Ο Σαμάνος

John Shirley
Shaman (1988)
Μετάφραση: Δημήτρης Αρβανίτης

Ο Κουίν διέσχιζε ένα δρόμο στο νοτιοανατολικό Μανχάταν μέσα στη ζεστή καλοκαιριάτικη νύχτα με τα χέρια ακουμπισμένα στο κεφάλι και κολλημένο στην πλάτη του το αυτόματο ενός τρομοκράτη όταν αντίκρισε το στοιχειό με την ολόφωτη νεκροκεφαλή και τα νυχτεριδόφτερα από βινύλιο.

Πρώτα είδε το ΘΑΒΕ, το Θωρακισμένο Αστυνομικό Βαν Εφόδου, που κατευθυνόταν σε κάποια από τις ταραχές του μπλακάουτ μπροστά του έτρεχε η διπλή φωτεινή λίμνη των προβολέων του, καθώς κατέβαινε ουρλιάζοντας την Οδό Ντηλάνσυ. Το θωρακισμένο περιπολικό φάνηκε μόνο για μια στιγμή, σαν γκρίζα ακαθόριστη κηλίδα με μια κατακόκκινη λαμπερή λουρίδα για λοφίο, την αναμμένη σειρήνα του, που άφηνε πίσω της ένα απατηλό μετείκασμα δαιμονικής στιλπνότητας μέσα στο βρώμικο, αποπνικτικό σκοτάδι του μπλακάουτ στο κέντρο της πόλης.

Και μετά ήρθε η παραίσθηση, το όραμα, ή ό,τι ήταν αυτό τέλος πάντων, και ορθώθηκε πάνω από το κτίριο που πίσω του είχε χαθεί το ΟΑΒΕ... Ανάλαφρη, αλλά τεράστια σαν τεθωρακισμένο, η νυχτερίδα άπλωσε το βινύλιο των φτερών της και σήκωσε το φλογισμένο κεφάλι της πάνω από τις στέγες' υψώθηκε στον ουρανό, και είδε τότε πως το κεφάλι της ήταν μια κόκκινη διάφανη νεκροκεφαλή που αστραποβολούσε από τα ηλεκτρικά φώτα που στροβιλίζονταν μέσα της, το στόμα της ένας εκκωφαντικός τηλεβόας, το κορμί της ένας εξογκωμένος πτεροδάκτυλος από πριτσινωμένο γκρίζο μέταλλο. Ο Κουίν έμεινε μ' ανοιχτό το στόμα, και γύρισε στους άλλους... αλλά τα βλέμματα τους ήταν συγκεντρωμένα αποκλειστικά και μόνο στην επιβίωση τους, στο πώς να διασχίσουν το δρόμο. ''Ήταν σίγουρος πως δεν μπορούσαν να την δουν.

Τα'παιξα τελείως, σκέφτηκε. Γάμησέ τα.

Ο τρομοκράτης έχωσε την κάνη του όπλου στην πλάτη του Κουίν, εκείνος τράβηξε το βλέμμα του από αυτό το πράγμα που έβλεπε στον ουρανό, ξεκίνησε παραπατώντας και διέσχισε το δρόμο.

Αυτά συνέβαιναν τη νύχτα του τρίτου μπλακάουτ του καλοκαιριού, στις 18 Ιουλίου του 2011. Είδε τη νυχτερίδα στις 10:10 μ.μ.

Στις 9:45 μ.μ., είκοσι πέντε λεπτά νωρίτερα, πριν ακόμα αρχίσει να αναδιαμορφώνεται η δομή της κοινώς αποδεκτής πραγματικότητας, έβγαινε από το σταθμό του Υπόγειου...

Ο Κουίν, ο Σίσκο και η Ζιζ βγήκαν από το σταθμό του Υπόγειου γελώντας με κάποιο χαζό αστείο. Γελούσαν για να καλύψουν το φόβο τους, γιατί βρίσκονταν στην περιοχή των ελεύθερων σκοπευτών. O Μπόουλερ, που τους ακολουθούσε, δεν γελούσε. Ο Μπόουλερ ήταν βλοσυρός σαν βράχος από γρανίτη, αποδοκιμάζοντας κάθε απόκλιση από τη μανιχαϊστική σοβαρότητα του Ριζοσπαστικού Σκοπού.

Προσπαθώντας να μη σκέφτονται τα στόχαστρα που τους σημάδευαν, ανέβηκαν με ανακούφιση από τη μουχλιασμένη ταγκίλα του υπόγειου στην υγρή, μουσκεμένη ζέστη της καλοκαιρινής νύχτας. Είχαν περάσει από μια υπόγεια διάβαση που συνέδεε αυτό το σταθμό με το σταθμό της ''Έκτης Οδού. Παρ' όλο το μπλακάουτ, τα γαλάζια εφεδρικά φώτα των υπόγειων τούνελ λειτουργούσαν, κι έτσι υπήρχε φως εκεί κάτω, μόνο που το στοίχειωνε κάποιο άλλο σκοτάδι, το σκοτάδι του χαλιναγωγημένου, έτοιμου να εκραγεί φόβου που σου ξεραίνει το στόμα. Στην σκέψη τους το Ψυγείο. Και η Ντήντρι.

Στέκονταν μαζεμένοι σ' ένα μικρό, ταλαιπωρημένο παρκάκι, μόλις πέντε-έξι τετραγωνικά μέτρα χώμα, μαραμένο γρασίδι, παγκάκια σκεπασμένα με γκράφιτι, δεντράκια μαραζωμένα σαν καμένα σπίρτα από την όξινη βροχή. ''Ήταν σ' ένα τρίγωνο που το όριζαν μερικοί διασταυρούμενοι δρόμοι. Δεν ήταν εντελώς σκοτεινά' ένα αμυδρό φωτεινό δίχτυ απλωνόταν από το φωτισμένο τμήμα της πόλης, βόρεια της Χιούστον. ''Έριχναν ακόμα κάποιο φως και δυο διαφημιστικά ταμπλό με ηλιακές μπαταρίες ρουφούσαν την ηλιακή ενέργεια όλη μέρα και σου την έριχναν τη νύχτα μ' εκείνη την επιθετική ξεδιάντροπη λάμψη των εμπορικών επιγραφών που διαφήμιζαν το διαστημικό λεωφορείο χαμηλής πτήσεως της Panam: Στο Παρίσι σε δεκαπέντε λεπτά! και απέναντι από τον πίνακα της Panam, στην άλλη πλευρά της πλατείας: Προστατεύστε την νyεία σας με το Ενδοφλέβιο Σεξ "δόκτωρ Τζόνσον ".' Κάνει τους συντρόφους αχρείαστους! Οι προσόψεις των καταστημάτων ήταν σκοτεινές. Ο Κουίν μόλις και διέκρινε ένα κινέζικο εστιατόριο της αλυσίδας της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, με το σκίτσο του χαρούμενου Μάο με το σκούφο του μάγειρα' μικρομάγαζα με είδη ευκαιρίας, καταστήματα που ξεπουλούσαν υπόλοιπα καταναλωτικών σκουπιδιών και τις εισόδους των μεγάλων υπόγειων εμπορικών κέντρων,' με τα διπλά λουκέτα. Ακουμπούσε, μαζί με τους άλλους, στα σκουριασμένα σίδερα από τις παιδικές κούνιες, απ' όπου έλειπαν οι αλυσίδες, δίπλα σε σκουπιδοτενεκέδες από μεταλλικό πλέγμα στραπατσαρισμένους σαν αποτσίγαρα, ξέχειλους από πλαστικά και τενεκεδάκια και παλιdχαρτα' τα γλοιώδη περιτυλίγματα από άθλια, φτηνά φαγητά της ώρας.

Κι από μακριά, οι σειρήνες' δυνάμωναν και χαμήλωναν. Πόσος χρόνος τους έμενε μέχρι να έρθουν για έλεγχο οι Ομοσπονδιακοί στην περιοχή των Φουνταμενταλιστών; αναρωτήθηκε ο Κουίν. 'Η μέχρι να φτάσουν οι ταραχές του μπλακάουτ και σ' αυτή τη γειτονιά; Θα εξαρτιόταν ίσως από το ποιοι έκαναν την επίθεση στον Ηλεκτρικό Σταθμό αυτή τη φορά. Ποια Φράξια; οι Χριστιανοί Φουνταμενταλιστές, οι Μουσουλμάνοι Φουνταμενταλιστές, οι ΑνΑισθητικοί, το Κίνημα, οι Φονιάδες των Μέσων, κάποιοι άλλοι... οι φήμες ήταν αντιφατικές.

Ο Κουίν γύρισε στον Μπόουλερ, που υποτίθεται πως ήταν ο αρχηγός αυτής της ομάδας διάσωσης. «Και τώρα;»
«Πρέπει να περιμένουμε εδώ», μούγκρισε ο Μπόουλερ. «Είμαστε στα όρια της περιοχής των Φουνταμενταλιστών».''Έδειξε ένα μπλε φωσφορίζον σλόγκαν των Μουσουλμάνων Φουνταμενταλιστών που ήταν γραμμένο στα αραβικά πάνω στο ασφάλτινο μονοπάτι του πάρκου. «Αυτοί θα' ρθουν σ' επαφή μαζί μας. 'Η μπορεί και ν' αποφασίσουν...» δεν τελείωσε τη φράση του, και κατάλαβαν πως εννοούσε τους ελεύθερους σκοπευτές.

Κοιτάζοντας γύρω του, ο Κουίν είδε κι άλλα συνθήματα των Φουνταμενταλιστών, φρεσκογραμμένα πάνω από τα άλλα γκράφιτι, και κηλιδωμένες απd τη βροχή αφίσες με την αγορίστικη φάτσα του διοπτροφόρου Αγιατολλάχ Ντασεχεμί, κολλημένες με τα ειδικά πιστόλια κόλλας σε τοίχους και παγκάκια. Αναρωτήθηκε πού να σημάδευαν τώρα τα στόχαστρα... στο σβέρκο του, στο μέτωπό του, στη βάση της ραχοκοκαλιάς του;

''Ίσως η απόφασή τους να απελευθερώσουν την Ντήντρι να ήταν λάθος' ίσως να ήταν παιδιάστικο και αλαζονικό και εξωπραγματικό, ακόμα και με τη βιντεοκασέτα-κλειδί (και μ' αυτή τη σκέψη, έφερε το χέρι του στη μικρή κασέτα που φούσκωνε στην τσέπη του πουκαμίσου του), να πιστεύουν πως θα κατάφερναν να βγάλουν την Ντήντρι από το Ψυγείο. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, είχαν μπει στο χορό. ''Ήταν αποφασισμένο.

Ο Κουίν ψηλός, αδύνατος, κατάξανθος, με μεγάλη μύτη, ένα μάτι πράσινο το άλλο γαλανό ήταν άτομο αντιφατικό και τα είκοσι τέσσερα χρόνια της ζωής του. Προσπαθούσε να ορίσει τον εαυτό του με μικρές ιδιοτροπίες, όπως το να ντύνεται μονόχρωμα' όλα μαύρα ή όλα άσπρα ή όλα κόκκινα. «Αρχιζε πάντα με το ντύσιμό σου», έλεγε συνέχεια ο μπαμπάς του Κουίν. «Αρχιζε απ' έξω και μετά προχώρα προς τα μέσα». Μια από τις επιπόλαιες κοινοτοπίες του μπαμπά του. (Τον μπαμπά του τον έντυναν επαγγελματίες ενδυματολόγοι πριν βγει στη σκηνή' είχε μια προληπτική ιδεοληψία με τα κουστούμια). Αλλά και κάτω από τα ρούχα του ο Κουίν ήταν ασταθής σε όλα τού και το ήξερε, δυστυχώς είχε παρατήσει τις σπουδές του στις Βιντεοτέχνες στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια. ''Έμπαινε με μεγάλο ενθουσιασμό σε διάφορες οργανώσεις, και ποτέ δεν πήγαινε στη δεύτερη συνάντηση' πότε διάβαζε στοίβες ολόκληρες βιβλία σε μια βδομάδα, ενώ άλλοτε περνούσαν μήνες χωρίς να διαβάσει απολύτως τίποτα' έπαιζε μπάσο σ' ένα συγκρότημα, αλλά σπανίως πήγαινε στις πρόβες. ''Έκοψε τα ναρκωτικά, αλλά δεν τα παράτησε κι εντελώς. Αφιερωνόταν σε κοπέλες με μια βαθιά, δυνατή, ρομαντική αγάπη μερικές φορές, σε τρεις ή και σε τέσσερις μέσα σ' ένα μήνα.

Η Ζιζ είχε πει κάποτε: «Μπορεί και να "φταινε τα φράάάγκααα", εεε;»

''Ίσως ήταν απλούστατα η εύκολη λύση να αρκείται στο ετήσιο επίδομα του, στα χρήματα που έπαιρνε από τον μπαμπάκα του, στην οπισθοδρόμησή του μέσα στη μήτρα του διαμερίσματός του στους Οικισμούς Υψηλής Ασφαλείας. Αλλά δεν είχε κανένα απολύτως ενδιαφέρον για να τον δραστηριοποιήσει, κι έτσι όταν δυσκόλευαν τα πράγματα...

Απόψε, όμως, το είχε πάρει απόφαση... Σήμερα όλα τα ρούχα του ήταν μαύρα' μαύρο φανελάκι, μαύρο στρατιωτικό παντελόνι χωμένο σε μαύρες αρβύλες. Το χρώμα της δέσμευσης. Επειδή ήταν η Ντήντρι που πρώτη τον έπεισε να δει πραγματικά τον εαυτό του. ''Ήταν η Ντήντρι που του είχε δείξει τι σημαίνει να δεσμεύεσαι για κάτι...

''Έτσι έμεινε, και περίμενε να δει αν θα τον σκότωναν οι ελεύθεροι σκοπευτές.

 

Η Ζιζ, σφυρίζοντας και μιλώντας μόνη της μ' έναν τραγουδιστό ψίθυρο, έπαιζε τώρα κρεμασμένη στα παιδικά μονόζυγα του λιλιπούτειου πάρκου, και φαινόταν να έχει ξεχάσει εντελώς τους ελεύθερους σκοπευτές και το ότι βρίσκονταν στην περιοχή των Μουσουλμάνων Φουνταμενταλιστών. ''Έπρεπε να προσέξεις για να καταλάβεις πως η Ζιζ ήταν κορίτσι' ήταν μια κοντόχοντρη, χλωμή ΑνΑισθητική*' τα μαλλιά της ήταν εντελώς ξασπρισμένα, στο χρώμα του κόκαλου, σηκωμένα κι ανάκατα, σαν κάποιο περίεργο θυσανωτό αδηφάγο θαλάσσιο πλάσμα' οι κόγχες των ματιών της ήταν μαυρισμένες με κολ. Θα μπορούσε να έπαιζε σε κάποιο επεισόδιο του Vampire Girls. Η κάψουλα-γουώκμαν στο δεξί της αυτί κατέστρεφε βαθμιαία τις απολήξεις του ακουστικού της νεύρου με ένα από αυτά τα συγκροτήματα Μορφοποιημένου Στατικού Θορύβου, τους FuckedUp Heaven. Το αριστερό αυτί της γεμάτο κρίκους και βίδες χωμένες κατευθείαν στο χόνδρο. Από τον αριστερό της καρπό κρεμόταν ένα είδος κούκλας γύρω στους δέκα πόντους, ένα πρωτόγονο πράγμα επιδέξια φτιαγμένο από ζωηρόχρωμα καλώδια και κομμάτια από κυκλώματα' ένα μικρό ασημένιο σύρμα ξεφύτρωνε σαν γλώσσα μέσα από το στόμα του...

Κάτω από μια διαφανή πλαστική φούστα φορούσε μια κολλητή γκρίζα φόρμα που είχε στην ύφανσή της σηματοευαίσθητες τηλεοπτικές μικροϊνες που γέμιζαν το κοντό, στιβαρό της κορμί με ανάκατες εικόνες από τυχαίες εκπομπές της τηλεόρασης' στο στέρνο της έπαιζαν ειδήσεις για το μπλακάουτ στο κάτω Μανχάταν, με τον παρουσιαστή, που το πρόσωπό του ακολουθούσε τις καμπύλες της κοιλιάς της, ν' ανοιγοκλείνει το στόμα του χωρίς ν' ακούγεται, ενώ από πάνω του η γυμνή ηθοποιός μιας σεξοκωμωδίας προσπαθούσε αδέξια ν' αποφύγει τα χάδια του πατέρα της.

