Ο πόλεμος τελείωσε

Budrys Algis Jonas
The War Is Over (1957)
Μετάφραση: Λιλή Ιωαννίδου

'Ένας αργός άνεμος φύσαγε πάνω από το κατάξερο, γεμάτο σκόνη υψίπεδο όπου ανεφοδιαζόταν το διαστημόπλοιο, και ο Φρανκ Σίμπσον, περιμένοντας ντυμένος με τη στολή της πτήσης, κατέβασε τις σκαρδαμυκτικές μεμβράνες πάνω απ' τα μάτια του που καίγανε. Συνέχισε να κοιτάζει αφηρημένα το αστραφτερό, ολοκαίνουριο σκάφος.

Από πάνω, ο κρύος ήλιος του Κάστλ έλαμπε χλωμά μέσ' από τα παγωμένα, γεμάτα χαλάζι, σύννεφα. Μια σειρά άντρες απλωνόταν από τον ανυψωτήρα με την τροχαλία και το βίντσι στην άκρη του υψιπέδου μέχρι τις ανοιχτές θήκες των καυσίμων στη βάση του πριτσινωμένου κύτους. Καθώς ένα ένα τα ακάλυπτα κομμάτια του καθαρού καυσίμου ανέβαιναν από την πεδιάδα, περνούσαν από χέρι σε χέρι, απ' τον έναν στον άλλον, μέχρι την τελική τους θέση μέσα στο σκάφος. Μια ομάδα από εφεδρικούς εργάτες στεκόταν ήσυχα στη μια πλευρά. 'Όταν κάποιος "από την αλυσίδα μεταφοράς κουραζόταν, ένας εφεδρικός έπαιρνε τη θέση του. Οι άρρωστοι, ετοιμοθάνατοι άντρες πήγαιναν τρικλίζοντας ως το μέρος που προ-οριζόταν γι' αυτούς, έξω από την περιοχή της δουλειάς, και σωριάζονταν εκεί, περιμένοντας. Μερικοί απ' αυτούς μετέφεραν συνέχεια το καύσιμο από τότε που βγήκε από τον αντιδραστήρα παραγωγής, τριακόσια μίλια μέσα από τις πεδιάδες σε ευθεία γραμμή από χέρι σε χέρι, και μετά γύρω στα πεντακόσια μίλια με βαγονέτα. Ο Σίμπσον δεν απορούσε που πέθαιναν, ούτε και τους έδινε καμία σημασία. Δουλειά του ήταν το σκάφος, και σύντομα θα βρισκόταν πάνω του. Σκούπισε το στρώμα της σκόνης που είχε σκεπάσει τα μάγουλά του, σκαλίζοντάς την με το σκληρό νύχι του δείκτη του για να βγει απ' τις πτυχώσεις του πετσιού του.

Κοιτώντας το πλοίο, δεν ένιωθε τίποτε το καινούριο. Ούτε το μέγεθός του τον εντυπωσίαζε, ούτε η έμφυτη χάρη του σχεδιασμού του τον ευχαριστούσε, ούτε η προσδοκία της αποστολής του τον συγκινούσε. Δεν ένιωθε τίποτε άλλο εκτός από την παμπάλαια, πανάρχαιη παρόρμηση να επιβιβαστεί, να κλείσει τις αεροστεγείς πόρτες, να ανοίξει τους διακόπτες, να βάλει μπρος τις μηχανές, και να φύγει - να φύγει! ''Ίσως από τότε που γεννήθηκε, οπωσδήποτε όμως από τότε που κατάλαβε τον εαυτό του, αυτή η παρόρμηση δέσποζε πάνω απ' όλα σαν δαίμονας πίσω από την πλάτη του. 'Όλοι αυτοί οι άνθρωποι πάνω σε τούτο εδώ το υψίπεδο ένιωθαν το ίδιο ακριβώς πράγμα. Μόνον ο Σίμπσον θα 'φευγε, αλλά δεν ένιωθε κανένα θρίαμβο.

Γύρισε την πλάτη σ' ένα ιδιαίτερα ενοχλητικό σύννεφο σκόνης και βρέθηκε να κοιτάζει προς την κατεύθυνση της Κάστλτάουν, πέρα μακριά στον ορίζοντα, στην άλλη πλευρά των μεγάλων πεδιάδων που τελείωναν στους πρόποδες αυτού του υψιπέδου. Η Κάστλτάουν ήταν η γενέτειρά του. Σκέφτηκε, με σαρδόνια λογική, ότι δύσκολα θα μπορούσε να είναι κάποια άλλη. Πού αλλού μπορούσε να ζήσει κανείς πάνω στον Κάστλ εκτός από την Κάστλτάουν; Θυμήθηκε τη φωλιά της οικογένειάς του χωρίς κανένα ιδιαίτερο συναισθηματισμό. 'Όμως, όρθιος εδώ πάνω μέσα στο διαπεραστικό κρύο, διαολισμένος από τη σκόνη, την εκτιμούσε νοερά. ''Ήταν ένα μέρος βολικό, ζεστό, γεμάτο θαλπωρή, μ' εκείνη την πλούσια, υγρή μυρωδιά του χώματος που σε τριγύριζε. Μια ανηφορική στοά οδηγούσε στην επιφάνεια, και στην έξοδο της στοάς βρίσκονταν τα λίγα τετραγωνικά μέτρα χώμα που είχαν πατηθεί από γενεές γενεών της οικογένειάς του όταν, τις σπάνιες φορές που ήταν ζεστός ο ήλιος, ξάπλωναν εκστατικά κάτω απ' αδύναμες ακτίνες του.

