Παιδιά ενός ανώτερου Θεού

Julian Flood
Children of a Greater God (1992)
Μετάφραση: Λιλή Ιωαννίδου

'Ήταν νύχτα ερασιτεχνών στο Μπαρ της Ρόζι και ο Μπιγκ Τζινκς Χάμμερ είχε ξεριζώσει την καρδιά του μπροστά στο κοινό. Γελούσαν τόσο πολύ, μέχρι που έσπασαν και κάνα-δυο δικά τους αγγεία καθώς έπεφτε στα γόνατα, έγερνε μπροστά, γκρεμιζόταν από τη σκηνή και προσγειωνόταν πάνω στα πόδια ενός έκπληκτου θαμώνα. ''Ήταν σπουδαία μάζωξη. 'Όλα τ' αστέρια από τις παρέες των ξενύχτηδων ήταν εκεί, εκείνοι που άντεχε η τσέπη τους να πληρώσουν την πραγματικά πανάκριβη αναδόμηση που θα τους χρειάζονταν έτσι και τους προλάβαινε ο ήλιος, εκείνοι που τα ιδιωτικά τους σαρκοφορεία τους ακολουθούσαν σαν σκιές καθώς τριγύριζαν στα όρια της αυγής. Λάτρευαν το νούμερό του. 'Η τουλάχιστον, λάτρευαν το φινάλε του.

''Ένα από τα ρομπότ του μπαρ του έχωσε ένα αρτηριακό διακλαδωτήρα στο στήθος και τον έσυρε από την πίσω πόρτα ως εκεί που τα σκουπίδια περίμεναν να τα μαζέψουν. Ο Τζινκς μόλις συνερχόταν καθώς τα μεταλλικά μπράτσα του ρομπότ τον φόρτωναν στο ασθενοφόρο. Πολύ ευγενικό εκ μέρους του κέντρου, σκέφτηκε, δεν ήταν ανάγκη να το κάνουν αυτό. Περίμενε ξαπλωμένος καθώς οι σκουπιδιάρηδες μάζευαν κι άλλα πτώματα, προσπαθώντας να ελέγξει το σακατεμένο του σώμα, αγνοώντας τα απεγνωσμένα μηνύματα που του έστελνε το στήθος του. Τα ρομπότ δούλευαν με την άνεσή τους, στοιβάζοντας τους νεκρούς πελάτες και όσους ήταν σε κώμα έναν έναν, συζητώντας με τα διαπεραστικά τσιρίγματα που χρησιμοποιούσαν μεταξύ τους. Το όχημα είχε σχεδόν γεμίσει όταν η Σόνια βγήκε στην πίσω πόρτα, με το αναπόφευκτο τσιγάρο να κρέμεται από τα σαρκώδη, κόκκινοβαμμένα της χείλη. Το πρόσωπό της φάνηκε να κυματίζει όταν σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε τα αντεστραμένα, έτσι τα' βλεπε απ' την θέση που ήταν, χαρακτηριστικά της. Τα μάτια του είχαν αρχίσει εδώ και ώρα να εξασθενούν.

«Το φινάλε σου ήταν υπέροχο, Τζίνκσυ. Αν κόψεις τις πολιτικές μπούρδες για την Εταιρία, και κρατήσεις μόνο τα χοντρά αστεία, σε προσλαμβάνω. Χρειάζομαι έναν καινούριο κωμικό. Σύμφωνοι;»

«Σύμφωνοι», είπε εκείνος βραχνά καθώς η κοπέλα έκλεινε την πόρτα. Δεν μπορούσε να πει περισσότερα. ''Ήταν εδώ και πολύ ώρα πεθαμένος, κι ένα ολόκληρο κομμάτι από τα νευρικά του κυκλώματα είχε καταστραφεί. Το ένα του χέρι τινάχτηκε σπασμωδικά καθώς το όχημα χοροπηδούσε στους δρόμους με τις λακκούβες, ξεφορτώνοντας σώματα εδώ κι εκεί. Τώρα πια ήταν τελείως τυφλός, αλλά ήξερε πού βρισκόταν, γιατί παρακολουθούσε το ρυθμό των τροχών. Επόμενη στάση Μεγαξενοδοχείο.

Το μυαλό του δούλευε ακόμα κανονικά. Σ' όλο το δρόμο μέχρι το θαλαμίσκο του σκεφτόταν τον κόσμο, πόσο άθλιος ήταν, πόσο μισούσε την Εταιρία, πόσο την μισούσε γι' αυτό που είχε κάνει σε όλους τους, πόσο εξαγριωνόταν που δεν μπορούσε να φύγει κανείς απ' αυτή την κόλαση. Αλλά κανένας δεν έδινε δεκάρα. Ούτε και η Σόνια Ν. νοιαζότανε. Μόνον ο Τζινκς νοιαζόταν, και βλαστημούσε μέσα στο στενάχωρο μεταλλικό του φέρετρο που έτρεχε με σκαμπανεβάσματα μέσα στους δρόμους της Νυχτούπολης.

Ο Πλανήτης Νταμπ δεν ήταν μέρος για να ζει κανείς. Σε τσουρούφλιζε την ημέρα, σε διέλυε με ρίζες υδροξυλίου το βράδυ, προσπαθούσε με χίλιους τρόπους να σε καταστρέψει. Ακόμα και η ανάσα ήταν οδυνηρή. Κάθε μέρα το σώμα σου έπρεπε να αναδομηθεί κύτταρο κύτταρο, με τα μηχανήματα να επισκευάζουν τις ζημιές της περασμένης νύχτας, ετοιμάζοντάς το για άλλες οκτώ ώρες μαρτυρίου. Μερικές φορές, ο Τζινκς θυμόταν τι του είχαν πει για τη Γη με τις δώδεκα ώρες νύχτα και ανατρίχιαζε, ανίκανος ν' αντέξει τη σκέψη πως θα μπορούσε κανείς να διατηρεί τις αισθήσεις του περισσότερη ώρα απ' όσο διαρκούσε η σύντομη νύχτα του Νταμπ.