«Και γιατί περιμένουμε εεδώωω, εε, Μπόουλερρρ;» ρώτησε η Ζιζ σουφρώνοντας τα χείλη της, σνιφάροντας συνθετική μεθεδρίνη από την καβάτζα που ήταν εμφυτευμένη στο νύχι της' καθώς την χτυπούσε το φλας, έκανε μερικά ανυπόμονα, σύντομα ΑνΑισθητικά βήματα στο ρυθμό του μαγνητοφώνου στο αυτί της. «Θέλω να πω, δεν μπορούμε να βρούμε έτσι την Ντήντρι, αυτά είναι μαααλααακίίες». Η Ζιζ ήταν είκοσι' είχε την τσιριχτή φωνή ενός εφτάχρονου.

Ο Μπόουλερ την κοίταξε άγρια. «Μα που νομίζεις πως πηγαίνουμε, σε συναυλία; Εδώ είναι περιοχή Φουνταμενταλιστών. Δεν μπορούμε να προχωρήσουμε αν δεν μας δώσουν το οκέυ».''Ήταν μεγαλόσωμος, φορούσε λαδί μάλλινο φανελάκι, χακί παντελόνι και άχρωμες μπότες' μια φουντωτή μαύρη γενειάδα σκέπαζε το λαιμό του κι απλωνόταν τόσο που έσμιγε σχεδόν με τα τζαμαϊκανά του κοτσιδάκια. Γαμψή μύτη, βουλιαγμένα μάτια. Βαθιά φωνή που ταίριαζε με όλη αυτή την εικόνα του Ρασπούτιν που έδινε. Διέκρινες το ασπράδι των ματιών του ολόγυρα στις κατάμαυρες, αβυσσαλέες του κόρες. ''Ήταν σαράντα χρονών' οι άλλοι ήταν εικοσάρηδες. Ο Μπόουλερ σπανίως κοιμόταν. ''Έπαιρνε πολλές βιταμίνες. Θεωρούσε τον εαυτό του πολιτικό οραματιστή. Είχε χαλασμένα δόντια. Διάβαζε Μαρκούζε και το Κεφάλαιο και μάλιστα στην χωρίς συντομεύσεις έκδοση από τα μεσάνυχτα ως τα ξημερώματα.

«''Ίσως», είπε ο Σίσκο καθώς έστρεφε το παγωμένο του χαμόγελο προς τις σκεπές των κτιρίων και αναρωτιόταν πού να βρίσκονται οι Φουνταμενταλιστές, «να μην είναι η κατάλληλη ώρα. ''Ίσως να μην υπάρχει, ας πούμε, η κατάλληλη ατμόσφαιρα». Ο Σίσκο ήταν μισός Πορτορικάνος, μισός Ισραηλίτης. ''Ήταν κοντός, γεμάτος' μεγάλα καστανά γκομενιάρικα μάτια με πυκνές μαύρες βλεφαρίδες, στόμα κάπως πλατύ, χείλη κάπως σαρκώδη, σγουρά μαύρα μαλλιά, υπόλευκη Ινδική πουκαμίσα, παντελόνι με σκοινένια ζώνη και σανδάλια. Δεν πλενόταν και πολύ συχνά, αλλά ο ιδρώτας του μύριζε κοτόσουπα, κι έτσι κανένας δεν παραπονιόταν πριν περάσουν μερικές βδομάδες. ''Ήταν είκοσιτεσσάρων, ένας νεομπητνίκος ποιητής που το έπαιζε μυστικιστής πράγμα πολύ σπαστικό.

«Η κατάλληλη ώρα για να βγάλουμε την Ντήντρι είναι τώρα. ''Έχουμε ελεύθερη είσοδο στο ΕλπιδοΣκόπιο απόψε», είπε ο Μπόουλερ με φωνή γεμάτη κύρος. Προσπαθούσε να μην κοιτάζει κατευθείαν στις σκεπές. «Πρέπει να το διακινδυνεύσουμε, γιατί η Ντήντρι θα έκανε τα πάντα για μας. ''Ήξερε τι θα γινόταν αν άνοιγε το στόμα της στον Ομοσπονδιακό ''Έλεγχο, Σίσκο».

«Το ξέρω, δικέ μου, δεν είναι πώς δεν πιστεύω ότι της το χρωστάμε, αλλά να, δεν ξέρω, τα σημάδια, οι οιωνοί, δεν είναι »
Ο Κουίν δεν άντεχε άλλο. «Θα το βουλώσεις επιτέλους, Σίσκο; Αν δεν ήθελες να το διακινδυνεύσεις, ας μην ερχόσουνα».
«Με ποιον θυμώνεις, Κουίίιιιννν;» ρώτησε γελώντας η Ζιζ. «Θυμώνεις με τον Σίσκο επειδή φοβάσαι κι εσύ, εε, και δεν θες να μιλάει για όλα αυτά, εεε;» ''Έπιασε το μπράτσο του. «Κι εγώ». Μ' αυτές τις δυο λέξεις, ο επιδεικτικός τόνος της φωνής της εξαφανίστηκε. Τον γούσταρε, το ήξερε, και ανατρίχιαζε όταν σκεφτόταν τις πιθανότητες αλλά συγχρόνως σκεφτόταν: Μπορεί να ήταν και καλά...

Τον εκνεύριζε. Αλλά του άρεσε που έκανε την προσπάθεια, τουλάχιστον, να τον καταλάβει.
''Ίσως να κατάφερνε να τον καταλάβει, αν τα έβρισκαν...
Να τα' βρισκαν; Σίγουρα. Λες και θα 'βγαιναν ζωντανοί απ' αυτή την ιστορία. Να μπουκάρεις στο Ψυγείο...

Στην αρχή, ο Κουίν κι οι άλλοι πίστευαν πραγματικά, βαθιά κι ειλικρινά πως θα μπορούσαν να βγάλουν την Ντήντρι από την πιο απόρθητη φυλακή της χώρας. Η φλόγα της οργής τους γι' αυτό που είχε συμβεί στην Ντήντρι θάμπωνε με τη λάμψη της τη λογική τους. Και όταν oΜπόουλερ είχε εμφανιστεί στους φίλους της Ντήντρι με το σχέδιο του, να χρησιμοποιήσουν τον Ενδιάμεσο, τον ακολούθησαν τυφλά.

Τώρα, όμως... τώρα, που έκαναν ήδη το πρώτο βήμα, άρχιζαν πια να το σκέφτονται, να το στριφογυρίζουν στο μυαλό τους, όπως ακριβώς θα ψηλαφούσε κάποιος τυφλός ένα τρισδιάστατο παζλ' και ήξεραν πως ήταν μια τρέλα, πως δεν υπήρχε τρόπος να μπουν στο Ψυγείο, εκτός αν ακολουθούσαν κι αυτοί τον Μονόδρομο απ' τον οποίο είχε περάσει υποχρεωτικά η Ντήντρι.

Κανένας τους όμως δεν ήθελε να είναι ο πρώτος που θα έλεγε, ας τα παρατήσουμε, είναι αδύνατον, δεν γίνεται, δεν μπορεί να 'χει μια τέτοια απαίτηση από μας η Ντήντρι...Ο Κουίν είπε: «Βαρέθηκα να περιμένω. Δεν μπορούμε να έρθουμε σ' επαφή μαζί τους;»

Ο Μπόουλερ κοίταζε τις σκοτεινές προσόψεις των καταστημάτων στην απέναντι μεριά του δρόμου. «Αυτό κάνουμε. Υποτίθεται ότι στέκεσαι εδώ, σ' αυτό το σημείο, αν θέλεις να τους μιλήσεις, και τότε εμφανίζεται ο Μουφτής τους. 'Η σε πυροβολούν».

«'Η και τα δυο, με τη ανάλογη σειρά», είπε κάποιος πίσω τους. Γύρισαν, σίγουροι σχεδόν πως θα τους πυροβολήσουν πριν προλάβουν να δουν καλά καλά ποιος τους μιλούσε. Αλλά η καραμπίνα Η&Κ με το σκόπευτρο λέιζερ, ήταν κρεμασμένη απ' το λουρί της στον αριστερό ώμο του μικρόσωμου άντρα, με την κάνη γυρισμένη προς τα κάτω, αδιάφορα, σαν σακίδιο. Μ' όλους αυτούς τους ελεύθερους σκοπευτές, τον έπαιρνε να το παίζει αδιάφορος.

Ο Φουνταμενταλιστής αντάρτης ήταν ένα κι εξήντα πέντε περίπου, λεπτός' στα χέρια του και

στα μπράτσα διαγράφονταν καθαρά οι φλέβες' ήταν λιγότερο μελαχρινός απ' όσο περίμενε ο Κουίν. Φορούσε άσπρο κοντομάνικο πουκάμισο, μαύρο παντελόνι με άψογη τσάκιση. Μόνο οι μπότες του ήταν στρατιωτικές. ''Έμοιαζε με διευθυντή Μεσανατολίτικου εστιατορίου. Μπορεί και να 'ταν κιόλας. Φορούσε γυαλιά με λευκόχρωμο συρμάτινο σκελετό, σαν του μικρού Αγιατολλάχ... ο Αγιατολλάχ δεν ενέκρινε τα οφθαλμικά μοσχεύματα' πίστευε πως μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τον έλεγχο της σκέψης. Ο μικρός Αγιατολλάχ έπρεπε να σταθεί στο ύψος της μακρόχρονης παραδοσιακής τους Παράνοιας.

Ο Φουνταμενταλιστής εντελώς πεζά τους είπε: «Είμαι o Τζαμπάρ. Μάθαμε πως ερχόσαστε. Δεν μας είπαν γιατί. Είστε τα παιδιά των εχθρών μας». Κοίταξε την Ζιζ. 'Ένα τηλεοπτικό ΘΑΒΕ που κυνηγούσε κάποιον παράνομο πέρασε από τους γοφούς στην κοιλιά της' η τελική σκηνή του ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων από την Αυτοκρατορία των Αισθήσεων παιζόταν στον μηρό της. «Είστε παρακμιακοί».

Σταμάτησε, κι άφησε τα υπονοούμενα στα λόγια του να αιωρούνται, να στριφογυρίζουν, να τρυπάνε. Τζαμπάρ, σκέφτηκε ο Κουίν. Δεν μοιάζει με περσικό όνομα. ''Ίσως να ήταν αλήθεια, πως ο μικρός Αγιατολλάχ είχε ενώσει τους Αραβες με τους Πέρσες...«Θέλουμε να ελευθερώσουμε την Ντήντρι», είπε η Ζιζ. Απρόσμενα σοβαρή'.

«Ο ΕνδιάΜεσος συμφώνησε να μας βοηθήσει», πρόσθεσε ο Μπόουλερ.
«Κι απόψε όλα τα μεταφορικά είναι οφ», είπε ο Σίσκο. «Δεν μπορούμε να πάμε στο ΕλπιδοΣκόπιο, εκεί που είναι ο ΕνδιάΜεσος, χωρίς να περάσουμε από την περιοχή σας».
Βιάζονταν όλοι να εξηγήσουν .'Ένιωθαν πάνω τους τα σταυρονήματα των στοχάστρων.
Ο Τζαμπάρ σούφρωσε τα χείλια του. «Την Ντήντρι. Είσαστε φίλοι της; »
Ο Μπόουλερ κούνησε το κεφάλι του. «Δουλεύαμε μαζί της. Για χάρη όλων σ' αυτή την περιοχή, ενάντια στον Ομοσπονδιακό 'Έλεγχο».
«Μπορεί να είστε της CIAD». Εννοούσε την CIA Εσωτερικού.
Ο Μπόουλερ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Είμαστε με το Κίνημα».
«Αυτό μπορεί να το ισχυριστεί ο οποιοσδήποτε», είπε ο Τζαμπάρ.
«Η Ντήντρι μιλούσε για το... για το δικό σας κίνημα», είπε o Κουίν, χωρίς να ξέρει καν πώς του ήρθε να μιλήσει. «'Έλεγε: "Απλώς κάνουν ορατή την αόρατη αδικία." Κι έλεγε και κάτι άλλο: "Είναι εύκολο να καταδικάζεις την τρομοκρατία όταν έχεις άλλους δρόμους ανοιχτούς μπροστά σου"».

Ο Τζαμπάρ κούνησε το κεφάλι του καταφατικά, με μια εύθυμη αναλαμπή στις άκρες των χειλιών του. «Εμείς οι Φενταγίν τα ξέρουμε αυτά τα λόγια. Την Ντήντρι την ξέρουμε. Εσάς δεν ξέρουμε. Παραλίγο να σας ρίξουμε. Στεκόσασταν στο σωστό μέρος, αλλά δεν είχατε τα χέρια στο κεφάλι. Αυτό είναι το υπόλοιπο μέρος του σινιάλου, και δείχνει ότι είσαστε άοπλοι». Αυτόματα ο Μπόουλερ, ο Σίσκο, ο Κουίν και η Ζιζ έβαλαν τα χέρια τους στο κεφάλι.

Το στόμα του Κουίν είχε στεγνώσει. Είχαν συμφωνήσει να έρθουν με τον Μπόουλερ γιατί ήταν ο τύπος από το Κίνημα που υποτίθεται πως ήταν στα μέσα και στα έξω εδώ πέρα. Μόνο που, απ' ό,τι φαινόταν, δεν ήταν και τόσο. Ψώνιο. Ο Κουίν είπε: «Συγνώμη. Δεν το ξέραμε».
Ο Τζαμπάρ τους έκανε νόημα με το όπλο του. «Ελάτε μαζί μου».

Τότε ήταν που διέσχισαν το δρόμο, προς τη βιτρίνα του απέναντι μαγαζιού, και στην πόρτα του στεκόταν κάποιος που κρατούσε ένα από εκείνα τα αυτόματα με τα κυνηγετικά φυσίγγια. Ο Κουίν σκεφτόταν: 'Ένα αυτόματο με σκάγια. Θεέ μου, σκέψου να φας καμία απ' αυτό και τότε ήταν που πέρασε το ΘΑΒΕ, πηγαίνοντας στις ταραχές του μπλακάουτ, και η νυχτερίδα πετάχτηκε πάνω από τα κτίρια...

''Ήρθε, πέρασε κι άρχισε να σβήνει, σαν το μετείκασμα μιας δυνατής λάμψης στον αμφιβληστροειδή του και τότε ο τρομοκράτης Τζαμπάρ τον έσπρωξε. Διέσχισαν το δρόμο και μπήκαν στο παλιό μαγαζί.

Είχαν κλείσει τις βιτρίνες με σανίδες' η είσοδος ήταν γεμάτη σκουπίδια. Μέσα, στο αμυδρό, τρεμάμενο φως ενός χημικού φαναριού, o Κουίν είδε σωρούς από χαρτοκιβώτια ακουμπισμένα στους ξεφτισμένους τοίχους' μερικά στο πάτωμα ήταν ανοιχτά, και είδε πως ήταν γεμάτα με απαγορευμένα να εισαχθούν ηλεκτρονικά, σειρές από φύλλα πυριτίου, τσιπάκια, εγκεφαλικές μονάδες τεχνητής νοημοσύνης, κούτες με φυσικά και συνθετικά αφορολόγητα τσιγάρα, και ποτά. Η μαύρη αγορά πλήρωνε τα όπλα των ανταρτών Φουνταμενταλιστών.

Ο Τζαμπάρ πήρε το φανάρι και προχώρησε μπροστά τους' δυο άλλοι ακολουθούσαν πίσω τους, οδηγώντας τους σ' ένα μικρό δωμάτιο μ' ένα γραφείο, ένα σβηστό τερματικό, δυο τηλέφωνα και την πολυκαιρισμένη μυρωδιά των άφιλτρων τσιγάρων και του δυνατού καφέ. Οι δυο μελαχρινοί αντάρτες στάθηκαν δίπλα στην πόρτα, καπνίζοντας.

Ο Κουίν δεν είχε ποτέ παραισθήσεις ως τότε στη ζωή του, και η νυχτερίδα τον είχε συνταράξει. Αλλά το γεγονός πως βρισκόταν κλεισμένος σ' αυτό το μικρό δωμάτιο με τρεις πάνοπλους αγριεμένους Φουνταμενταλιστές, δεν τον άφηνε να σκεφτεί τίποτε άλλο εκτός από το τώρα...

Ο Τζαμπάρ κρέμασε το φανάρι από ένα γάντζο στο ταβάνι, στη γωνία. Το φανάρι ταλαντεύτηκε λίγο, κάνοντας τις σκιές στο δωμάτιο να χορέψουν πέρα-δώθε. Εκεί στην ίδια γωνία, ο Τζαμπάρ έσκυψε κι άρχισε να ψάχνει σ' ένα σωρό με αφίσες και αραβικές εφημερίδες' τράβηξε ένα επίπεδο χαρτόκουτο. Το έφερε στο γραφείο, το άνοιξε κι έβγαλε κάτι από μέσα.

