Harry Harrison
An Alien Agony (1962)
Μετάφραση: Άγγελος Μαστοράκης
Κάπου ψηλά, κρυμμένος πίσω από τα αιώνια σύννεφα του κόσμου των Γουέσκερ, ένας κεραυνός κινιόταν με ένα υπόκωφο μπουμπουνητό που συνεχώς μεγάλωνε. Ο έμπορος Τζων Γκαρθ σταμάτησε όταν τον άκουσε, κι ενώ οι μπότες του βυθίζονταν αργά μέσα στη βρώμικη λάσπη, έφερε το χέρι του γύρω από το καλό του αυτί για να πιάσει καλύτερα τον ήχο. Ο ήχος πότε έσβηνε και πότε πλησίαζε μέσα στην πυκνή ατμόσφαιρα και γινόταν όλο και πιο δυνατός.
«Αυτός ο θόρυβος είναι ο ίδιος με το θόρυβο που κάνει το ουρανόπλοιό σου», είπε ο Ιτίν, με αυτόν τον απαθέστατο και ψυχρό ορθολογισμό των Γουέσκερ, κατακερματίζοντας αργά μέσα στο μυαλό του όλη αυτή την πρόταση στα συνθετικά της και εξετάζοντάς τα από κάθε δυνατή άποψη για να τα αντιληφθεί καλύτερα. «Μα το πλοίο σου βρίσκεται ακόμα εκεί που το προσεδάφισες. Πρέπει να είναι εκεί, παρ' όλο που δεν μπορούμε να το δούμε, μια και εσύ είσαι ο μόνος που μπορεί να το χειριστεί. Κι ακόμα και αν κάποιος άλλος μπορούσε να το κάνει να λειτουργήσει, θα το είχαμε ακούσει να σηκώνεται ψηλά στον ουρανό. Αφού κάτι τέτοιο δεν έγινε κι αν αυτός ο ήχος είναι ο ήχος ενός ουρανόπλοιου, τότε αυτό θα πρέπει να σημαίνει...»
«Ναι, είναι ένα άλλο διαστημόπλοιο», είπε ο Γκαρθ που, απορροφημένος υπερβολικά στις δικές του σκέψεις, δεν μπορούσε να περιμένει την κοπιαστική, λογική αλληλουχία του Γουεσκεριανού να φτάσει στο δικό του συμπέρασμα. Και βέβαια ήταν ένα άλλο διαστημόπλοιο, εξάλλου το ήξερε πως ήταν θέμα χρόνου να εμφανιστεί κάποιο, και σίγουρα αυτό το διαστημόπλοιο κατέβαινε, κατευθύνοντας την πορεία του με το ραντάρ - αντανακλαστήρα, όπως είχε κάνει και αυτός πριν. Το πλοίο του θα φαινόταν ξεκάθαρα στις οθόνες του καινουριοφερμένου και το πιθανότερο ήταν πως θα προσεδάφιζαν αυτό το διαστημόπλοιο όσο το δυνατόν πιο κοντά στο δικό του.
«Καλύτερα να προχωρήσεις Ιτίν», είπε. «Χρησιμοποίησε το νερό, ώστε να μπορέσεις να πας στο χωριό πιο γρήγορα. Πες σε όλους να πάνε πίσω στους βάλτους, μακριά από το στέρεο έδαφος. Αυτό το πλοίο προσεδαφίζεται αυτόματα, κι όποιος βρεθεί από κάτω του τη στιγμή που θα κατεβαίνει στο έδαφος θα ψηθεί ζωντανός».
Αυτή η άμεση απειλή ήταν αρκετά σαφής για το μικρό αμφίβιο Γουέσκερ. Πριν ο Γκαρθ τελειώσει την κουβέντα του, τα ραβδωτά αυτιά του Ιτίν είχαν διπλωθεί σαν φτερά νυχτερίδας και αυτός γλίστρησε σιωπηλά μες το διπλανό κανάλι. Ο Γκαρθ διέσχισε τη λάσπη, προχωρώντας όσο το δυνατό γρηγορότερα πάνω σε αυτή τη γλοιώδη επιφάνεια. Μόλις είχε φτάσει στην αρχή του ξέφωτου, εκεί που βρισκόταν το χωριό, όταν το βουητό έγινε ένα εκκωφαντικό μούγκρισμα και το διαστημόπλοιο ξεπρόβαλλε μέσα από το πυκνό στρώμα που σχημάτιζαν τα χαμηλά κρεμασμένα σύννεφα. Ο Γκαρθ προφύλαξε τα μάτια του από τη γλώσσα της φωτιάς που κατέβαινε και περιεργάστηκε το σχήμα του γκριζόμαυρου πλοίου με ανάμικτα συναισθήματα.
Μετά από έναν ολόκληρο σχεδόν χρόνο μοναξιάς στον πλανήτη των Γουέσκερ, έπρεπε να πνίξει μέσα του τη λαχτάρα που ένιωθε για την κάθε είδους ανθρώπινη συντροφιά. Κι ενώ το βαθιά θαμμένο στη ψυχή του απομεινάρι του πνεύματος της αγέλης ούρλιαζε από χαρά που θα συναντούσε κάποιον από τη ράτσα του, το εμπορικό του μυαλό δούλευε εντατικά, κάνοντας διάφορες προσθέσεις και υπολογισμούς.
Αυτό το πλοίο μπορούσε κάλλιστα να είναι εμπορικό, κι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, το μονοπώλιο που είχε στο εμπόριο του Γουέσκερ, βρισκόταν στο τέλος του. Μπορεί πάλι να μην ήταν εμπορικό, κι αυτός ήταν ο λόγος που έμεινε κρυμμένος κάτω από τη γιγάντια φτέρη και χαλάρωσε στη θήκη το πιστόλι του.
Το πλοίο έψησε και ξέρανε τη λάσπη σε μια έκταση εκατοντάδων τετραγωνικών μέτρων, το σφυριχτό μούγκρισμα έσβησε και τα ειδικά πέλματα στηρίξεως κατέβηκαν, και χώθηκαν τρίζοντας μέσα στη ξεραμένη κρούστα της λάσπης. Μέταλλα έτριξαν και πήραν την κανονική τους θέση, ενώ το σύννεφο του καπνού και των ατμών παρασύρθηκε αργά και κατακάθισε μες την υγρή ατμόσφαιρα.
«Ε, Γκαρθ - ε, αισχροκερδή και απατεώνα κλέφτη των ιθαγενών - που είσαι ;» μούγκριζαν τα μεγάφωνα του πλοίου. Το σχήμα του διαστημοπλοίου του είχε φανεί κάπως γνωστό, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να μην αναγνωρίσει τον τραχύ τόνο αυτής της φωνής. Ο Γκαρθ χαμογελούσε όταν βγήκε από την κρυψώνα του και σφύριξε διαπεραστικά με τα δυο του δάχτυλα. Ένα κατευθυντικό μικρόφωνο ξεπρόβαλλε μέσα από τη θήκη του, πάνω στο πτερύγιο του πλοίου και στράφηκε προς το μέρος του.
«Τι δουλειά έχεις εδώ, Σινγκ ;» φώναξε προς την κατεύθυνση του μικροφώνου. «Μα είσαι τόσο απατεώνας που δεν μπορείς να βρεις ένα δικό σου πλανήτη κι έρχεσαι εδώ να αρπάξεις τα κέρδη ενός τίμιου εμπόρου;»
«Τίμιου ;» η ενισχυμένη από τα μεγάφωνα φωνή ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια. «Κι αυτό να το ακούς από έναν άνθρωπο που έχει μπει σε πιο πολλές φυλακές παρά σε πορνεία - πάρα πολλά κι αυτά, το παραδέχομαι. Συγνώμη, παλιόφιλε, αλλά δεν θα σε συντροφέψω στην αξιοποίηση αυτής της αρχέγονης σφηκοφωλιάς. Πηγαίνω σε έναν κόσμο με καλύτερη ατμόσφαιρα όπου με περιμένει μια ολόκληρη περιουσία. Σταμάτησα εδώ, μόνο και μόνο γιατί παρουσιάστηκε μια ευκαιρία να βγάλω ένα τίμιο κέρδος κάνοντας τον ταξιτζή. Σου φέρνω τη φιλία, την τέλεια συντροφιά, έναν άνθρωπο με διαφορετικές δραστηριότητες που θα μπορούσε να σε βοηθήσει στις δικές σου. Θα έβγαινα έξω να σου πω από κοντά ένα 'γειά σου' αλλά, θα έπρεπε έπειτα να περάσω από απολύμανση. Τώρα, περνάω τον επιβάτη από την αεροστεγή θυρίδα και πιστεύω πως δεν θα σε πείραζε να τον βοηθήσεις με τις αποσκευές του».