Τον παλιό καιρό, όταν το μέταλλο έρεε από τον πλανήτη και η Εταιρία πλούτιζε απ' τις εξαγωγές, οι κάτοικοι έβρισκαν κάποιο νόημα στα βάσανά τους. Τώρα το μόνο που διέθεταν ήταν απεριόριστη ενέργεια από τις ηλιακές συστοιχίες και απεριόριστο χρόνο. Και πόνο. Τρομακτικό πόνο. Μπορεί βέβαια και να ζούσαν αιώνια, σαν ανταμοιβή για τα βάσανά τους, να ανανεώνονταν αέναα από τις μηχανές της ανάστασης, αλλά αυτή ήταν μια προοπτική που δεν τους προξενούσε καμία ευχαρίστηση. Ποτέ δεν τους ξανάφτιαχναν από το μηδέν. Κάποια μέρα μπορεί να γινόταν κι αυτό, αν οι τεχνικές σύνθεσης του DNA βελτιώνονταν, ή τουλάχιστον γίνονταν πιο φτηνές. Τότε, αντί να σκαλίζουν στα κορμιά τους για κύτταρα, οι μηχανές θα τους κατασκεύαζαν καινούρια κορμιά από χημικές πρώτες ύλες, από συστατικά που δεν θα κουβάλαγαν μέσα τους τα σημάδια όλων αυτών των διαδοχικών θανάτων. Κάποια μέρα, αλλά όχι ακόμα. Κατά κάποιο τρόπο, καθώς πνιγόταν από άλλη μια θανατερή εισπνοή, o Τζινκς έφτασε στο συμπέρασμα ότι ακόμα και η πιθανότητα της αιωνιότητας δεν του έλεγε τίποτε.

Η δουλειά του σαν κωμικός είχε ξεκινήσει σαν στοίχημα, αλλά όσο πιο πολύ το σκεφτόταν ο Τζινκς τόσο πιο πολύ συνειδητοποιούσε ότι ήταν η τέλεια κάλυψη. Στο πραγματικό του επάγγελμα οι περισσότερες υποθέσεις που αναλάμβανε ήταν απλές αναζητήσεις, έρευνες για εξαφανισμένες συζύγους ή για παιδιά που προσπαθούσαν να πάρουν τον κακό δρόμο σε μια πόλη που ήταν σκάρτη και σάπια απ' άκρη σ' άκρη. Το Μπαρ της Ρόζι ήταν κεντρικό, το πιο γνωστό στέκι στην πόλη. Σαν μόνιμος κωμικός θα είχε την τέλεια δικαιολογία για να συχνάζει εκεί. Αλλωστε, είχε ανακαλύψει πως είχε ταλέντο.

Το σαρκοφορείο σταμάτησε έξω από την κρύπτη του και συνεννοήθηκε για λίγα δευτερόλεπτα με τον εγκέφαλο του ξενοδοχείου, ελέγχοντας αν είχε κάνει κράτηση. Μετά τον ξεφόρτωσε. Το ρομπότ μεταφορέας δεν ήταν ιδιαίτερα προσεκτικό' ήξερε ότι σύντομα θα ήταν νεκρός. Ο θαλαμίσκος του Μεγαξενοδοχείου χωρούσε ίσα ίσα το κορμί του, και τον ένιωσε παγωμένο στην πλάτη του την ώρα που τον έχωναν μέσα. Τα ρούχα του σκίστηκαν σε λουρίδες από περιστρεφόμενες λεπίδες, και αναρροφήθηκαν για να ανασυντεθούν και να περιμένουν τη νύχτα. Ο Τζινκς κειτόταν γυμνός, τρέμοντας από φρίκη. Η πόρτα έκλεισε πίσω του. Αμέσως η μηχανή άρχισε να τον διαλύει. Το έκανε πολύ γρήγορα.

Πρώτα το μυαλό. Οι σκέψεις του αντηχούσαν περίεργα καθώς το ξενοδοχείο συντονιζόταν με τους νευρώνες του, ψάχνοντας για νέα δεδομένα για να ενημερώσει τα ολογραφικά αρχεία που είχαν την επικεφαλίδα Τζινκς Χάμμερ. Ο Τζινκς είχε χάσει μόνο μια φορά αυτή την ενημέρωση. Το μυαλό του είχε γίνει λιώμα σ' ένα ατύχημα και οι κατασκευαστές δεν είχαν καταφέρει ν' ανασυνθέσουν τη μνήμη του. Στο τέλος είχαν χρησιμοποιήσει τα παλιά αρχεία, παραλείποντας μια ολόκληρη μέρα.

Ακόμα τον ενοχλούσε η απώλεια εκείνης της μέρας. ''Ήταν σχεδόν σαν να του την είχαν κλέψει, σαν να την είχε κρύψει κάπου η απαθής και απροκατάληπτη μνήμη του πλανήτη Νταμπ. Κάθε πρωί στο θαλαμίσκο του, εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα καθώς περίμενε να πεθάνει, σκεφτόταν το ίδιο πράγμα: ότι κάτι του είχαν κλέψει. Χαμένη σκέψη. Ποτέ δεν θα θυμόταν αυτή τη στιγμή, αν και επαναλαμβανόταν κάθε μέρα. Τα περιεχόμενα της μνήμης του είχαν ήδη μεταφερθεί στις αποθήκες της Εταιρίας και καμία καινούρια σκέψη ή αίσθηση δεν θα μπορούσε να επιζήσει από αυτό που θα συνέβαινε αμέσως μετά. Γι' αυτό τα μηχανήματα δεν νοιάζονταν αν θα τον πονούσαν. Οι λάμες πλησίασαν περισσότερο, ανοίγοντας δρόμους μέσα στη σάρκα του. ''Ένα εκατομμύριο μικροσκοπικά δάχτυλα χώθηκαν στο κορμί του, ξεριζώνοντας τα κύτταρά του, πετσοκόβοντας κρέας και κόκαλα και νευρικό ιστό μέχρι να γίνουν πολτός. 'Όταν τα μεταλλικά χέρια απόσπασαν τον αρτηριακό διακλαδωτήρα που τον κρατούσε ζωντανό, έβγαλε ένα ουρλιαχτό και βυθίστηκε σε μία πάλλευκη κι ατέλειωτη αγωνία. Τελικά ήρθε η γαλήνη.

