες κοντά στο μέταλλο κάηκαν από την τρομερή θερμότητα που σιγά - σιγά τις έφτανε.
Πάνω, στην επιφάνεια. Η βία ξέσπασε με άλλη μορφή. Φωτιά ξεπετάχτηκε από τις εκατό σχισμάδες της επιφάνειας του διαστημόπλοιου. Πρώτα τα αναρριχητικά κι ύστερα τα δέντρα, άρχισαν νά καίγονται. Δεν ήταν μια φωτιά που φούντωνε ανεμπόδιστη, ούτε κανένα άγριο παρανάλωμα από φλόγες που πηδούσαν από δέντρο σε δέντρο με ακατανίκητη μανία. Από παλιά το δάσος είχε μάθει πως να ελέγχει τις φωτιές από τους κεραυνούς κι από τις αυτόματες αναφλέξεις. Αρκούσε μόνο να στείλει χυμό στα πληγωμένα μέρη. Όσο πιο πράσινο ήταν το δέντρο, τόσο πιο πολύς χυμός έτρεχε μέσα του και τότε τόσο πιο δυνατή φωτιά χρειαζόταν για να καεί.
Το δάσος δεν μπόρεσε νά θυμηθεί αμέσως, αν είχε αντιμετωπίσει ποτέ φωτιά που να μπορούσε να ξεπεράσει φράγματα από δέντρα που από κάθε σχισμάδα των κορμών τους ανάβλυζε πηχτός χυμός.
Αυτή η φωτιά όμως μπορούσε. Ήταν αλλιώτικη. Δεν ήταν φλόγα μόνο, ήταν ενέργεια. Δεν θέριευε τρώγοντας το ξύλο. Αλλά τρεφόταν απ' την ενέργεια που είχε μέσα της.
Αυτό που έγινε ξύπνησε τελικά τη συνειρμική μνήμη του δάσους. Ήταν μια έντονη κι αλάθητη ανάμνηση αυτού που είχε κάνει πριν χρόνια για να γλιτώσει και το ίδιο κι ο πλανήτης του από ένα διαστημόπλοιο σαν κι αυτό.
Αρχισε νά αποτραβιέται από το άμεσο περιβάλλον του σκάφους. Εγκατέλειψε όλο αυτό το πλέγμα από ξύλο και θάμνους που είχε μεταχειριστεί για να εγκλωβίσει την άγνωστη κατασκευή. Καθώς ρούφηξε τον πολύτιμο χυμό και τον έστειλε μέσα στά δέντρα που θα σχημάτιζαν μια δεύτερη εμπροσθοφυλακή, οι φλόγες έγιναν πιο λαμπερές, κι η φωτιά φούντωσε και φεγγοβόλησε, κι ολόκληρη η σκηνή λούστηκε στην απόκοσμη ανταύγεια της.
Το δάσος χρειάστηκε λίγη ώρα για να συνειδητοποιήσει ότι το σκάφος δεν εξακόντιζε πια αχτίνες φωτιάς και πως οι φλόγες και οι καπνοί που είχαν απομείνει, ήταν από ξύλα που καίγονταν φυσιολογικά.
Κι αυτό συμφωνούσε μέ την ανάμνηση όσων είχαν συμβεί πριν. Απεγνωσμένα αλλά διστακτικά το δάσος εφάρμοσε τη μοναδική μέθοδο, που όπως καταλάβαινε τώρα, θα το έκανε νά απαλλαγεί από τον εισβολέα. Απεγνωσμένα γιατί είχε την τρομακτική γνώση ότι η φλόγα απ' το διαστημόπλοιο μπορούσε νά αφανίσει ολόκληρα δάση. Και διστακτικά γιατί αυτός ο τρόπος θα είχε σαν αποτέλεσμα να πάθει εγκαύματα από μία ενέργεια, ελάχιστα λιγότερο βίαια από κείνη πού εκτόξευε η μηχανή.