Τουλάχιστο δεν θα υπήρχε κι άλλος έμπορος στον πλανήτη, κι έτσι του έφυγε αυτή η ανησυχία. Αλλά ο Γκαρθ αναρωτιόνταν ακόμη τι είδους επιβάτης θα έβγαζε εισιτήριο χωρίς επιστροφή γι' αυτόν, τον ακατοίκητο από ανθρώπους κόσμο. Και τι έκρυβε αυτός ο τόνος της φαιδρότητας στη φωνή του Σινγκ ; Έκανε το γύρο του σκάφους, έφτασε στην άλλη μεριά, εκεί που βρισκόταν η σκάλα, και σηκώνοντας τα μάτια του, κοίταξε τον άνθρωπο που πάλευε χωρίς αποτέλεσμα με ένα τεράστιο κασόνι στην πόρτα του αμπαριού του σκάφους. Αυτός γύρισε προς το μέρος του και ο Γκαρθ είδε το κολάρο του κληρικού κι έτσι κατάλαβε για ποιον λόγο ακριβώς κρυφογελούσε ο Σινγκ.
«Τι δουλειά έχεις εδώ πέρα ;» ρώτησε ο Γκαρθ παρ' όλη την προσπάθεια που έκανε για να συγκρατηθεί, η φωνή του ακούστηκε πολύ άγρια. Αν ο άνθρωπος το παρατήρησε, φαίνεται πως το αγνόησε μιας και χαμογελούσε ακόμα όταν κατέβαινε τη σκάλα, απλώνοντας το χέρι του στον Γκάρθ.
«Πάτερ Μαρκ», συστήθηκε. «Της Ιεραποστολικής Αδελφότητας. Χαίρομαι πάρα πολύ που σας...»
«Σε ρώτησα τι δουλειά έχεις εδώ», η φωνή του Γκαρθ, που τώρα την έλεγχε απόλυτα, ακούστηκε παγωμένη και ήρεμη. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει κι αν δεν το έκανε τώρα δεν θα το έκανε ποτέ.
«Θα πρέπει να είναι ολοφάνερο», είπε ο πάτερ Μαρκ, χωρίς να αλλάξει τη γαλήνια όψη του. «Η αδελφότης μας συγκέντρωσε τα κεφάλαια για να στείλει τους πνευματικούς της απεσταλμένους στους ξένους πλανήτες για πρώτη φορά. Ήμουν αρκετά τυχερός ώστε...»
«Πάρε τα πράγματά σου και γύρνα στο σκάφος. Εδώ δεν σε θέλει κανένας κι ούτε ζήτησες άδεια για να αποβιβαστείς. Εδώ θα είσαι φόρτωμα και δεν υπάρχει κανένας στον Γουέσκερ που να μπορεί να σε προσέχει. Γύρνα στο σκάφος».
«Δεν ξέρω ποιος είστε κύριε ή γιατί μου λέτε ψέματα», είπε ο ιερέας.
Ήταν ακόμα ήρεμος, αλλά το χαμόγελό του είχε σβήσει. «Αλλά έχω μελετήσει αρκετά τον το Γαλακτικό Νόμο και την Ιστορία του πλανήτη. Εδώ δεν υπάρχουν ασθένειες ή άγρια θηρία από τα οποία να κινδυνεύω ιδιαίτερα. Επίσης αυτός είναι ένας ανοιχτός πλανήτης και μέχρι να αλλάξει αυτός ο χαρακτηρισμός από τη Διαστημική Επιθεώρηση έχω, όπως ακριβώς κι εσείς, το δικαίωμα να μείνω εδώ».
Είχε δίκιο βέβαια, αλλά ο Γκαρθ δεν είχε διάθεση να του το πει. Είχε μπλοφάρει ελπίζοντας πως ο ιερέας δε γνώριζε τα δικαιώματά του. Αλλά, να που τα γνώριζε. Δεν υπήρχε πια παρά μόνο ένας τρόπος δράσης, πολύ δυσάρεστος, αλλά έπρεπε να τον ακολουθήσει όσο υπήρχε ακόμα καιρός.
«Μπες μες στο πλοίο», φώναξε χωρίς να κρύβει το θυμό του. Με μια ρευστή κίνηση το όπλο του βρέθηκε έξω από τη θήκη, κι η μαύρη, γεμάτη τρύπες κάνη λίγα εκατοστά από το πρόσωπο του ιερέα. Το πρόσωπο του ιερωμένου έγινε κάτασπρο, αλλά δεν κουνήθηκε από τη θέση του.
«Τι στο διάολο κάνεις Γκαρθ ;» έτριξε από το μεγάφωνο η ταραγμένη φωνή του Σινγκ. «Ο φίλος πλήρωσε τα ναύλα του και δεν έχεις κανένα δικαίωμα να τον διώξεις από τον πλανήτη».
«Έχω όμως αυτό το δικαίωμα», είπε ο Γκαρθ σημαδεύοντας τον παπά ανάμεσα στα μάτια. «Του δίνω τριάντα δευτερόλεπτα για να γυρίσει στο πλοίο, αλλιώς θα πατήσω τη σκανδάλη».
«Λοιπόν, μου φαίνεται πως ή έχεις τρελαθεί εντελώς ή αστειεύεσαι», ακούστηκε βραχνά η εκνευρισμένη φωνή του Σινγκ. «Αν πρόκειται για αστείο, είναι κακόγουστο, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται μα τη γλυτώσεις. Σε αυτό το παιχνίδι μπορούν να παίξουν δύο άτομα, μόνο που εγώ το παίζω καλύτερα».
Ακούστηκε ο βαθύς θόρυβος της κίνησης βαριών ρουλεμάν κι ο τηλεκατευθυνόμενος τετράκανος πυργίσκος στο πλάι του σκάφους περιστράφηκε και σημάδεψε τον Γκάρθ.
«Τώρα λοιπόν - κάτω το πιστόλι και δώσε ένα χεράκι στον πάτερ Μαρκ», διέταξε το μεγάφωνο, ενώ στη φωνή διακρινόταν ξανά ένα ίχνος ευθυμίας. «Όσο και να θέλω παλιόφιλε, δε μπορώ να σε βοηθήσω. Νομίζω πως έφτασε η ώρα να συζητήσεις με τον πάτερ Μαρκ' εξάλλου εγώ είχα την ευκαιρία να μιλήσω μαζί του σε όλη τη διαδρομή από τη Γη μέχρι εδώ».
Ο Γκαρθ έβαλε στη θήκη το όπλο με μια έντονη αίσθηση αμηχανίας.
Ο πάτερ Μαρκ προχώρησε με το ελκυστικό του χαμόγελο ξανά στο πρόσωπο και με μια Βίβλο, που είχε βγάλει από μια τσέπη του ράσου του, στο χέρι. «Τέκνον μου», είπε.
«Δεν είμαι τέκνο σου», ήταν το μόνο που μπόρεσε να αρθρώσει ο Γκαρθ, καθώς τον έπνιγε η συνειδητοποίηση της ήττας του. Η γροθιά του τραβήχτηκε προς τα πίσω, καθώς ο θυμός του τον συνέπαιρνε, και το μόνο που μπορούσε να κάνει, ήταν να ανοίξει τη γροθιά του, έτσι που να χτυπήσει τον ιερέα μόνο με την παλάμη του. Παρόλα αυτά, το χτύπημα πέταξε με πάταγο τον ιερέα στο χώμα και σκόρπισε τις σελίδες του βιβλίου μέσα στην παχιά λάσπη.
Ο Ιτίν και οι άλλοι Γουέσκερ είχαν παρακολουθήσει τα πάντα με ένα φαινομενικά απαθέστατο ενδιαφέρον κι ο Γκαρθ δεν έκανε καμιά προσπάθεια να απαντήσει στα ανέκφραστα ερωτήματά τους. Ξεκίνησε για το σπίτι του, αλλά ξαναγύρισε όταν είδε ότι έμεναν ακόμα ακίνητοι στις θέσεις τους.