Σήκωσε τους ώμους του για να προφυλαχτεί απ' το κρύο του υψιπέδου, και μία ενδόμυχη ευχή να βρισκόταν ξανά στην άλλη μεριά των πεδιάδων, εκεί όπου η Κάστλτάουν απλωνόταν στη μια πλευρά του μεγάλου λόφου πάνω απ' το ήσυχο ποταμάκι, ξέφυγε απ' τον δαίμονα που τον είχε φέρει ως εδώ. Η σκέψη της Κάστλτάουν του θύμισε τον πατέρα του - "Αυτή είναι η γενιά, Φρανκ! Αυτή είναι η γενιά που θα δει το σκάφος να τελειώνει, κι έναν από εμάς να φεύγει. Θα μπορούσες να είσαι κι εσύ, Φρανκ!" - κι όλη αυτή την μεγάλη διαδικασία, που συνδυάζοντας σκληρή δουλειά, έμφυτη κλίση, και κάποια δόση τύχης, τον είχε φέρει εδώ για να οδηγήσει αυτό το σκάφος στ' αστέρια. Και, αφού η ονειροπόλησή του τον ξανάφερε πίσω στο σκάφος, γύρισε την πλάτη του στις πεδιάδες και την Κάστλτάουν, και το κοίταξε. Γενεές ολόκληρες πέρασαν μέχρι να κατασκευαστεί, και πριν γενεές ολόκληρες μέχρι να σχεδιαστεί, προτού ακόμα στηθεί η σκαλωσιά για το πρώτο καλούπι. H έρευνα, σ' όλον τον κόσμο, για την πηγή ενέργειας. Στην κυριολεξία εκατοντάδες εξερευνητικές ομάδες, που μερικές τους δεν γύρισαν ποτέ και εξαφανίστηκαν στις αχαρτογράφητες περιοχές γύρω από τις πεδιάδες. Η ανακάλυψη του ορυκτού, τελικά, και το στήσιμο του αντιδραστήρα. Η κατεργασία του καυσίμου που σκότωνε, κανείς δεν ήξερε το γιατί, όσους το έπιαναν στα γυμνά χέρια τους.

Το σκάφος, που κατασκευαζόταν αργά, χρόνο με το χρόνο, εδώ σ' αυτό το υψίπεδο, σημείο συνάντησης των σιδηροτροχιών που οδηγούσαν πέρα στα μεταλλεία, και στα εργαστήρια των μεταλλωρύχων όπου ταλαίπωροι μαθητευόμενοι πάλευαν με το καυτό, λιωμένο μέταλλο που πάφλαζε μέσα στα καλούπια, κι άλλοι έκαναν τα χέρια τους κομμάτια προσπαθώντας να λιμάρουν τις ανωμαλίες από τα χυτά εξαρτήματα. Οι χειριστές του ανυψωτήρα, που έπρεπε να ανεβάσουν κάθε κομμάτι στο υψίπεδο, επειδή αυτό το σημείο είχε επιλεγεί για την κατασκευή του σκάφους, εδώ ψηλά που ο αέρας ήταν αραιός και το έδαφος χιλιάδες μέτρα πιο ψηλά από την επιφάνεια του πλανήτη, και οι υπομονετικοί αχθοφόροι, που μοχθούσαν με τα καινούρια φορτία που έφταναν διαρκώς με τα βαγονέτα και άφηναν τα ίχνη τους βαθιά στους ροζιασμένους τους ώμους. Τώρα είχαν ολοκληρωθεί όλα και μπορούσε να φύγει. Το τρίξιμο των χαλικιών τον έκανε να γυρίσει το κεφάλι του αριστερά, και είδε τον Βίλμερ 'Ετζγουορθ να έρχεται προς το μέρος του κρατώντας το σφραγισμένο, σκουριασμένο μεταλλικό κουτί.

"Εδώ είναι", είπε ο 'Ετζγουορθ, δίνοντάς του το κουτί. Ο 'Ετζγουορθ ήταν ένας μονοκόμματος, απότομος άνθρωπος, και ο Σίμπσον δε θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι τον συμπαθούσε ιδιαίτερα. Πήρε το κουτί στα χέρια του. Ο 'Ετζγουορθ ακολούθησε το βλέμμα του προς το πλοίο.
"Σχεδόν έτοιμο, βλέπω".

Ο Σίμπσον ένευσε καταφατικά. "Τα καύσιμα κοντεύουν να φορτωθούν. Θα καρφώσουν με πριτσίνια αυτές τις τελευταίες μεταλλικές πλάκες πάνω από τις σχάρες, και μετά μπορώ να φύγω".
"Ναι. Και μετά θα μπορείς να φύγεις", συμφώνησε ο 'Ετζγουορθ. "Γιατί όμως;"
"Ε;"
"Γιατί φεύγεις;", επανέλαβε o 'Ετζγουορθ. "Πού πηγαίνεις; Ξέρεις πώς να κυβερνάς ένα διαστημόπλοιο; ''Έχει κυβερνήσει ποτέ του κανένας από μας κάποιο άλλο όχημα μέχρι τώρα;"