Κύτταρο κύτταρο ξαναγεννιόταν απ' την αρχή κι αγωνιζόταν ν' ανέβει τη σκάλα της εξέλιξης, καθώς η Πόλη ζάρωνε τρομαγμένη κάτω απ' το φωτεινό μαστίγιο της μέρας, σημαδεμένη απ' τις ακτίνες του πράσινου ήλιου της. Τα οστεϊκά κύτταρα αντιγράφτηκαν, ο καρδιακός μυς αναγεννήθηκε, τα νευρικά κύτταρα πολλαπλασιάστηκαν κι αναπτύχθηκαν. Η μηχανή έκλωσε κι ύφανε άλλον έναν άψογα ξαναφτιαγμένο Τζινκς από την άμορφη μάζα που ήταν προηγουμένως, έβαλε τις λογοκριμένες αναμνήσεις της ζωής του στον αναδομημένο εγκέφαλο και τον κράτησε σε κώμα μέχρι το σούρουπο.

Το σώμα του δεν έδειχνε να του ταιριάζει και πολύ καλά. ''Ένιωθε μια βελόνα να μπαίνει και να διαχέεται στο κρανίο του, κι ατσάλινα πλοκάμια έξυναν το κόκαλο γύρω απ' τις κόγχες των ματιών του. 'Όταν προσπάθησε να κουνηθεί, ένας λευκόπυρος κεραυνός άστραψε στη ραχοκοκαλιά του και χώθηκε σαν λεπίδα στο κεφάλι του. Πόνος, τίποτε άλλο, καθαρός και απόλυτος πόνος. Σκέφτηκε το ίδιο πράγμα που σκεφτόταν κάθε βράδυ, «Μακάρι να 'μουν πεθαμένος στον τάφο, πεθαμένος στον τάφο, πεθαμένος στον τάφο», ψιθυρίζοντας αυτό το ξόρκι σαν ασπίδα μπροστά στο μαρτύριό του. ''Ήταν ανυπόφορο. Δεν μπορούσε να τ' αντέξει.

Μια βελόνα χώθηκε στο μπράτσο του. Ο ηλεκτρισμός χάθηκε, σβήνοντας αργά αργά κατά μήκος των νεύρων του, βγαίνοντας απαλά και μαλακά από τις άκρες των δακτύλων του, κυλώντας μέσα από τα παραμορφωμένα χείλη του. ''Ήταν ξανά o εαυτός του. Ζωντανός. Ζωντανός! Η πορσελάνη από κάτω του ήταν παγωμένη. Θυμήθηκε ακόμα και το όνομά του. Ο Τζινκς Χάμμερ χασμουρήθηκε και αποσύνδεσε το συναγερμό. Εκείνος άναψε πάλι μόνος του.

«''Έχετε πέντε λεπτά για να βγείτε απ' αυτόν το θαλαμίσκο. Βάλτε το χέρι σας στη σχισμή δεξιά από την πλάκα σας αν θέλετε να κάνετε κράτηση για άλλη μια μέρα. Δέκα πιστωτικές μονάδες θ' αφαιρεθούν από το βασικό σας επίδομα. Αν όχι, οι εγκαταστάσεις επισκευής του Μεγαξενοδοχείου σας ευχαριστούν που μας χρησιμοποιήσατε. Την επόμενη φορά που το σώμα σας θα χρειαστεί ανακατασκευή, ή που κάποιος φίλος θα θελήσει να τον ανασύρουμε από τους νεκρούς, θυμηθείτε το Μεγαξενοδοχείο. ''Έχετε τέσσερα λεπτά και πενήντα δευτερόλεπτα...»

''Έμεινε ακίνητος άλλη μια στιγμή, υπολογίζοντας τις πιθανότητες. Αν έβρισκε απόψε το κορίτσι των Σώνεσυ θα την γύριζε πίσω στο δικαστή και θα του έγραφαν μια προκαταβολή, μπορεί και κάποιο μπόνους. Μετά, ύστερα από την παράσταση, θα έβρισκε θέση σε κάποιο αξιοπρεπές νεκροταφείο, μπορεί ακόμα και να κατάφερνε να μείνει στο ίδιο το Σαλόνι Ανάστασης του Ατων. Θα ξυπνούσε και μια φορά πάνω σε μάρμαρο, έτσι για ποικιλία. Δεν τολμούσε όμως να ρισκάρει να μείνει χωρίς κρύπτη. Προσπάθησε να το σκεφτεί λογικά.

Η κοπέλα είχε εξαφανιστεί εδώ και τέσσερις μέρες. Αν ήταν νεκρή θα χρειαζόταν πλήρη αναδόμηση, γιατί κάποια κομμάτια του σώματός της θα έπρεπε ν' αναπτυχθούν από μερικά μόνο κύτταρα. Θα έπαιρνε βδομάδες, ακόμα και με τα μηχανήματα που μπορούσε να πληρώσει o δικαστής. Αν ήταν ζωντανή, το μυαλό της θα έπρεπε να ξαναγραφτεί, για να σβηστούν οι μνήμες της ανταρσίας της. 'Όσο πιο πολύ διαρκούσε η έρευνά του, τόσο λιγότερα θα κέρδιζε σε μπόνους. Αν ξεπερνούσε τη βδομάδα, ο δικαστής μπορεί να απευθυνόταν και σε κάποιο άλλο γραφείο. ''Ήταν γνωστό πόσο σκληρές μεθόδους χρησιμοποιούσε - ο Τζινκς δεν θα καταλάβαινε ότι τον είχαν απολύσει, μέχρι που θα εμφανιζόταν ένας αποδιοργανωτής μέσ' από το σκοτάδι, πίσω από τους προβολείς. Υπήρχε όμως τρόπος να τελειώνει πιο γρήγορα;