''Ήταν ένας βιντεοπίνακας, σβηστός. ''Ένα παραλληλεπίπεδο κομμάτι από γυαλί και πλαστικό, εξήντα επί ενενήντα, με πάχος πέντε πόντους. «Η αδερφή της Ντήντρι ήταν στο Κίνημα, και την ξέραμε», είπε o Τζαμπάρ κοιτάζοντάς τους. «Εκείνη μας τον έδωσε αυτό τον πίνακα. Είπε πως όλοι στο Κίνημα τον ξέρουν απ' έξω. Αν είσαστε στο Κίνημα, θα τον ξέρετε».

Με κομμένη την ανάσα, ο Κουίν κοίταζε τον πίνακα καθώς τον άναβε ο Τζαμπάρ. Υπήρχαν πολλοί βιντεοπίνακες του Κινήματος. Αλλά υπήρχε ένας που τον ήξερε πολύ καλά, γιατί τον είχε φτιάξει ο ίδιος, στο Πανεπιστήμιο. Και η Ντήντρι μιλούσε συνέχεια γι' αυτόν...

Ο πίνακας άρχισε να δείχνει μια σειρά από σκηνές του δρόμου (o Κουίν το κατάλαβε αμέσως, ήταν o δικός του) έξω από τα παλιά κατειλημμένα κτίρια' εικόνες, με μεγάλο κοντράστ, παράξενα καλοντυμένων παιδιών που ζούσαν στις καταλήψεις, γύρω από φωτιές που έκαιγαν σε βαρέλια' ο Σμόκυ Κασπαρίνο «το Φάντασμα» δεν φαινόταν το πρόσωπό του, αλλά αυτό ήταν το βαμμένο με σπρέι αντιανεμικό του τζάκετ ν' αγοράζει ένα όπλο από τον Ντ' Αντζελο, που το πρόσωπό του ήταν κάτασπρο από το πολύ σνιφάρισμα συνθοκόκας' μια συμμορία με σκεητμπορντάδες να δείχνουν τις φιγούρες τους στην κάμερα' η κυρία Πέσκα, η γριά με το πριονισμένο δίκαννο και το πεσμένο χαμόγελο. Και κατά διαστήματα ανάμεσα σ' αυτές τις σκηνές, εικόνες της Ντήντρι ψηλή, οστεώδης, κατάμαυρο δέρμα, στο μάγουλό της χωμένο ένα καρφί-κονκάρδα, μαύρο με κόκκινα γράμματα ΟΟΕ 'Όχι στον Ομοσπονδιακό ''Έλεγχο. Η Ντήντρι να φροντίζει τα παιδιά, τους μαυραγορίτες, τις ταλαιπωρημένες γριές, να μιλάει μέχρι που να βραχνιάζει, να τους λεει πως ο Ομοσπονδιακός ''Έλεγχος δεν είναι παντοδύναμος, πως δεν θα πετύχαινε στην εκστρατεία του να τους πάρει από το Μανχάταν και να τους εγκαταστήσει σ' αυτές τις μικρογραφίες αστυνομικών κρατών, σ' αυτά που ονόμαζαν Πολυώροφα Κτίρια Αστικής Επανεγκατάστασης... Να τους λεει πως ο Ομοσπονδιακός έλεγχος είχε υποσχεθεί τις γειτονιές τους στους πάμπλουτους βαρόνους της Ανοικοδόμησης... Να τους λεει πως ήταν ηλίθιο να ανταλλάξουν τα σπίτια τους κι αυτή την ελάχιστη ελευθερία τους για έναν ουρανοξύστη γεμάτο αστυνομικούς που θα γινόταν κι αυτός ερείπιο και μπουρδέλο μέσα σε δυο χρόνια...

Φλικ φλικ φλικ, τρία τέτοια γρήγορα πλάνα με κίνηση, και σε κάθε τέταρτο η εικόνα της Ντήντρι.

Ο Τζαμπάρ πάτησε ένα κουμπί στο πλαίσιο και ο πίνακας πάγωσε στην εικόνα της Ντήντρι που έστηνε σε μια γωνία έναν εκπαιδευτικό βιντεοθάλαμο, προβάλλοντας στις φτωχογειτονιές την αλήθεια για το ρόλο του Ομοσπονδιακού Ελέγχου στον Πόλεμο της Βραζιλίας και για το τι συνέβαινε σ' όποιον πήγαινε στο Στρατό...

«Τι δείχνει μετά απ' αυτό;» ρώτησε ο Τζαμπάρ.
«Υπάρχουν πολλοί πίνακες του Κινήματος», είπε απελπισμένα o Μπόουλερ. «Δεν μπορούμε να -»
«Είναι το πλάνο ενός παιδιού που κοιτάζει ένα τηλεγκράφιτι που αναφέρει το όνομα της Ντήντρι», τον έκοψε ο Κουίν. Γύρισε στον Μπόουλερ. «Λες να μην το ξέρω. Εγώ το τράβηξα».

Ο Τζαμπάρ πάτησε το κουμπί. O πίνακας ξεκίνησε πάλι, κι ένα μικρό παιδί με την πλάτη γυρισμένη στην κάμερα παρακολουθούσε λέξεις σε κινούμενα σχέδια να περνούν μπροστά από το πρόσωπο του Προέδρου: Η Ντήντρι λεει, μην πιστεύετε τους ψεύτες...

Ο Τζαμπάρ κούνησε το κεφάλι του. «Εντάξει». ''Έστρεψε το όπλο του στον Κουίν. «Τώρα πες μου όλη την αλήθεια, τι ακριβώς σχεδιάζετε να κάνετε, ε; Τι; Γιατί ξέρω πως μου λετε ψέματα. Είσαστε στο Κίνημα, αλλά λετε ψέματα».

Ο Κουίν κοίταξε την κάνη του όπλου. Ακουγε τους δυνατούς χτύπους της καρδιάς του από κάποια απόσταση, σαν το θόρυβο κάποιας μακρινής οικοδομής. «Εεε... Σου είπαμε. Θέλουμε να βγάλουμε έξω την Ντήντρι».

«Η Ντήντρι είναι στο Ψυγείο», είπε o Τζαμπάρ, σαν ανυπόμονος ενήλικος που δυσανασχετεί μ' ένα αργόστροφο παιδί. Οι τρεμάμενες αναλαμπές του βιντεοπίνακα φώτιζαν το πρόσωπό του από κάτω, αλλοιώνοντας παράξενα τα χαρακτηριστικά του. «Κανείς δεν μπορεί να δραπετεύσει από εκεί. Αν επιμένετε ότι αυτό σκοπεύετε να κάνετε είσαστε ή ηλίθιοι ή ψεύτες».

Ο Κουίν κοίταξε τον Μπόουλερ με σηκωμένα φρύδια. Ο Μπόουλερ προτίμησε να πει την αλήθεια, όπως την έβλεπε. «Πάμε να δούμε τον Σαμάνο. Τον Ενδιάμεσο. Αλλά όχι

επειδή πιστεύω πως υπάρχει κάποια αλήθεια σ' όλα αυτά που λεει, ξέρεις τώρα, ε..., σ' αυτά που λεει για τα Πνεύματα της Αστικής Ερημιάς. Νομίζω πως έχουν κάποιο τρόπο προσπέλασης, με hardware ή wetware, στο Πλέγμα του Ομοσπονδιακού Ελέγχου. 'Ό,τι κι αν έχουν», συνέχισε ο Μπόουλερ μιλώντας γρήγορα, «φαίνεται πως δουλεύει. Η ίδια η Ντήντρι ορκιζόταν πως κάποτε τον είχε χρησιμοποιήσει για κάποια της δουλειά. Μόνο που ο ΕνδιάΜεσος είναι μάλλον σχιζοφρενής, κι έτσι ερμηνεύει τα πράγματα... πως να το πούμε... μυστικιστικά».

Ο Κουίν σκέφτηκε τη νυχτερίδα. Πνεύματα της Αστικής Ερημίας... αλλά είπε μόνο: «Ο Μπόουλερ κανόνισε να πάμε στον Ενδιάμεσο, γιατί νομίζει πως μόνο αυτός μπορεί να βγάλει την Ντήντρι από το Ψυγείο. Πρέπει να φτάσουμε εκεί μια συγκεκριμένη ώρα. Και με τα μπλακάουτ βγήκανε στους δρόμους οι ειδικές μονάδες και κλείσανε όλα τα περάσματα. Ο μόνος δρόμος για να περάσουμε είναι... από δω. Μέσα από την περιοχή σας. Χρειαζόμαστε έναν συνοδό, για να μην μας πυροβολήσουν οι δικοί σας».

«''Ένας τρόπος να μπεις στο Ψυγείο». Τα ρουθούνια του Τζαμπάρ τρεμόπαιξαν, τα μάτια του σκλήρυναν. «Αν είναι αλήθεια, τότε θα βγάλετε και τους δικούς μας. ''Έχουμε τέσσερις στο Ψυγείο». Χάιδεψε το όπλο του με νόημα.
«Στα 'λεγα, Μπόουλερ», μουρμούρισε o Σίσκο. «Οι δονήσεις ήταν - »
«'Όχι, είναι φοβεερόόό!» τους έκοψε η Ζιζ κάνοντας μερικά σπαστικά χορευτικά βήματα. Μπροστά σ' αυτό το θέαμα οι δύο άλλοι αντάρτες αντάλλαξαν ένα περιφρονητικό βλέμμα. «Να τους βγάλουμε κι αυτούς! Να -»

Ο Μπόουλερ κούνησε το κεφάλι του. «Και μόνο αυτή να βγάλουμε, θα είναι αρκετά δύσκολο. ''Έχουμε ένα βιντεοκλειδί για το κελί της. Χρειαζόμαστε τον Ενδιάμεσο για να μας περάσει από τους φρουρούς και τους μηχανισμούς ασφαλείας και τις κάμερες. ''Έχουμε ένα και μοναδικό βιντεοκλειδί».

«Μια βόμβα τότε!» πρότεινε εύθυμα η Ζιζ. «Μπορούμε να μπούμε μέσα, και να ανατινάξουμε το κομπιούούτερ! Και μπορεί τότε ν' ανοίξουν όλα τα κελιά και - »

Ο Κουίν μούγκρισε. ''Ένιωθε το πουκάμισο να κολλά στην πλάτη του απ' τον ιδρώτα. Το δωμάτιο φαινόταν αποπνικτικά μικρq. «Ζιζ», είπε σφυριχτά ο Κουίν, «σταμάτα να προσπαθείς να βοηθήσεις, γιατί με τη βοήθειά σου θα χωθούμε ακόμα πιο βαθιά στα σκατά».

«'Όχι, δεν είναι άσχημη ιδέα», είπε ο Τζαμπάρ κοιτάζοντας την Ζιζ με μεγαλύτερη εκτίμηση. «Μια βόμβα στο κεντρικό τους κομπιούτερ».

Ο Μπόουλερ κούνησε το κεφάλι του τόσο δυνατά που ακούστηκε το θρόισμα της γενειάδας του. «'Όχι! Ακουσε να σου πω -»
«'Όχι, εσύ θα μ' ακούσεις αν θέλετε να βγάλετε τους δικούς σας», είπε ο Τζαμπάρ αλέθοντας με τα δόντια του τις λέξεις, «και θέλετε να σας βοηθήσουμε, τότε θα βγάλετε και τους δικούς μας! Θα σας δώσουμε εμείς τα εκρηκτικά».

Είχε σηκώσει το αυτόματο, η κάνη σημάδευε τον Μπόουλερ στο πρόσωπο.
Η έκφραση της Ζιζ άλλαξε ριζικά σε κλάσματα του δευτερολέπτου, από την ευθυμία σ' ένα βλοσυρό ωχωχ. Είχε καταλάβει την γκάφα της.

Πλησίασε περισσότερο τον Κουίν. Με την άκρη του ματιού του την είδε να παίρνει τη μικρή συρμάτινη κούκλα που κρεμόταν από τον καρπό της...

''Έχωσε τη συρμάτινη γλώσσα στο μπράτσο του Κουίν. Ο Κουίν τίναξε απότομα το χέρι του, πήρε βαθιά εισπνοή, κι ένιωσε...

Μια αστραπή κατάλευκου φωτός ένα κύμα πάλλευκης θερμότητας. Ο Κουίν κοκάλωσε. Ηλεκτροβολήθηκε. Παρέλυσε. ''Ένιωσε μια Παρουσία. Κάποιον...

Κλικ. Ξαφνικά βρέθηκε έξω από το κορμί του. ''Ήταν συνδεδεμένος, αλλά και ταυτόχρονα αποκομμένος, πέρα σε μια σκοτεινή γωνία, αόρατος, αποχωρισμένος από τους άλλους, και παρακολουθούσε τον εαυτό του, βλέποντας στο πρόσωπό του μια έκφραση που του ήταν εντελώς άγνωστη.

Δεν μπορούσε να μυρίσει ούτε ν' ακούσει τίποτα άκουγε μόνο τη φωνή του. Μιλούσε ακαταλαβίστικα. 'Όχι, μιλούσε Αραβικά, στον Τζαμπάρ. Αυτός, ο Κουίν, μιλούσε Αραβικά. Δεν είχε ιδέα πώς μιλάνε στα Αραβικά. Δεν είχε κάνει ποτέ του ούτε ένα μάθημα. Αλλά να που τα μιλούσε. Και ήξερε ακριβώς τι σήμαιναν οι λέξεις στα Αγγλικά:

«Τζαμπάρ! Το Ψυγείο είναι οργανωμένο ολόκληρο με μόνιτορ και ανιχνευτές βιολογικών λειτουργιών. 'Όλοι οι κρατούμενοι είναι σε ιατρική καταστολή, συνδεδεμένοι με συσκευές ενδοφλέβιας τροφοδοσίας και μυελονωτιαίες κάρτες ελέγχου. Δεν μπορούν να κινηθούν, τους κινούν οι κάρτες. Τους παρακολουθούν οι κυβερνοφρουροί, που δεν κοιμούνται ποτέ, δεν κάνουν διάλειμμα ποτέ, είναι πάντα εκεί αν καταστρέψεις το κεντρικό κομπιούτερ δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί. Δεν θα κλείσει αναγκαστικά μπορεί να δώσει στους φυλακισμένους φάρμακα σε υπερβολικές δόσεις, οι φρουροί μπορεί να μπερδευτούν και να τους πάρουν για επιτιθέμενους. Το θέμα είναι πως, αν καταστρέψεις αυτό το κομπιούτερ, το σύστημα θα καταρρεύσει και οι άνθρωποι που είναι συνδεδεμένοι σ' αυτό θα πεθάνουν. Και οι δικοί σας μαζί». Ο Σίσκο και ο Μπόουλερ τον κοίταζαν δηλαδή κοίταζαν το σώμα του. Κατάπληκτοι.

Ο Τζαμπάρ ξεπέρασε την έκπληξή του και απάντησε στα Αραβικά. «Γιατί να σε βοηθήσουμε, αν δεν βγουν και οι δικοί μας; Αν ανακατευτούμε κι εμείς και το μάθουν οι Ομοσπονδιακοί, θα μας πιέσουν ακόμα περισσότερο. ''Ήδη σκηνοθέτησαν αυτό το μπλακάουτ για να μας παρενοχλήσουν, για να μας υποχρεώσουν να εμφανισθούμε στους δρόμους. Κάνουνε πλέον δυο φορές το μήνα επιδρομές εναντίον μας, όταν μπορούν να μας βρουν. Δεν θα προωθούσε το σκοπό μας, αυτή τη στιγμή τουλάχιστον, να τους προκαλέσουμε περισσότερο. Η πίεση θα ήταν υπερβολική. Στην κατάσταση που είμαστε, έχουμε μάθει πόση φασαρία μπορούμε να κάνουμε και να συνεχίσουμε να επιζούμε. Δεν είμαστε ανόητοι».

«Η Ντήντρι αγωνίζεται για το σκοπό σας. Μίλησε ενάντια στους καινούργιους νόμους που εμποδίζουν τη μετανάστευση των μουσουλμάνων. 'Ύψωσε τη φωνή της και είπε πως σας καταπιέζουν, σας οδηγούν σ' έναν πόλεμο μέσα στις πόλεις, επειδή οι Χριστιανοί Φουνταμενταλιστές καταλαμβάνουν σιγά σιγά την κυβέρνηση' είπε ότι σας ενοχοποιούν, και σας δικάζουν, και σας φυλακίζουν, και σας απελαύνουν, μόνο και μόνο εξ αιτίας των προκαταλήψεων εναντίον των μουσουλμάνων. 'Ύψωσε τη φωνή της τόσες πολλές φορές που έπρεπε να τη βγάλουν απ' τη μέση. ''Έβαλαν λοιπόν στο σπίτι της παράνομες χημικές ουσίες, και εξαρτήματα για βόμβες. Μιλάμε για απερίγραπτη ειρωνεία. Η Ντήντρι, βομβιστής! Αμέτρητες φορές στις συναντήσεις του Κινήματος είχε μιλήσει ενάντια στις βομβιστικές ενέργειες. ''Έλεγε πάντα ότι οι βόμβες δεν μπορούν να διακρίνουν τους πολίτες. Παρ' όλα αυτά o Ομοσπονδιακός ''Έλεγχος έστησε αυτή την σκευωρία εναντίον της, είπαν πως ήταν βομβιστής, τρομοκράτης, κι αυτό τους έδωσε την εξουσία να την βάλουν στο Ψυγείο, να την καταδικάσουν σε αναπροσδιορισμό συμπεριφοράς. 'Ύψωσε τη φωνή της για σας, για όλους μας και την απήγαγαν! Μπορεί να είναι επιφανειακά, τυπικά νόμιμο δεν παύει όμως να είναι απαγωγή, Τζαμπάρ! Σίγουρα ο Αλλάχ σου αποκαλύπτει αυτήν τη στιγμή τι πρέπει να κάνεις... »

Ο Τζαμπάρ τον κοίταζε μ' ανοιχτό το στόμα.