Ο Σίμπσον κοίταξε έκπληκτος αυτόν τον τρελό. "Γιατί!", ξέσπασε. "Φεύγω επειδή το θέλω - επειδή είμαι εδώ, και το σκάφος είναι εδώ, επειδή όλοι, γενιές ολόκληρες, σκοτωθήκαμε στη δουλειά, για να μπορέσω να φύγω!" Κούνησε το μεταλλικό κουτί βίαια κάτω απ' το σαγόνι του 'Ετζγουορθ.
Ο 'Ετζγουορθ έκανε πίσω μερικά βήματα. "Δεν προσπαθώ να σε σταματήσω", είπε. Η οργή του Σίμπσον κόπασε μ' αυτή τη διάψευση. "Εντάξει", είπε, κρατώντας την ανάσα του. Κοίταξε περίεργα τον 'Ετζγουορθ. "Τότε, τι σε σπρώχνει να κάνεις τέτοιες ερωτήσεις;"
Ο 'Ετζγουορθ κούνησε το κεφάλι. "Δεν ξέρω", είπε. Δεν ήταν καμωμένος έτσι που να μπορεί να ξεπεράσει σε ένταση το πρώτο του ξέσπασμα. Είχε κάνει την καλύτερή του προσπάθεια και τα λόγια του δεν είχαν πια την ίδια σιγουριά. "Δηλαδή", συνέχισε, "Δεν ξέρω τι ακριβώς ξέρω. Αλλά να, κάτι... Κάτι δεν πάει καλά. Γιατί το κάνουμε αυτό; Δεν καταλαβαίνουμε καν τι έχουμε φτιάξει εδώ πέρα. Ακου - το ήξερες ότι βρήκαν μικρές πόλεις, σαν την Κάστλτάουν, αλλά πολύ μικρότερες; Με μικρά ανθρωπάκια, περίπου δέκα πόντους ύψος, που περπατάνε γυμνά με τα τέσσερα. Δεν μιλάνε, και δεν έχουν αληθινά χέρια".

"Τι σχέση έχει αυτό;" Ο 'Ετζγουορθ κουνούσε το κεφάλι του. "Δεν ξέρω. Αλλά - κοίταξες ποτέ σου στο νεκροταφείο;"
"Ποιός θα 'θελε να κάνει κάτι τέτοιο;"
"Κανείς δε θα ήθελε, αλλά εγώ το έκανα. Και, άκου - οι πρόγονοί μας ήταν πιο κοντοί. Τα κόκκαλά τους ήταν πιο μικρά. Κάθε γενιά προς τα πίσω - τα κόκκαλά τους είναι όλο και πιο μικρά".
"Κι αυτό θα πρέπει να σημαίνει κάτι για μένα;"
"'Όχι", είπε ο 'Ετζγουορθ. Η ανάσα του βγήκε αργά σφυρίζοντας ανάμεσα απ' τα δόντια του. "Ούτε και για μένα σημαίνει κάτι. Αλλά έπρεπε να το πω σε κάποιον".
"Γιατί;" ο Σίμπσον πέρασε τώρα στην αντεπίθεση.
"Ε;"

"Τι νόημα έχει αυτή η κουβέντα;" ρώτησε ο Σίμπσον. "Ποιος ενδιαφέρεται για παλιά κόκκαλα; Ποιος ψάχνει στα νεκροταφεία; Το σκάφος είναι το μόνο που έχει σημασία. Γι' αυτό το σκάφος χύσαμε τον ιδρώτα μας και δουλέψαμε σαν σκλάβοι. Γι' αυτό πεθάναμε και περιπλανηθήκαμε κι εγώ δεν ξέρω πού, γι' αυτό σκάψαμε και βγάλαμε το μέταλλο και το λιώσαμε και το καλουπώσαμε, ενώ θα μπορούσαμε να έχουμε φτιάξει άλλα πράγματα για μας τους ίδιους. Πολεμήσαμε με τον χρόνο, με τα ίδια τα αδύναμα κορμιά μας, με τις αποστάσεις, για να κουβαλήσουμε αυτά τα φορτία μέχρις εδώ, να τα ανεβάσουμε επάνω και να κατασκευάσουμε το σκάφος, και τώρα έφτασε η στιγμή που φεύγω !" Είδε τον 'Ετζγουορθ μέσα σε μια κόκκινη ομίχλη. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του ανυπόμονα, και σιγά σιγά η βίαιη αντίδραση του μπροστά σε οποιοδήποτε εμπόδιο καταλάγιασε ξανά μέσα του. ''Ένιωσε λίγο ντροπιασμένος.

"Με συγχωρείς, 'Ετζγουορθ", μουρμούρισε. Γύρισε απότομα το κεφάλι του προς το σκάφος καθώς ο ήχος από τα ματσακόνια που κάρφωναν έφτασε ως τ' αυτιά του. Κάρφωναν με πριτσίνια τις πλάκες που θα σκέπαζαν τις γεμάτες σχάρες των καυσίμων, και η μακριά σειρά των εργατών που κουβαλούσαν τα καύσιμα, μ' άδεια χέρια πια, κάθισαν για να ξεκουραστούν καταγής, παρακολουθώντας το σκάφος να τελειώνει.

"Λοιπόν, φεύγω", είπε ο Σίμπσον. Πήρε το μεταλλικό κουτί, το βαλε κάτω απ' τη μασχάλη του και περπάτησε προς τη σκάλα του σκάφους, περνώντας ανάμεσα στους άντρες που ξεκουράζονταν πάνω στο χώμα. Κανείς τους δε γύρισε να τον κοιτάξει. Ποιος έφευγε δεν είχε μεγάλη σημασία.