Είχε μόνο ένα στοιχείο. Τελευταία φορά την είχαν δει στο Μπαρ της Ρόζι, και του είχαν δώσει μια λεπτομερή περιγραφή του τύπου που έφαγε μαζί της. ''Ένα μόνο στοιχείο σήμαινε ένα μόνο σχέδιο δράσης, να κάτσει και να περιμένει μήπως ξαναμπεί από την ίδια πόρτα. Ο τύπος που ήταν μαζί της μπορεί και να εμφανιζόταν ξανά μπορεί να γυρνούσε κι η ίδια, αν το μόνο που έκανε ήταν να κρύβεται από τον γέρο της. ''Ίσως. Ο Τζινκς δεν είχε άλλη επιλογή. Οι πιθανότητές του ήταν πολύ λίγες και το νοίκι του έτρεχε. Θα έμενε στο Μεγαξενοδοχείο.

H αναγέννηση των νευρώνων μπορεί να ήταν λίγο ατελής, αλλά με τα λεφτά που πλήρωνε δεν γινόταν καλύτερα, τουλάχιστον μέχρι να πληρωθεί για την υπόθεση Σώνεσσυ. Ο Τζινκς σήκωσε τους ώμους. Καλύτερα να συνεχίσει. ''Έβαλε το χέρι στη σχισμή και παρακολουθούσε καθώς τα μηχανήματα το εξερευνούσαν, επαναβεβαίωναν την ταυτότητα που μόλις είχαν εγκαταστήσει στο σώμα του, και αφαιρούσαν το ποσό από το επίδομά του. Ο συναγερμός σταμάτησε.

''Ήθελε κάποια προσπάθεια για να συρθείς από το θαλαμίσκο στον έξω κόσμο' οι ξαναφτιαγμένοι μυώνες και τα κόκαλα του διαμαρτύρονταν με τριξίματα καθώς φορούσε τη φόρμα που τον περίμενε. Βγαίνοντας έξω, ο Τζινκς στριφογύρισε τα χέρια του, προσπαθώντας ν' ανακτήσει την ευλυγισία του. Ο καιρός του πλανήτη Νταμπ ξεκινούσε τη συνηθισμένη, νυχτερινή του παράσταση. Ο άγριος ήλιος είχε δύσει, αφήνοντας πίσω του μια βαριά, ηλεκτρική αίσθηση στον αέρα, καθώς τα θανατηφόρα ιόντα γέμιζαν τη νύχτα με μιαν ανατριχίλα που ποτέ δεν ξεθύμαινε. Η ατμόσφαιρα, πυρακτωμένη από την τσουρουφλιστή ζέστη του ηλιακού τέρατος που κυριαρχούσε την ημέρα, είχε ρουφήξει όλους τους υδρατμούς και τώρα ένιωθε το άγγιγμα του σκοταδιού. Συμπυκνωνόταν κι έπεφτε πάνω στην πόλη σε καυτούς χείμαρρους. Η βροχή έπεφτε μέσα απ' το νεκρό ουρανό πάνω στα πλαστικά σαραβαλιασμένα κτίρια, συγκεντρωνόταν σε μαύρες λιμνούλες γύρω από τα πόδια του και γλουγλούκιζε στους μισοκατεστραμμένους αγωγούς των υπονόμων. ''Ένας καυτός αέρας έκανε τα παντζούρια να τρίζουν. Το δέρμα του να καίει. Οι βροντές έπεφταν η μία πίσω από την άλλη σαν μια μακριά αλυσίδα μέσα στη μαυρίλα, τα σύννεφα τόσο πυκνά που δεν άφηναν τις αστραπές να φανούν. Το όπλο του Τζινκς φώλιαζε παγωμένο κάτω από τη μασχάλη του.

''Ένα ένα τα κτίρια ζωντάνευαν. ''Έξω από τα ημερήσια καταφύγια όπου είχαν κλειστεί για να αναγεννηθούν, οι κάτοικοι της Νυχτούπολης εξερευνούσαν τον κόσμο τους, μύριζαν τον υγρό αέρα, χαμογελούσαν με τέλεια αναγεννημένα χείλη. Πίσω από τ' άψογα ξαναφτιαγμένα πρόσωπα το μυαλό τους βασανιζόταν από ξεχασμένους πόνους. Τυραννισμένα όργανα έστελναν τις βαθύτερες μνήμες τους σε αδιάφορες καρδιές. Τα μάτια των αναστημένων νεκρών έψαχναν τους δρόμους. Αναζητούσαν κάποια ένταση. ''Έψαχναν για κάτι - οτιδήποτε για να πνίξουν την κυτταρική μνήμη των ημερών που πέρασαν κλεισμένοι στα φέρετρα, για να τσακίσουν την ασυνείδητη ανάμνηση των οστών τους πως είχαν πεθάνει ξανά και ξανά και ξανά, αναζητούσαν κάποια συγκίνηση που θα μπορούσε να σκεπάσει και να βουβάνει τις αντηχήσεις της θνητότητας που τους βασάνιζαν κάτω ακριβώς απ' την επιφάνεια του μυαλού τους.

 

Τα ανήλικα έπιναν οξέα στο μπαρ της Ρόζι καθώς ο Τζινκς άνοιγε δρόμο μέσ' από το πλήθος προς την πόρτα που έγραφε ιδιαίτερο. Μια κοπελίτσα με το πρόσωπό της ήδη παραμορφωμένο από κάποιο διαβρωτικό, γύρισε και τον κοίταξε καθώς περνούσε. ''Ήταν φτιαγμένη. Τα μπράτσα της ήταν πρησμένα εκεί που έμπαιναν οι βελόνες.