Κι έπειτα, ο Κουίν το αποκομμένο κομμάτι του Κουίν που παρακολουθούσε έπεσε σ' ένα κόκκινο τούνελ, πέρασε μέσα από ένα τείχος πόνου. Μέσα από το πάλλευκο φως, μέσα από ένα κύμα θερμότητας...

Κλικ. ''Ήταν πίσω στον εαυτό του, βουτηγμένος στον ιδρώτα, τρέμοντας ολόκληρος, αλλά... μόνος του πια τώρα μέσα στο σώμα του.

'Όλοι τον κοίταζαν. «Αυτός o άνθρωπος», είπε ο Τζαμπάρ, αργά, στα Αγγλικά, «νοιάστηκε αρκετά ώστε να μάθει τη γλώσσα μας. Μίλησε λογικά. Με συγκίνησε. Είμαι o Μουφτής, και αυτή είναι η απόφασή μου».

''Ένα τεμπέλικο νοτισμένο αεράκι που έφτανε μουχλιασμένο από το Ηστ Ρίβερ, ξεχυνόταν αργά ανάμεσα στις ερειπωμένες πολυκατοικίες και δρόσιζε κάπως τον Κουίν και τον Μπόουλερ και την Ζιζ και τον Σίσκο και τον Μουφτή καθώς προχωρούσαν με δυσκολία καταμεσής στον γεμάτο χαλάσματα δρόμο.

Ο Κουίν ένιωθε παράξενα. Λίγο εκτός τόπου, ακόμα' σαν να ήταν εδώ και να μην ήταν. Αυτό πρέπει, με κάποιο τρόπο, να του το είχε κάνει η Ζιζ. H κούκλα. Η συρμάτινη γλώσσα της...

Ο Κουίν έμεινε λίγο πίσω και ψιθύρισε στην Ζιζ: «Τι μου 'κανες εκεί κάτω; ''Ένεση μου έκανες;»

Η Ζιζ δάγκωσε τα χείλια της για να μη γελάσει. «''Έκανα ό,τι μου είπε η ''Έμπορος των Φετίχ. Είπε πως αν ήταν επείγουσα ανάγκη - »
«Τι; Ποια είναι »
«Δουλεύει για τον Ενδιάμεσο, αυτή έστειλε την κούκλα όταν ο Μπόουλερ έκανε εκείνη τη-»
Ο Μουφτής γύρισε και τους είπε με σφυριχτή φωνή: «Μη μιλάτε!» ''Έδειξε τις σκεπές.

Τα κτίρια φωτίζονταν λιγάκι από το φως των αστεριών και τις απαλές ανταύγειες από τις φωτιές που έκαιγαν στα ξέφωτα ανάμεσα στα ερείπια' κόκκινοι λεκέδες στο μαύρο τοίχο της νύχτας. Αποσπασματικές φράσεις στα Αραβικά και στα Φαρσί και στα Λιβανέζικα έφταναν στ' αυτιά τους κι έσβηναν καθώς διέσχιζαν το Νοτιοανατολικό Μανχάταν.

Βρίσκονταν ακόμα στην περιοχή των Μουσουλμάνων Φουνταμενταλιστών, στα όριά της όμως. Η πρόσκαιρη κατάπαυση του πυρός είχε σταθεροποιήσει τις ζώνες των Μουσουλμάνων και των Χριστιανών στις δύο πλευρές της οδού Κλίντον. Οδοφράγματα της Εθνοφρουράς και φυλάκια ελέγχου έστεκαν ακόμα εκεί, ένα τετράγωνο προς τα Δυτικά' πιο κοντά βρίσκονταν οι απογυμνωμένοι σκελετοί στρατιωτικών φορτηγών και τα καμένα σκέλεθρα ανατιναγμένων αυτοκινήτων, καμπουριασμένα μέσα στο σκοτάδι σαν τα αφυδατωμένα κουφάρια των βουβαλιών στους Ερημότοπους.

Η νευρικότητα του Κουίν μεγάλωνε κάθε φορά που έφταναν σ' ένα σταυροδρόμι, γιατί εκεί ήταν περισσότερο εκτεθειμένοι στα πυρά κάποιου ελεύθερου σκοπευτή από τη χριστιανική περιοχή' απόψε ειδικά, με την αστυνομία και το στρατό απασχολημένους στις ταραχές των μπλακάουτ, θα ήταν η κατάλληλη νύχτα ν' αρχίσει κάτι, να χτυπήσουν μερικούς Φουνταμενταλιστές...

Και οι Χριστιανοί ελεύθεροι σκοπευτές δεν θα έβλεπαν απ' αυτή την απόσταση ότι ο Κουίν κι οι φίλοι του δεν είχαν θέση στα στόχαστρά τους. Αλλά ακόμα και να ήξεραν ποιοι ήταν, μάλλον και πάλι θα πυροβολούσαν η παρέα του Κουίν ερχόταν από τη γειτονιά των Δηλωμένων Σοσιαλιστών.

Ο Κουίν ευχόταν σχεδόν ν' αρχίσει κάποιος να πυροβολεί.

Κάτι για να σπάσει τη ροή των γεγονότων, το ρεύμα που τον παρέσυρε όλο και πιο βαθιά σ' αυτή την ιστορία. Φοβόταν τόσο πολύ, που στην αρχή δεν αναγνώριζε το φόβο του. Ποτέ του δεν είχε φοβηθεί τόσο πολύ. Ο φόβος του είχε συμπυκνωθεί σ' ένα τρεμάμενο κουβάρι έντασης μέσα στο στομάχι του, λες και ήταν κουνέλι που είχε πάθει καρδιακή προσβολή.

Κάτι τον είχε κυριεύσει, εκεί πίσω. Είχε φύγει τώρα βέβαια, αλλά... είχε αφήσει τα ίχνη του πάνω στο νευρικό του σύστημα. Κι αυτό τον φόβιζε περισσότερο κι από τις σφαίρες κι από τις βόμβες, και ακόμα πιο πολύ κι από το Ψυγείο.

Αλλά κανείς δεν τους πυροβόλησε. Δέκα λεπτά αργότερα, ο Μπόουλερ είπε «Να το ΕλπιδοΣκόπιο».
'Ήταν μια τράπεζα.

Ο Κουίν καθόταν σε μια αίθουσα αποδυτηρίων, σ' έναν παλιό ξύλινο πάγκο, με την πλάτη ακουμπισμένη στον ψυχρό τσιμεντένιο τοίχο, προσπαθώντας να θυμηθεί πως είχε φτάσει μέχρι εκεί. Ο Μουφτής τους είχε αφήσει, και ο Μπόουλερ είχε δώσει στον Κουίν ένα κομμάτι χαρτί με αριθμούς, και μια τραπεζική κάρτα. Κάτι που έμοιαζε, τέλος πάντων, με τραπεζική κάρτα.

«Πάρε», είπε ο Μπόουλερ. «Βάλ' τη στο αυτόματο μηχάνημα».
«Τι; Αυτό το πράγμα δεν δουλεύει »
«Βάλ' τη. Εσύ θα μπεις μέσα».
«Γιατί εγώ;»
«Δεν ξέρω... Εσένα είπαν». O Μπόουλερ τον κοίταζε παράξενα. Λίγο θυμωμένα. «Τι έκανες προηγουμένως; Τι παραλήρημα... Δηλαδή, δεν μου είχες πει πως ήξερες να μιλάς τα- »
«Δεν τα μιλάω. Δεν ξέρω τι έγινε».

Ο Μπόουλερ γύρισε και κοίταξε την τράπεζα σμίγοντας τα φρύδια του. «Δεν μ' αρέσουν αυτά τα αμπρακαντάμπρα. Ο αποκρυφισμός είναι θρησκεία και η θρησκεία είναι κοινωνική παράλυση. Νόμιζα πως o ΕνδιάΜεσος ήταν... » Κούνησε το κεφάλι του. Απλωσε το χέρι του κι έκλεισε την παλάμη του Κουίν, που κρατούσε το χαρτί και την κάρτα.

«Χέσ' το. Απλώς κάν' το»
«Να σου πω την αλήθεια, είμαι λίγο -»
«'Όλοι φοβόμαστε, δικέ μου. Αλλά κάνε το για την Ντήντρι».

Ο Κουίν πήρε μια βαθιά αναπνοή. Κοίταξε την Ζιζ. Την είδε να ξεροκαταπίνει' το μαύρο μέηκαπ γύρω από τα μάτια της είχε αρχίσει να τρέχει. Του ήρθε να την αγκαλιάσει. Και μετά σκέφτηκε: Θέλεις να μπλέξεις με την Ζιζ; Αστειεύεσαι; Αλλά αυτό που ένιωθε δεν έφευγε από μέσα του. ''Έβγαλε την βιντεοκασέτα-κλειδί από την τσέπη του πουκαμίσου του και της την έδωσε. Κάποιο ένστικτο του είπε: Δώσ' την σ' εκείνη κι όχι στον Μπόουλερ. Τα χέρια τους αγγίξανε για μια στιγμή, και χωρίς να το σκεφτεί, της έσφιξε τα δάχτυλα.

Μετά γύρισε και πίεσε τον εαυτό του να προχωρήσει μέχρι το βρώμικο ταμπλό του αυτόματου ταμειακού μηχανήματος. Το κοίταξε επιφυλακτικά, μην περιμένοντας να λειτουργήσει. Αυτό το μηχάνημα βρισκόταν σε μια τράπεζα που η οροφή της είχε καταρρεύσει τα παράθυρά της ήταν γεμάτα γκράφιτι. Αλλά έβαλε την κάρτα, η οθόνη του μηχανήματος άναψε, και κοίταξε το χαρτί του, χτύπησε τα νούμερα...

Τώρα πια δεν μπορούσε να θυμηθεί τους αριθμούς. Είχε νιώσει έναν παλμό να τον διαπερνά, ένα βουητό στ' αυτιά, μια μυρωδιά καμένου στη μύτη του. Μια αμυδρή δόνηση στην κορυφή του κεφαλιού του. Αυτό μόνο' και μετά όλες οι θύρες της αντίληψής του είχαν κλείσει σιωπηλά.

Ξύπνησε σ' αυτό το μέρος. Μια λάμπα φθορισμού από πάνω, κι άλλη μια λίγο πιο κάτω να αναβοσβήνει με διακοπές ζζτζζτζζτ. Μακρόστενο δωμάτιο, ξεχασμένα γκρίζο-πράσινα ντουλάπια στον απέναντι τοίχο' στο ταβάνι σκουριασμένοι σωλήνες, λιμνούλες με βρομόνερα στο πάτωμα. Αποδυτήρια, σίγουρα. Τι δουλειά είχαν τα αποδυτήρια σε μια τράπεζα;

Ο Μπόουλερ, ο Σίσκο, η Ζιζ, πουθενά. Ο Κουίν είχε αποκοιμηθεί όρθιος, δεν είχε νοιώσει καν πως έπεσε κάτω, και μετά βρέθηκε να κάθεται εδώ, ακουμπισμένος στον τοίχο, μόνος του. Πώς έγιναν όλα αυτά; Κάποιος καθόταν πιο πέρα. Πριν από ένα δευτερόλεπτο, δεν ήταν εκεί. Γεια μια στιγμή' μάλλον το μυαλό του ήταν λίγο θολωμένο απ' αυτό που του είχε συμβεί. Ο τύπος πρέπει να είχε έρθει την ώρα που ο ίδιος είχε αφαιρεθεί, προσπαθώντας να θυμηθεί. Σίγουρα.

'Ήταν ένας συνηθισμένος τύπος.

Σαν κι αυτούς που κοιμούνται στο δρόμο. Ανακατεμένα μαλλιά, μπερδεμένα γένια, δέρμα γκριζόμαυρο σαν την ίδια την πόλη. Με την ίδια κρούστα ατμοσφαιρικής μόλυνσης και απλής, κοινής βρώμας. Μακριά κιτρινισμένα νύχια. άπλυτος, ρούχα αγνώριστα από το πολύ φόρεμα.

Θα πρέπει να μύριζε κιόλας, αν τον πλησίαζες' καθόταν ακουμπισμένος στον τοίχο, δυόμισι τρία μέτρα πιο πέρα, εκεί που άρχιζε το μισόφωτο. Αλλος ένας πιστός, άλλος ένας ικέτης στο ΕλπιδοΣκόπιο. Υποτίθεται πως ο ΕνδιάΜεσος διάλεγε αυτούς που βοηθούσε, και διάλεγε εντελώς στην τύχη.

«Εσύ τι θες να πάρεις;» τον ρώτησε ο τύπος, σαν να περίμενε να πάρει κάτι κι ο ίδιος.
«Θέλω να βοηθήσω ένα φίλο. Κι εσύ;»
«Δε φαίνεται; ''Ένα μέρος ν' αράξω, και μπορεί και κανένα επίδομα τετάρτης κατηγορίας. Δεν είναι και πολλά».
«Θα μπορούσες να ζητήσεις να μείνεις στη γειτονιά των, Σοσιαλιστών, θα σου έδιναν »
«Σου φαίνομαι για κουμούνι;»

Ούτε για άνθρωπος μοιάζεις, οπότε είναι άσχετη η ερώτηση, σκέφτηκε ο Κουίν. Αλλά δυνατά είπε: «Μάλλον όχι. Ούτε κι εγώ είμαι. Αλλά εκεί ελέγχουν τουλάχιστον τα νοίκια... Πώς βρεθήκαμε εδώ, τελικά;»
«Με πονοκέφαλο. Αυτό ξέρω μόνο».
«Δεν ξέρω καν αν είμαι ξύπνιος. 'Ή αν αυτό το μέρος είναι -»
«Δεν είναι παραίσθηση. Ακόμα κι αυτό που είδες απόψε, δεν ήταν παραίσθηση. 'Ήταν η Ανώτερη Πραγματικότητα του Αντικειμένου. Δεν έχεις παραισθήσεις. Είσαι εδώ. Κι εγώ είμαι εδώ».
«Πού ξέρεις τι είδα »
«Πείρα. ''Έχω δει πολλούς σ' αυτή την Κατάσταση, καταλαβαίνεις; Που μόλις έχουν δει κάποια οράματα».

Μαλακίες, σκέφτηκε ο Κουίν.

Ο τύπος συνέχισε το παραλήρημά του. «Το όραμα ξεθώριασε μέσα σου, αλλά αυτός είναι και ο λόγος που θα λειτουργήσεις τόσο καλά. ''Έφερε για λίγο το μυαλό σου στην κατάλληλη συχνότητα. Τα οράματα δεν είναι απλώς παραισθήσεις, φίλε μου. Σου δείχνουν πράγματα. Σου αποκαλύπτουν την Ενορατική Διάσταση ενός πράγματος. Ακόμα και των πραγμάτων που δεν ξέρεις καν ότι υπάρχουν».

Είναι παλαβός, δεν έχει πάρει το φάρμακό του, σκέφτηκε ο Κουίν. Δεν παίρνει αρκετά ναρκωτικά, γι' αυτό κοιμάται στους δρόμους.

«Λοιπόν», είπε ο Κουίν. «Τι κάνουμε τώρα;»
«Περιμένουμε. Είμαστε σε αίθουσα αναμονής, φίλε μου».
«Ξέρεις τα πάντα, ε;» είπε o Κουίν. «Εξήγησέ μου λοιπόν αυτό το μέρος». Πιστεύοντας πως ο τύπος δεν είχε καταλάβει τίποτα. Αλλά o Κουίν φοβόταν. 'Ήθελε ν' ακούει κάποιον να μιλάει.
«Ο ΕνδιάΜεσος δουλεύει για τα Πνεύματα, και η ''Έμπορος των Φετίχ δουλεύει για τον Ενδιάμεσο. ''Έχεις τσιγάρο;»
«Ναι»
«Τότε θα καπνίσω από τα δικά μου». Από κάποια τρύπα μέσα στα ρούχα του έβγαλε ένα τσαλακωμένο, βρώμικο τσιγάρο κι έχωσε την άκρη του σ' έναν αναπτήρα. Μύριζε σαν να ήταν από αληθινό καπνό. Θα είχε κάνει τράκα σε κάποιον γενναιόδωρο.