«Ένας νέος άνθρωπος έχει έρθει», τους είπε. «Θα χρειαστεί βοήθεια με τα πράγματα που έφερε. Αν δεν έχει που να τα βάλει, μπορείτε να τα πάτε στη μεγάλη αποθήκη μέχρι να αποκτήσει ένα δικό του χώρο».
Τους παρακολούθησε να διασχίζουν προχωρώντας σαν πάπιες το ξέφωτο προς το διαστημόπλοιο, έπειτα μπήκε στο σπίτι και ένοιωσε μια κάποια ικανοποίηση κλείνοντας δυνατά κι απότομα την πόρτα, που ράγισε ένα από τα τζάμια της. Ένοιωσε την ίδια οδυνηρή ευχαρίστηση σαν άνοιξε ένα από τα μπουκάλια του ιρλανδέζικου ουίσκι που φύλαγε τα μπουκάλια, εννοούσε κάτι άλλο. Το ουίσκι ήταν καλό κι έδιωξε λίγο, αλλά όχι εντελώς την άσχημη γεύση που είχε στο στόμα του. Αν η τακτική του έφερνε αποτέλεσμα, η επιτυχία θα δικαιολογούσε τα πάντα. Αλλά, είχε αποτύχει κι εκτός από την οδύνη της αποτυχίας, είχε την έντονη αίσθηση πως είχε γελοιοποιήσει τον εαυτό του με αυτά που έκανε. Ο Σινγκ είχε απογειωθεί χωρίς να τον αποχαιρετίσει. Δε μπορούσε να ξέρει κανένας τι αίσθηση του έκανε το όλο επεισόδιο, αν κι ήταν σίγουρο πως γυρίζοντας στην Εμπορική Εστία, θα κουβαλούσε μαζί του διάφορες περίεργες ιστορίες. Καλά, με αυτό θα ασχολιόταν την επόμενη φορά που θα ανανέωνε το συμβόλαιό του. Αυτό που έπρεπε να κάνει τώρα, ήταν να συμφιλιωθεί με τον ιεραπόστολο.
Ρίχνοντας μια λοξή ματιά είδε, μέσα από τη βροχή, τον παπά να αγωνίζεται να στήσει μια λυόμενη σκηνή, ενώ όλοι οι κάτοικοι του χωριού παρατεταγμένοι σε κανονικές σειρές, τον παρακολουθούσαν. Φυσικά, κανένας δεν πρόσφερε τη βοήθειά του.
Μέχρι να στηθεί η σκηνή και να μεταφερθούν τα κασόνια και τα κιβώτια μέσα, η βροχή είχε σταματήσει. Το ποτό μες στο μπουκάλι είχε κατέβει αρκετά και ο Γκαρθ αισθανόταν έτοιμος να αντιμετωπίσει την αναπόφευκτη συνάντηση. Στην πραγματικότητα, ήθελε πάρα πολύ να συζητήσει με αυτόν τον άνθρωπο. Πέρα από όλο αυτό το ηλίθιο επεισόδιο, μετά από έναν ολόκληρο χρόνο μοναξιάς, κάθε ανθρώπινη συντροφιά ήταν καλοδεχούμενη. « Θα φάμε μαζί απόψε ; Τζων Γκαρθ » έγραψε στο πίσω μέρος μιας παλιάς παραγγελίας. Μπορεί όμως ο άνθρωπος να φοβόταν πάρα πολύ να έρθει. Και δεν ήταν αυτός τρόπος για να αρχίσει μια οποιουδήποτε είδους σχέση. Ψάχνοντας κάτω από την κουκέτα του, βρήκε ένα αρκετά μεγάλο κουτί κι έβαλε μέσα το πιστόλι του.
Ο Ιτίν φυσικά, περίμενε έξω από την πόρτα όταν την άνοιξε, μια και ήταν η σειρά του για Συλλέκτης της Γνώσης. Του έδωσε το σημείωμα και το κουτί.
«Τα πηγαίνεις στο νέο άνθρωπο ;» του είπε.
«Είναι το όνομά του Νέος Άνθρωπος ;» ρώτησε ο Ιτίν.
«Όχι δεν είναι», είπε απότομα ο Γκαρθ. «Το όνομά του είναι Μαρκ. Κι αυτό που θέλω είναι να του δώσεις αυτά τα πράγματα, κι όχι να πιάσεις την κουβέντα».
Όπως συνέβαινε πάντοτε όταν έχανε την ψυχραιμία του, η σχολαστική κυριολεξία των Γουέσκερ κέρδισε το παιχνίδι. «Εσύ δεν θέλεις συζήτηση ;» είπε αργά ο Ιτίν, «αλλά ο Μαρκ, μπορεί να θέλει να συζητήσει. Και οι άλλοι θα θέλουν να μάθουν το όνομά του. Αν δεν ξέρω το όνο...» Η φωνή κόπηκε απότομα καθώς ο Γκαρθ βρόντηξε την πόρτα. Ούτε αυτό όμως τον έσωζε, παρά μόνο προσωρινά, γιατί την επόμενη φορά που θα συναντούσε τον Ιτίν - μετά από μια μέρα ή μια βδομάδα ή ένα μήνα - ο μονόλογος θα συνεχιζόταν από την ίδια λέξη που είχε διακοπεί και οι σκέψεις θα ξεδιπλώνονταν μέχρι τέλους τα επιμέρους νοήματά τους.
Ο Γκαρθ βλαστήμησε μέσα από τα δόντια του και πρόσθεσε νερό σε δυο από τα πιο γευστικά συμπυκνωμένα φαγητά που του απόμεναν.
«Εμπρός», είπε όταν άκουσε το διακριτικό χτύπημα στην πόρτα. Ο ιερέας μπήκε και του άπλωσε το κουτί με το πιστόλι.
«Ευχαριστώ για το δάνειο, κύριε Γκαρθ. Εκτιμώ πάρα πολύ το πνεύμα με το οποίο το στείλατε. Δεν έχω ιδέα για τις αιτίες του δυσάρεστου γεγονότος που δημιουργήθηκε όταν αποβιβάστηκα αλλά, νομίζω πως θα ήταν καλύτερο και για τους δυο μας να το ξεχάσουμε, εφόσον πρόκειται να μείνουμε οι δυο μας για ένα χρονικό διάστημα μαζί σε αυτόν τον πλανήτη».
«Ένα ποτό ;» ρώτησε ο Γκαρθ, παίρνοντας το κουτί και δείχνοντας το μπουκάλι πάνω στο τραπέζι. Γέμισε δυο ποτήρια και πρόσφερε το ένα στον ιερέα. «Αυτά περίπου σκέφτηκα κι εγώ, αλλά σου οφείλω ακόμα μια εξήγηση γι αυτά που έγιναν εκεί έξω». Κοίταξε για μια στιγμή το ποτήρι του συνοφρυωμένος, κι έπειτα το σήκωσε.
«Ο κόσμος είναι πολύ μεγάλος και πιστεύω πως πρέπει να προσπαθήσουμε να τον καταλάβουμε καλύτερα. Στην υγειά της Λογικής!»
«Ο Θεός μαζί σου», είπε ο Μαρκ κι ύψωσε και εκείνος το ποτήρι του.
«Ούτε μαζί μου ούτε μαζί με αυτόν τον πλανήτη», είπε με σταθερό τόνο ο Γκαρθ. «Κι αυτό ακριβώς είναι το φλέγον σημείο της υποθέσεως».
Μισοάδειασε το ποτήρι του, και αναστέναξε.
«Αυτό το είπε για να με σοκάρεις ;» ρώτησε χαμογελώντας ο ιερέας. «Σε διαβεβαιώ πως δε με σόκαρε».
«Δεν είχα αυτή την πρόθεση. Το εννοούσα κυριολεκτικά. Υποθέτω ότι εγώ είμαι αυτό που εσύ θα έλεγες, άθεος, έτσι εξ αποκαλύψεως θρησκείες δε με ενδιαφέρουν. Ενώ οι ιθαγενείς αυτού του πλανήτη, παρόλο που είναι απλοί, αγράμματοι και βρίσκονται ακόμα στη λίθινη εποχή τους, έχουν φτάσει σε αυτό το σημείο χωρίς να έχουν μέχρι στιγμής δεισιδαιμονίες ή διάφορες άλλες δοξασίες σχετικά με την ύπαρξη του Θεού. Είχα την ελπίδα, πως θα συνέχιζαν σε αυτό το δρόμο».
