Στις Δίνες του Χρόνου

Παύλος Μεθενίτης

Του άρεσε να πιάνει μια γωνιά στο μπαρ, κατάντικρυ σ' έναν μεγάλο καθρέφτη, να αράζει πασακλίδικα σε δύο σκαμπό και ν' αφήνει το μυαλό του λεύτερο, τελείως, να περιπλανιέται απ' το ένα θέμα στο άλλο, απ' τη μια γκόμενα στην άλλη, να κάνει focus σε μια σκέψη και μετά να ξαναγλυστράει, με άψογο βολ-πλανέ, πίσω στο εσωτερικό του μπαρ.

Απόψε απολάμβανε ιδιαίτερα μια πεφωτισμένη αίσθηση αυτάρκειας με την οποία τον είχε φιλοδωρήσει η καλή του μοίρα, αν υπήρχε τέτοια. ''Ήταν και το περιβάλλον ευνοϊκό αρκετός κόσμος για να σταθεί το μάτι σε κάποια φάτσα αξιόλογη, όχι όμως τόσος που να μην χωράς να στρίψεις αισθανόταν και σε καλή φόρμα, ήταν κι η μουσική ζόρικη, κοντολογίς όλα προεξοφλούσαν μιαν ασφαλή και γρήγορη απεδάφιση του νου.

Σκεφτόταν απόψε όπως και κάθε άλλο βράδυ τον τελευταίο καιρό, τον χρόνο.

Να 'ταν ο χρόνος μια ομαλή ευθύγραμμη πορεία, ένα άνυσμα, απ' το σημείο Α στο σημείο Β και μόνον; Το παρόν, δηλαδή, να διαδέχεται το προηγούμενο παρόν αυτό του τελευταίου δευτερολέπτου και μετά να χάνεται, να εξατμίζεται αφήνοντας χώρο στο αγχωμένο, βιαστικό, θνησιγενές παρόντου επομένου δευτερολέπτου; Είναι ο χρόνος μια σειρά ευθύγραμμη από ντόμινα που σωριάζονται διαδοχικά μια ατέρμονη, θλιβερή ακολουθία πτώσεων, γιατί χωρίς πτώσεις, θανάτοoς δηλαδή, τα ντόμινα δεν προχωρούν, δηλαδή ή o χρόνος δεν προχωρά δεν κυλάει αν δεν πεθαίνουν συνέχεια., απαραίτητα κι απαρέγκλιτα τα συστατικά του μέρη, οι όμορφες ολοκαίνουριες στιγμές, οι όμορφοι ολοκαίνουργιοι άνθρωποι, οι Brave New Worlds... Νάταν έτσι;

'Όχι! 'Όχι, δεν μπορούσε να το δεχτεί! Δεν έβαζε την υπογραφή του κάτω από ένα τέτοιο μοντέλο κατρακυλίσματος σε κοσμική κλίμακα. Σιγά! Αν ήτανε έτσι ο χρόνος, τότε αυτός ένοιωθε λαστιχένιο μπαλάκι που κατρακυλούσε σε μιαν ατέλειωτη σκάλα, κάθε γκελ κι ένα δευτερόλεπτο, κι άντε στο παρακάτω σκαλί και πάει λέγοντας...

'Όχι. Αυτός το φανταζόταν διαφορετικά το πράγμα' φανταζόταν ένα τέτοιο μπαλάκι αλλά με δική του ενέργεια, αυτόνομο, που'χε τη δυνατότητα να γκελάρει σ' όποιο σκαλί της ελικοειδούς κλίμακας έκανε κέφι' ένα μπαλάκι με ορμή και ταχύτητα, την οποία αύξανε με κάθε αναπήδημα σε σκαλί, με κάθε επίσκεψη, δηλαδή, σε οποιοδήποτε κλασματικό σημείο του χρόνου.

Βέβαια! ''Έτσι ήταν, σίγουρα έτσι ήταν, παράγγειλε λοιπόν ένα δεύτερο ουίσκι, άναψε το πέμπτο τσιγαράκι και μπήκε ρολάροντας ευτυχισμένα στην ανοιχτή λεωφόρο που ξανοιγόταν στο μυαλό του. Βέβαια. Το κοoμπί του όλου προβλήματος ήταν η ταχύτητα. tlπειρη (άπειρη; σχεδόν φωτονική τελοσπάντων) ταχύτητα σημαίνει διττή υλική υπόσταση του σωματιδίου (πότε "ενεργειακό πακέτο" και πότε ύλη ξερή), σημαίνει επίσης και αρνητικός χρόνος: Μ' άλλα λόγια, να ξεκινάς για κάπου έχοντας ήδη φτάσει εκεί αν πηγαίνεις πολύ γρήγορα.