Ο αλήτης έγειρε πίσω στον τοίχο, ξεφύσηξε καπνό από τη μύτη και είπε: «Ο ΕνδιάΜεσος λειτουργεί σαν Μέντιουμ στο επίπεδο του wetware, του συνδυασμού δηλαδή του βιολογικού software και hardware. Είναι... πόσα θέλεις να μάθεις;»
«'Όλα, αν είναι δυνατόν».
«Αυτό που είπες θα το μετανιώσεις...Υπάρχει ένα υποατομικό σωματίδιο που λέγεται ΕΓΩτόνιο. Οι φυσικοί κάνουν διάφορες υποθέσεις γι' αυτό, αλλά ο ΕνδιάΜεσος ξέρει. 'Ήταν από τους πιο σημαντικούς ερευνητές στο Στάνφορντ. Απομόνωσε το ΕΓΩτόνιο, κι αυτό τότε του μίλησε. Το καταλαβαίνεις; ''Ένα υποατομικό σωματίδιο που σου λεει Ναι! Με βρήκες!» Γέλασε. «Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν όλα τα ΕΤΩτόνια του πλανήτη που του μίλησαν, μέσω της ομάδας τους που είχε απομονώσει στο πεδίο του Τόκομακ, της Μαγνητικής Αντλίας Ηλεκτρονίων. Τέλος πάντων, ο ΕνδιάΜεσος, τώρα, θέλει να μάθουν κι άλλοι άνθρωποι τι μπορούν να μας προσφέρουν τα ΕΓΩτόνια, κι γι' αυτό μας αφήνει να το συζητάμε, έτσι, γιατί θέλει κι άλλοι να χρησιμοποιήσουν αυτές τις γνώσεις να βρουν τον τρόπο τους να τις χρησιμοποιήσουν αλλά προς το παρόν κανείς δεν το έχει καταφέρει. Κι αυτός όμως δεν μπορεί να πει με ποιο τρόπο το ανακάλυψε, από τη στιγμή που το έκανε. Είναι σαν να δαγκώνεις τα δόντια σου ή να γλείφεις τη γλώσσα σου, όταν φτάσεις εκεί, σ' αυτή την κατάσταση... και τώρα δεν μπορεί να πει σε κανέναν πώς έφτασε εκεί». Ρούφηξε το τσιγάρο του, έβηξε, φύσηξε τον καπνό. «Το ΕΓΩτόνιο, τώρα, είναι ένα υποατομικό σωματίδιο που εμφανίζεται οποτεδήποτε υπάρχει συνειδητότητα. Το σώμα είναι ηλεκτρικό, έτσι; ''Έχει το δικό του ηλεκτρομαγνητικό πεδίο, σωστά; Αυτό το ΕΓΩτόνιο, είναι ένα πανταχού παρόν σωματίδιο, κι όταν ένας οργανισμός έχει το κατάλληλο μαγνητικό πεδίο, μερικά απ' αυτά τα σωματίδια περισσότερα, για τους υψηλότερους οργανισμούς έλκονται και ενσωματώνονται στην έδρα της ολογραφικής συνείδησης του οργανισμού. Στο μυαλό. Είναι το Εγώ, αυτό που αντιδρά ξεπερνώντας τα ανακλαστικά. 'Όταν τώρα μια ανθρώπινη φυλή βρίσκεται σε ψυχολογική ευθυγράμμιση, παράγει ένα εξωτερικό συλλογικό ηλεκτρομαγνητικό πεδίο »

«Τι ήσουν πριν βρεθείς στους δρόμους;»
«Μη με διακόπτεις. Τέλος πάντων »
«Θέλω να πω, τώρα μιλάς διαφορετικά »
«Θέλεις να μάθεις για τον Ενδιάμεσο, ναι ή όχι;»

Ταραγμένος αλλά για άλλους λόγους τώρα πια, ο Κουίν είπε: «Λέγε». «Τέλος πάντων, αυτό το συλλογικό πεδίο παράγει οντότητες, ή τις προσελκύει ο ΕνδιάΜεσος δεν είναι ακόμα σίγουρος τι απ' τα δύο συμβαίνει και οι οντότητες εμφανίζονται σ' εμάς σαν εκφράσεις της συλλογικής μας ερμηνείας του περιβάλλοντός μας. Τώρα, ο πρωτόγονος Σαμάνος, ή ο ιθαγενής της Αυστραλίας, μερικές φορές μπορεί να τους μιλήσει και να έχει κάποιο αποτέλεσμα, κι άλλες φορές όχι. Αυτές οι οντότητες δεν είναι στην πραγματικότητα πολύ ισχυρές, και τις περισσότερες φορές δεν μπορούν να βοηθήσουν ιδιαίτερα κανέναν, αλλά μπορούν να σου μεταδώσουν γνώσεις για τα πράγματα, όπως ας πούμε, να σου πουν ποια φυτά είναι φαρμακευτικά... αλλά σ' έναν μεγάλο πολιτισμό, αυτές οι οντότητες είναι λίγο δυνατότερες. Και ειδικά τώρα που ο ΕνδιάΜεσος έχει κάνει κάποιες σταθερές επαφές, αποτελούν πια ένα μεγαλύτερο μέρος του κόσμου μας, είναι λιγότερο εφήμερες Μ' ακούς;»

Καθώς παρακολουθούσε τον αλήτη, ο Κουίν τον είδε για μια στιγμή να τρεμοπαίζει. «Είσαι μέρος του ΕλπιδοΣκόπιου. ''Ένα είδος... εικόνας».

«Και λοιπόν; ''Έπρεπε να δω τι ρόλο παίζεις. Θέλω να πω, είσαι αστείος, κι εσύ κι οι φίλοι σου... σας τη βάρεσε και ξεκινήσατε νομίζοντας πως μπορείτε να μπουκάρετε στο Ψυγείο. Και ιδιαίτερα εσύ, αν σκεφτούμε πώς σου τα χώνει ο γέρος σου. Ο γιος ενός ποπ σταρ θα είναι σίγουρα λίγο περίεργος .''Ένα κακομαθημένο πλουσιόπαιδο. Με δυο λόγια: ένα μάτσο μαλάκες. 'Ήθελα να δω πόσο σοβαρά το έχετε πάρει. Απασχόλησα το ανώτερο επίπεδο του εγκεφάλου σου, για να μπορέσω να κοιτάξω στα κατώτερα επίπεδα... »
«Διαβάζεις το μυαλό μου;»
«'Όχι, εσύ μου αποκαλύπτεις ένα μέρος του. 'Όπως καταλαβαίνεις, δεν βρισκόμαστε εδώ. Στην πραγματικότητα είσαι ξαπλωμένος σ' ένα τραπέζι κάτω από την παλιά τράπεζα». «Γαμώτο! »
«'Όπως θέλεις. Είσαι ενωμένος, συνδεδεμένος με τη βάση δεδομένων που χρησιμοποιεί ο ΕνδιάΜεσος για να μιλάει με τα Πνεύματα».
«Ο Μπόουλερ δεν πιστεύει αυτή την ιστορία με τα Πνεύματα. Λεει πως έχετε απλούστατα καλούς hackers»
«Είναι ένας ορθολογιστής σταλινικός αγράμματος»
«Κοίτα - »
«Θέλεις να μάθεις τι θέλουμε από σας σ' αντάλλαγμα της βοήθειάς μας για να μπείτε στο Ψυγείο. Αν ήταν κάποιος άλλος κι όχι η Ντήντρι, ή αν δεν είχατε το κλειδί που, να' σαστε σίγουροι, δεν φτάνει από μόνο του θα σας λέγαμε να πάτε να κόψετε το λαιμό σας. Υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που θέλουν να βγάλουν κάποιον από το Ψυγείο. Αυτό είναι δύσκολο. Αλλά πρόκειται για την Ντήντρι, κι αυτός είναι ο ένας λόγος. Ο άλλος λόγος είναι η συνηθισμένη μας ανταμοιβή, που είναι η λατρεία. Εννοώ την πραγματική λατρεία, κι όχι την κολακεία'»
«Θέλεις να λατρέψουμε τα..., ε..., Πνεύματα;»

Και πάλι τρεμόπαιξε ο αλήτης, και φάνηκε να χάνεται για μια στιγμή. Είχε γίνει δυσδιάστατος, μια γεωμετρικά συμβολική μορφή σε μια οθόνη, σαν στυλιζαρισμένο σήμα. O Κουίν ένιωθε βυθισμένος σε μια γλυκιά χαύνωση, και μέσα απ' αυτήν άκουγε το σύμβολο να μιλά, έβλεπε το ιερογλυφικό στόμα να κινείται, ξέροντας πως το έβλεπε πίσω από τα κλειστά του βλέφαρα... ενώ ο ΕνδιάΜεσος, ο μεταμορφωμένος αλήτης, είπε:

«Είναι γλυκύτατο πράγμα, Κουίν, η λατρεία μας. Στην πραγματικότητα δεν είναι υποταγή, είναι ματαιοδοξία. Εμείς οι ίδιοι είμαστε τα Πνεύματα, Είναι σαν φλας, Κουίν. Να τα υμνείς, να χύνεις λίγο απ' το αίμα σου για χάρη τους, και να τους φέρνεις προσφορές και ενέργεια.
»Μιλάω για το Ρεύμα, που η ανάσα του είναι ηλεκτρόνια.
»Μιλάω για το Δίκτυο και το Πλέγμα, τους αγγελιοφόρους των θεών, ο ένας για μπρος κι ο άλλος για πίσω, να κάνουν έρωτα αιώνια με την ερωμένη τους, τη Συχνότητα
»Μιλάω για τον ΤιΒί, το Χάδι στην Κοιλιά, τον Ακόρεστο, που καταβροχθίζει τα πάντα και δεν χωνεύει τίποτε, τον Βούδα του ψεύδους
»Μιλάω για τον 'ΕναΜηδέν'Ενα τον πρόγονό σου, Κουίν το Πνεύμα που σπαθί του είναι η Είσοδος κι ασπίδα του η ''Έξοδος και οι αναμνήσεις του είναι ο λειωμένος πάγος που ρέει στις άνυδρες μνήμες όλων των υπολογιστών που βρίσκονται οn line
»Μιλάω για την Πίξελ, την βιντεοβασίλισσα τη μητέρα σου, Κουίν που σε περιμένει στον ημίκοσμο της οθόνης
»Μιλάω για την Φράκταλ, τη ζωντανή πύλη προς την Πέμπτη Διάσταση, που την συναντάς σε μια κολώνα του δρόμου ή σ' ένα λούκι, που ενώνει τη διάσταση των ανθρώπινων αισθήσεων με τη διάσταση των ηλεκτρονικών
»Μιλάω για την Φαρμακορμόνα, που η διάφανή της σάρκα φουσκώνει φιλήδονα ή συστέλλεται σε μια σφριγηλή γλύκα' που έκανε τη Γονιμότητα και τη Μόδα αξεχώριστες
»Μιλάω για τον Μέγα Ματσό, την ενέργεια που είναι χρήμα, το χρήμα που είναι ενέργεια, το ζωντανό ιστόγραμμα των ανέσεων, της χλιδής και της δύναμης
»Μιλάω για τον Φιξ, τον Αφέντη της Καβάτζας, τον Αρχοντα του Καλού Σταφ, που έχει βελόνες για δόντια' εκλιπαρείς, ικετεύεις να θυσιαστείς σ' αυτόν, τον παρακαλάς να κλείσει τα σαγόνια του γύρω απ' τον λαιμό σου
»Μιλάω για την Ανδρογύνη, την Ντίσκο Βασίλισσα, που είναι ο σύντομος δρόμος για τα Πνεύματα, που είναι το χιπχοπ βουντού και η Μήτρα που γέννησε τους Πρωτόγονους των Πόλεων
»Μιλάω για το 'Όχημα, που έχει στο στέμμα του το Μπουλντόγκ της Μακ και το σλόγκαν της Τζένεραλ Μότορς στην καρδιά του
»Μιλάω για τον Δικαστή, τον Ψεύτη, που μιλάει με δύο γλώσσες, κι οι δυο τους κατάμαυρες
»Μιλάω για τον Μπάτσο, τον Αστυνομικό, τον Καταστροφέα, με το πρόσωπο από χρώμιο, σφραγισμένο με όλα τα νούμερα, που τα χέρια του τελειώνουν σ' ένα όπλο κι ένα κλομπ' τον Μπάτσο, στον οποίον πρέπει να γίνονται θυσίες, κι αν είσαι έξυπνος θα παρακαλάς ταπεινά τα Πνεύματα να χορτάσει με τους εχθρούς σου...
»Μιλάω για συγγενείς, Κουίν. Γιατί καμιά φορά ο Δίας γίνεται κύκνος... »

«Φοβάμαι»
«Είσαι εντάξει. 'Όταν σε πήρε υπό τον έλεγχό του ο 'ΕναΜηδέν'Ενα για να μιλήσει στον Μουφτή στα Αραβικά »
«Ναι τι ήταν αυτό;»
«Αυτό ήταν ο 'ΕναΜηδέν'Ενα, που χρησιμοποίησε τη γλώσσα σου για να μιλήσει στον Τζαμπάρ, με Αραβικά που έπαιρνε από τη γλωσσολογική βάση δεδομένων, χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα την βάση ρητορικής, και με λίγη βοήθεια από μένα... αυτό που έχει σημασία είναι ότι μετά ήσουν λιγάκι ταραγμένος. Αλλά ήσουν εντάξει, πολύ εντάξει, σχετικά. Αυτό σημαίνει πως είσαι κατάλληλος γι' αυτό. Μη χάνεις την αυτοπεποίθησή σου, λοιπόν, Κουίν. Βρήκες επιτέλους το δικό σου μήκος κύματος».
«Μα δεν ξέρω πώς να το χρησιμοποιήσω, αν το έχω »
«Ξέρω εγώ. Θα σε οδηγήσω. Τώρα, ας δούμε αν γίνεται να παραβιαστεί το Ψυγείο. ''Έχει κάποιο δικό του αόρατο Πνεύμα που το προστατεύει, Κουίν, και είναι Τρομερό»
«Δεν -»

''Ένα κύκλωμα έκλεισε.

Ο Κουίν έβλεπε με τα μάτια του ΕνδιάΜεσου. Μάτια που φαίνονταν να αιωρούνται, αόρατα, πάνω από τις σκηνές που έβλεπαν. Θα μπορούσαν να είναι ηλεκτρονικά, θα μπορούσαν να είναι ανθρώπινα, θα μπορούσαν να είναι και τα δυο. 'Ήταν... χωρισμένα από τον Κουίν. Που βρισκόταν ακόμα κλεισμένος κάτω από την τράπεζα, πάνω σ' ένα τραπέζι, και κοιμόταν βαθιά.

Κι όμως, ο Κουίν παρακολουθούσε καθώς ο αλήτης εμφανίστηκε μέσα στα ερείπια στον Σίσκο, στην Ζιζ και στον Μπόουλερ, φανερώθηκε στον αέρα από πάνω τους, ένας άγιος μεθύστακας, ένας μετεωριζόμενος αλήτης με φωτοστέφανο στο, χρώμα του φωτός που ακτινοβολεί μια οθόνη σ' ένα σκοτεινό δωμάτιο. Ο Μπόουλερ έκανε πίσω και γύρισε την πλάτη στο φάντασμα, κουνώντας το κεφάλι του. Το όραμα μίλησε στον Σίσκο και την Ζιζ. Ανέμισε τα ασημένια, λεπτά μεταλλικά φτερά του και ρούφηξε ένα αιθερικό τσιγάρο' φύσηξε τον καπνό σ' ένα δαχτυλίδι που μεταμορφώθηκε σε σβάστικα. Φύσηξε κι άλλο καπνό, που διέλυσε τη σβάστικα, και είπε, με ευγενική αδιαφορία: «Υπάρχει ένα παλιό τσοντάδικο ένα τετράγωνο νότια. Είναι ερειπωμένο τώρα πια, και φαίνεται κατάκλειστο, αλλά αν σκαρφαλώσετε πάνω από τα χαλάσματα θα δείτε από πού θα μπείτε. Η ''Έμπορος των Φετίχ είναι εκεί. Θα σας δώσει ό,τι χρειάζεται». Η φωνή είχε μια αμυδρή υποψία ηλεκτρονικού φιλτραρίσματος.