«Τι είναι αυτά που λες», είπε ο ιερέας συνοφρυωμένος. «Εννοείς πως δεν έχουν ούτε θεούς, ούτε δοξασίες για το σι συμβαίνει μετά το θάνατο ; Μα πρέπει να πεθαίνουν...»
«Και βέβαια πεθαίνουν, αλλά ξαναγυρνάνε στο χώμα, όπως και όλα τα άλλα ζώα. Έχουν κεραυνούς, δέντρα και νερά χωρίς όμως να έχουν Θεό του κεραυνού ή πνεύματα των δέντρων ή νύμφες του νερού. Δεν έχουμε κανένα άσχημο μικρό Θεό, ούτε ταμπού, ούτε κατάρες που να τους καταπιέζουν και να περιορίζουν τη ζωή τους. Είναι οι μόνοι πρωτόγονοι άνθρωποι απ' όσους έχω συναντήσει, που είναι τελείως απαλλαγμένοι από τις δεισιδαιμονίες και γι' αυτό, όπως φαίνεται, είναι πιο ευτυχισμένοι και πιο υγιείς. Το μόνο που ήθελα, ήταν να μείνουν έτσι όπως είναι»».
«Ήθελες να τους κρατήσεις μακριά από το Θεό - μακριά από τη Σωτηρία ;» τα μάτια του ιερέα άνοιξαν έκπληκτα κι ο ίδιος τραβήχτηκε ελαφρά προς τα πίσω.
«Όχι», είπε ο Γκαρθ. «Ήθελα να τους κρατήσω μακριά από τη δεισιδαιμονία μέχρι που να μάθουν περισσότερα πράγματα και να μπορέσουν να τα εξετάσουν όλα αυτά ρεαλιστικά, χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος να αφομοιωθούν κι ίσως να καταστραφούν από αυτές τις ιδέες».
«Προσβάλλετε την εκκλησία, κύριε, με το να την εξομοιώνεται με αυτές τις δεισιδαιμονίες...»
«Σε παρακαλώ», είπε ο Γκαρθ, σηκώνοντας το χέρι του. «Όχι Θεολογικά επιχειρήματα. Δε νομίζω πως η Αδελφότης σας χρηματοδότησε αυτό το ταξίδι μόνο και μόνο για να προσπαθήσει να με προσηλυτίσει. Παραδέξου απλώς το γεγονός πως οι πεποιθήσεις μου έχουν διαμορφωθεί μετά από σκέψεις πολλών ετών και δεν πρόκειται να αλλάξουν με τις οποιεσδήποτε τετριμμένες μεταφυσικές συζητήσεις. Σου υπόσχομαι πως δε θα προσπαθήσω να σε προσηλυτίσω - με την προϋπόθεση να κάνεις και εσύ το ίδιο».
«Σύμφωνοι, κύριε Γκαρθ. Όπως μου υπενθυμίσατε, η αποστολή μου είναι να σώσω αυτές τις ψυχές, κι αυτό πρέπει να κάνω. Αλλά γιατί να σας ενοχλεί τόσο πολύ η δουλειά μου, ώστε να προσπαθήσετε να μου απαγορεύσετε να αποβιβαστώ σε αυτόν τον πλανήτη ; Κι ακόμα να με απειλήσετε με το όπλο σας και να ...» ο ιερέας σταμάτησε και κατέβασε το βλέμμα του στο ποτήρι που κρατούσε.
«Να σε χτυπήσω ;» ρώτησε ο Γκαρθ με μια ξαφνική σκυθρωπή έκφραση. «Γι' αυτό δεν υπάρχουν δικαιολογίες, και θα 'θελα να σου ζητήσω συγγνώμη. Φοβερά κακοί τρόποι και ακόμα χειρότερη διάθεση. Ζήσε μόνος αρκετό καιρό και θα δεις ότι αρχίζεις να κάνεις τέτοια πράγματα». Έριξε ένα σκεφτικό βλέμμα στα μεγάλα του χέρια που ακουμπούσαν στο τραπέζι, που κάθε μια από τις ουλές και τους ρόζους επάνω τους, του θύμιζε και κάτι άλλο. «Ας το πούμε απογοήτευση μια και δεν υπάρχει καλύτερη λέξη. Με τη δουλειά που κάνεις, θα είχες πολλές ευκαιρίες να φτάσεις και να κρυφοκοιτάξεις στις πιο απόκρυφες περιοχές του ανθρώπινου μυαλού κι όλο και κάτι θα ξέρεις για τα ανθρώπινα κίνητρα και την ευτυχία. Η ζωή μου ήταν τόσο γεμάτη που δε σκέφτηκα ποτέ μου να τακτοποιηθώ και να κάνω οικογένεια, και μέχρι πρόσφατα δεν ένοιωσα την έλλειψή της. Ίσως να έχω ξεμωραθεί από καμιά διαρροή ακτινοβολίας, αλλά είχα αρχίσει να νιώθω αυτούς τους τριχωτούς και αμφίβιους Γουέσκερ κάπως σαν παιδιά μου και να νομίζω πως έχω μια ευθύνη απέναντί τους».
«Όλοι είμαστε παιδιά Του», είπε ο πάτερ Μαρκ ήρεμα.
«Να, λοιπόν που εδώ υπάρχουν μερικά από τα παιδιά Του, που δε μπορούν καν, να φανταστούν την ύπαρξή Του», είπε ο Γκαρθ, θυμωμένος απότομα με τον εαυτό του που είχε αφήσει να αποκαλυφθούν τα πιο λεπτά του συναισθήματα. Παρόλ' αυτά αμέσως ξέχασε τα πάντα κι έσκυψε μπροστά παρασυρμένος από μια τεράστια συναισθηματική ένταση. «Δε μπορείς να καταλάβεις τη σημασία αυτού του γεγονότος ; Ζήσε λίγο με τους Γουέσκερ και θα ανακαλύψεις μια απλή και ευτυχισμένη ζωή, που μπορεί να παραβληθεί με αυτή την κατάσταση της Χάριτος για την οποία εσύ και όλοι οι όμοιοί σου μιλάτε συνεχώς. Χαίρονται με τη ζωή τους, και δεν κάνουν κανένα να υποφέρει. Κατά τύχη έχουν εξελιχθεί σε έναν γυμνό και άγονο κόσμο, κι έτσι δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να ξεπεράσουν τον πολιτισμό της λίθινης εποχής. Αλλά διανοητικά είναι όμοιοι με εμάς - ίσως και ανώτεροι. Έχουνε μάθει όλοι τη γλώσσα μου έτσι, που εύκολα μπορώ να τους εξηγώ όλα όσα θέλουν να μάθουν. Η γνώση κι η απόκτηση γνώσης, τους δίνει πραγματική ικανοποίηση. Έχουν μια τάση να γίνονται εκνευριστικοί μερικές φορές, αλλά αυτό συμβαίνει γιατί κάθε νέο στοιχείο πρέπει να συνδεθεί δομικά με όλα τα προηγούμενα, αλλά, όσο περισσότερα μαθαίνουν, τόσο αυτή η διαδικασία γίνεται συντομότερη. Θα έρθει κάποια μέρα που θα γίνουν ισάξιοι με τους ανθρώπους σε όλα, κι ίσως μας ξεπεράσουν. Αν βέβαια - θα μου κάνεις μια χάρη;»
«Ότι μπορώ».
«Άσε τους ήσυχους. Ή πάλι αν πρέπει, δίδαξέ τους - Ιστορία, Φυσική, Φιλοσοφία, Νομικά, οτιδήποτε θα τους βοηθήσει να αντιμετωπίσουν τις πραγματικότητες αυτού του τεράστιου σύμπαντος που μέχρι τώρα δεν ήξεραν καν ότι υπάρχει. Αλλά μην τους αναστατώνεις με τα μίση σου και τον πόνο, τις ενοχές, την αμαρτία και την τιμωρία. Ποιος ξέρει τι βλαβερά αποτελέσματα...»