Ζόρικα' η σκέψη του ήταν σε καλό δρόμο, γι' αυτό είπε να χαλαρώσει λιγάκι, να προσέξει το τραγουδάκι που έπαιζε ο ντιτζέϊ, καθώς και τα βυζιά της γκαρσόνας, τα οποία φαίνονταν να `χουν ανεξάρτητη ζωή, άρα και κίνηση, απ' το υπόλοιπο σώμα της. ''Έπαιξε λίγο με την ιδέα ενός υποατομικού σύμπαντος, όπου διάφορα βυζιά κάθε σχήματος διέσχιζαν με φρενιτιώδη ταχύτητα τον χώρο και την παράτησε. Εδώ πάμε να ξεσκαλίσουμε τα ίδια τα μυστήριά της ζωής, να παραβιάσουμε με το μυαλό μας τις ατέλειωτες κλειδωμένες πόρτες που μας φυλακίζουν, και συ σκέφτεσαι βυζιά; είπε στον εαυτό του επιτιμητικά, κι άναψε τσιγάρο.

Η ταχύτητα λοιπόν και η απόφαση. Ωπ, να το δεύτερο στοιχείο. H απόφαση, η νοητική βεβαιότητα, το συγκροτημένο σχέδιο μέσα στο μυαλό, μέσα και μέσω του οποίου η άναρχη πρώτη ύλη, το Σύμπαν-σκορποχώρι προσλαμβάνει μορφή, χρώμα, μάζα δηλαδή ζωή και ταχύτητα. ''Ήταν στα μισά του δεύτερου ουίσκι και στο όγδοο τσιγάρο όταν το σκέφτηκε αυτό. Δεν θα περνούσε πολλή ώρα και θα μάθαινε πόσο σοβαρή και βαρύνουσας σημασίας ήταν αυτή η στιγμή' θα μάθαινε, επίσης, ότι η σκέψη είναι, όντως, πράξη.

Αναλογίστηκε το μέγεθος, το τεράστιο μέγεθος και τον συντριπτικό όγκο που είχε ο χρόνος στα ανθρώπινα μυαλά. 'Όλη η ύπαρξη των ανθρώπων εξαρτιόταν, κι εξαρτάται, απ' την "ομαλή" ροή τού χρόνου. Σκέψου η αγία Ιστορία των εθνών, "ο χρόνος είναι χρήμα", τα προσωπικά ραντεβού, τα ρολόγια, τα δρομολόγια των τρένων, οι φωτογραφίες με τις παγωμένες οικογενειακές γιορτές, τα πενταετή οικονομικά αναπτυξιακά προγράμματα, τα ληξιπρόθεσμα γραμμάτια, οι χρονομετρήσεις των αθλητών, των αγωνιστικών αυτοκινήτων, των αλυσίδων συναρμολόγησης... Τόνοι, κιλότονοι εγκεφαλικής ουσίας συντηρούν με την αδράνειά τους, για αιώνες πολλούς, μια βολική αντίληψη περί χρόνου, μια πίστη στη κοσμική "ομαλότητα". Οι λαοί, το πλήθος, παράγουν πρότυπα χρόνου, και βέβαια ζουν, ζούμε, με βάση την επίσημη κι αναγνωρισμένη ροή του οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να ζήσουν και να πεθάνουν μ' αυτή τη ροή, γιατί; Γιατί όλοι φοβόντουσαν και φοβούνται μην σπάσει αυτή η συμφωνία μεταξύ Φύσεως και διανοίας, μην ανατραπεί η ισορροπία, μην μπλεχτεί το παρελθόν με το παρόν ας πούμε, και δούμε τον παππούλη μας τον πεθαμένο να μπουκάρει απ' το παράθυρο ή τον εαυτό μας να στρίβει στη γωνιά. 'Όλοι, έτσι τον ποθούν τον χρόνο, κι έτσι τον έχουν. Πάντων χρημάτων μέτρο άνθρωίtος, πρόσβαρη και σοφή κουβέντα, έτσι λοιπόν το ανθρώπινο μυαλό αιχμαλώτισε τον άναρχο χρόνο, έζεψε τα αποτρελαμένα, χορευτικά σωματίδια στους δείκτες του ρολογιού και κατάφερε να τεντώσει το υπέροχο σπιράλ του χρόνου σε μια αστεία ίσια γραμμή σαν βόδι που οργώνει χωράφι.