Το όραμα ξεθώριασε, πρώτα οι λεπτομέρειες και μετά το περίγραμμα, όπως γίνεται με τις ολογραφικές προβολές. Αλλά ο Σίσκο και η Ζιζ δεν είχαν καμιά αμφιβολία. «Θα σε βρούμε ξανά εεεδώώώ, Μπόουλερ», είπε η Ζιζ, «γιατί αν έρθεις μαζί μας θα μας τα πρήήξεις». Κι έφυγαν για να βρουν την ''Έμπορο των Φετίχ. Ο Μπόουλερ έμεινε πίσω, μόνος στα ερείπια, άοπλος, χαμένος μέσα στην ιδεολογική του ομίχλη. Το διακινδύνευε' μόνος του εκεί έξω ήταν ένα θύμα που περίμενε το θύτη του, εκτός κι αν ήταν τυχερός.

Στο επόμενο τετράγωνο, ο Σίσκο και η Ζιζ σκαρφάλωσαν πάνω από πεσμένους τοίχους και μπήκαν στο ερειπωμένο τσοντάδικο, στην απέναντι μεριά του δρόμου, κι εκεί συνάντησαν την ''Έμπορο.

'Ήταν ξαπλωμένη σ' ένα πορνοκρέβατο.

Οι φωτογραφικές παραστάσεις των πορνοπεριοδικών του εικοστού αιώνα είχαν μεταφερθεί σε ψευδόδερμα Χάι Σιλκ, η ακριβότερη μάρκα κι έτσι εκείνη αναπαυόταν πάνω σ' ένα τεράστιο, ηδονικό μαξιλάρι φτιαγμένο από εκατοντάδες μικρά γυμνά συμπλέγματα, σ' ένα μοτίβο από χαύνα πρόσωπα, προτεταμένους γλουτούς, βαριά στήθη και συναντήσεις γεννητικών οργάνων. Φορούσε μια αργιλοτεχνική σπονδυλική στήλη' έναν μακρύ, γκρίζο μεταλλικό πολύποδα που κατέβαινε στη γυμνή της πλάτη, έναν πολύποδα με σύρματα εμφύτευσης αντί για πόδια. 'Ήταν ένας μετασχηματιστής σημάτων για τις νευρικές απολήξεις, που ενίσχυε τα ερεθίσματα από τους ερωτογενείς υποδοχείς, από κάθε είδος νεύρου ευαίσθητου στην ηδονή. 'Ήταν η τελευταία λέξη της τεχνολογίας, αλλά ήταν ακόμα μια καινούργια τεχνολογία, και οι κινήσεις της ήταν μερικές φορές ασταθείς και ακανόνιστες, όταν τα σωματικά σήματα εισόδου της ηδονής παρεμβάλλονταν στις εκπομπές σημάτων κινητικού συντονισμού. ''Ένας πορσελάνινος μηχανισμός δίπλα στο κρεβάτι έστελνε θερμούς θεραπευτικούς ατμούς πάνω της, πίδακες που ερέθιζαν στρατηγικά τους ενισχυμένους ερωτογενείς υποδοχείς της το μαξιλάρι κυμάτιζε αργά από κάτω της, με τους κρυφούς σερβομηχανισμούς του να της κάνουν μασάζ, να σταματούν, να της κάνουν μασάζ ξανά... Η ''Έμπορος των Φετίχ είχε βουλιαγμένα μάτια, μαλλιά ολόρθα σαν λεπίδες, κορμί αδύνατο, σχεδόν σκελετωμένο. ''Ένα τατουάζ που ακολουθούσε τις διακλαδώσεις του νευρικού της συστήματος, στολίζοντάς τις με βοστρυχωτές, ελικοειδείς διακοσμήσεις, εραλδικά κρίνα και ανθισμένες περικοκλάδες, σημάδευε με τα μουντά του χρώματα τον κορμό και τα πόδια της. Παρακολουθώντας από κάποιο άλλο μέρος, ο Κουίν είδε το πλαστικό κουτί στο χρώμα της σάρκας που ήταν εμφυτευμένο στη γάμπα της και έσταζε σταθερά μετρημένες δόσεις ναρκωτικού μέσα της. Κι η Ζιζ το πρόσεξε. «Ααα, ένας σταλάκτης, είναι ακριβοί αυτοί, τι έχεις μέσα, τι δόση σου δίνει;» H Ζιζ κι ο Σίσκο στέκονταν μπροστά στο κρεβάτι της σαν αυλικοί σε επίσημη βασιλική ακρόαση.

«Η ερώτησή σου είναι αγενής», είπε εκείνη. Είχε τη φωνή ενοχλημένης σιαμέζας γάτας. «Δεν ρωτάνε κανέναν τέτοια πράγματα»
Ο Κουίν υπέθεσε πως έπαιρνε χαμηλές δόσεις αμφεταμινών, με λίγο ντεμερόλ, ίσως, και κάθε τόσο ένα διάλυμα με βήτα-ενδορφίνες.

Το δωμάτιο ήταν μια τσιμεντένια σπηλιά, με τα όριά της χαμένα σε κόκκινες σκιές και τα ηλεκτρονικά φετίχ για σταλακτίτες. Ο Σίσκο τα κοίταζε εντυπωσιασμένος. Κρέμονταν από το ταβάνι, εκατοντάδες, το καθένα περίπου δεκαπέντε πόντους. Φτιαγμένα με μικροσκοπικές πένσες και λαβίδες και ίσως και με τα δόντια της Εμπόρου, περίπλοκα φιλοτεχνημένα από χρωματιστά καλώδια, άγαρμπα πριονισμένα κομμάτια από πλακέτες, μικροεπεξεργαστές, ημιαγωγούς, πυκνωτές και... κόκαλα. Τούφες από μαλλιά. Λουρίδες από μπλε βελούδο, πράσινο σατέν. 'Όλα αυτά πλεγμένα σε μικρά ανθρωπάρια, και μορφές που θύμιζαν άγνωστα ζώα. Καμιά μορφή δεν ήταν εντελώς σαφής, αλλά όλες ήταν ξεκάθαρα σχεδιασμένες.

Η ''Έμπορος των Φετίχ χαμογέλασε, και τα χείλη τραβήχτηκαν τόσο που φάνηκαν ακόμα και οι ρίζες των δοντιών της που χώνονταν στα μελανά ούλα.

Σ' ένα βρώμικο ξύλινο πάγκο δίπλα στο κρεβάτι βρίσκονταν τέσσερα φετίχ δεμένα και περασμένα σ' ένα μαύρο καλώδιο. Τέσσερις φιγούρες από έντονα χρωματισμένο καουτσούκ και χαλκό και χρυσόκραμα. Απλωσε το χέρι της προς το τραπέζι, και ήταν σαν να βρισκόταν κάτω από στροβοσκοπικό φως. Τακτακτακ. Ενοχλημένη, έφερε το άλλο της χέρι στην πλάτη και έκανε μια ρύθμιση στη σπονδυλική στήλη. Το χέρι της κινήθηκε τώρα πιο αβίαστα κι έπιασε την αρμαθιά των φετίχ. «Για σας, λεει ο ΕνδιάΜεσος, για την Ντήντρι».

Ο Σίσκο άπλωσε το χέρι του στο καλώδιο για να πάρει τα φετίχ, και το τράβηξε αλλά εκείνη δεν το άφηνε. Τα χείλη της φανέρωσαν και πάλι τα δόντια της σ' ένα χαμόγελο νεκροκεφαλής.

«''Ένα αντίτιμο». Κινήθηκε σπασμωδικά, σε μια ρομποτική παρωδία ερωτικής στάσης. «Λεει πως δεν μπορώ να πάρω λεφτά αυτή τη φορά. Αλλά μπορώ να ζητήσω κάτι άλλο». Κοίταξε τον Σίσκο ανάμεσα στα πόδια. «Εσένα, για λίγο. Η άλλη μπορεί να κοιτάζει»
Ο Σίσκο ξεροκατάπιε. «Τη γλίτωσε φτηνά ο Μπόουλερ», μουρμούρισε.

Η ''Έμπορος έβαλε μια καινούρια αμπούλα στον σταλάκτη της και ξάπλωσε πίσω στο κρεβάτι. Ανοιξε τα πόδια της και είπε: «Μη χάνουμε χρόνο».
''Έπρεπε να περιμένουν την ''Έμπορο να τελειώσει με τον Σίσκο.
«Είναι σπαστικιά», είπε ο ΕνδιάΜεσος. «Αν αργήσει πολύ, θα μου χαλάσει το πρόγραμμα».

Ο Κουίν δεν έβλεπε τον εαυτό του ούτε τον ΕνδιάΜεσο. ''Έβλεπε τον Σίσκο και την ''Έμπορο των Φετίχ στο κρεβάτι, από κάποιο αντικειμενικό μη-τόπο. Αλλά μπορούσε να μιλάει με τον ΕνδιάΜεσο. «Για πες μου», είπε ο Κουίν. «Πώς δουλεύουν τα φετίχ; Θέλω να πω, είναι κάποιο ψυχολογικό κόλπο, ή-»

«Είναι συντονισμένα με μια εκπομπή ΕΓΩτονίων, την οποία συγκεντρώνουν και την αναμεταδίδουν. Αυτό που έχει σημασία είναι το γιατί δουλεύουν, Κουίν. Η ανθρωπότητα έχει φτάσει σε μια ψυχολογική κρίσιμη μάζα. Στο τέλος του εικοστού αιώνα όλοι έψαχναν πανικόβλητοι για μια αίσθηση ομαδικότητας, για μια αίσθηση ότι ανήκουν κάπου. ''Ένιωθαν ασήμαντοι μέσα στις μεγάλες κοινωνίες και για τους περισσότερους, οι μικρότερες κοινότητες γύρω τους ήταν γεμάτες ξένους. Οι οικογένειές τους διαλύονταν, και οι φυλές τους ήταν κίβδηλες. Χρειάζονταν αληθινές φυλές, Κουίν. 'Όλοι τις χρειαζόμαστε, και ιδίως όταν ζοριζόμαστε. Γι' αυτό χωρίστηκαν έτσι σε φράξιες στη Βηρυτό. Και στη Νέα Υόρκη. Και γι' αυτό δουλεύουν τα φετίχ, γιατί γυρίζουμε πάλι πίσω στις φυλές' φυλές με πανίσχυρα συλλογικά πιστεύω. Και η δική μας φυλή είναι πολύ δυνατή σ' αυτή την πόλη, Κουίν... »

Το Ψυγείο έμοιαζε με συγκρότημα γραφείων.

«Γιατί θα πρέπει να είναι άσχημες οι φυλακές, αν η νέα τεχνολογία μπορεί να τους εξασφαλίσει την εσωτερική ασφάλεια;» είχαν θέσει το ερώτημα οι σχεδιαστές, πιστεύοντας πως είχαν κάνει μια τρομακτικά πρωτότυπη σκέψη. «Γιατί να μην τις κατασκευάσουμε έτσι που οι κάτοικοι να μην έχουν αντίρρηση να τις έχουν στη γειτονιά τους;»

Αν κάποιος από άλλη πόλη έβλεπε το Σωφρονιστικό Κατάστημα Ομοσπονδιακού Ελέγχου να υψώνεται αυστηρό, αλλά όχι απειλητικό, πάνω στο τεχνητό νησί στη μέση του ποταμού Χάντσον, θα νόμιζε πως ήταν τα κεντρικά γραφεία κάποιας πολυεθνικής που ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την ασφάλειά της. Αλλά αν το έβλεπες από την Παραγκούπολη, φαινόταν διαφορετικό.

Η Παραγκούπολη ήταν η γιγάντια ενσάρκωση της στεγαστικής κρίσης' τα παραπήγματα στις ταράτσες, o πολύπλοκος λαβύρινθος που σχημάτιζαν οι παράγκες με τους πλαστικούς τους ψευτότοιχους που ήταν στοιβαγμένες αβέβαια πάνω σε πολυκατοικίες, πάνω σε αποθήκες, πάνω σε κάθε ελεύθερο χώρο που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν, εκεί ψηλά. Από εκεί πάνω έβλεπαν τον οκτάγωνο ουρανοξύστη με τα πολωτικά τζάμια, και καταλάβαιναν πως ήταν φυλακή. Μια φυλακή εβδομήντα ορόφων, χωρίς αεικίνητους προβολείς, χωρίς περιμετρικά τείχη ή ηλεκτροφόρους φράκτες. Είχε μια καλλιτεχνική εγκοπή στη μια μεριά, γρασίδι γύρω γύρω και κήπο με διακοσμητικούς θάμνους κι ένα φωτισμένο σιντριβάνι. Οι κάτοικοι της Παραγκούπολης, όμως, ήξεραν τι ήταν. Τους έκανε ν' ανατριχιάζουν, γιατί απέπνεε μια τεράστια αυτοπεποίθηση. Αλλά βέβαια είχε και τους φύλακές του. Ο Σίσκο και η Ζιζ βγήκαν από το σκάφος, ανέβηκαν το τσιμεντένιο μώλο και προχώρησαν στο γρασίδι εκεί σταμάτησαν, ακούγοντας τις ιπτάμενες κάμερες να πλησιάζουν στο σκοτάδι.

Ο Κουίν, παρακολουθώντας από την τηλεχειριζόμενη κάμερα του ΕνδιάΜεσου, τις άκουσε κι αυτός. O ΕνδιάΜεσος γύρισε στο υπέρυθρο, και ο Κουίν τις είδε, δυο στυλιζαρισμένες μορφές πουλιών που έλαμπαν κόκκινες από τη θερμότητα των κινητήρων τους, να αιωρούνται δεξιά κι αριστερά από τον Σίσκο και τη Ζιζ, δέκα μέτρα ψηλά, να προσπαθούν να τους αξιολογήσουν. Να ειδοποιούν τους κυβερνητικούς φρουρούς στις κόγχες τους γύρω στη βάση του κτιρίου.

«Αυτό ήταν», είπε ο Κουίν στον ΕνδιάΜεσο. Δεν μπορούσε να τον δει, αλλά ήταν εκεί. 'Ήταν το αόρατο φόντο. «Την τελευταία φορά που προσπάθησαν να βγάλουν κάποιον από κει μέσα, έπεσαν πάνω τους οι κυβερνοφρουροί, καμιά εικοσαριά απ' αυτούς τους καργιόληδες που εμφανίστηκαν όλοι μαζί απότομα, κι άρχισαν να πυροβολούν. Κι ελικόπτερα, τα πάντα μέσα σ' ένα λεπτό. Την πάτησαν».
«'Όχι, αν επέμβουμε».
«Δεν προλαβαίνουμε».

«Προλαβαίνουμε. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε βρισκόμαστε στον ονειρόχρονο. Στον εγκεφαλικό χρόνο, που μπορεί να είναι όπως ακριβώς τον θέλεις εσύ. Δεν είδες ποτέ σου κανένα όνειρο όπου όλα διαρκούν μέρες και μέρες κι όταν ξυπνάς, το όνειρό σου έχει κρατήσει μόνο τρία λεπτά; Αυτό συμβαίνει και τώρα. Είμαστε δέκα φορές πιο γρήγοροι. Είκοσι. Τριάντα. Εντάξει;»

ΝΤΑΜ ΝΤΑΜ ΝΤΑΜ ΝταΝΤΑΜ.

«Ακούω μουσική», είπε ο Κουίν.
«'Ένα ρυθμό χιπ-χοπ».

ΝΤΑΜ ΝΤΑΜ ΝΤΑΜ ΝταΝΤΑΜ.

«Δεν μπορώ να παραβιάσω το Ψυγείο μόνος μου, Κουίν. Γι' αυτό βρίσκεσαι εσύ εδώ. ''Έχεις το ταλέντο να μπορείς να γίνεσαι εντελώς κενός. Να γίνεσαι ένας δίαυλος. Να είσαι ένα μηδενικό στην κατάλληλη θέση. Εσύ κι εγώ θα καναλιζάρουμε τα Πνεύματα για να επέμβουν. Για να γίνει αυτό, πρέπει να αδειάσεις το μυαλό σου. Πρέπει... να σηκωθείς και να ΧΟΡΕΨΕΙΣ».
«Τι;»
«ΧΟΡΕΨΕ ! » Ακουγόταν τώρα μια γυναικεία φωνή.

ΝΤΑΜ ΝΤΑΜ ΝΤΑΜ ΝταΝΤΑΜ.

«ΧΟΡΕΨΕ !» Μια τραγουδίστρια της Motown του εικοστού πρώτου αιώνα. «''Έλα και ΧΟΡΕΨΕ !» Ρυθμικά.
«Σοβαρολογείς;»

Ο ρυθμός, μια συνεχής, έντονη έκρηξη ηλεκτρονικών τύμπανων, εκτεινόταν στο άπειρο καθώς εκείνη (γυναίκα, προς το παρόν) τραγουδούσε.