«Γίνεστε προσβλητικός, κύριε», είπε ο ιερέας και τινάχτηκε όρθιος. Το γκρίζο του κεφάλι μόλις έφτανε σε ύψος το πηγούνι του τεράστιου διαστημοεμπόρου, αλλά, παρόλ' αυτά δεν έμοιαζε να φοβάται να υπερασπιστεί αυτό που πίστευε. Ο Γκαρθ, που είχε και αυτός σηκωθεί όρθιος, δεν έπαιζε πια το ρόλο του μετανοούντος αμαρτωλού. Στέκονταν αντιμέτωποι μες το θυμό τους, όπως έκαναν πάντοτε οι άνθρωποι από αμέτρητα χρόνια, αλύγιστοι, υπερασπίζοντας αυτό που νομίζει σωστό ο καθένας.
«Δικό σου είναι το λάθος», φώναξε ο Γκαρθ. «Φταίει αυτός ο απίστευτος εγωισμός να νομίζεις πως αυτή η ούτε καν πρωτότυπη κι ασήμαντη μυθολογία σου που διαφέρει ελάχιστα από τις χιλιάδες άλλες που καταπιέζουν ακόμα τους ανθρώπους, μπορεί να κάνει οτιδήποτε άλλο, εκτός από το να φέρει τη σύγχυση στα ολοκάθαρα ακόμα μυαλά τους! Δεν αντιλαμβάνεσαι πως πιστεύουν στην αλήθεια - και δεν έχουν ακούσει καν πως υπάρχει κάτι που λέγεται ψέμα. Δεν έχουν φτάσει ακόμα στο σημείο να μπορούν να κατανοήσουν πως ένα άλλο είδος μυαλού μπορεί να σκέφτεται διαφορετικά από το δικό τους. Θα τους γλιτώσεις από αυτή τη... ;»
«Εγώ θα κάνω το καθήκον μου, που είναι το θέλημά Του. Αυτά εδώ είναι πλάσματα του Θεού κι έχουν ψυχή. Δε μπορώ να παραβλέψω την αποστολή μου, που είναι να τους μεταφέρω το Θείο λόγο, έτσι ώστε να μπορέσουν να σωθούν και να εισέλθουν εις την Βασιλεία των Ουρανών».
Όταν ο ιερέας άνοιξε την πόρτα, ο άνεμος την παρέσυρε και την άνοιξε διάπλατα. Εξαφανίστηκε μέσα στο ανεμοδαρμένο σκοτάδι, ενώ η πόρτα ανοιγόκλεινε από τον αέρα που έφερνε μες στο σπίτι τις ψιχάλες της βροχής. Οι μπότες του Γκαρθ γέμισαν λάσπες το πάτωμα όταν έκλεισε την πόρτα, κρύβοντας έτσι τον Ιτίν που περίμενε υπομονετικά κι αγόγγυστα μες στην καταιγίδα, ελπίζοντας μόνο πως ο Γκαρθ μπορεί να σταματούσε για μια στιγμή, και να του μετέδιδε κάποιο ελάχιστο μέρος από την τόση μεγάλη και θαυμαστή Γνώση του.
Με μια σιωπηρή συμφωνία, εκείνη η νύχτα δεν αναφέρθηκε ποτέ πια. Μετά από μερικές μέρες μοναξιάς, που έγιναν ακόμα χειρότερες γιατί ήξερε ο καθένας τους πόσο κοντά βρισκόταν ο άλλος, βρέθηκαν να συζητούν, διάφορα, προσεχτικά διαλεγμένα, ουδέτερα θέματα. Ο Γκαρθ συγκέντρωνε και συσκεύαζε τα εμπορεύματά του, και δεν παραδέχτηκε ποτέ του πως η δουλειά του είχε τελειώσει και ότι μπορούσε να φύγει όποτε ήθελε. Είχε μαζέψει μια μεγάλη ποσότητα από διάφορες ενδιαφέρουσες φαρμακευτικές ουσίες και βότανα, που θα μπορούσε να τα πουλήσει σε πολύ καλή τιμή. Και τα χειροτεχνήματα των Γουέσκερ ήταν βέβαιο πως θα έκαναν μεγάλη εντύπωση στην εξεζητημένη γαλαξιακή αγορά. Η χειροτεχνία στον πλανήτη ήταν πολύ περιορισμένη πριν από τον ερχομό του, ως επί το πλείστον μικρά γλυπτά αντικείμενα, λαξεμένα με δυσκολία πάνω σε πολύ σκληρό ξύλο με τη βοήθεια πέτρινων εργαλείων. Αυτός τους είχε προμηθεύσει εργαλεία και ακατέργαστο μέταλλο από τα αποθέματά του, και τίποτε παραπάνω. Μέσα σε λίγους μήνες οι Γουέσκερ είχαν μάθει, όχι μόνο να δουλεύουν αυτά τα νέα υλικά, αλλά είχαν καταφέρει να μεταφέρουν πάνω τους τις παραδοσιακές τους μορφές και τα μοτίβα τους, δημιουργώντας έτσι τα πιο παράξενα - αλλά και τα πιο όμορφα - χειροτεχνήματα που είχε δει ποτέ του. Το μόνο που είχε να κάνει, ήταν να τα προωθήσει στην αγορά για να δημιουργήσει μια αρχική ζήτηση, κι έπειτα να επιστρέψει στον Γουέσκερ για να προμηθευτεί κι άλλα. Το μόνο αντάλλαγμα που ήθελαν οι Γουέσκερ, ήταν βιβλία. Εργαλεία και γνώσεις, και ήξερε πως με μόνο τις δικές τους προσπάθειες θα κατάφερναν να μπουν στην Γαλακτική Ένωση.
Αυτές ήταν οι ελπίδες του. Αλλά τώρα ένας άνεμος αλλαγής έπνεε στον καταυλισμό που είχε δημιουργηθεί γύρω από το σκάφος του. Ο Γκαρθ δεν ήταν πια το επίκεντρο της προσοχής και το κεντρικό πρόσωπο της ζωής του χωριού. Χαμογελούσε κάθε φορά που σκεφτόταν αυτή την πτώση από το θρόνο της δύναμης αλλά, δεν υπήρχε καμία ευθυμία σε αυτό το χαμόγελο. Σοβαροί και προσεκτικοί οι Γουέσκερ συνέχιζαν να είναι κοντά του αντικαθιστώντας ο ένας τον άλλο σαν Συλλέκτες της Γνώσης, αλλά, η ξερή καταγραφή των γεγονότων που έκαναν, έρχονταν σε μεγάλη αντίθεση με την πνευματική θύελλα που περιτριγύριζε τον ιερέα.
Ενώ ο Γκαρθ τους υποχρέωνε να δουλεύουν για κάθε βιβλίο και κάθε μηχάνημα, ο ιερέας τους τα έδινε δωρεάν. Ο Γκαρθ είχε προσπαθήσει να τους δίνει τη γνώση σταδιακά, αντιμετωπίζοντάς τους σαν πανέξυπνα, αλλά και ανίδεα ακόμα παιδιά. Ήθελε να μάθουν να βαδίζουν πριν να τρέξουν, να ελέγχουν πλήρως το κάθε τους βήμα πριν προχωρήσουν στο επόμενο.
Ο πάτερ Μαρκ τους έφερε απλώς τα ευεργετήματα του Χριστιανισμού. Η μόνη δουλειά που απαιτούσε από αυτούς, ήταν το κτίσιμο μιας εκκλησίας, ενός τόπου λατρείας και μάθησης.
Όλο και περισσότεροι Γουέσκερ εμφανίζονταν μέσα από τους βάλτους του πλανήτη, και μέσα σε λίγες μέρες η σκέπη ήταν έτοιμη, στηριγμένη πάνω σε ένα σκελετό από ξύλινους πασσάλους. Κάθε πρωί οι πιστοί δούλευαν λίγο τους τοίχους, κι έπειτα έμπαιναν βιαστικά στην εκκλησία για να ακούσουν και να μάθουν όλες τις αλήθειες του Σύμπαντος.
Ο Γκαρθ δεν είπε ποτέ στους Γουέσκερ τη γνώμη του γι' αυτά τα καινούρια τους ενδιαφέροντα, κι αυτό βασικά, γιατί ποτέ τους δεν τον ρώτησαν. Η υπερηφάνεια του ή η αξιοπρέπειά του τον εμπόδιζαν να πιάσει έναν από τους τόσο πρόθυμους ακροατές και να του εκμυστηρευτεί τα παράπονά του. Το πράγμα ίσως να άλλαξε αν ήταν Συλλέκτης της Γνώσης ο Ιτίν' ήταν ο πιο έξυπνος από όλους' αλλά την επόμενη μέρα από τον ερχομό του ιερέα, είχε αλλάξει κι από τότε ο Γκαρθ δεν τον είχε δει κι ούτε είχε μιλήσει μαζί του.
