Clifford Simak
Retrograde Evolution
Μετάφραση: Μάγδα Χαλικιά
Ο έμπορος είχε κρατήσει λίγο χώρο στ' αμπάρι για να φορτώσει ρίζα μπαμπού, που, ουγκιά προς ουγκιά, αντιπροσώπευε μεγαλύτερο κέρδος από όλα τα άλλα εμπορεύματα που κουβαλούσε από τους 12 πλανήτες που είχε επισκεφτεί το πλοίο.
Αλλά, κάτι είχε συμβεί στα χωριά των Γκουγκλς στον πλανήτη Ζαν. Δεν υπήρχε ρίζα μπαμπού για να φορτωθεί στο πλοίο κι ο έμπορος στριφογυρνούσε πέρα - δώθε με μανία, ρίχνοντας πάνω σε όλους τους Γκουγκλς φοβερές κατάρες, διαλεγμένες από καμιά εικοσαριά γλώσσες και πολιτισμούς.
Ψηλά στην καμπίνα του, έναν όροφο κάτω από την αίθουσα ελέγχου και τα διαμερίσματα του καπετάνιου, ο Στηβ Σέλντον, ο διορισμένος Συντονιστής του διαστημοπλοίου, κοιτούσε τη μια μετά την άλλη, τις ταινίες των αρχείων που αφορούσαν τον πλανήτη και μελετούσε για μια ακόμα φορά τη βίβλο του επαγγέλματός του, το βιβλίο του Ντένισον, Κλεις των νοημόνων Φυλών. Έψαχνε για κάποια κρυφή ένδειξη, ξεσκαλίζοντας με μανία τη βαρυφορτωμένη μνήμη του για κάποιο ξεχασμένο στοιχείο, που να ταίριαζε στην περίπτωση. Αλλά τα αρχεία δεν τον βοηθούσαν σχεδόν καθόλου.
Ο Ζαν, ένας από τους πλανήτες που παρακάμφθηκαν στο πρώτο εξερευνητικό κύμα, είχε ανακαλυφθεί πριν πέντε αιώνες. Από τότε, οι έμποροι τον επισκέπτονταν τακτικά, για να προμηθεύονται τη ρίζα μπαμπού. Στο δέοντα χρόνο είχαν υποβάλει τις αναφορές τους στην Κουλτούρα.
Αλλά η Κουλτούρα, έχοντας να ασχοληθεί με πιο σοβαρά πράγματα από έναν ασήμαντο πλανήτη, δεν έκανε τίποτα άλλο από το να βάζει τις αναφορές στο αρχείο της για μελλοντική εξέταση κι έπειτα βέβαια, να τις ξεχνάει τελείως.
Γι΄ αυτό το λόγο δεν είχε γίνει καμιά επίσημη επιθεώρηση του Ζαν, κι έτσι οι αρχειοταινίες δεν είχαν και πολλά στοιχεία πέρα από τα αντίγραφα εμπορικών συμβολαίων, εμπορικών αδειών, αιτήσεις για μονοπώλια και εκατοντάδες τιμολόγια που κάλυπταν τα πεντακόσια χρόνια των εμπορικών συναλλαγών. Διασκορπισμένα εδώ και εκεί υπήρχαν γράμματα και αναφορές της πολιτιστικής στάθμης και του πολιτισμού των Γκουγκλς και περιγραφές του πλανήτη, αλλά μια κι οι αναφορές είχαν γίνει από ασαφείς και ανίδεους ταξιδιώτες κι όχι από εκπαιδευμένους παρατηρητές είχαν ελάχιστη αξία.
Ο Σέλντον βρήκε μια αρκετά εμπεριστατωμένη διατριβή πάνω στη ρίζα μπαμπού. Από αυτή την εργασία έμαθε πως το φυτό δε φύτρωνε πουθενά αλλού παρά μόνο στον Ζαν κι ήταν πολύτιμο γιατί ήταν το μόνο γνωστό φάρμακο για μια ειδική αρρώστια που υπήρχε αποκλειστικά σε έναν ορισμένο τομέα του Γαλαξία.
Αρχικά, το φυτό φύτρωνε άγριο και οι Γκουγκλς το μάζευαν και το χρησιμοποιούσαν σαν ανταλλακτικό αγαθό, αλλά τα τελευταία χρόνια, έλεγε το άρθρο, είχαν γίνει μερικές προσπάθειες για να το καλλιεργήσουν μια και τα αποθέματα των αγρίων φυτών είχαν αρχίσει να εξαντλούνται.
Ο Σέλντον δε μπορούσε να προφέρει ούτε το φάρμακο που παραγόταν από τη ρίζα, ούτε την ασθένεια που θεράπευε αυτό το φάρμακο, αλλά δεν έδωσε καμιά σημασία στο γεγονός.