«'Ει, ψηλέ, θα με κεράσεις κάτι;» Ο σύντροφός της την αγκάλιασε, και της είπε με παραπονιάρικη φωνή.
«Κούκλα μου, κορίτσι μου, δε σου δίνω ότι θες; Να, δοκίμασε αυτό εδώ». Εκείνη άρχισε να στριγκλίζει καθώς το υγρό που κάπνιζε χύθηκε πάνω στο λείο κατάλευκο μηρό της και της κατάφαγε πέρα ως πέρα τη σάρκα.
«Πω πω, αυτό το' νιωσα!»

Η Σόνια Ν. ακουμπούσε στην πόρτα των καμαρινιών, παρακολουθώντας αφηρημένη τα κορίτσια που άλλαζαν.
«Γεια σου, ψηλέ. ''Έχεις τίποτε καλύτερα αστεία γι' απόψε; »
«Η εναλλακτική κωμωδία δεν έχει σχέση με αστεία. Αυτό το ήξερες όταν με προσέλαβες. Ο στόχος της είναι να σε κάνει να σκεφτείς, Σόνια, όχι να σε κάνει να γελάσεις».
«Το γέλιο φέρνει το χρήμα, ηλίθιε. Κατάλαβες; Χωρίς αστεία, δεν έχει μία. Αυτό είν' όλο». Πέταξε το τσιγάρο της πάνω σε μια απ' τις χορεύτριες. Η καύτρα διαλύθηκε πάνω στον πισινό της και το κορίτσι τσίριξε. Ο Τζινκς κοίταξε τη Σόνια. Δεν ήταν ευχαριστημένος.
«Εντάξει. Θα το γεμίσω με κλασσικά γκαγκ».

 

Η βελόνα στο κρανίο του μετακινήθηκε, και μια αστραπή σκέπασε το οπτικό του πεδίο. Το άθλιο δωμάτιο, οι λεκιασμένοι καθρέφτες, τα μισόγυμνα κορίτσια κλονίστηκαν και σκοτείνιασαν. Κούνησε το κεφάλι του και ο πόνος έφυγε. Η Σόνια τον άρπαξε και τον συγκράτησε, ίσως λίγο παραπάνω απ' όσο χρειαζόταν. «Είσαι καλά;»

«Αναδόμηση Μεγαξενοδοχείου. Θα τη βγάλω. Με ποιον θα βγώ; Αν είναι να κάνω χοντρά καλαμπούρια θα χρειαστώ παρτεναίρ».
«Με τη Σούκι Κα. Την ξέρεις; Μικρόσωμο κορίτσι με μεγάλα...» H Σόνια έκανε μια χειρονομία. «Είναι το νούμερο πριν από σένα, με τον Τζέηκ. Χρησιμοποίησε και τον Τζέηκ αν θες. Κοίτα, Τζινκς, αν είσαι πραγματικά ταπί, να σου δώσω μια προκαταβολή...»
«Δε θέλω χάρες, Σόνια. Να με πληρώσεις όσο αξίζω. Ευχαριστώ, πάντως».
Πιο κλασικό. ''Ήθελε κάτι πιο κλασικό. Ο Τζινκς ένιωσε την ιδέα να τον συναρπάζει. ''Ένοιωθε το όπλο του βαρύ, ζεστό και λείο πάνω στο δέρμα του. Το δάχτυλο που τραβούσε στη σκανδάλη συσπάστηκε. «Εντάξει. Πες στη Σούκι και τον Τζέηκ ότι θα ξεκινήσουμε αμέσως μόλις τελειώσει το νούμερό τους. Αστεία θες, αστεία θα σου κάνω. Τίποτε άλλο, καλαμπούρια μόνο, εντάξει;»
«''Έτσι θα πληρώσεις το νοίκι σου».

Όταν είχε ντυθεί με όλα τα συμπράγκαλα της σκηνής, δερμάτινα, τατουάζ, όρθια μαλλιά, κάθισε μπροστά στην οθόνη που παρακολουθούσε τις κινήσεις του κοινού. Σκορπισμένοι μέσα στην γεμάτη καπνούς αίθουσα, στριμωγμένοι γύρω απ' τα μπαρ με τις βελόνες, αραγμένοι τεμπέλικα ένας ένας ή δυο δυο στα τραπέζια. Οι τελευταίοι από τις απογευματινές παρέες ήταν ακόμα εκεί, και οι πρώτοι άνθρωποι της νύχτας έμπαιναν ήδη, με πεινασμένα μάτια και κορμιά ακόμα ασημάδευτα. Το κορίτσι που πριν από λίγο είχε προσπαθήσει να τον ψωνίσει στεκόταν ακόμα στα πόδια της. Ο σύντροφός της ήταν σωριασμένος δίπλα της, με καμένο λαιμό. Πέρασε την ροδαλή της γλώσσα πάνω από τα δόντια της, κλείνοντας προς στιγμήν το κενό στη θέση που θα έπρεπε να βρίσκεται το μάγουλο της.

Ο Τζινκς εστίασε στα μάτια της. Γυάλιζαν από πόνο και ηδονή, οι κόρες ήταν διεσταλμένες καθώς κοιτούσε κενά το ζευγάρι που σπαρταρούσε πάνω στη σκηνή. Χάιδευε τα μακριά ξανθά μαλλιά της ενώ χτυπούσε στην τύχη το πληκτρολόγιο του καταλόγου. Το μπαρ έχωσε άλλη μια βελόνα στο μπράτσο της. Δεν χρειάστηκε να ξανακοιτάξει τη φωτογραφία που του είχε δώσει ο δικαστής.

«Σ' έπιασα, γλύκα», είπε ο Τζινκς απαλά. «Μείνε εκεί που βρίσκεσαι κι ο Μπαμπάκας θα έρθει να μαζέψει τα κομματάκια σου».