Ένοιωσε μεγάλη έκπληξη λοιπόν, όταν μετά από δεκαεφτά από αυτές τις τριπλάσιες σε διάρκεια μέρες του Γουέσκερ, βρήκε μια αντιπροσωπεία έξω από την πόρτα του, όταν βγήκες μετά το πρωινό του. Ο Αρχηγός της αντιπροσωπείας, ήταν ο Ιτίν. Το στόμα του ήταν ελαφρά ανοιχτό. Πολλοί από τους υπόλοιπους Γουέσκερ είχαν κι αυτοί ανοιχτά τα στόματά τους, ένας μάλιστα από αυτούς λες και χασμουριόταν, αφήνοντας να φαίνεται η διπλή σειρά των μυτερών δοντιών του και το μαυροπόρφυρο λαρύγγι του. Αυτά τα στόματα έπεισαν τον Γκαρθ για τη σπουδαιότητα αυτής της συνάντησης., Αυτή ήταν μια από τις Γουεσκεριανές εκφράσεις που είχε μάθει να αναγνωρίζει. Το ανοιχτό στόμα έδειχνε κάποιο πολύ .έντονο συναίσθημα. Τη λύπη ; Την ευτυχία; Το θυμό; ποτέ του δεν μπόρεσε να καταλάβει ακριβώς ποιο. Οι Γουέσκερ ήταν από φυσικού τους ατάραχοι κι έτσι δεν είχε ποτέ δει αρκετά ανοιχτά στόματα ώστε να καταλάβει ποια ήταν η αιτία που τα προκαλούσε. Τώρα όμως, τα έβλεπε παντού, ολόγυρά του.
«Θα μας βοηθήσεις Τζων Γκαρθ ;» είπε ο Ιτίν. «Έχουμε μια ερώτηση».
«Θα σας απαντήσω σε ότι με ρωτήσετε», είπε ο Γκαρθ με ένα αρκετά κακό προαίσθημα. «Ποια είναι η ερώτηση ;»
«Υπάρχει Θεός ;»
«Τι εννοείται όταν λέτε ΄Θεός΄ ;» τους ρώτησε με τη σειρά του ο Γκαρθ. Τι να τους έλεγε;
«Ο Θεός είναι ο Πατέρας μας στον Ουρανό, που μας έπλασε και μας προστατεύει. Αυτός στον Οποίο προσευχόμαστε για βοήθεια, και ο Οποίος αν αποκτήσουμε τη Σωτηρία θα μας...»
«Αρκετά», είπε ο Γκαρθ. «Δεν υπάρχει Θεός».
Είχαν όλοι πια ανοίξει τα στόματά τους, ακόμα και ο Ιτίν, καθώς κοιτούσαν τον Γκαρθ και σκέφτονταν την απάντησή του. Οι σειρές από τα ροζ δόντια θα του προξενούσαν φρίκη αν δεν γνώριζε τόσο καλά αυτά τα πλάσματα. Για μια στιγμή αναρωτήθηκε μήπως είχαν πλέον προσηλυτιστεί, και τον αντιμετώπιζαν σαν αιρετικό, αλλά έδιωξε αμέσως από το μυαλό του αυτή τη σκέψη.
«Σε ευχαριστούμε», είπε ο Ιτίν και έφυγαν όλοι μαζί.
Αν και το πρωινό ήταν ακόμα δροσερό, ο Γκαρθ παρατήρησε πως είχε ιδρώσει και απόρησε.
Ο αντίκτυπος δεν άργησε να φανεί. Ο Ιτίν γύρισε το ίδιο απόγευμα . «Θα έρθεις στην εκκλησία ;» ρώτησε.
«Πολλά από τα πράγματα που μελετάμε μας είναι δύσκολο να τα μάθουμε, αλλά κανένα δεν είναι τόσο δύσκολο όσο αυτό. Θέλουμε τη βοήθειά σου γιατί πρέπει να ακούσουμε τι έχετε να πείτε κι οι δύο μαζί, εσύ και ο πάτερ Μαρκ. Κι αυτό γιατί αυτός λέει ότι αυτή είναι η αλήθεια είναι άλλη και δεν είναι δυνατό να είναι και τα δυο αλήθεια, κι εσύ λες πως η αλήθεια είναι άλλη και δεν είναι δυνατό να είναι και τα δυο αλήθεια ταυτόχρονα. Πρέπει να ανακαλύψουμε ποιο είναι το αληθινό».
«Φυσικά και θα έρθω», είπε ο Γκαρθ, προσπαθώντας να κρύψει τον ενθουσιασμό που ένιωσε απότομα. Δεν είχε κάνει απολύτως τίποτα, αλλά να που ο Γουέσκερ είχαν έρθει σε αυτόν. Ίσως υπήρχαν ακόμα ελπίδες να μείνουν ελεύθεροι.
Έκανε ζέστη μες στην εκκλησία κι ο Γκαρθ απόρησε με τον αριθμό των Γουέσκερ που ήταν εκεί. Ήταν πολύ περισσότεροι από όσους είχε δει ποτέ του μαζεμένους. Πολλά από τα στόματα ήταν ανοιχτά. Ο πάτερ Μαρκ καθόταν πίσω από ένα τραπέζι γεμάτο βιβλία. Φαινόταν δυσαρεστημένος αλλά δεν είπε τίποτα όταν μπήκε ο Γκαρθ. Μίλησε πρώτος ο Γκαρθ.
«Ελπίζω να καταλαβαίνεις πως αυτή ήταν δική τους ιδέα - πως ήρθαν σε μένα με την ελεύθερη βούλησή τους και μου ζήτησαν να έρθω εδώ».
«Το ξέρω», είπε ο ιερέας καρτερικά. «Μερικές φορές γίνονται πολύ ισχυρογνώμονες. Αλλά μαθαίνουν όλο και περισσότερα και θέλουν να πιστέψουν κι αυτό είναι σημαντικό».
«Πάτερ Μαρκ κι έμπορα Γκαρθ, χρειαζόμαστε τη βοήθειά σας», είπε ο Ιτίν. «Ξέρετε κι οι δυο σας πολλά πράγματα που εμείς δεν ξέρουμε. Πρέπει να μας βοηθήσετε να κατανοήσουμε τη θρησκεία, πράγμα που είναι τόσο δύσκολο». Ο Γκαρθ πήγε να πει κάτι, αλλά άλλαξε γνώμη.
Ο Ιτίν συνέχισε: «Έχουμε διαβάσει τις Βίβλους και όλα τα βιβλία που μας έδωσε ο πάτερ Μαρκ κι ένα πράγμα είναι ολοφάνερο. Το συζητήσαμε και συμφωνούμε όλοι. Αυτά τα βιβλία, είναι πολύ διαφορετικά από εκείνα, που μας έδωσε ο έμπορος Γκαρθ. Στα βιβλία του Γκαρθ περιγράφεται το σύμπαν, που δεν το έχουμε δει και το οποίο συνεχίζει να υπάρχει χωρίς το Θεό, μια και δεν τον αναφέρουν πουθενά' τα ψάξαμε πολύ προσεκτικά. Στα βιβλία του πάτερ Μαρκ ο Θεός είναι πανταχού παρών και τίποτα δεν γίνεται χωρίς Αυτόν. Κάποιο πρέπει να είναι το σωστό και κάποιο το λανθασμένο. Δεν καταλαβαίνουμε πως είναι δυνατό να συμβαίνει κάτι τέτοιο, αλλά αν ανακαλύψουμε ποιο είναι το σωστό ίσως να καταλάβουμε. Αν ο Θεός δεν υπάρχει...»
«Μα, και βέβαια υπάρχει τέκνα μου», είπε ο πάτερ Μαρκ με μια βαθιά ένταση στη φωνή του. «Είναι ο Πατέρας μας εις τους Ουρανούς που μας έπλασε όλους...»
«Ποιος έπλασε το Θεό ;» ρώτησε ο Ιτίν και τα μουρμουρητά σταμάτησαν, ενώ όλοι οι Γουέσκερ κοίταξαν επίμονα τον πάτερ Μαρκ. Τινάχτηκε λίγο προς τα πίσω, κάτω από την ένταση αυτών των βλεμμάτων, κι έπειτα χαμογέλασε.