Ο Ντένισον αφιέρωνε λιγότερες από δέκα γραμμές στον Ζαν κι απ' αυτές ο Σέλντον δεν έμαθε τίποτα περισσότερο από αυτά που ήδη ήξερε: Οι Γκουγκλς ήταν μια ανθρωποειδής φυλή, κατά κάποιο τρόπο, και με ένα πολιτισμιακό επίπεδο, τύπου 10, που ποίκιλλε από τον τύπο 10Α μέχρι τον τύπο 10Θ. Ήταν μια ειρηνική φυλή, και ζούσε μια ποιμενική ζωή. Κάπου τριανταεφτά χωριά διαφόρων φυλών ήταν γνωστά, και το ένα από αυτά ασκούσε μια πεφωτισμένη και καλοπροαίρετη δικτατορία πάνω στα υπόλοιπα τριανταέξι. Το κυρίαρχο χωριό πάντως, άλλαζε κάθε τόσο, ακολουθώντας σίγουρα κάποιο ειρηνικό σύστημα εναλλαγής της εξουσίας, βασισμένο σε ένα παράδοξο είδος πολιτικής. Οι Γκουγκλς ήταν ένας ήρεμος και ειρηνικός λαός και δεν κατάφευγαν σε πολέμους.
Κι αυτές ήταν όλες οι πληροφορίες που υπήρχαν. Δεν τον βοηθούσαν και πολύ.
Αλλά, έτσι και αλλιώς, καθησύχασε τον εαυτό του ο Σέλντον, κανένας Συντονιστής δεν έπαιρνε βοήθεια από πουθενά όταν τα έβρισκε σκούρα με το σκάφος του. Στην πραγματικότητα ένας Συντονιστής άρχιζε να λειτουργεί δημιουργεί δημιουργικά μόνον όταν όλοι, καθώς κι ο ίδιος, βρισκόταν μπλεγμένοι σε κάτι πολύ σοβαρό.
Δουλειά του Συντονιστή ήταν, να βρει πως θα ξεμπλέξουν. Μέχρι τη στιγμή που θα παρουσιαζόταν κάποιο σοβαρό δίλημμα, δεν ήταν ιδιαίτερα απαραίτητος. Φυσικά, έπρεπε να προσέχει τους εμπόρους για να βεβαιωθεί πως δεν έκλεβαν πέρα από κάποιο λογικό όριο τους άγριους με τους οποίους εμπορεύονταν, να παρατηρεί μήπως παραβίαζαν κανένα ταμπού ή έθιμο των ξένων πλασμάτων με τα οποία συναλλάσσονταν, κι ότι ενεργούσαν σύμφωνα με ορισμένους κανόνες, αλλά αυτή δεν ήταν παρά μια ρουτινιάρικη παρακολούθηση - η συνηθισμένη του ρουτίνα.
Τώρα, μετά από ένα ήσυχο ταξίδι, κάτι είχε συμβεί τελικά - δεν υπήρχε ρίζα μπαμπού κι ο Μάστερ Νταν Χαρτ του αστρόπλοιου Έμμα πηγαινοερχόταν αγριεμένος μες στο πλοίο και βλαστημούσε χωρίς να καταφέρνει τίποτα.
Ο Σέλντον τον άκουγε τώρα να ορμάει με θόρυβο πάνω στις σκάλες προς την καμπίνα του Συντονιστή. Καταλαβαίνοντας τις διαθέσεις του, από τον τρόπο που ανέβαινε τις σκάλες ο Σέλντον έσπρωξε στο πλάι τις ταινίες και ξάπλωσε στην καρέκλα του, βυθίζοντας το μυαλό του σε εκείνη την κατάσταση της ατάραχης ηρεμίας που χαρακτήριζε τους ανθρώπους του επαγγέλματός του.
«Καλή σας μέρα, Μάστερ Χαρτ», είπε ο Σέλντον όταν παρουσιάστηκε τελικά ο νευριασμένος κυβερνήτης.
«Καλή σας μέρα, Συντονιστή», είπε ο Χαρτ, παρόλο που ήταν ολοφάνερο πως του στοίχιζε να φέρεται πολιτισμένα.
«Κοιτούσα τα αρχεία», του είπε ο Σέλντον.
«Δεν υπάρχουν πολλά πράγματα».
«Θέλεις να πεις», είπε ο Χαρτ με την οργή του σχεδόν στο αποκορύφωμα, «πως δεν έχεις ιδέα για το τι συμβαίνει;»
«Ούτε την παραμικρή», αποκρίθηκε εύθυμα ο Σέλντον.