Μυριάδες ρίζες άρχισαν να απλώνονται προχωρώντας προς εκείνους τους βράχους και τα στρώματα εδάφους που απόφευγαν προσεχτικά από τότε που είχε προσγειωθεί το τελευταίο διαστημόπλοιο. Παρόλο που έπρεπε να προχωρήσει γρήγορα, αυτή καθαυτή η διαδικασία ήταν αργή. Μικροσκοπικές ρίζες τρέμοντας από δυσάρεστα προαισθήματα χώθηκαν με βία μέσα στα μακρινά υπόγεια κοιτάσματα και μέσα από μια περίπλοκη διαδικασία όσμωσης τράβηξαν κόκκους καθαρού μετάλλου από το ακάθαρτο υλικό. Οι κόκκοι ήταν σχεδόν τόσο μικροί όσο και οι ρίζες που πιο πριν είχαν διεισδύσει στα ατσάλινα τοιχώματα του διαστημόπλοιου, αρκετά μικροί για να μεταφερθούν πλέοντος στο χυμό μέσα από ένα λαβύρινθο μεγαλυτέρων ριζών.
Σε λίγο χιλιάδες κόκκοι μετακινιόνταν μέσα στα αυλάκια κι έπειτα εκατομμύρια. Και, παρόλο που o καθένας τους ήταν μικροσκοπικός, σύντομα το χώμα, όπου ξεχύθηκαν, άστραφτε αντιφεγγίζοντας τη λάμψη της μισοσβησμένης φωτιάς. Καθώς ο ήλιος εκείνου του κόσμου αποτραβιόταν πάνω απ' τον ορίζοντα, η ασημένια ανταύγεια ξεχώριζε σε απόσταση 30 μέτρων ολόγυρα στο σκάφος.
Ήταν σχεδόν αμέσως μετά το μεσημέρι όταν η μηχανή φάνηκε νά συνειδητοποιεί τι γινόταν. Μια δεκαριά μπουκαπόρτες άνοιξαν κι διάφορα αντικείμενα ξεχύθηκαν από μέσα τους. Έφτασαν στο έδαφος κι άρχισαν να μαζεύουν την ασημένια ουσία χρησιμοποιώντας εργαλεία με στόμια που ρουφούσαν τη λεπτή σκόνη με σταθερό ρυθμό. Δούλευαν αργά και με προφύλαξη. Παρόλα αυτά, πριν ξαναρθεί το σκοτάδι είχαν μαζέψει από το απλωμένο πάνω στο έδαφος ουράνιο 235 παραπάνω από 12 τόνους.
Καθώς έπεφτε η νύχτα όλα τα δίποδα αντικείμενα εξαφανίστηκαν μέσα στο σκάφος. Οι πόρτες έκλεισαν. Το μακρύ σαν τορπίλα διαστημόπλοιο, άρχισε να ανεβαίνει ανάλαφρα και ανοίγοντας ταχύτητα κατευθύνθηκε ψηλότερα, πρός στους ουρανούς' εκεί όπου ο ήλιος έλαμπε ακόμα.
Το δάσος πρωτάρχισε να συνειδητοποιεί την κατάσταση όταν οι ρίζες βαθιά κάτω από το σκάφος ανάφεραν μια ξαφνική μείωση της πίεσης. Χρειάστηκαν μερικές ώρες ώσπου να καταλάβει πως είχε στ' αλήθεια διώξει τον εχθρό. Και χρειάστηκαν άλλες τόσες ώρες για να συνειδητοποιήσει ότι η σκόνη του ουράνιου πού είχε απομείνει έπρεπε να αποσυρθεί. Η ακτινοβολία της απλωνόταν παντού.
Το ατύχημα που έγινε τότε οφειλόταν σ' έναν απλούστατο λόγο. Το δάσος είχε τραβήξει τη ραδιενεργή ουσία απ' το βράχο. Για να την ξεφορτωθεί έφτανε απλούστατα να την ξαναβάλει στα πλησιέστερα στρώματα βράχων, ιδιαίτερα στο είδος των βράχων πού απορροφούσε τη ραδιενέργεια. Τόσο απλή ήταν η κατάσταση για το δάσος.
Μια ώρα αφού άρχισε νά εφαρμόζει το σχέδιο, η έκρηξη υψώθηκε, πελώριο μανιτάρι, πέρα στο διάστημα.
Ήταν κάτι πολύ πέρα απ' ότι μπορούσε νά καταλάβει το δάσος. Ούτε είδε ούτε άκουσε αυτό το κολοσσιαίο σχήμα του θανάτου. Αυτό που ένιωσε ήταν αρκετό. Ένας ανεμοστρόβιλος ισοπέδωσε ολόκληρα τετραγωνικά μίλια από δέντρα. Η έκρηξη της θερμότητας και της ακτινοβολίας άναψε φωτιές που χρειάστηκε ώρες για να σβήσει.