Περίμενε στα παρασκήνια μέχρι που υπολόγισε ότι κόντευαν να τελειώσουν, έμεναν ακόμα τα τελευταία είκοσι μέτρα απ' το Μπολερό του Ραβέλ. Ο Τζέηκ σφυροκοπούσε με τις βαριές απότομες κινήσεις του τη Σούκι που σπάραζε απεγνωσμένα απο κάτω του. Περίμενε, περίμενε... Τώρα. Ο Τζινκς βγήκε στη σκηνή, νιώθοντας τον ιδρώτα στις παλάμες του και την ξεραίλα στο λαιμό του. Είχε τρακ.

Το όπλο βρισκόταν στο χέρι του. Κλώτσησε καθώς τα σαρανταπεντάρια βλήματα χωρίστηκαν σε χιλιάδες βελάκια που ξέσκισαν τις δύο σιλουέτες. Το κεφάλι του Τζέηκ τινάχτηκε προς τα επάνω και η σπονδυλική του στήλη άνοιξε κροταλίζοντας. Ο Τζινκς είδε τη φρίκη και την έκσταση στο παραμορφωμένο του πρόσωπο. Κάθε μυς του κορμιού του συσπάστηκε κι ο Τζέηκ τέλειωσε. Ολοκληρωτική εμπειρία.

Το κοινό ζωντάνεψε, κι άρχισε να γελάει. Η μουσική τελείωσε. Ο μόνος σωστός τρόπος για να αποσυρθεί κανείς, όταν βρίσκεται στο αποκορύφωμα της δόξας του, σκέφτηκε ο Τζινκς. Η τρομαγμένη κραυγή της Σούκι έμοιαζε σχεδόν αληθινή, και κόπηκε απότομα την ώρα που ο Τζινκς την σημάδευε. Τι ηθοποιός. Αν ήξερε τουλάχιστον τι θα συνέβαινε. ''Έριξε δυο πιστολιές που διέλυσαν το σώμα της σε κόκκινα ερείπια. Ακόμα και οι ενήλικες στο πλήθος γελούσαν τώρα. Από πίσω του άκουσε τη χαμηλή φωνή της Σόνιας.
«Μπράβο, Τζίνκσυ. Γουστάρουνε. Τώρα, δώσ' τα ρέστα σου».
Γύρισε προς το κοινό, και ρούφηξε τις επευφημίες. Υποκλίθηκε ειρωνικά.

«Υπέπεσε στην αντίληψή μου ότι μερικοί από σας δε γουστάρουνε την εναλλακτική κωμωδία. Προτιμάνε την παραδοσιακή. Τα κλασικά καλαμπούρια. Εντάξει, αφού μου το είπε η Σόνια, θα σας κάνω το χατήρι. Θέλουνε παραδοσιακή, είπε, έτσι κι εγώ θα σας παίξω παραδοσιακή. Κατά κάποιο τρόπο. ''Έτσι εξηγείται και το ξεκίνημα της παράστασής μου». Λοξοκοίταξε, παρατηρώντας το θρόισμα της προσοχής τους. Τους είχε κερδίσει πια, κρέμονταν από τα χείλη του.

«Ξέρω τι σκέφτεστε. Σκέφτεστε ότι όταν πέσει η αυλαία θα έρθουν τα σαρκοφορεία. Ο Τζέηκ κι η Σούκι θα ξεκουραστούν μια μέρα πάνω σε μια πλάκα, θα αναδομηθούν ολοκληρωτικά με έξοδα του μαγαζιού και αύριο βράδυ θα είναι πάλι στη σκηνή, ξαναφτιαγμένοι, καλύτεροι από ποτέ. Το διάσημο παπάρι του Τζέηκ θ' αναλάβει και πάλι δράση, αυτό νομίζετε». Ακούστηκαν ειρωνικές ζητωκραυγές από το σκοτάδι. Ο Τζινκς γύρισε με τέτοιο τρόπο που το όπλο του, που το ανέμιζε στην τύχη, να καλύπτει το μπαρ.

''Έβλεπε το κορίτσι κόντρα στο φως των προβολέων.

«Να σας εξηγήσω γιατί είμαι εναλλακτικός κωμικός, γιατί δεν συνηθίζω αυτά τα παραδοσιακά καλαμπούρια. Θέλω το νούμερό μου να έχει ποιότητα, να είναι ένα νούμερο που να αγγίζει πραγματικά το πετσί σας. Σαν την έκρηξη υπεριωδών που σας χτυπάει στο δρόμο στο φως της μέρας. Αλλά δεν είναι εύκολο. 'Όλοι βαριούνται τόσο πολύ. Αν θέλετε να γελάσετε με την καρδιά σας στον Νταμπ, το μόνο που έχετε να κάνετε είναι μια βόλτα στο πεζοδρόμιο. Ο ήλιος θα σας κάνει κομμάτια τόσο γρήγορα, που τα σαρκοφορεία θα πρέπει να αρχίσουν να σας μαζεύουν πριν ακόμα πέσετε στο χώμα. Μετά από ένα καλαμπούρι σαν κι αυτό, πώς να είναι αστείο το νούμερο ενός νάιτκλαμπ;» Περπατούσε αδιάκοπα πάνω κάτω, και οι αυτόματοι προβολείς ακολουθούσαν την ψηλή, αδύνατη σιλουέττα του.

«Δεν θα νιώθατε τίποτε αν σας σκότωνα, είσαστε μαστουρωμένοι όσο δε παίρνει. Εντάξει, υπάρχει και ο πόνος, ο πόνος ο δικός σας και o πόνος των άλλων. Μπορεί να 'ναι διασκεδαστικός. Αλλά είμαστε όλοι τόσο συνηθισμένοι στον πόνο. Αυτό το φροντίζει εξ άλλου ο ήλιος, που διαλύει τα σώματά μας νύχτα μέρα, νύχτα μέρα. Αλλωστε, ο πόνος όπως ξέρετε, δεν είναι συναίσθημα, είναι απλούστατα πόνος. Ο τρόμος, όμως, είναι κάτι άλλο. Είχαμε ξεχάσει τον τρόμο: Τον...» Σταμάτησε, σέρνοντας τις λέξεις.