''Έλα και ΧΟΡΕΨΕ.
Νταμ Νταμ ΝταΝΤΑΜ.
για να βγεις σε άλλο τόπο.
''Έλα και ΧΟΡΕΨΕ.
Νταμ Νταμ ΝταΝΤΑΜ.
εσωτερίκευσε τον χώρο
''Έλα και -

Ο ρυθμός απλωνόταν στο χώρο μέσα από το μεδούλι των κοκάλων του.
Τα ηλεκτρονικά τύμπανα ήταν προγραμματισμένα στον γενετικό πυρήνα των κυττάρων του.

Ο Κουίν βρέθηκε ξαφνικά σ' ένα άλλο μέρος. Στη μήτρα της Ανδρογύνης, μια ντίσκο με τοίχους καθρέφτες πλημμυρισμένη μ' ένα κρυστάλλινο γαλάζιο φως' χόρευε με τον εαυτό του, μ' ένα από τα φετίχ της Εμπόρου να κρέμεται από το λαιμό του, να ταλαντεύεται με τις κινήσεις του, κι η κάθε του κίνηση έδιωχνε τις αμφιβολίες, τον ξαλάφρωνε. Γιατί; Κι αν ; Αλλά ;

Πινελιές νέον στο ταβάνι, κι ήξερε από το σχέδιό τους πως ήταν οι παλμοί που περνούσαν από τους νευρώνες του. Πως χόρευε μέσα στο ίδιο του το κρανίο.

Και η σπονδυλική του στήλη ακτινοβολούσε σωματικούς παλμούς στο κέντρο του ταβανιού' ένα λέιζερ που έφτυνε δέσμες φωτός μέσα στο ρυθμό, και ήταν η φωτιά που γύρω της χόρευε, το χορό του Πρωτόγονου των Πόλεων...

Στον Αμαζόνιο, σε μια όκα, σ' ένα χωριό των Τοπάχο, ο Feiticeiro χόρευε γύρω από μια φωτιά' οι άντρες της φυλής του κάθονταν στις φτέρνες γύρω του, προσφέροντας του σαν δώρο τους ρυθμούς τους. ''Έπαιζαν το μπιρινμπάλ και χτυπούσαν κούφιους κορμούς .'Ήταν γυμνός, εκτός από τα ιερά σημάδια με την πράσινη μπογιά, και τον αστραφτερό ιδρώτα του. Η καλύβα ψηνόταν από τη θέρμη της φωτιάς, των σωμάτων' ο σαμάνος έτρεμε σαν φύλλο στον άνεμο, μέσα στο καυτό ξέσπασμα μιας ουσίας που οι Αμερικάνοι σαμάνοι γιατροί ονόμαζαν Ιμπογκαίνη, τη σκόνη που βγάζουν τρίβοντας ένα ιερό φυτό. Ο σαμάνος χόρευε συνεπαρμένος, στο ρυθμό που έβγαινε μέσα από τα κόκαλά του, από το μεδούλι του, που ήταν προγραμματισμένος στον γενετικό του πυρήνα' αυτό έκανε το σώμα του. Ο νους του είχε ένα άλλο σώμα που γλιστρούσε μέσα από τον Κόσμο, στη ζούγκλα, ψάχνοντας το μαύρο τζάγκουαρ, με το φυσοκάλαμο από μπαμπού στο δεξί του χέρι βαθιά στο λαιμό του μουρμούριζε τον μακρινό γοερό ρυθμό του Μπιρινμπάλ καθώς καλούσε τα Πνεύματα...

Ο Κουίν ένιωθε να βρίσκεται εκεί σωματικά, να ιδρώνει, να πονά, να λαχανιάζει, την καρδιά του να χτυπά δυνατά, αλλά να τη βρίσκει, να μπαίνει στην έκσταση που του έδειχνε πως ήταν δυνατόν να χορεύει για πάντα, συνειδητοποιώντας πως η πύλη για το άλλο συνεχές είχε έναν διάδρομο, κι αυτός ο διάδρομος ήταν ο χορός χωρίς τέλος' ν' αφήνεις τη θερμότητα του κορμιού σου να σε λιώνει και να σε παρασέρνει, να κουνά τους γοφούς σου με το ρυθμό, να χάνεσαι εντελώς μέσα του. ''Έτσι ο πόνος της προσπάθειας φαινόταν απόμακρος, μια μακρινή χρωματιστή κηλίδα... Και του φάνηκε, πως καθώς χόρευε επί τόπου (ΝΤΑΜ ΝΤΑΜ ΝΤΑΜνταΝΤΑΜ) ντυμένος τον φωτεινό ιδρώτα του και μόνο, προχωρούσε για κάπου αλλού...

Αγγιξε το φετίχ στο λαιμό του. 'Ένα κύκλωμα έκλεισε.
'Ένα κλικ.

'Ένα αμοιβαδικό πλέγμα, ένα λαστιχένιο δίκτυο φωτός, που κυμάτιζε στις τρεις διαστάσεις με ημιτονοειδή κύματα. Αν μισόκλεινες κάπως τα μάτια σου, έβλεπες πως είχε ανθρώπινο σχήμα. Σχηματιζόταν γύρω από το φετίχ που είχε ρίξει κάτω η Ζιζ, όπως της είχε πει η ''Έμπορος των Φετίχ.

Στα χέρια του Κουίν το κυματιστό πλέγμα αναριγούσε. 'Ήταν δυο πράγματα, δυο Πνεύματα, και τα ένιωσε στα χέρια του σαν να περνούσε μέσα τους ένα αδύναμο ηλεκτρικό ρεύμα... Αυτό το βουητό...
Σαν το βουητό, σαν εκείνη τη δόνηση που είχε αισθανθεί μόλις έβαλε την κάρτα στη σχισμή.
Τώρα τα κρατούσε στα χέρια του, σαν δυο μικρά ζωάκια που θα ανταποκρίνονταν στη θέλησή του, εκπαιδευμένα, πεινασμένα και γεμάτα περιέργεια...
Πηγαίνετε στις κάμερες.

Το παλλόμενο πλέγμα απλώθηκε, με πείνα κι ενδιαφέρον, προς τα δυο αιωρούμενα μεταλλικά πουλιά το καθένα με μια κάμερα για κεφάλι και φάνηκε να χωρίζει σαν αμοιβάδα και να χύνεται μέσα στους φακούς...

«Το Δίκτυο και το Πλέγμα, αχώριστα», είπε ο ΕνδιάΜεσος. «'Ένα πράγμα που πηγαίνει σε δυο μέρη ταυτόχρονα».

(Σε κάποιο μακρινό μέρος, o Κουίν χόρευε ακόμα.)

Ο Κουίν είδε έναν φύλακα να κοιτάζει μια συστοιχία από οθόνες. Στη μία φαινόταν το γρασίδι δίπλα στο ποτάμι, εκεί που στέκονταν η Ζιζ κι ο Σίσκο. Αλλά (ΖΟΟΜ στην οθόνη) δεν είναι πια η Ζιζ κι ο Σίσκο' με τη μεσολάβηση του Δικτύου και του Πλέγματος, η Ζιζ κι ο Σίσκο είναι τώρα δυο φρουροί που έχουν βγει για τη βραδινή τους περιπολία στο νησί. Κανονικά δεν χρειάζεται να βγει κανείς περιπολία, αλλά με τις ταραχές του μπλακάουτ στην πόλη και τα λοιπά...Οι δυο φρουροί βρίσκονταν τώρα στην πόρτα, και ο φύλακας στις οθόνες, αναγνωρίζοντάς τους (νόμιζε πως είχαν σχολάσει, θα πρέπει να αποφάσισαν να μείνουν λίγο ακόμα... τώρα με τις ταραχές...), χτύπησε στο πληκτρολόγιο τον κωδικό που άνοιγε την πύλη και τους άφησε να μπουν. Στον προθάλαμο, ο φύλακας σήκωσε το βλέμμα του για να αντικρίσει την Ζιζ και τον Σίσκο να μπαίνουν, και τα έκανε πάνω του. Το Δίκτυο και το Πλέγμα βρίσκονταν στις θέσεις τους. Ο Κουίν και o ΕνδιάΜεσος, χορεύοντας ο καθένας μέσα στο κρανίο του, κυριευμένοι από την σαμανιστική έκσταση, κάλεσαν την Φαρμακορμόνα και τον Μέγα Ματσό. Ο φύλακας στις οθόνες λεγόταν Κρουτσμάγιερ. 'Ήταν κοντός και εύρωστος, και είχε αποβλακωμένο ύφος και σκληρές μαύρες τρίχες στις ράχες των δαχτύλων του. Απλωνε το χέρι του προς το κουμπί του συναγερμού, όταν το κορίτσι με τα αγκαθωτά μαλλιά τον ακούμπησε με μια μικρή κούκλα που ήταν φτιαγμένη από καλώδια.

Ξαφνικά, δεν ήταν πια εκεί. Στη θέση της βρισκόταν ένα χυμώδες, με πλούσιες καμπύλες, σεξουαλικό πλάσμα βγαλμένο μέσα από τις φαντασιώσεις του, λάγνο και αισθησιακό σε απίθανο βαθμό. Το θέαμά της και μόνο ήταν ένα ηλεκτρικό σοκ. Αυτόματη και ακαριαία στύση.

Η αίσθηση που γέμισε τον Κρουτσμάγιερ δεν ήταν σεξουαλική έλξη. 'Ήταν μια αέναη σεξουαλική ολοκλήρωση. 'Ήταν σαν να σε χτυπά ένα φορτηγό τραίνο γεμάτο απαλή, ζεστή, υγρή γυναικεία σάρκα, και πραγματικά το τραίνο τον είχε χτυπήσει από μέσα, είχε ορμήσει με φόρα από τη βάση του κρανίου του κατεβαίνοντας προς τη σπονδυλική του στήλη, κάτω προς τη βουβωνική του τσάκρα και ΜΠΑΜ. Δεν υπήρχε τρόπος να αντισταθεί. (Ο Σίσκο είδε τον φρουρό να κοιτάζει τη Ζιζ και εντελώς απρόσμενα να βγάζει μια γοερή κραυγή έκστασης και τερατώδους εκπλήρωσης και να πέφτει και να κυλιέται στο πάτωμα, σ' έναν παροξυσμό σπασμών.) Τον Κρουτσμάγιερ παρακολουθούσαν άλλοι φρουροί, σε μια δεύτερη συστοιχία μόνιτορ. Ο ένας τους πήγε να χτυπήσει συναγερμό, αλλά το Ρεύμα, το πνεύμα των Ηλεκτρονίων, ξεχύθηκε μέσα του κρατώντας

τον ακίνητο ώσπου ο Σίσκο βρήκε τον τρόπο ν' ανοίξει την πόρτα προς το δεύτερο σημείο ελέγχου. Αυτός o φρουρός λεγόταν Γούλφτον, ήταν εξήντα δύο, είχε εμφύσημα, κι είχε βαρεθεί τη δουλειά του, όσο απλή κι αν ήταν. Κι όταν το Ρεύμα δεν μπορούσε πια να τον κρατήσει, όταν είδε τους δυο περίεργους τύπους να μπαίνουν, κι έκανε να χτυπήσει συναγερμό...

Ο Σίσκο τον ακούμπησε μ' ένα φετίχ.

Για τον Γούλφτον, ο Σίσκο ήταν κάποιος άλλος. Ο Σίσκο ήταν ο Ντάρελ "Ντάκυ" Παρκς, εγγονός του Μπερτ Παρκς και παρουσιαστής του Λεφτά, Αγόρι μου, Λεφτά!! ; του πιο δημοφιλούς τηλεοπτικού παιχνιδιού, που μοίραζε σταθερά 100.000 Νέα Δολάρια σε κάθε εκπομπή. Μεταστοιχειωμένος από μολύβι σε χρυσάφι από τον Μέγα Ματσό, ο Σίσκο ήταν η αποθέωση του Εύκολου Χρήματος και της Στιγμιαίας Πολυτέλειας, ήταν η μηχανή που μοίραζε εισιτήρια για διακοπές σ' αυτό το νησί των Φλόριντα Κηζ που ονειρευόταν ο Γούλφτον, και με τα λεφτά που έβαζε ο Ντάρελ στον λογαριασμό του ο Γούλφτον μπορούσε ν' αγοράσει σπίτι στο νησί διάβολε, μπορούσε ν' αyοράσει όλο το νησί! Κι αυτός κι η Γκέρτυ θα μπορούσαν... στο διάβολο η Γκέρτυ, τώρα μπορούσε να πάρει διαζύγιο όσο και να του στοίχιζε, θα παρατούσε την Γκέρτυ και θ' αγόραζε την καλύτερη ερωμένη που μπορούσε ν' αγοράσει κανείς διάβολε, τρεις ερωμένες, κι εδώ που τα λέμε...

Αυτό που συνέβη στον Γούλφτον ήταν κάτι παραπάνω από απλή εκμετάλλευση της απληστίας του. Αν σκεφτόταν λογικά, ποτέ του δεν θα πίστευε πως είχε έρθει εκεί ο Ντάκυ Παρκς. Ο Μέγας Ματσός άγγιξε κι απευθύνθηκε σ' εκείνο το κομμάτι του Γούλφτον που λαχταρούσε να πραγματοποιηθούν όλες οι παιδικές του επιθυμίες. Σε κάτι θαμμένο βαθιά κάτω από τα θεμέλια της προσωπικότητάς του συνδεδεμένο άμεσα με το ίδιο του το νευρικό σύστημα. Αν ικανοποιήσεις τις επιθυμίες στο επίπεδο όπου η προσωπικότητα αλληλεπιδρά με το νευρικό σύστημα, ο υπόλοιπος νους θα ακολουθήσει. Ο Μέγας Ματσός ήταν η στιγμιαία πανάκεια' η Μεγάλη Ανακούφιση' Μαμά και Μπαμπάς μαζί σ' ένα πρόσωπο. Κι ο Γούλφτον τον περίμενε χρόνια τώρα.

Η Ζιζ είδε τον φρουρό να κοιτάζει τον Σίσκο και να χάσκει, και να κοντανασαίνει, να γίνεται κατακόκκινος... Αλλά να κουνά το κεφάλι του μανιακά, να μουρμουρίζει «'Ό,τι θες, Ντάρελ, ό,τι πεις, Ντάρελ » καθώς χτυπούσε τον κωδικό που άνοιγε την πόρτα της αίθουσας ελέγχου.

Σήκωσε τους ώμους της και μπήκε στην αίθουσα με τους υπολογιστές επιτήρησης.

Ο Μπράντις Ντάνβιλ έπασχε από νευρική ανορεξία, ήταν πρωκτικός τύπος και όπως έλεγαν και οι συνάδελφοί του "γλείφτης". Ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του "φιλόδοξο και διπλωμάτη". Σήκωσε το βλέμμα του και είδε την πιο παράξενη γυναίκα που είχε δει ποτέ στη ζωή του, να μπαίνει ασυνόδευτη στην αίθουσα ελέγχου. Δεν φορούσε καν την ειδική αντιστατική φόρμα για τους υπολογιστές. Απλωσε το χέρι του προς την κονσόλα μπροστά του, κι εκείνη τον άγγιξε με μια κούκλα χωρίς πρόσωπο, φτιαγμένη από καλώδια.

Το κορίτσι εξαφανίστηκε' στη θέση της στεκόταν ένας αξιωματικός της Ανωτάτης Διοίκησης Ομοσπονδιακού Ελέγχου, με γυαλιά καθρέφτες, η στολή του γεμάτη σιρίτια και παράσημα' ήταν η ίδια η Εξουσία, και ο Μπράντις δεν μπορούσε να τον αψηφήσει, όπως ακριβώς ένα άχυρο δεν μπορεί να αψηφήσει τον κυκλώνα. Είχε εξουσία πεντακοσίων μιλίων την ώρα. Γιατί η Ζιζ είχε πάρει την όψη του Μπάτσου, του Καταστροφέα. Του Μπάτσου για τον οποίον και η παραμικρότερη απείθεια σημαίνει θάνατο.

Ο Μπάτσος, ο Τέλειος Αξιωματικός, είπε: «Ντήντρι Μπελαντόνα Αρλις, FP7041, κρατούμενη στη μονάδα 4577ΒΒ, να αποδεσμευτεί και να μου παραδοθεί».

«Μάλιστα, αμέσως». Ούτε μια σκέψη για όλες τις διαταγές, τα χαρτιά, τους διάφορους ελέγχους ασφαλείας, τις αντιπαραβολές και τις βιντεοεξουσιοδοτήσεις. Εκτός από μία. «Θα πρέπει να μου δώσετε το κλειδί, κύριε. Τα κλειδιά κρατούνται στα Κεντρικά του Ομοσπονδιακού Ελέγχου και μεταδίδονται μόνο σε περιπτώσεις ανάγκης ή »

Η Ζιζ του έδωσε την κασέτα. «Πώς βρήκες τον εικονοκώδικα;» ρώτησε ο Ενδιάμεσος μιλώντας σ' ένα μέρος του μυαλού του Κουίν.