Το σκάφος ήταν που τους ενδιέφερε. Το εσωτερικό τού σκάφους ήταν σχεδόν όλο ένα κενό κέλυφος, πλεγμένο με δοκάρια που συνέκλιναν σε μια σειρά ισχυρών ατσάλινων δακτυλίων. Μέσα στον κύλινδρο του κενού χώρου ανάμεσα στους δακτυλίους και πάνω σε αντικραδασμικές αναρτήσεις βρισκόταν μια ογκώδης, περίπλοκη μηχανή, γεμάτη χειροποίητα καλώδια και φυσητές γυάλινες λυχνίες κατασκευασμένες με πολύ κόπο, όλα αγκαλιασμένα σφιχτά σε περίπλοκα σχέδια, εγκλωβισμένα σε πυράντοχο κεραμικό, και τυλιγμένα με καλύμματα από ελαστική σιλικόνη. Από τα ανοίγματα του τελικού καλύμματος που ήταν από πρεσσαριστό ατσάλι έβγαιναν χοντρά καλώδια και συνέδεαν τη μηχανή με μια γεννήτρια. Αλλά καλώδια οδηγούσαν σε πασσάλους που προεξείχαν από την εσωτερική επένδυση του κύτους. Κανείς δεν ήξερε σε τι χρησίμευε αυτή η επένδυση. Μια ξεχωριστή ομάδα εργασίας την είχε φτιάξει όσο οι άλλοι έφτιαχναν τα υπόλοιπα τμήματα του σκάφους, και η δουλειά είχε διαρκέσει χρόνια ολόκληρα. Ο Σίμπσον κοίταξε τις ραφές της θωράκισης, και συνειδητοποίησε ότι η σωστή λέξη γι' αυτή τη διαδικασία ήταν "οξυγονοκόλληση". Κάτω από τα κυρίως διαμερίσματα βρίσκονταν οι μηχανές, πίσω από το βαρύ μολύβδινο μπουλμέ τους. "Καλά, σε τι χρησιμεύει αυτό;" θυμήθηκε ότι είχε ρωτήσει όταν είδε να τον βάζουν στη θέση του. "Φίλε, δεν έχω ιδέα, και υποτίθεται ότι ειδικεύτηκα στην κατασκευή του". Ο επιστάτης του συνεργείου άνοιξε τα χέρια του αμήχανος. "Το σκάφος δεν...δεν θα έδειχνε ολοκληρωμένο χωρίς αυτόν".

"Θέλεις να πεις ότι δε θα μπορούσε να πετάξει χωρίς έναν τόνο νεκρού βάρους;"
"'Όχι. 'Όχι... Δεν νομίζω ότι είναι αυτό. Νομίζω ότι θα πετούσε, αλλά εσύ θα πέθαινες, όπως οι μεταφορείς του καυσίμου, πριν φτάσεις στον προορισμό σου". 0 επιστάτης κούνησε το κεφάλι του. "Αυτό νομίζω ότι είναι".

Στη μύτη του σκάφους, κρεμασμένο πάνω από το κεφάλι του Σίμπσον καθώς ήταν πιασμένος στην εσωτερική σκάλα δίπλα στον αεροφράχτη, ήταν το πιλοτήριο. Υπήρχε ένα κάθισμα πάνω σε αναρτήρες, και υπήρχαν στηρίγματα των οργάνων ελέγχου που ήταν ριζωμένα στο κύτος στο σημείο που στένευε και συνέκλιναν όλα προς το κάθισμα. Το ρύγχος ήταν συμπαγές, κι ο Σίμπσον αναρωτήθηκε πώς θα έβλεπε έξω. Υποψιάστηκε ότι θα υπήρχε κάποιος τρόπος. Με μια τελευταία ματιά πίσω του, σκαρφάλωσε στη σκάλα και κάθισε στο κάθισμα, με το κουτί κάτω από το μπράτσο του να του δυσκολεύει τις κινήσεις. 'Όταν κάθισε τελικά, διέκρινε ένα πλαίσιο που προεξείχε δίπλα στο κάθισμα. Το κουτί ταίριαζε μέσα εκεί ακριβώς, και υπήρχαν ελατήρια που το κρατούσαν σταθερό στη Θέση του.

Βολεύτηκε καλύτερα στο κάθισμα κι έδεσε τους φαρδείς ιμάντες πάνω από τους γοφούς του και το στέρνο του. Απλωσε το χέρι του δοκιμαστικά, και βεβαιώθηκε ότι όλα τα όργανα ελέγχου βρίσκονταν σε βολική απόσταση από τα δάχτυλά του.

Ωραία, σκέφτηκε μέσα του, είμαι εδώ και είμαι έτοιμος.

Τα δάχτυλά του χόρεψαν πάνω από μια σειρά διακόπτες. Στην κοιλιά του σκάφους κάτι μούγκρισε υπόκωφα, και τα αχνά φώτα ασφαλείας έσβησαν καθώς άναψαν τα φώτα λειτουργίας. Μια σειρά από οθόνες τοποθετημένες πάνω από το κεφάλι του, μέσα στο αναρτημένο σύστημα, ζωντάνεψε και του έδειξε τον έξω κόσμο, ολόγυρα και μπρος και πίσω. ''Έριξε μια τελευταία ματιά στο υψίπεδο και τους άντρες που παρακολουθούσαν, στον ουρανό από πάνω και στις πεδιάδες πίσω του. Από εδώ ψηλά στη μύτη του σκάφους, τόσο ψηλότερα από τις πεδιάδες, νόμιζε ότι μπορούσε ίσα ίσα να διακρίνει το λόφο της Κάστλτάουν.