«Περίμενα κάτι καλύτερο», του είπε ο Χαρτ. «περίμενα κάτι πολύ καλύτερο, κύριε Συντονιστή. Αυτή τη φορά θα κερδίσεις πράγματι το μισθό σου. Σε κουβαλάω μαζί μου εδώ και χρόνια με έναν αρκετά καλό μισθό, όχι επειδή η Κουλτούρα λέει πως πρέπει, κι όλον αυτό τον καιρό δεν έκανες τίποτα, ή σχεδόν τίποτα. Αλλά τώρα έχεις κάτι που πρέπει να κάνεις για να κερδίσεις το μισθό σου. Σε ανέχτηκα όλον αυτό τον καιρό, σε είχα στη πλάτη μου, ήσουν πάντα μες στα πόδια μου, και συγκρατούσα συνεχώς τη γλώσσα μου και το θυμό μου, αλλά τώρα που υπάρχει δουλειά που πρέπει να την κάνεις, θα βεβαιωθώ πως θα την κάνεις».
Τέντωσε το λαιμό του σαν θυμωμένη χελώνα. «Το καταλαβαίνεις αυτό, έτσι δεν είναι, Κύριε Συντονιστή;»
«Το καταλαβαίνω», είπε ο Σέλντον.
«Θα αρχίσεις να δουλεύεις», είπε ο Χαρτ. «Και θα αρχίσεις να δουλεύεις αμέσως».
«Έχω ήδη αρχίσει».
«Αλήθεια!» είπε ο Μάστερ Χαρτ.
«Βεβαιώθηκα, πως δεν υπάρχει τίποτα στο αρχείο», είπε ο Σέλντον.
«Και τι κάνεις τώρα;»
«Παρατηρώ και σκέφτομαι», είπε ο Σέλντον.
«Παρατηρείς και σκέφτεσαι!» ούρλιαξε ο Χαρτ, εμβρόντητος.
«Δοκιμάζω μερικές υποθέσεις», είπε ο Σένλτον. «Θα μάθουμε τελικά τι συμβαίνει».
«Πότε;» ρώτησε ο Χαρτ. «Πόσο θα κρατήσουν αυτές οι ανοησίες;»
«Αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να σας το πω».
«Ώστε δε μπορείς να μου το πεις. Πρέπει να σου υπενθυμίσω, κύριε Συντονιστή, πως ο χρόνος είναι χρήμα στο εμπόριο».
«Έχεις ξεπεράσει το χρονοδιάγραμμά σου», του είπε ήρεμα ο Σέλντον. «Άρπαξες ότι μπορούσες σε όλο το ταξίδι. Ήσουν απότομος στις συναλλαγές σου, μέχρι του σημείου, να υπερβαίνεις τις αρχές του πρωτοκόλλου, που έχει καθορίσει η Κουλτούρα. Αναγκάστηκα να σου υπενθυμίζω συνέχεια τη σπουδαιότητα αυτού του πρωτοκόλλου. Άλλες φορές σε άφησα να κάνεις ότι θέλεις. Έχεις υποχρεώσει το πλήρωμά σου να δουλεύει παραπάνω από ότι ορίζει το πρόγραμμα απασχόλησης της Εργατικής Ένωσης. Ενεργούσες σε όλο το ταξίδι σα να σε κυνηγούσε ο διάβολος. Το πλήρωμα θα ξεκουραστεί όσο χρειάζεται, μέχρι να ξεμπερδέψουμε με αυτή την υπόθεση. Αυτή η καθυστέρηση δε θα σε βλάψει».
Ο Χαρτ τα δέχτηκε όλα αυτά, επειδή δεν ήξερε πόσο ακριβώς μπορούσε να πιέσει τον ήσυχο άνθρωπο που τον κοιτούσε καθισμένος πίσω από το γραφείο. Άλλαξε την τακτική του. «Έχω ένα συμβόλαιο για το μπαμπού.», είπε, «και την άδεια γι' αυτή την εμπορική διαδρομή. Δε με πειράζει να σου πω πως βασιζόμουν στο μπαμπού. Αν δεν τα καταφέρεις να πάρω αυτό το μπαμπού, θα μηνύσω...»
«Μην είσαι ανόητος», είπε ο Σέλντον.
«Όλα ήταν εντάξει εδώ πριν πέντε χρόνια», είπε ο Χαρτ, «στο τελευταίο μας ταξίδι. Ένας πολιτισμός δε μπορεί να αλλάξει σε τόσο λίγο διάστημα».