Είναι λοιπόν η ανθρώπινη διάνοια το πρίσμα που πολώνει τον χρόνο. Κι είναι η χρονική ύλη ποo ζορίζεται να χωρέσει στις καθαγιασμένες, ιεροεξεταστικές νοητικές μορφές. Φταιει το κοντόφθαλμο ανθρώπινο μυαλό που δεν περπατούν οι βροντόσαυροι κοντά μας, παρέα με τα παιδιά των παιδιών μας, γιατί εμείς τόχουμε πάρει απόφαση κι όχι ελεύθερα, παρά από άγνοια, φόβο ή μικρότητα.

Ωραία. Αφού κατακεραυνώσαμε την σύμπασα ανθρωπότητα, μπορούμε να χαλαρώσουμε κομμάτι, να πιούμε ακόμη μια γουλιά, να βολευτούμε καλύτερα, και να κυλήσουμε ομαλά στη σφαίρα του πρακτέου πλέον, αρχίζοντας από μιαν ήρεμη διαπίστώση. Ο χρόνος, όπως τον ξέρουμε, είναι απάτη. Αν αρνηθούμε εμπράκτως τον χρόνο, αυτός παύει να υφίσταται, τα δεσμά πέφτουν στα πόδια μας κι εμείς αρμενίζουμε περιχαρείς πλέον στα ανοιχτά πέλαγα όλων των πιθανών παραλλαγών, όλων των εναλλακτικών λύσεων, συναντώντας Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες και Φιλισταίους, συναντώντας αντικείμενα ως γεγονότα και κοιλάδες θαλάσσιες ως μουσικές συμφωνίες κι είμαστε άχρονοι, ελεύθεροι και μάγκες γιατί κινούμαστε ταχύτατα ξεφεύγοντας απ' τα βαριά νοητικά παγόβουνα των συγχρόνων μας, που απειλούν να μας συντρίψουν... Κι όταν λέμε ότι αρνιόμαστε "εμπράκτως" τον χρόνο, εννοούμε ότι πετάμε τα σκουπίδια απ' το κεφάλι μας κι αφηνόμαστε ανοιχτοί στα παφλάζοντα ρεύματα του χρόνου για μια στιγμή υποκειμενικού, δικού μας δηλαδή, χρόνου, που είναι υπεραρκετή.

'Όλα είναι τόσο απλά, τελικά, και κάθε πρόβλημα εμπεριέχει τη λύση του. Αρκούν δυο ουίσκι, καμμιά τριανταριά καλά φευγάτα κομμάτια, μισό πακέτο τσιγάρα και καταρρίψαμε τον μύθο του χρόνου, σκέφτηκε κι άρχισε να ετοιμάζεται για αναχώρηση. Σάρωσε με μια ματιά το μπαρ, περισσότερος κόσμος, κάνα δυο γνωστοί που δεν είχε να τους πει τίποτα (ούτε κι αυτοί σ' αυτόν, έλπιζε), απόσωσε το ποτό του, έσβησε το τσιγάρο του κι άρχισε να φοράει το μπουφάν με το πάσο του μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη και τότε πάγωσε.

Στον καθρέφτη, εξόν από τον μπάρμαν, τους πελάτες, τον αποσβολωμένο εαυτό του, τα τραπεζάκια και τα ρέστα, υπήρχε κι άλλος ένας εαυτός του, μόνο που κανείς άλλος δεν τον έβλεπε, απ' ότι κατάλαβε όταν κοίταξε γύρω του έντρομος. Επιπλέον, αν και πανομοιότυπος (μέχρι την τελευταία ρυτίδα μεταξύ των φρυδιών, μέχρι την τελευταία αμυχή),ο εαυτός του καθρέφτη είχε ένα ύφος παγερής εξουσίας καρυκευμένο με μια ιδέα ειρωνικής οικειότητας κι ήταν ντυμένος με μια ολόσωμη ασημόγκριζα στολή μεταλλικής υφής και λάμψης, η οποία, ομολογουμένως, του πήγαινε πολύ. Στο ύψος του αριστερού στήθους ήταν ραμμένα κάποια μυστήρια διακριτικά, στη ζώνη του είχε προσαρμοσμένη μια μικρή μαύρη συσκευή μ' ένα λαμπρότατο κόκκινο φωτάκι, και στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα μακρύ μαύρο κλομπ, με το οποίο χτυπούσε ανάλαφρα και προκλητικότατα την αριστερή του παλάμη'

Σπουδαία, σκέφτηκε. Ορίστε τι κάνουν οι κραιπάλες... Αν με τρία ποτά βλέπω τον εαυτό μου στον καθρέφτη σαν τον Σποκ πριν διακτινιστεί στον πλησιέστερο εχθρικό πλανήτη, τότε...