«Κανείς δεν έπλασε το Θεό, μια και Αυτός είναι ο Δημιουργός. Πάντοτε υπήρχε...»
«Αν υπήρχε πάντοτε - γιατί να μην υπάρχει αιώνια και το σύμπαν ; Χωρίς να έχει κανένα δημιουργό;» Τον διέκοψε ο Ιτίν με ένα χείμαρρο λέξεων. Η σοβαρότητα της ερώτησης ήταν ολοφάνερη. Ο ιερέας απάντησε αργά, με μια ατελείωτη υπομονή.
«Μακάρι να ήταν τόσο εύκολες οι απαντήσεις, τέκνα μου. Αλλά ακόμα κι οι επιστήμονες δεν συμφωνούν, όσον αφορά τη γένεση του Σύμπαντος. Ενώ αυτοί αμφιβάλλουν - εμείς που έχουμε δει το φως του Θεού, γνωρίζουμε . Μπορούμε παντού γύρω μας να παρατηρήσουμε το θαύμα της δημιουργίας. Και πως μπορεί να υπάρχει μια πλάση χωρίς τον Πλάστη της ; Ο Πλάστης είναι Αυτός, ο Πατέρας μας, ο Θεός εις τους Ουρανούς. Ξέρω πως αμφιβάλλετε' αυτό συμβαίνει γιατί έχετε ψυχή και ελευθέρα βούληση. Να έχετε πίστη αυτό μόνο χρειάζεται. Πιστέψτε μόνο».
«Μα πως μπορούμε να πιστέψουμε χωρίς αποδείξεις ;»
«Αν δεν μπορείτε να καταλάβετε, πως αυτός όλος ο κόσμος είναι η ίδια η απόδειξη της Ύπαρξής Του, τότε σας λέω, η πίστη δε χρειάζεται αποδείξεις - αρκεί μόνο να πιστεύετε».
Ένα βουητό άρχισε να ακούγεται μέσα στην αίθουσα και πιο πολλά στόματα άνοιξαν, δείχνοντας την προσπάθεια των Γουέσκερ να ξεπεράσουν με τη σκέψη τους το μπλεγμένο κουβάρι των λέξεων και να βρουν το νήμα της αλήθειας.
«Μπορείς να, μας πεις εσύ, Γκαρθ ;» ρώτησε ο Ιτίν και το άκουσμα της φωνής του γαλήνεψε την οχλαγωγία.
«Το μόνο που μπορώ να σας πω, είναι να χρησιμοποιήσετε την επιστημονική μέθοδο, η οποία μπορεί να διερευνήσει τα πάντα - ακόμα και τον ίδιο της τον εαυτό - και να σας δώσει απαντήσεις που μπορούν να αποδείξουν το αληθές ή το ψευδές κάθε προτάσεως».
«Αυτό πρέπει να κάνουμε», είπε ο Ιτίν, «στο ίδιο συμπέρασμα καταλήξαμε και εμείς». Σήκωσε ένα χοντρό βιβλίο που κρατούσε κι ένα κύμα από καταφατικά νεύματα πέρασε στο ακροατήριο. «Μελετήσαμε τη Βίβλο όπως μας είπε να κάνουμε ο πάτερ Μαρκ και βρήκαμε την απάντηση. Ο Θεός θα κάνει για εμάς ένα θαύμα, κι έτσι θα αποδείξει πως επαγρυπνά για μας. Και με αυτό το σημάδι θα τον αναγνωρίσουμε και θα πορευτούμε προς Αυτόν».
«Αυτό είναι το αμάρτημα της ματαιοδοξίας», είπε ο πάτερ Μαρκ. «Ο Θεός δεν χρειάζεται θαύματα για να αποδείξει την ύπαρξη του».
«Ναι, αλλά εμείς χρειαζόμαστε ένα θαύμα!» φώναξε ο Ιτίν, κι αν και δεν ήταν άνθρωπος, ήταν φανερή στη φωνή του η ανάγκη. «Εδώ μέσα διαβάσαμε για πάρα πολλά μικρότερα θαύματα, για τους άρτους, για τα ψάρια, για το κρασί, για τα φίδια - τόσα πολλά για πιο ασήμαντες αιτίες. Το μόνο που πρέπει Αυτός να κάνει, είναι ένα θαύμα και θα μας φέρει όλους κοντά Του - το θαυμάσιο θέαμα ενός ολόκληρου καινούριου κόσμου που θα Τον λατρεύει στο θρόνο Του, όπως μας είπες πάτερ Μαρκ. Και μας είπες πόσο σπουδαίο θα ήταν αυτό το πράγμα. Το συζητήσαμε, και φτάσαμε στο συμπέρασμα πως, μόνο ένα από όλα αυτά τα θαύματα είναι αυτό που πρέπει να γίνει».
Η ανία που ένιωθε ο Γκαρθ με όλην αυτή τη Θεολογική λογομαχία, εξαφανίστηκε αστραπιαία. Δεν είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία σε αυτά που διαδραματίζονταν, γιατί αλλιώς θα είχε συνειδητοποιήσει που οδηγούσαν. Μπορούσε να διακρίνει την εικόνα στο βιβλίο, στο σημείο που ο Ιτίν το κρατούσε ανοιχτό και κατάλαβε από πριν τι θα επακολουθούσε.
Σηκώθηκε αργά από την καρέκλα, λες και ήθελε να ξεμουδιάσει, και γύρισε προς τον ιερέα που βρισκόταν πίσω του.
«Κάνε γρήγορα!» ψιθύρισε. «Βγες από την πίσω πόρτα και πήγαινε στο σκάφος. Εγώ θα προσπαθήσω να τους απασχολήσω. Εμένα δε νομίζω να με πειράξουν».
«Τι εννοείς ;» ρώτησε ο πάτερ Μαρκ ανοιγοκλείνοντας με έκπληξη τα μάτια του.
«Βγες έξω ηλίθιε!» είπε σφυριχτά ο Γκαρθ. «Ποιο θαύμα νομίζεις πως εννοούν ; Ποιο θαύμα υποτίθεται ότι έκανε το κόσμο να προσχωρήσει στο Χριστιανισμό;»
«Όχι!», είπε ο πάτερ Μαρκ. «δεν μπορεί! Δεν είναι δυνατόν...!»
«ΠΡΟΧΩΡΑ!» φώναξε ο Γκαρθ, αρπάζοντας τον ιερέα από την καρέκλα και πετώντας τον προς τον πίσω τοίχο.
Ο πάτερ Μαρκ σταμάτησε παραπατώντας και γύρισε προς τα πίσω. Ο Γκαρθ πήδηξε για να τον πιάσει, αλλά ήταν πια πολύ αργά. Τα αμφίβια πλάσματα ήταν μικρόσωμα, αλλά πάρα πολλά. Ο Γκαρθ τίναξε τη γροθιά του και το πρώτο χτύπημα βρήκε τον Ιτίν, εκσφενδονίζοντάς τον πίσω στο πλήθος. Οι υπόλοιποι έπεσαν πάνω του καθώς προσπαθούσε να φτάσει ανοίγοντας δρόμο ανάμεσά τους, προς τον ιερέα. Τους χτυπούσε, αλλά ήταν σα να πάλευε με τα κύματα. Τα τριχωτά κορμιά τους, με αυτή την έντονη μυρωδιά του μόσχου, τον περικύκλωσαν και τον σκέπασαν από παντού. Αγωνιζόταν, μέχρι που τον έδεσαν και πάλευε μέχρι που άρχισαν να τον χτυπάνε στο κεφάλι ωσότου να σταματήσει. Μετά τον τράβηξαν έξω από την εκκλησία και το μόνο που μπορούσε να κάνει, ήταν να μένει εκεί στο χώμα, κάτω από τη βροχή , να βρίζει και να βλέπει.
Βέβαια, οι Γουέσκερ ήταν υπέροχοι τεχνίτες και το καθετί, είχε κατασκευαστεί με την παραμικρή λεπτομέρεια, σύμφωνα με την εικόνα του βιβλίου. Υπήρχε ο σταυρός, στηριγμένος βαθιά στο χώμα, πάνω στο κορφή ενός μικρού λόφου, τα αστραφτερά καρφιά, το σφυρί.