''Ένας δυο απ' αυτούς φάνηκε πως άρχιζαν να καταλαβαίνουν. «Τον... αληθινό τρόμο. Μέχρι τώρα. Μέχρι την στιγμή που εμφανίζομαι εγώ».

''Έδειξε ανέμελα με το όπλο του τα δύο σώματα πίσω του. Είχαν ήδη αρχίσει να διαλύονται, σταλαγματιές υγροποιημένης σάρκας έπεφταν από θρυψαλιασμένα κομμάτια οστών που κατέρρεαν. Από το ακροατήριο βγήκε ένα κοφτό αγκομαχητό, ο ήχος ενός φρικιαστικού ρίγους. O Τζινκς άναψε με μία κίνηση τα φώτα της αίθουσας κι έσβησε τους προβολείς. ''Ήταν στη σκιά. Η ατμόσφαιρα άλλαξε απότομα. Ξαφνικά είχε μεταμορφωθεί σε κάτι το φοβερό, το άγνωστο, το επικίνδυνο. Το κοινό βρισκόταν στο φως, εκτεθειμένο, τρωτό. Κούρνιασαν στις καρέκλες τους, προσπαθώντας ασυνείδητα να δίνουν μικρότερο στόχο. ''Έγινε τρομακτική ησυχία. Ο Τζινκς χαμογέλασε μόνος του.

«Οι άνθρωποι της γης έτρεμαν το σκοτάδι. Αυτό όμως δε συμβαίνει εδώ, δεν γίνεται στον Νταμπ. Εμείς εδώ αγαπάμε το σκοτάδι. Το φως της μέρας σκοτώνει. Η νύχτα είναι o φίλος μας στον πλανήτη Νταμπ. Αυτό θα το αλλάξω εγώ. Εδώ. Τώρα. Απόψε. Θα σας κάνω να παρακαλάτε για λίγο φως. Θα παρακαλάτε να με βλέπετε, να βλέπετε τι κάνω». Ακούστηκε ένας πνιχτός λυγμός, από ένα κορίτσι στο βάθος. Ο Τζινκς σήκωσε το όπλο του. Εκείνη έπιασε την κίνηση του μες στο σκοτάδι και βόγκηξε. Από τρόμο.

«''Ήρθε η ώρα της κρίσεως. Ας ανακαλύψουμε γιατί ο Τζέηκ και η Σούκι δεν πρόκειται να πάνε πουθενά αλλού εκτός από τη χωματερή της πόλης μέσα σ' έναν κουβά. Εσύ, ο κοντός με το αίμα στο γιακά. Κανόνισα να μην ξαναγυρίσουν. Πώς το έκανα αυτό, φίλε μου; »
«Με αποδιοργανωτή. Με σφαίρες αποδιοργανωτή». Η φωνή ακουγόταν πολύ αχνά.
«Πιο δυνατά παιδάκι μου, να σε ακούσουν όλοι, πιο δυνατά».
«Με σφαίρες αποδιοργανωτή». Κανείς δε κουνήθηκε. Είχαν παγώσει, είχαν μείνει εκστασιασμένοι. Για πρώτη φορά στις ατελείωτες ζωές τους ένιωθαν επιτέλους κάτι. «Μπράβο, λεβέντη μου! Τι ιδιοφυία. Σφαίρες αποδιοργανωτή. Μικρά ύπουλα ζωάκια που διαλύουν τα κύτταρά τους μέχρι να γίνουν πολτός. Οπότε δεν είναι απλώς νεκροί. Είναι εντελώς νεκροί. 'Όλα τα κύτταρά τους δηλητηριάστηκαν σ' έναν κατακλυσμιαίο οργασμό. Πάνε τα κύτταρα, πάει και η αναδόμηση. Δεν έχει μείνει υλικό για να δουλέψουν οι μηχανές της ανάστασης. Δεν έχει μείνει εγκέφαλος για να του φυτέψουν το ολόγραμμα. Νεκροί για πάντα. Αντίο, Τζέηκ. Αντίο, Σούκι». Το κορίτσι στο μπαρ κρυφογέλασε νευρικά. Ο Τζινκς της χαμογέλασε αν και δεν τον έβλεπε, μ' ένα κακό χαμόγελο.

«'Όλοι οι ωραίοι άνθρωποι είναι εδώ απόψε. Σας παρακολουθούσα καθώς μπαίνατε. Είσαστε μάγκες. Είσαστε οι σοφιστικέ, οι κουλαριστοί. Δεν σας αρέσουν τα υποκατάστατα. Δεν σας αρέσει τίποτε. Βαριέστε τα πάντα, τα ναρκωτικά, τα καλαμπούρια, τον έρωτα, τον πόνο. Δεν σας αρκεί να πεθαίνει ένας κωμικός μπροστά σας, πάνω στη σκηνή. Θέλετε αληθινό μακελειό. Θέλετε πραγματικά αστεία. Τώρα να δείτε... αστεία». Σήκωσε το όπλο και η μαύρη του τελειότητα αστραφτοβόλησε καθώς αναδύθηκε μέσα από το σκοτάδι. Ακούστηκε ο σφυριχτός θόρυβος απ' τις κομμένες ανάσες τους. «Καιρός να συμμετάσχει λιγάκι και το κοινό».

Η κάννη εστιάστηκε τεμπέλικα πάνω στο κορίτσι στο μπαρ που κοίταξε τη μεγάλη μαύρη τρύπα, ενώ τα μάτια της άνοιγαν διάπλατα.