Αλλά δεν είχε καιρό για τέτοια. Τα χέρια του έτρεξαν πάνω από τους διακόπτες ελέγχου. Φώτα αναβόσβηναν στο ταμπλό του, και κάπου μέσα στο δάσος από τις σιδερένιες δοκούς πίσω του, βοηθητικά μοτέρ άρχισαν να δουλεύουν σε πλήρη απόδοση. Τράβηξε προς το μέρος του τους μοχλούς του χειριστηρίου, και οι τεράστιες μηχανές άρχισαν να μουγκρίζουν. Ανοιξε τις ασφαλιστικές δικλείδες, και οι κύβοι του καυσίμου άρχισαν να γλιστράνε πάνω στις σχάρες τους και να οδηγούνται στις Θέσεις που έπρεπε. Το στόμα του άνοιξε, και άρχισε να δυσκολεύεται ν' ανασάνει.

''Ένιωσε το σκάφος να τραντάζεται, και τον κυρίευσε πανικός. Την επόμενη στιγμή, η ηρεμία της γνώσης τον γέμισε ξανά. 'Όλα πήγαιναν καλά. 'Όλα ήταν εντάξει. Το σκάφος απλώς αποσυνδεόταν. 'Όλα πήγαιναν καλά, το σκάφος ήταν εντάξει, κι εκείνος έφευγε. Επιτέλους, επιτέλους έφευγε.

Οι οθόνες που έδειχναν την πρύμη είχαν θαμπώσει από την ομίχλη της καιόμενης άμμου. Το σκάφος τινάχτηκε μουγκρίζοντας στον ουρανό, κάνοντας στάχτη πίσω του όλους όσους βρίσκονταν πάνω στο υψίπεδο και το παρακολουθούσαν.

Ποτέ, ποτέ στη ζωή του δεν είχε φανταστεί ότι κάτι τέτοιο κρυβόταν πέρ' από τον ουρανό. Δεν υπήρχαν σύννεφα, ούτε παραπετάσματα σκόνης, ούτε κυματισμοί της ατμόσφαιρας, ούτε διάχυτες φωτεινές λάμψεις. Υπήρχαν αστέρια, αστέρια και τίποτε άλλο, αστέρια που τίποτε δεν τα σκίαζε, σπαρμένα πάνω στο σκοτάδι με τις χούφτες, σχηματίζοντας πυκνές σπείρες και πέπλα από φως, γιγάντιους φακοειδείς και ωοειδείς γαλαξίες, ήλιους κι άλλους ήλιους κι ακόμα περισσότερους ήλιους. Τα κοίταζε με ανοιχτό το στόμα, ενώ το βαρύ πλοίο ορμούσε καταπάνω τους, εντελώς έκθαμβος. Αλλά όταν ήρθε η ώρα να καταπιαστεί με διακόπτες που μέχρι τότε τους είχε αφήσει απείραχτους, το έκανε με ακρίβεια και τελειότητα. Η μηχανή, φωλιασμένη στους αναρτήρες πίσω του, ρουφούσε ενέργεια από τη γεννήτρια, την προωθούσε μέσα στο κύτος, και μέσα σε μια στιγμή που συνειδητοποίησε καθαρά γιατί το σκάφος χρειαζόταν τόσο καλή εσωτερική θωράκιση, βρέθηκε στο υπερδιάστημα. Προ-χωρούσε μέσα του σαν να βρισκόταν νύχτα πάνω σε μια σχεδία σ' ένα πλατύ ποτάμι, και μετά ξαναβγήκε, με τα καμπανάκια του συναγερμού να ηχοiιν δαιμονισμένα μέσα στο άδειο σκάφος, και με αμέτρητα διαστρικά διαστημόπλοια να κρύβουν τ' αστέρια ολόγυρά του.

Διέκοψε γρήγορα όλες τις παροχές ενέργειας εκτός από τα κυκλώματα του φωτισμού και του ταμπλό ελέγχου, ακούμπησε το ένα του χέρι προστατευτικά πάνω στο μεταλλικό κουτί, όλος απορία για το τι ακριβώς βρισκόταν μέσα του και για το πού είχε βρεθεί, και περίμενε.

O Σίμπσον έσπρωξε την εσωτερική μπουκαπόρτα, μπήκε στο γήινο σκάφος και σταμάτησε, κοιτάζοντας προσεκτικά τους δύο ξένους που τον περίμεναν.

Είχαν λείο δέρμα, άσπρο-σοκολατί, με μαλακές ινώδεις παραφυάδες να φυτρώνουν σε αφθονία στο κρανίο τους. Το επίθετο "μαλακός" ταίριαζε και στην γενική τους περιγραφή. Το δέρμα τους ήταν ευλύγιστο σαν ύφασμα, τα πρόσωπά τους στρογγυλεμένα, και οι γραμμές των χαρακτηριστικών τους δεν ήταν τόσο ξεκάθαρες.

Μαλακοί. Γλοιώδεις. Τους κοίταξε με αηδία.