Τότε ακριβώς πάγωσε τελείως, όταν ο "εαυτός" του μίλησε δυνατά και καθαρά, απευθυνόμενος σ' αυτόν και ακουγόμενος μόνο απ' αυτόν.

«Μην τρελαίνεσαί, μεγάλε, χαλάρωσε. Είμαστε το ίδιο άτομο, μόνο που κινούμαστε σε διαφορετικά χωροχρονικά συνεχή. Βέβαια εγώ υπηρετώ στην Χρονική Αστυνομία, ενώ εσύ, προς το παρόν, κωλοβαράς και σκαλίζεις με το μυαλουδάκι σου πολύ σοβαρές υποθέσεις που σχετίζονται με την ίδια την ουσία του Χρόνου... »

«Δηλαδή μου λες ότι είσαι ο μελλοντικός μου εαυτός; Είσαι ό,τι θα . γίνω, ή μάλλον ό,τι θα καταντήσω; ''Ένας τηλεπαθητικός μπάτσος που στοιχειώνει τους καθρέφτες;»

Το ειρωνικό χαμογελάκι του "εαυτού" πάγωσε στα χείλη του, το κλομπ χτύπησε δυνατότερα την αριστερή παλάμη. «Μιλάς χωρίς να σκέπτεσαι», του είπε σκληρά, υπηρεσιακά. «Φυσικά και θα γίνεις ό,τι βλέπεις, αφού υπάρχω εγώ, και φυσικά δεν είμαι τηλεπαθητικός, απλά θυμάμαι τι σκεφτόμουν εκείνο το βράδυ, εκείνο το καθοριστικό βράδυ στο μπαρ, δηλαδή απόψε για σένα. Πριν από λίγο σκέφτηκες, και πολύ σωστά, ότι η ανθρώπινη διάνοια είναι το πρίσμα που πολώνει τον χρόνο' ε, λοιπόν, εσύ (εγώ) συνέλαβες (συλλάβαμε) κάποιες ιδέες που θα μπορούσαν να στρεβλώσουν τη χρονική ροή με καταστροφικές συνέπειες για την ίδια την τάξη των πραγμάτων, όπως (ακόμα) την αντιλαμβάνεσαι εσύ, κι όλοι οι σύγχρονοί σου βεβαίως. Η σκέψη, πράγματι, είναι πράξη' πώς θα σου φαινόταν αν ξαφνικά εμφανίζονταν από το πουθενά καταμεσής του μπαρ, μια ίλη Σκυθών ιππέων, ή μια οικογένεια αυστραλοπιθήκων, ηλικίας ενός εκατομμυρίου ετών, μόνο και μόνο επειδή κάποιος ξυδάκιας έκανε ένα ρήγμα στο χωροχρονικό του συνεχές με τη δόνηση των εγκεφαλικών του κυμάτων; ''Έχει γίνει, ξέρεις, κι οι συνέπείες ήταν ολέθριες...»

«Θα το έβρισκα θαυμάσιο, συναρπαστικότατο», είπε ο άντρας στον καθρέφτη του μπαρ, αποσπώντας ακόμα ένα μορφασμό οίκτου από τον μπάρμαν. «Και εν πάση περιπτώσει», συνέχισε απευθυνόμενος στο είδωλο του, «τι ιστορία είναι αυτή με τη Χρονική Αστυνομία; Κι αυτό το κλομπ, τι το θέλεις; Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να προστατευτεί η φυσική τάξη των πραγμάτων; Πρέπει να γίνω μπάτσος; Και γιατί δεν μου ήρθες εν σώματι, να σ' αγγίξω για να πεισθώ απόλυτα; Κάπου όλα αυτά είναι πολύ τρελά, αν με εννοείς. Εντάξει, έκανα κάποιες σκέψεις, αλλά μπορεί και να παραληρώ, έ;»

«Ακου να σου πω», είπε ανυπόμονα ο άντρας του καθρέφτη κοιτώντας το λαμπάκι της συσκευής στη ζώνη του που από κόκκινο είχε γίνει ιώδες, «δεν υλοποιήθηκα επειδή οι δονήσεις μας, συνδυασμένες, θα επηρέαζαν αρνητικά την ομαλότητα του συνεχούς σε επικίνδυνο βαθμό. ''Ήδη, αρχίζουμε να αντιμετωπίζουμε την πιθανότητα να σχηματιστεί ρήγμα, καταλαβαίνεις; Εδώ, μέσα σ' όλον αυτόν τον κόσμο! Δεν τολμώ να φανταστώ τι μπορεί να συμβεί, τι μπορεί να είναι από την άλλη πλευρά του ανοίγματος... Μπορεί και να είναι ο βυθός του Ειρηνικού του καινοζωικού αιώνα... Κινδυνεύετε όλοι, με πιάνεις;»