«'Όταν την έκλειναν στην μονάδα, ήταν εκεί ο δικηγόρος της, και τον υπέκλεψε από μια οθόνη με μια μικροσκοπική κάμερα πέτου. Η εικόνα ήταν θολή, δεν μπορούσαμε να την χρησιμοποιήσουμε όπως ήταν για κλειδί, αλλά του βρήκα το κόλπο, και χρησιμοποιώντας computer graphics έφτιαξα ένα βιντεοαντίγραφο. Μου πήρε τέσσερις μήνες».
«''Έχεις καλό μάτι. Είσαι γεννημένος γι αυτή τη δουλειά. Γιατί απ' ότι βλέπω, δουλεύει».

Η Ντήντρι έμπαινε στο τρίτο μέρος του κύκλου. Σ' αυτό το μέρος, οι φωνές σταματούσαν για λίγο, και τα μικρά ηλεκτρικά σοκ έπαυαν, και το κομπιούτερ αναμόρφωσης σταματούσε την παροχή των ουσιών που της προκαλούσαν ναυτία. Αφηνε λίγο χρόνο ανάπαυσης στο σύστημά της, προτού αρχίσει πάλι τη δημιουργία εξαρτημένων ανακλαστικών, την πλύση εγκεφάλου. ''Ένιωσε τα χέρια και τα πόδια της να τινάζονται στα δεσμά τους καθώς οι διεγέρτες τής έκαναν ασκήσεις μέσα στην κάψουλά της. Βουκολικές ειδυλλιακές εικόνες περνούσαν μπροστά από τα μάτια της για "ψυχική ανανέωση". Θα μπορούσε βέβαια να μιλήσει με τον Φίλο, αν ήθελε. Αλλά ο υπολογιστής που ήταν ο Φίλος την οδηγούσε πάντα, με τρόπο, στο θέμα της αναμόρφωσης, και δεν υπήρχε περίπτωση να τον πείσει να σταματήσει ή να κάνει κάτι το ασυνήθιστο, οπότε δεν του μιλούσε πια. Δεν μπορούσε φυσικά να σκεφτεί τον Αγώνα, όχι ανοιχτά τουλάχιστον, επειδή οι βιολογικοί ανιχνευτές ήξεραν πώς αντιδρούσε το σώμα της και το κυκλοφοριακό της σύστημα όταν σκεφτόταν τη δουλειά που είχε αναλάβει πριν τον εγκλεισμό της. Οι μικρές ενδείξεις των αδένων, οι ακούσιες αντιδράσεις... κι όταν ο Φίλος αντιλαμβανόταν αυτά τα πράγματα, την τιμωρούσε.

Αλλά προσπάθησε να σκεφτεί κάτι που θα

''Ένα σκίσιμο ακούστηκε. Μια έντονη αίσθηση αποπροσανατολισμού της ανακάτεψε τα σωθικά. Μια φωτεινή έκρηξη. Ωχ, όχι, σκέφτηκε, πάει, τρελάθηκα. Το μόνο πράγμα που φοβόταν.

Είχε παραισθήσεις, νόμιζε ότι οι κυβερνοφρουροί την έβγαζαν απ' την κάψουλα, την τύλιγαν σ' ένα λαστιχένιο σεντόνι και την έπαιρναν μαζί τους. Αποφάσισε ότι το μυαλό της είχε φτιάξει μια φαντασίωση απόδρασης, όπως ακριβώς στο Επεισόδιο στο Οουλ Κρήκ του Αμπρόζ Μπήρς. Είχε παραφρονήσει τελείως.

Κι όταν άκουσε τη φωνή του Σίσκο, σιγουρεύτηκε.
«Θα περάσει καιρός μέχρι να... μέχρι να γίνει καλά», είπε ο Μπόουλερ με σπασμένη φωνή. «Δεν ξέρω αν θα συνέλθει ποτέ εντελώς. Αλλά τουλάχιστον δεν είναι πια στα χέρια τους».

Ξημέρωνε, και το φως, φιλτραρισμένο από το νέφος, έδινε στα πάντα μια βρώμικη γαλάζια απόχρωση. Βρίσκονταν σ' ένα στενό ανάμεσα σε μια αποθήκη κι ένα εργοστάσιο υπεραγωγών, κοντά στη γέφυρα του Μπρούκλιν, περιμένοντας το βαν που θα τους έβγαζε απ' το Μανχάταν. Ο Μπόουλερ θα πήγαινε την Ντήντρι σ' ένα μέρος στο Μαίην, σ' ένα σπίτι στα βουνά όπου υπήρχαν διάφοροι που μάθαιναν να χρησιμοποιούν αυτόματα όπλα για κάποιο λόγο που ο Μπόουλερ δεν ήθελε να σχολιάσει. «Είναι καλοί άνθρωποι. Θα την φροντίσουμε». Αυτό ήταν το μόνο που είπε.

Υποτίθεται πως όλοι θα πήγαιναν μαζί του.

Ο Κουίν ένιωθε κούφιος, απομακρυσμένος, λες και όλα αυτά συνέβαιναν σε κάποιον άλλο. Αποπροσανατολισμός; Απελπισία; Δεν ήταν σίγουρος. Αλλά ήξερε πως κάτι είχε αλλάξει ριζικά μέσα του. Είχε βρεθεί ξαφνικά να περπατά στο δρόμο, με τον Μουφτή κι έναν άλλο Φουνταμενταλιστή αντάρτη που δεν τον είχε ξαναδεί' τον είχαν ανάμεσά τους και τον βάσταγαν λες κι ήταν μεθυσμένος. Τον κορόιδευαν κιόλας, όπως τους μεθυσμένους. Είχε κοιτάξει γύρω του κι ο κόσμος του είχε φανεί μουντός, γκρίζος, άψυχος. ''Ένα τεράστιο λατομείο, απ' όπου η ανθρωπότητα έβγαζε με κόπο, λες και ήταν χαλίκι, την μετριότητά της. Είχε χάσει τα Πνεύματα.

«Θα σε πάμε στους φίλους σου», είχε πει ο Μουφτής. «Δεν πρέπει να κλαις, λοιπόν».

Αλλά είχε κλάψει. Τώρα η Ντήντρι καθόταν σε κάτι απόμερα βρώμικα σκαλιά, γεμάτη ηρεμιστικά, και είχε αγκαλιάσει τα γόνατά της και κουνιόταν μπρος πίσω, τινάζοντας πού και πού το κεφάλι της σαν κότα, με τη γλώσσα να εξέχει, ένα φρικτό τικ... Ο Κουίν κοίταξε αλλού. Δεν άντεχε να την βλέπει έτσι. Η αναμόρφωση που της έκαναν είχε σπάσει κάτι μέσα της.

''Ίσως όχι για πάντα. Αλλά στο μυαλό του Κουίν, είχε αλλάξει για πάντα. 'Όλα είχα, αλλάξει. Η Ντήντρι δεν ήταν πια παγωμένη στο Ψυγείο, αλλά δεν μπορούσε να μείνει στη Νέα Υόρκη. ''Έπρεπε να φύγει' ο αγώνας της εδώ είχε τελειώσει. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να φύγει, και να κρυφτεί, και να προσπαθήσει να συνέλθει. Κι ο Κουίν δεν μπορούσε πια να πιστέψει στην επανάσταση του Μπόουλερ. Επειδή μέσα στην έκστασή του είχε δεί ένα όραμα, είχε αντικρίσει τον Ομοσπονδιακό ''Έλεγχο' όλο αυτό το κολοσσιαίο, αχανές, ατσάλινο δίκτυό του, που με τα δεσμά του οικονομικού ελέγχου έκλεινε ασφυκτικά τους πάντες σ' ένα είδος κοινωνικού "Ψυγείου" αυτή την φορά, σ' ένα "Ψυγείο" που αποτελούσε το μακροσκοπικό πρότυπο της φυλακής που είχαν κλείσει την Ντήντρι. 'Ήταν πολύ μεγάλο τώρα πια, πάρα πολύ συντονισμένο τεχνολογικά, για να το αντιμετωπίσεις με όπλα, με βόμβες.

Ο Ενδιάμεσος τους είχε δείξει πώς να το πολεμήσουν. Ο αγώνας έπρεπε να γίνει σ' ένα υπερβατικό επίπεδο, σ' ένα επίπεδο που ξεπερνούσε την τεχνολογική υπεροχή.

Ο Σίσκο φλυαρούσε. «Θέλω να πω, ήταν φανταστικό, οι φύλακες έγιναν ξαφνικά κρετίνοι, κι εγώ, ξέρεις, ένιωθα το πνεύμα μέσα μου »

'Όχι, σκέφτηκε ο Κουίν, δεν ήταν μέσα σου, ήταν γύρω σου. Το πολύ πολύ να σε χρησιμοποίησε για να στήσει τα σκιάχτρα του. Υπήρχαν κι άλλα πράγματα που ήθελε να πει στον Σίσκο, αλλά δεν μπορούσε. 'Ήθελε να του πει πως o μόνος λόγος που οι εκδηλώσεις αυτές έπαιρναν τη μορφή πνευμάτων ήταν επειδή οι άνθρωποι σαν τον Σίσκο δεν μπορούσαν να τις καταλάβουν αλλιώς. Κι αυτό γιατί ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι, τα παιδιά του νέου αναλφαβητισμού, χρησιμοποιούσαν την τεχνολογία του πολιτισμού χωρίς να την καταλαβαίνουν. Χρησιμοποιούσαν την ηλεκτρονική όπως ο άνθρωπος του Κρο Μανιόν χρησιμοποιούσε τη φωτιά πιστεύοντας πως ήταν κάτι μαγικό. Χρησιμοποιούσαν τα κομπιούτερ σαν να ήταν μέντιουμ που τους συνέδεαν με τα πνεύματα. Κι έτσι το πεδίο των ΕΓΩτονίων μας ξανάστελνε, μας επέστρεφε την δική μας ερμηνεία για τη Νέα Ερημία, την Τεχνολογική Ερημία...Ο Κουίν ήθελε να του πει πως δεν καταλάβαινε πραγματικά τίποτα. Πως το Πνεύμα ήταν πραγματικό, αλλά δεν ήταν αυτό που νόμιζε πως ήταν. Αλλά σήκωσε τελικά τους ώμους του και κοίταξε την Ζιζ.

'Ήταν κι αυτή διαφορετική, το κατάλαβε. Δεν φλυαρούσε, δεν είχε σνιφάρει, δεν είχε πάρει τίποτα τόση ώρα. Δεν τον κοίταζε μέσα από τις υποπροσωπικότητες που χρησιμοποιούσε τόσα χρόνια. Τον κοίταζε από τον πυρήνα της ύπαρξής της...

«'Ήμουν κι εγώ εκεί», του είπε ξαφνικά.
«Πού;»
«Στο μέρος που χόρευαν. Κοιτούσα, αυτό μόνο. ''Ένιωθα...'Ήμουν σχεδόν...»
Ο Κουίν κούνησε το κεφάλι του. Μπορούσε κι εκείνη να κάνει την επαφή.

«Δεν νομίζω πως πρέπει να μιλάμε γι' αυτά τα πράγματα», είπε o Μπόουλερ. «''Έτσι δημιουργούνται οι παρεξηγήσεις. Προσπαθήστε να ευθυγραμμιστείτε με την Ανάγκη εστίασης σε θέματα που μπορούν να κατανοήσουν οι Μάζες. Ο Μυστικισμός είναι παρακμιακός, ελιτίστικος».
«Αντιδράς πάντα με τον ίδιο τρόπο, Μπόουλερ», είπε ο Κουίν. «Κι έχω κάτι να σου πω. Εγώ δεν είμαι κωλοΚουμουνιστής».

Το βαν φάνηκε να πλησιάζει, χοροπηδώντας πάνω από τις λακκούβες και τα σκουπίδια του δρόμου.«Δεν θέλω να πάω», είπε η Ζιζ κοιτάζοντας το βαν.
«Πρέπει», είπε ο Μπόουλερ. Υποτίθεται πως θα πάω κι εγώ μαζί τους, σκέφτηκε ο Κουίν.
«Δεν θα πας», του είπε μια υγρή φωνή. 'Ήταν πίσω του. Ο Κουίν γύρισε, κι έκανε ένα βήμα πίσω, παραπατώντας.

'Ήταν ένα υδραργυρικό πράγμα, ένα ασημένιο πρόσωπο σαν μπαλόνι. Βρισκόταν πίσω ακριβώς από ένα λεκιασμένο, μισοσπασμένο παράθυρο, η προέκταση κάποιου πράγματος που δεν μπορούσε να δει. ''Ίσως έβγαινε από κάποια πρίζα. Μίλησε πάλι, και τα δισδιάστατα χείλη του κινήθηκαν.

«Είσαι φτιαγμένος για μας», είπε.

Η φωνή έμοιαζε συνθετική, αλλά όχι ηλεκτρονική. 'Ήταν σαν ένα μαθηματικό μοντέλο φωνής που αναπαραγόταν ηχητικά. «Σ' αφήσαμε να γυρίσεις στους άλλους, για να μπορείς να διαλέξεις ελεύθερα. Για να διαλέξεις χωρίς φόβο. Διάλεξε. ''Έλα πίσω, μαζί μας, για να μάθεις».

Ο Μπόουλερ τραβούσε τον Κουίν από το μπράτσο. «''Έλα», είπε. «Το βαν». Προσποιούταν, πολύ προσεκτικά, πως δεν έβλεπε τίποτα.
«Μπόουλερ, κοίταξέ το αυτό το πράγμα, αυτό κάτι σημαίνει. Κοίτα το και πες μου μετά πως δεν -»
«Δεν βλέπω τις παραισθήσεις σου. Και δεν θέλω να δω άλλες ολογραφικές προβολές. Ο υπνωτισμός, ή ό,τι κι αν ήταν αυτό που χρησιμοποίησαν, λειτούργησε. Αλλά ήταν κόλπο, φίλε μου. Τρικ. Καθρέφτες και ταχυδακτυλουργικά».

Μια σκιά έπεσε πάνω τους, τότε. Σήκωσαν το βλέμμα τους, και είδαν κάτι να κρύβει τον ουρανό πάνω απ' το δρομάκι, να κατεβαίνει εντυπωσιακά ανάμεσα στα κτίρια, και μόλις που χωρούσε (ή το είδε ο Κουίν να ζαρώνει για να χωρέσει;), και ο Μπόουλερ έτρεξε στην Ντήντρι, τραβώντας την στο βαν, φωνάζοντας «Ομοσπονδιακοί. ''Έλα, μας βρήκαν, πάμε!»

Αλλά ο Κουίν κούνησε το κεφάλι του. «'Όχι. Είναι από τον ΕνδιάΜεσο». Με το που το είδε, το κατάλαβε. Του το αποκάλυψε ένα είδος μηχανιστικής σημειολογίας. Η ταυτότητα του οχήματος ήταν γραμμένη στο χρώμιο και στο γυαλί' ήταν στο εραλδικό του στυλ.

Κανένας τους δεν έβλεπε ξεκάθαρα το πράγμα. Είχε ένα στυλ, αλλά τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του φαίνονταν να αλλάζουν. 'Ήταν σφαίρα; Δίσκος; σταγόνα; αεροδυναμικό τζετ; Επαναπροσδιοριζόταν συνεχώς, σαν ένα κινούμενο σχέδιο φτιαγμένο με τρεμάμενο χέρι. Στον Κουίν γεννούσε την αίσθηση που σου έδινε το ντηζάιν των σύγχρονων ελικοπτέρων η συμμετρία ενός ιαπωνικού τραίνου Μαγνητικής Επαγωγής' η κομψότητα των νέων τροχιακών αεροσκαφών η στιβαρότητα και η άποψη ενός ιταλικού σπορ αυτοκινήτου. Κι όλα αυτά να μεταβάλλονται συνεχώς, να μάχονται να επιβληθούν το ένα στο άλλο. Δεν ήταν όχημα αυτό' ήταν ένα Πνεύμα, ήταν η προσωποποίηση των οχημάτων. Κατέβηκε στο πεζοδρόμιο, ανάμεσα στον Κουίν και τον Μπόουλερ. ''Ένα τμήμα του κύτους του που λαμπύριζε, άρχισε να τρεμοπαίζει όλο και πιο γρήγορα μέχρι που χάθηκε. Μια πόρτα ανοιχτή. Μια πρόσκληση.

Η Ζιζ είπε: «Κουίν...» Του έπιασε το χέρι. Ο Κουίν έμεινε έκπληκτος' το άγγιγμά της ήταν πολύ ευχάριστο. Σου έδινε την αίσθηση της ολοκλήρωσης.

Τρέμοντας από ανακούφιση, ο Κουίν ακολούθησε το ένστικτό του. Μπήκε στο όχημα, και πήγε κάπου αλλού. Και η Ζιζ πήγε μαζί του.