''Ένας απ' αυτούς μουρμούρισε κάτι στον άλλον, χωρίς να ξέρει μάλλον τα όρια της ακοής του Σίμπσον: "Γήινα; Απ' αυτό εδώ το πράγμα; Δεν το πιστεύω!"
"Και πώς μας κατάλαβε ώστε να φτάσει μέχρι εδώ, τότε;" αντέταξε ο άλλος.
"Σύνελθε, Χάντστον. Με άκουσες να του μιλάω. ''Έχει φριχτή προφορά, και χρησιμοποιεί κάποιες περίεργες εκφράσεις, αλλά μιλάει γήινα, οπωσδήποτε".

Ο Σίμπσον αποκρυπτογράφησε την βαριά προφορά τους. Θα 'πρεπε να νιώθει Θυμό, αλλά κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε. Αντίθετα, κάτι ανέβαινε μέσα από το λαιμό του - κάτι θαμμένο, κάτι που δεν είχε αρχίσει μ' αυτόν αλλά πριν από πολλές γενεές, κάτι που είχε μείνει κρυμμένο όλον αυτdν τον καιρό και τώρα έβγαινε έξω:
"Ο πόλεμος τελείωσε!" φώναξε. "Τελείωσε οριστικά - και τον κερδίσαμε!"

Ο πρώτος Γήινος τον κοίταξε έκπληκτος, με το ένα φρύδι σηκωμένο. "Αλήθεια; Τι πόλεμος ήταν αυτός; Δεν είχα πάρει είδηση ότι γινόταν κάποιος πόλεμος".

Ο Σίμπσον ένιωσε μπερδεμένος. ''Ένιωθε επίσης άδειος, και απορημένος μ' αυτό που είχε ξεπηδήσει από το λαρύγγι του. Δεν ήξερε τι να απαντήσει. Περίμενε να πει κάτι καινούριο, αλλά τίποτε άλλο δεν έβγαινε απ' το στόμα του. Πρόσφερε διστακτικά το μεταλλικό κουτί στον Γήινο.

"Για να το δούμε αυτό!" είπε γρήγορα ο δεύτερος Γήινος, αρπάζοντάς το μεταλλικό κουτί από τα χέρια του Σίμπσον.
Κοίταξε το καπάκι. "Θεέ και Κύριε!"
"Τι είναι, Ναύαρχε;" ρώτησε o Χάντστον. Ο δεύτερος Γήινος άφωνος του έδειξε τη σφραγίδα στο καπάκι, που ποτέ δε σήμαινε τίποτε για τον Σίμπσον ή για οποιονδήποτε άλλον πάνω στον πλανήτη Καστλ.
"Ταχυδρομική Υπηρεσία Γήινου Διαστημικού Ναυτικού;" διάβασε ο Χάντστον. "Τι διάβολο - Α, μα φυσικά, ναύαρχε! Διαλύθηκε τον εικοστό τέταρτο αιώνα, έτσι δεν είναι;"
"Στα τέλη του εικοστού τρίτου", μουρμούρισε ο ναύαρχος. "'Όταν ολοκληρώθηκε το ραδιοκυματικό υπερδιαστημικό δίκτυο".
"Τετρακόσια χρόνια, ναύαρχε; Και τι σχέση έχει τούτος εδώ με όλ' αυτά;"

Ο Ναύαρχος ψαχούλευε το κουτί. Το καπάκι που όλοι στον Καστλ νόμιζαν σφραγισμένο άνοιξε απότομα. Ο ναύαρχος έβγαλε έξω μια δέσμη από μισοδιαλυμένους χάρτες, και το δερματόδετο βιβλίο που βρισκόταν από κάτω τους. Κανείς από τους Γήινους δεν έδινε σημασία στον Σίμπσον. Εκείνος κουνήθηκε αμήχανα, και είδε μερικά κοντά ραβδιά στους τοίχους του θαλαμίσκου να κινούνται ακολουθώντας τις κινήσεις του.

Ο ναύαρχος ξεσκόνισε προσεκτικά το εξώφυλλο του βιβλίου. Κοίταξε τα χρυσά γράμματα. "Επίσημο ημερολόγιο, σκάφος Γ.Δ.Ν. Λαγός. Ωραία, τώρα θα βγάλουμε κάποια άκρη!"

Ξεφύλλισε διστακτικά τις πρώτες σελίδες, δείχνοντας σιωπηλά στον Χάντστον την ημερομηνία, κουνώντας το κεφάλι του, και μετά συνέχισε: "Οι συνηθισμένες καταχωρίσεις. Ας πάμε στο ψητό, αν υπάρχει"...
Σταμάτησε και κοίταξε το Σίμπσον ξανά για μια στιγμή, κούνησε το κεφάλι του απότομα, και συνέχισε να ψάχνει μέσα στις σελίδες. Μετά είπε: "Αυτό είναι Χάντστον! Ακου:

"Προχωράμε με πλήρη ταχύτητα και κατεύθυνση το ηλιακό Σύστημα. Όλα καλά", διάβασε.
"Στις 0600 ώρα Γκρήνουιτς, η Προσωρινή Κυβέρνηση του 'Έγκλιν έκλεισε εκεχειρία και ανακωχή. Υπέγραψαν οι - " Καλά, αυτό δεν μας ενδιαφέρει. Όλοι έχουν γίνει σκόνη εδώ και πολύ καιρό. Ας δούμε τι συνέβη σ'αυτόν." Ο ναύαρχος ξεφύλλισε κι άλλο. "Ορίστε. Η εγγραφή της επόμενης μέρας. Διακόπτεται εδώ όπως παρατηρείς, και συνεχίζεται αργότερα: "Συνεχίζουμε με πλήρη ταχύτητα και κατεύθυνση το Ηλιακό σύστημα. Στο υπερδιάστημα. Όλα καλά. Κατ' εκτίμηση χρόνος άφιξης στη βάση Γκρίφφον, +2μέρες, 8 ώρες".