«Κι εγώ τι θέλεις να κάνω;»

«Να βγεις ήσυχα ήσυχα, να πας πίσω απ' το μπαρ, στο πάρκιν. Εκεί θα σε περιμένει ένας συνάδελφος για να σε περάσει από την Πύλη στο αρχηγείο της Χρονικής Αστυνομίας, στον παράλληλο χρόνο, σ' ένα ας το πούμε, ιδιαίτερο συνεχές. Εκεί θα σου λυθούν όλες οι δικαιολογημένες απορίες, θα καταλάβεις τη σπουδαιότητα του έργου της και, τελικά, θα καταταχθείς εθελοντικά, κανείς δεν θα σε αναγκάσει... Ξέρω τι σου λεω, για τον εαυτό μου μιλάω... Μόνο βιάσου!»

«Ξέρεις κάτι; Είσαι μια απλή παραλλαγή του χρόνου, μια από τις άπειρες. Αυτά που μου λες είναι πιθανόν να γίνουν, εξίσου πιθανόν είναι όμως ότι το μέλλον μου θα είναι διαφορετικό, ότι θα γίνω Πρόεδρος της Γουατεμάλας, ας πούμε, ή ότι θα είμαι ο πρώτος άνθρωπος που θα πάει στον Αρη... Μπάτσος, πάντως δεν γίνομαι, δε γουστάρω, πως να στο πω;»

Η ιώδης λάμψη στο λαμπάκι της συσκευής είχε κερδίσει σε ένταση κι αναβόσβηνε ανησυχητικά. Ο εαυτός του καθρέφτη το κοίταξε έντρομος, ύστερα κάρφωσε το βλέμμα του στα μάτια του συνομιλητή του. Ανήμπορη οργή και αγωνία απ' τη μια, μεθυσμένη αποφασιστικrnητα απ' την άλλη.

«Κανείς δεν σου ζήτησε να γίνεις μπάτσος... Είσαι καλά, ρε φίλε;» τον ρώτησε η γκαρσόνα, αυτή με την ανεξάρτητη κίνηση και στα δύο στήθη.

Ο τύπος γύρισε ξαφνιασμένος και την κοίταξε.

«Μια χαρά είμαι, μόνο που το "ετερόχρονο" είδωλο μου στον καθρέφτη με προειδοποιεί ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να συμβεί ένα ρήγμα στην πραγματικότητα, εδώ που στεκόμαστε και τα λέμε, με τελείως απρόβλεπτες συνέπειες, και ότι για να διαφυλαχθεί η φυσική τάξη των πραγμάτων εγώ πρέπει να γίνω μπάτσος. Δεν ξέρω αν μ' εννοείς...»

«Διχασμός τρελός, έ; Κρίμα...» είπε εκείνη και τον παράτησε, κουνώντας το κεφάλι της, για να πάρει παραγγελία από το τραπεζάκι δίπλα στην πόρτα.

Μετά, όλα συνέβησαν ταυτόχρονα: ο "εαυτός" του καθρέφτη χάθηκε ξαφνικά' μπλε ελεκτρίκ λάμψεις καταύγασαν το εσωτερικό του μπαρ' o αέρας γέμισε οξύτατους τριγμούς από τις τεράστιες ενεργειακές εκκενώσεις' η αφόρητη καυστική δυσωδία του όζοντος καλύφθηκε ξαφνικά από την ακόμα πιο αφόρητη αποφορά του νεαρού Τυραννοσαυρου, ύψους τριάμισι μέτρων τουλάχιστον, που ξεβράστηκε απ' τις ανταριασμένες δίνες του Χρόνου στο γεωμετρικό κέντρο του μαγαζιού, τελείως έξω απ' τα νερά του και πολύ ενοχλημένος γι' αυτό, πράγμα που το έδειξε σαφέστατα μουγκρίζοντας εκκωφαντικά και σαρώνοντας με την πανίσχυρη ουρά του τραπεζάκια, πελάτες, δίσκους και μπουκάλια.

Πριν κλείσουν τα πανίσχυρα σαγόνια με τα πριονοειδή δόντια των δέκα εκατοστών γύρω από την μέση του, και με την εμετική ανάσα του τυραννοσαυρου να τον πνίγει, πρόλαβε να σκεφτεί πως σ' αυτή τη ζωή, σ' αυτή την παραλλαγή της πραγματικότητας, τουλάχιστον δεν κατάντησε να γίνει μπάτσος.