Έγδυσαν τον πάτερ Μαρκ και του έδεσαν γύρω από τη μέση ένα κομμάτι ύφασμα που πάνω του είχαν κάνει με μεγάλη προσοχή τις ανάλογες πτυχές. Τον έβγαλαν έξω από την εκκλησία. Στη θέα του σταυρού παρά λίγο να λιποθυμήσει. Μετά από αυτό σήκωσε ψηλά το κεφάλι κι αποφάσισε να πεθάνει, όπως ακριβώς έζησε. Με πίστη.
Όμως αυτό ήταν πολύ δύσκολο. Ήταν ανυπόφορο ακόμα και για τον Γκαρθ, που απλώς και μόνο το έβλεπε. Είναι άλλο πράγμα να μιλάς για τη σταύρωση και να κοιτάζεις τα απαλά ανάγλυφα σώματα στο αμυδρό φως της προσευχής κι εντελώς διαφορετικό το να βλέπεις έναν άνθρωπο γυμνό, με τα σκοινιά να του σκίζουν το δέρμα εκεί που κρέμεται από ένα ξύλινο δοκάρι. Και να βλέπεις τα μυτερά σαν βελόνες καρφιά να υψώνονται και να ακουμπάνε στη μαλακή σάρκα της παλάμης του, να βλέπεις το σφυρί να κατεβαίνει με αυτή την ήρεμη και μετρημένη κίνηση του τεχνίτη που είχε υπολογίσει το χτύπημα. Να ακούς τον υπόκωφο ήχο του μετάλλου που χώνεται στη σάρκα.
Κι έπειτα να ακούς τις κραυγές.
Λίγοι είναι γεννημένοι για μάρτυρες' κι ο πάτερ Μαρκ δεν ήταν από αυτούς. Με τα πρώτα χτύπημα, το αίμα άρχισε να τρέχει από τα χείλια του, εκεί που τα έσκισαν τα σφιγμένα του δόντια. Κι έπειτα το στόμα του, ήταν ορθάνοιχτο και το κεφάλι του τεντώθηκε προς τα πίσω κι οι φριχτοί λαρυγγισμοί των ουρλιαχτών του, έσκισαν τον αέρα, σκεπάζοντας το θόρυβο της βροχής. Ξανακούστηκε αντηχώντας σαν μια σιωπηλή ηχώ από το πλήθος των Γουέσκερ που παρακολουθούσαν τη σκηνή, γιατί όποιο και να ήταν αυτό το συναίσθημα που τους έκανε να ανοίγουν τα στόματά τους, το ίδιο συντάραξε τώρα και τα κορμιά τους σε όλη του την ένταση, και ένα - ένα τα ορθάνοιχτα σαγόνια αντανακλούσαν την αγωνία του σταυρωμένου ιερέα.
Ευτυχώς λιποθύμησε καθώς του κάρφωναν και το τελευταίο καρφί. Το αίμα έτρεχε από τις βαθιές πληγές του κι ανακατευόταν με τη βροχή, για να στάξει με ένα απαλό ροζ χρώμα από τα πόδια του καθώς η ζωή έφευγε από μέσα του. Εκείνη την ώρα περίπου ο Γκαρθ, που με αναφιλητά προσπαθούσε να σπάσει τα δεσμά του, μουδιασμένος από τα χτυπήματα στο κεφάλι λιποθύμησε.
Συνήλθε στην αποθήκη του κι όλα γύρω του ήταν σκοτεινά. Κάποιος έκοβε τα πλεχτά σκοινιά με τα οποία τον είχαν δέσει. Η βροχή συνέχιζε να πέφτει.
«Ιτίν», είπε. Δεν μπορεί να ήταν κανένας άλλος.
«Ναι», του απάντησε ψιθυρίζοντας η ξένη φωνή. «Οι άλλοι συζητάνε στην εκκλησία. Το Λιν τον χτύπησες στο κεφάλι και πέθανε, κι ο Ινόν είναι πολύ άσχημα. Υπάρχουν μερικοί που λένε πως πρέπει και εσύ να σταυρωθείς, και μου φαίνεται πως αυτό πρόκειται να συμβεί. Ή ίσως να σκοτωθείς με λιθοβολισμό. Το βρήκαν στη Βίβλο, εκεί που λέει...»
«Ξέρω», είπε με μια τεράστια κούραση. «Οφθαλμόν αντί οφθαλμού. Θα βρείτε πολλά παρόμοια πράγματα από τη στιγμή που θα αρχίσετε να ψάχνετε. Είναι ένα υπέροχο βιβλίο».
Το κεφάλι του πονούσε τρομερά.
«Πρέπει να φύγεις, θα τα καταφέρεις να πας μέχρι το σκάφος σου χωρίς να σε δει κανένας. Αρκετοί σκοτωμοί έγιναν». Ο Ιτίν μιλούσε κι αυτός με μια πρωτόγνωρη κούραση.
Ο Γκαρθ πειραματίστηκε, προσπαθώντας να σηκωθεί. Πίεσε το κεφάλι του πάνω στο σκληρό ξύλο του τοίχου μέχρι που του έφυγε η αίσθηση της ναυτίας. «Είναι νεκρός». Το είπε σαν δήλωση, κι όχι σαν ερώτηση.
«Ναι, εδώ και λίγη ώρα. Αλλιώς δε θα μπορούσα να έρθω να σε δω».
«Και θαμμένος σίγουρα, αλλιώς δε θα σκεφτόντουσαν να ασχοληθούν μαζί μου στη συνέχεια».
«Ναι, θαμμένος!» Υπήρχε ένας απόηχος συγκίνησης στη φωνή του εξωγήινου, ένας απόηχος της φωνής του ιερέα. «Είναι θαμμένος και πρόκειται να αναστηθεί. Είναι γραμμένο κι έτσι θα γίνει. Ο πάτερ Μαρκ θα είναι τόσο ευτυχισμένος που έγιναν έτσι τα πράγματα»». Η φωνή έσβησε με έναν ήχο που θύμιζε ανθρώπινο λυγμό.
Ο Γκαρθ με μεγάλο κόπο σύρθηκε ως την πόρτα, ακουμπώντας στον τοίχο για να μην σωριαστεί κάτω.
«Αυτό που κάναμε ήταν το σωστό, έτσι δεν είναι ;» ρώτησε ο Ιτίν. Δεν πήρε απάντηση. «Θα αναστηθεί, Γκαρθ, έτσι δεν είναι;»
Ο Γκαρθ ήταν στην πόρτα, κι απ' την κατάφωτη εκκλησία έπεφτε πάνω του αρκετό φως, που άφηνε να φαίνονται τα σχισμένα και ματωμένα χέρια του, που έσφιγγαν το πλαίσιο της πόρτας. Το πρόσωπο του Ιτίν πλησίασε το δικό του, πλέοντας μες στο σκοτάδι, κι ο Γκαρθ ένιωσε τα λεπτά πολυδάχτυλα χέρια και τα μυτερά νύχια, να γατζώνονται στα ρούχα του.
«Θα αναστηθεί, έτσι δεν είναι Γκαρθ ;»
«Όχι», είπε ο Γκαρθ, «θα μείνει εκεί ακριβώς που τον θάψατε. Τίποτε δεν πρόκειται να γίνει γιατί, είναι νεκρός και θα μείνει νεκρός».
Η βροχή συνέχισε να αυλακώνει το τρίχωμα του Ιτίν και το στόμα του είχε ανοίξει τόσο πολύ που φαινόταν σα να ούρλιαζε μες τη νύχτα. Μόνο καταβάλλοντας μεγάλες προσπάθειες κατάφερε να μιλήσει, προσπαθώντας με μεγάλο κόπο να αποδώσει τις ξένες του σκέψεις σε μια ξένη για αυτόν γλώσσα.
«Τότε δε θα σωθούμε ; Δε θα αποκτήσουμε την αγνότητα;»
«Μα, ήσασταν αγνοί», είπε ο Γκαρθ με μια φωνή κάπου ανάμεσα στο λυγμό και στο γέλιο. «Αυτό είναι το φριχτό, βρώμικο κι απαίσιο μέρος αυτής της ιστορίας. Ήσασταν αγνοί. Τώρα είσαστε...»
«Δολοφόνοι», είπε ο Ιτίν, ενώ το νερό έπεφτε από το χαμηλωμένο του κεφάλι κάτω στη γη και χανόταν, κατρακυλώντας μες στο σκοτάδι.