"Παρατήρησε αυτή την μουτζούρα εδώ πέρα, Χάντστον - θα πρέπει να τινάχτηκε απότομα το χέρι του. Τώρα: "Συνέχεια ημερολογίου: Τυχαία συνάντηση με σκάφος περιπολίας του 'Έγκλιν, που προφανώς αγνοεί την εκεχειρία, κατέληξς σε σοβαρή βλάβη από εκτοξευθείσα τορπίλη. Διαμερίσματα D-4, D-5, D-6, D-7 επλήγησαν. Πλοίο εκτός ελέγχου. Οι μηχανές και η υπερδιαστημική γεννήτρια λειτουργούν ανεξέλεγκτα, και το πλοίο έχει παρεκκλίνει από την πορεία του, αν και η αλλαγή κατεύθυνσης είναι προς το παρόν αδύνατη. 'Έχω υποστεί επιφανειακά εγκαύματα και απλά κατάγματα, στο δεξί πόδι και στο αριστερό χέρι"

"Να και η εγγραφή της επόμενης μέρας: "Το σκάφος εξακολουθεί να βρίσκεται εκτός ελέγχου, οι μηχανές και η γεννήτρια συνεχίζουν να λειτουργούν ανεξέλεγκτα. Σχεδόν όλα τα όργανα του πλοίου έχουν εκραγεί ή βραχυκυκλωθεί από το σόκ της έκρηξης. Η πλοήγηση είναι αδύνατη. Το πλοίο τώρα μπαινοβγαίνει στο υπερδιάστημα με τυχαίο τρόπο. Προσπάθεια αποσύνδεσης γεννήτριας απέβη άκαρπη. Υποπτεύομαι περίπλοκες και αυξανόμενες ζημιές στα κυκλώματα και τα δίκτυα συντονισμού".

"Γιατί δεν κάλεσε βοήθεια, ναύαρχε;"

Ο ναύαρχος κοίταξε έντονα τον Χάντστον. "Δεν μπορούσε. Ο λόγος που βρισκόταν εκεί κατ' αρχήν ήταν επειδή δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν με ταχύτητα μεγαλύτερη του φωτός, παρά μόνο με αγγελιαφόρους. Βρισκόταν σε αδιέξοδο Χάντστον. 'Ήταν πληγωμένος και παγιδευμένος. Κι αυτή, άλλωστε, είναι και η τελευταία εγγραφή που υπάρχει στο επίσημο ημερολόγιο. Το υπόλοιπο είναι ένα σύντομο χρονικό:

"Ανώμαλη προσγείωση στις 1200 περίπου ώρα Γκρήνουιτς σε μικρό, ακατοίκητο, άγνωστο πλανήτη. Οι αστερισμοί δεν βοηθάνε στον προσανατολισμό, ούτε με Αεροναυτική Προβολή. Παγιδεύτηκα εδώ για πάντα".

"Το σκάφος διαλύθηκε εντελώς με την πρόσκρουση. Τώρα έχω δυο σπασμένα πόδια, και μερικές πληγές. 'Έχω βγάλει όμως έξω το φαρμακείο οπότε δεν υπάρχει μεγάλο πρόβλημα. Όχι προς το παρόν. 'Έχω εσωτερική αιμορραγία, και δεν μπορώ να καταλάβω πως θα βάλω νάρθηκα Στέντμαν σ' αυτό το τραύμα"

"'Έκανα μερικές εξερευνήσεις το απόγευμα. Από εδώ που βρίσκομαι, αυτό το μέρος φαίνεται μια ατελείωτη πράσινη πεδιάδα, αλλά είδα μερικά βουνά και ποτάμια πριν πέσω. Κάνει κρύο, αλλά όχι ανησυχητικό, εκτός κι αν είναι καλοκαίρι αυτή την εποχή. Μπορεί να είναι άνοιξη. Θ' αρχίσω να ανησυχώ για τον χειμώνα όταν θα έρθει"
"Αναρωτιέμαι πόσος καιρός να περάσει μέχρι να μάθουν στη Γη ότι ο πόλεμος τελείωσε;""

Το κεφάλι του Σίμπσον τινάχτηκε απότομα. Να'τες πάλι αυτές οι λέξεις. 'Ένιωθε όλο και πιο μπερδεμένος, κι όλο και πιο απαθής κι άδειος. Θα΄ πρεπε να τον ενδιαφέρει αυτό το σκάφος, κι αυτοί οι άνθρωποι. Γύρισε όμως το κεφάλι του αδιάφορα, και ούτε τα λεία, συμπαγή τοιχώματα, που έλαμπαν με το δικό τους φως, ούτε οι δυό Γήινοι με τις πορφυρές στολές τους, φαίνονταν ικανοί να τον εντυπωσιάσουν πραγματικά.

Βρισκόταν εδώ.. Τα είχε καταφέρει. Και δεν φαινόταν να τον ένοιαζε τι θα συνέβαινε μετά.