Ο φόβος του καταλάγιασε αργά, καθώς θυμήθηκε ότι κι αυτό είχε ξανασυμβεί. Αλλά ακόμα πιο έντονη κι από την ανάμνηση ήταν η αποκάλυψη των δυνατοτήτων αυτού που είχε συμβεί... η φύση της ευκαιρίας.
Λίγο μετά την αυγή της άλλης μέρας εξαπέλυσε την επίθεση του. Το θύμα της ήταν το δάσος που σύμφωνα με τις χαώδεις αναμνήσεις του - είχε αρχικά εισβάλει στην περιοχή του.
Σ' όλο το μήκος του μετώπου που χώριζε τους δύο κολοσσούς ξεπήδησαν μικρές ατομικές εκρήξεις. Το συμπαγές φράγμα από δέντρα, η εμπροσθοφυλακή του άλλου δάσους τσακίστηκε μπροστά στις απανωτές εκρήξεις της ακατανίκητης ενέργειας.
Ο εχθρός αντιδρώντας φυσιολογικά, έστειλε στην πρώτη γραμμή το απόθεμα του χυμού του. Όταν πια είχε αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο τεράστιο έργο νά φτιάξει ένα καινούργιο φράγμα, οι βόμβες άρχισαν νά σκάνε πάλι. Οι εκρήξεις που προκάλεσαν, κατάστρεψαν το κύριο απόθεμα των χυμών του. Από εκείνη τη στιγμή, μια και δεν καταλάβαινε τι γινόταν, ήταν χαμένο.
Ο επιδρομέας βιάστηκε να προωθήσει ένα ατέλειωτο δυναμικό από ρίζες στην ουδέτερη ζώνη, εκεί που είχαν εκραγεί οι βόμβες. Σε κάθε εστία αντίστασης έπεφτε και μια ατομική βόμβα. Λίγο μετά το επόμενο μεσημέρι μια τιτάνια έκρηξη κατάστρεψε τα νευραλγικά κεντρικά δέντρα - και η μάχη είχε τελειώσει.
Χρειάστηκαν μήνες για να απλωθεί το δάσος Στην περιοχή του νικημένου εχθρού του, για να συνθλίψει τις μισονεκρωμένες ρίζες, για να σκεπάσει δέντρα ανίσχυρα πια και για να αποκτήσει απόλυτη και αναμφισβήτητη κυριαρχία.
Τη στιγμή που ο άθλος ολοκληρώθηκε επιτέθηκε μανιασμένο στο δάσος, που βρισκόταν στην άλλη του πλευρά. Για άλλη μια φορά, εξαπόλυσε ατομικά αστροπελέκια και με μια θύελλα φωτιάς προσπάθησε να κατατροπώσει τον αντίπαλο του.
Συνάντησε ίση αντίσταση. Ατομικές εκρήξεις.
Γιατί η γνώση του είχε φτάσει στο άλλο δάσος, μέσ' από το φράγμα μέ τις μπλεγμένες ρίζες που τα χώριζε. Τα δύο τέρατα κόντεψαν νά αλληλοκαταστραφούν. Και τα δύο απόμειναν ερείπια και ξανάρχισαν την οδυνηρή διαδικασία τής αναγέννησης. Στο πέρασμα του χρόνου η μνήμη όσων έγιναν ολοένα και θάμπωνε. Όχι ότι είχε καμιά σημασία. Στην πραγματικότητα, τα διαστημόπλοια έρχονταν όποτε ήθελαν. Πάντως, ακόμα κι αν το δασος θυμόταν, οι ατομικές του βόμβες δεν έσκαγαν όσο ήταν εκεί κάποιο σκάφος.
Ο μόνος τρόπος να διώξει τα διαστημόπλοια, ήταν να περιζώνει κάθε ένα απ' αυτά με μια λεπτή σκόνη από ραδιενεργό υλικό. Και τότε το διαστημόπλοιο μάζευε το υλικό και έφευγε βιαστικά.
Να πόσο απλή ήταν πάντα η νίκη.