«'Όχι, όχι...» Κουνούσε το κεφάλι της, προσπαθώντας ακόμα να βρει τις λέξεις, όταν το μαλακό μεταλλικό βλήμα άρχισε να οργώνει την σάρκα της. Τα κομμάτια της σφαίρας τίναξαν τα σωθικά της πάνω στους καθρέφτες. Το κορίτσι γκρεμίστηκε μονοκόμματο σαν κομμένο δέντρο. ''Έγινε χαμός.

Σε δέκα δευτερόλεπτα το μπαρ είχε αδειάσει, οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν ήταν ο επίμονος βόμβος από τους ηλεκτρικούς θαλάμους και το στάξιμο της νεκρής, υγροποιημένης σάρκας. Ο Τζινκς βγήκε από το σκοτάδι, ένα στραβό χαμόγελο στο πρόσωπό του.

«Τ' όνομά μου είναι Τζινκς Χάμμερ», είπε απαλά στο άδειο δωμάτιο, κάνοντας υπόκλιση αριστερά δεξιά. «Σας ευχαριστώ και καλή σας νύχτα». Πήγε αργά μέχρι το ματωμένο σωρό που κάποτε ήταν ανθρώπινη ύπαρξη, με το όπλο να κρέμεται αδιάφορα στο πλευρό του. Χυμένα οξέα κάπνιζαν απαλά πάνω στο πάτωμα. ''Έξω άκουγε τους πελάτες να ουρλιάζουν καθώς έτρεχαν.

«Μπράβο, Τζίνκσυ, είσαι πραγματικά αστείος. Για πες μου όμως τώρα, πού είναι η πελατεία μου; Τους θέλω εδώ να χτυπάνε ενέσεις, όχι να κρύβονται στα στενά». Η Σόνια βγήκε πίσω από το μπαρ και τα μάτια της πετούσαν σπίθες.
«Θα ξαναγυρίσουν. Να δεις, Σόνια, ότι θα γίνεις το πιο περιβόητο μέρος στην πόλη. Ελάτε στης Ρόζι για το αληθινό πράμα. Το μόνο μπαρ στη Νυχτούπολη που πουλάει αληθινό τρόμο».
«Μπορεί. Αν έχεις δίκιο, θα μείνεις. Αν όχι, θα σε απολύσω». H Σόνια κοίταξε το χάλι πάνω στους καθρέφτες της. «Γιατί τα 'βαλες με το κορίτσι;»
«Αυτή ήταν η κόρη του Σώνεσυ. Με προσέλαβε για να την φέρω πίσω, ζωντανή ή νεκρή».
«Νεκρή ναι, όχι όμως εντελώς νεκρή. Τώρα θα σου πάρει την άδεια.»
«Μπά». Ο Τζινκς κούνησε το κεφάλι. «Είχα μόνο πέντε αποδιοργανωτικές σφαίρες, και τις χρησιμοποίησα όλες επί σκηνής. Το μόνο που έχει αυτή είναι μια ελαφρά δηλητηρίαση από μόλυβδο. Μέχρι το βράδυ θα είναι σαν καινούργια».
«Και η Σούκι κι ο Τζέηκ;»
Σήκωσε τους ώμους. «Αποδιοργανωτές. ''Έπρεπε να αποδείξω τα λόγια μου. Η τέχνη απαιτεί θυσίες».

Ενώ η Σόνια ειδοποιούσε να έρθουν για τα σκουπίδια, ο Τζινκς γύρισε το κορίτσι ανάσκελα με το πόδι του. Ωραία μάτια, σκέφτηκε. Ο πρώτος καινούριος πελάτης τσακωνόταν ήδη με το ρομπότ στην πόρτα. Η Σόνια είχε αυξήσει πάλι την είσοδο' μπορεί να διαμαρτυρόταν, αλλά ήξερε ότι ο Τζινκς θα την γέμιζε λεφτά. Μια μικρή ουρά είχε αρχίσει να δημιουργείται πίσω από τον τύπο που χειρονομούσε.

'Όλη την υπόλοιπη νύχτα οι πελάτες κάθονταν κοιτώντας με έντρομα μάτια τον Τζινκς που σεργιανούσε γύρω από το μπαρ. Είχε τρομερό κόσμο. Κανείς δε μιλούσε. Οι βελόνες έδιναν κι έπαιρναν.

Τα καμπανάκια της απαγόρευσης της κυκλοφορίας χτυπούσαν όταν πέταγαν έξω τον τελευταίο πελάτη, και ακόμα και τότε τα ρομπότ χρειάστηκε να βάλουν τα δυνατά τους. Η Σόνια ήρθε κι έκατσε δίπλα στον Τζινκς που φυλλομετρούσε βιαστικά τον κατάλογο, προσπαθώντας ν' αποφασίσει τι ένεση να κάνει. Το μπαρ της Ρόζι ήταν γενναιόδωρο με τους καλλιτέχνες, και χρειαζόταν κάτι για να τον βοηθήσει ν' αντιμετωπίσει τις μηχανές του Μεγαξενοδοχείου.

«''Έχω μια περισσευούμενη πλάκα εκεί πίσω, Τζινκς. Μπορείς να την πέσεις εκεί αν προτιμάς. Πλήρης αναδόμηση, και δε θα σε χρεώσω τίποτε». ''Έδειχνε κουρασμένη, αλλά φιλική.
«Εντάξει. 'Ήταν πολύ κουραστική νύχτα».

Τα παντζούρια έκλειναν με θόρυβο καθώς το κτίριο ένιωθε τη μέρα να πλησιάζει. Οι δυο τους έμειναν ακίνητοι και σιωπηλοί για λίγο, προσπαθώντας να αναβάλουν τη στιγμή που οι πόρτες από τους θαλαμίσκους της ανάστασης θα άνοιγαν για να τους υποδεχτούν. Ο αέρας γινόταν όλο και πιο καυστικός, όλο και πιο οδυνηρός μες στα πνευμόνια τους.

''Έξω ανέτελλε ένας εχθρικός ήλιος, ένα εκτυφλωτικό, άγριο πράσινο φως μέσα στο σκυθρωπό, γκρίζο χάραμα.