"Δεν γράφει και πολλά παρακάτω", έλεγε ο ναύαρχος.
""Σήμερα νιώθω αρκετά αδύναμος. Δεν υπάρχει αμφιβολία - χάνω περισσότερο αίμα από όσο μπορώ ν' αντέξω. Τρωω τις ράβδους προθρομβίνης λες και είναι καραμέλες, αλλά δεν βοηθάνε. Αλλωστε όπου να'ναι τελειώνουν"

"Η τροφή θα είναι τελικά το πρόβλημα, ούτως η άλλως. Δεν φαίνεται να υπάρχει τίποτε που θα μπορούσα να φαω σ'αυτόν τον πλανήτη, εκτός από κάτι μικρά ζωάκια που μοιάζουν Σα διασταύρωση σκίουρου με σαύρα. Θες καμιά ντουζίνα από αυτά για ένα καλό πρωινό."

"Δεν έχει νόημα να κοροϊδεύω τον εαυτό μου. Αν το πληροφοριακό Αυτόματο Μεταβιβαστικό μου δεν μπορεί να κρατήσει τα εντόσθιά μου στη θέση τους, ούτε η βιταμίνη Κ πρόκειται να τα καταφέρει. Η τροφή τελικά δεν είναι και τόσο πρόβλημα"

"'Έκανα μια πολύ ενδιαφέρουσα σκέψη. 'Έχω αυτή την πληροφορία, κι ένα Π.Α.ΜΕ υποτίθεται ότι ζει μέσα μου και φροντίζει να φτάσει αυτή η πληροφορία στον προορισμό της. Αυτό δεν το είχα ξανασκεφτεί ποτέ πρίν. Πάντα κατάφερνα να παραδίδω τα μηνύματα μόνος μου. Υπάρχει όμως αυτό το πράγμα, που είναι από μόνο του μισοζώντανο, και ζει μέσα μου. Είναι φτιαγμένο για να φροντίζει με κάθε τρόπο να φτάσουν οι πληροφορίες που μεταφέρω στους σωστούς ανθρώπους. 'Έχω ακούσει ακόμα και για κάποιο Π.Α.ΜΕ που βγήκε από τον άνθρωπο του και μπήκε σε έναν 'Έγκι, κι έκανε αυτόν να μεταφέρει το μήνυμα. Είναι διαβολεμένα έξυπνα, με τον τρόπο τους. Τίποτα δεν τα σταματά. Τίποτα δεν τα φιμώνει."

"Λοιπόν, να'μαι, ένας Θεός ξέρει πού, ολομόναχος, σ'ένα μέρος που κανείς δεν πρόκειται να βρει. Αν είχα ένα σκάφος, θα μπορούσα απλώς να μπω μέσα του και να φύγω. Κάποτε θα προσγειωνόμουν σε εδάφη της Ομοσπονδίας. Αλλά δεν έχω σκάφος. Δεν έχει μείνει ούτε καν ένα μεγάλο μέρος από μένα τον ίδιο. Αναρωτιέμαι τι θα κάνει τώρα το Π.Α.ΜΕ""

Ο ναύαρχος κοίταξε τον Χάντστον. "Εδώ τελειώνει. Υπογράφεται "Νόρμαν Κάστλ, σημαιοφόρος, Γ.Δ.Ν", κι έτσι τελειώνει"

Ο Χάντστον κοίταξε αδιάφορα το ναύαρχο. "Εντυπωσιακό", είπε. "Αυτό θα πρέπει πραγματικά να ήταν πρόβλημα για το Π.Α.ΜΕ του, έτσι δεν είναι; Υποθέτω ότι το μοντέλο τους ήταν παλιό και θα πρέπει να πέθανε μαζί του".

"Τα Π.Α.ΜΕ δεν πεθαίνουν, Χάντστον", είπε ο ναύαρχος αργά. 'Έκλεισε το παλιό ημερολόγιο, και ένας μορφασμός, γεννημένος από την ολοένα και μεγαλύτερη ένταση κάποιου φρικτού συλλογισμού, απλώθηκε αργά στο πρόσωπό του. "Αν έχεις ένα Π.Α.ΜΕ έχεις χιλιάδες. Και δεν εγκαταλείπουν ποτέ την αποστολή τους", είπε, και η φωνή του έγινε ψίθυρος. "Είναι τόσο ηλίθια, και ταυτόχρονα τόσο πονηρά, που δεν τα εγκαταλείπουν ποτέ".

Κοίταξε τον Σίμπσον. "Αν και δεν πιστεύω κάποιο από αυτά να εξελίχθηκε τόσο που να απέκτησε αίσθηση του χρόνου. Αληθινή αίσθηση του χρόνου. Τέτοια ώστε να μπορεί να κρίνει ότι η αποστολή του δεν έχει πια κανένα νόημα".

Κούνησε το κεφάλι του κοιτώντας τον Σίμπσον. "Ο πόλεμος τελείωσε", του είπε. "'Έχει τελειώσει εδώ και πολύ καιρό. Ευχαριστώ, πάντως. 'Έκανες το καθήκον σου".

Ο Σίμπσον δεν τον άκουσε. 'Ένιωθε άδειος. Ο δαίμονας είχε βγει από μέσα του, κι ένιωθε το μυαλό του να κλείνει, να χάνει το ενδιαφέρον του για τα πράγματα που ήταν σημαντικά για τους ανθρώπους. 'Έπεσε με τα τέσσερα στο κατάστρωμα, ξέσκισε λυσσασμένα τα ρούχα του με τα δόντια κι άρχισε να κλαψουρίζει.