«Αυτό που έχουμε εδώ», είπε ο Σέλντον, «είναι κάτι πιο πολύπλοκο από μια απλή αλλαγή. Εδώ έχουμε να κάνουμε με κάποιο πρόγραμμα, με κάποιο σχέδιο, με κάτι το σκόπιμο. Το χωριό με το πολιτισμιακό επίπεδο τύπου 10 βρίσκεται στα δυτικά μας, κάπου ένα ή δυο μίλια μόνο πιο πέρα, ερημωμένο, με τα σπίτια του προσεχτικά κλειδωμένα και σφραγισμένα. Τα πάντα είναι τακτοποιημένα, σα να είχαν φύγει για λίγο οι κάτοικοι και να σκόπευαν να επιστρέψουν σύντομα. Και λίγο πιο πέρα υπάρχει ένα άλλο χωριό κι ένας πληθυσμός με πολιτισμιακό επίπεδο, τύπου 14».
«Είναι τρελό», δήλωσε ο Χαρτ. «Πως θα μπορούσε να χάσει ένας λαός τέσσερις ολόκληρες πολιτισμιακές μονάδες; Κι ακόμα, κι αν τις έχανε, γιατί να φύγουν από το χωριό τύπου 10 και να πάνε σε καλύβες; Ακόμα και οι βάρβαροι καταχτητές που καταλαμβάνουν μια μεγάλη πόλη θρονιάζονται στα παλάτια και στους ναούς - και τέρμα στις καλύβες».
«Δεν ξέρω», είπε ο Σέλντον. «Δουλειά μου είναι να μάθω».
«Και πως θα το διορθώσουμε;»
«Ούτε αυτό το ξέρω. Μπορεί να χρειαστούν αιώνες για να το διορθώσουμε».
«Αυτό που με απασχολεί», είπε ο Χαρτ. «είναι αυτό το θεόσπιτο. Και το θερμοκήπιο πίσω του. Φυτρώνουν μπαμπού σε αυτό το θερμοκήπιο».
«Πως ξέρεις ότι είναι μπαμπού;» ρώτησε ο Σέλντον. «Το μόνο που έχεις δει από το μπαμπού είναι η ρίζα του».
«Πριν από χρόνια», είπε ο Χαρτ, «ένας από τους ιθαγενείς με πήρε και μου το έδειξε. Δε θα το ξεχάσω ποτέ. Φαινόταν να καλύπτει στρέμματα ολόκληρα σε ένα σημείο. Ολόκληρη περιουσία. Αλλά δε μπορούσα να πάρω μαζί μου ούτε ένα φυτό. Το φύλαγαν, μου είπαν, μέχρι να μεγαλώσει κι άλλο η ρίζα».
«Είπα στους άντρες», είπε ο Σέλντον, «να μην πλησιάσουν αυτό το θεόσπιτο και τώρα το λέω και σε σένα Χαρτ. Κι αυτό ισχύει και για το θερμοκήπιο. Αν πιάσω κανένα να προσπαθεί να αρπάξει καμία ρίζα μπαμπού ή οτιδήποτε φυτρώνει σε αυτό το θερμοκήπιο, θα το πληρώσει ακριβά».
Αφού έφυγε ο Χαρτ, μετά από λίγο, ο αρχηγός του χωριού ανέβηκε τις σκάλες για να επισκεφτεί τον Συντονιστή.
Ήταν ένας βρώμικος τύπος, γεμάτος ζωύφια. Δεν ήξερε καν τι ήταν οι καρέκλες, και κάθισε ανακούρκουδα στο πάτωμα. Έτσι ο Σέλντον άφησε την καρέκλα του και κάθισε κι αυτός στο πάτωμα με τον ίδιο τρόπο' αμέσως όμως πήγε πιο πίσω, γιατί ο αρχηγός ήταν αρκετά ψηλός.
Ο Σέλντον μίλησε στη γλώσσα των Γκουγκλς, κάπως διστακτικά, γιατί τη χρησιμοποιούσε για πρώτη φορά από τότε που ήταν στο κολέγιο.
Υπέθετε πως όλοι οι άντρες του σκάφους τη μιλούσαν καλύτερα από τον ίδιο, επειδή όλοι τους είχαν επισκεφτεί παλιότερα τον Ζαν, ενώ γι΄ αυτόν ήταν το πρώτο του ταξίδι.
«Ο αρχηγός είναι ευπρόσδεκτος», είπε ο Σέλντον.
«Χάρη;» ρώτησε ο αρχηγός.
«Βέβαια, μια χάρη», είπε ο Σέλντον.
«Βρώμικες ιστορίες», είπε ο αρχηγός. «Ξέρεις καμιά βρώμικη ιστορία;»
«Καναδυό», είπε ο Σέλντον. «Αλλά φοβάμαι πως δεν είναι πολύ καλές».
«Πες τις», είπε ο αρχηγός, ξύνοντας το σώμα του με το ένα χέρι. Με το άλλο έβγαζε τις λάσπες ανάμεσα από τα δάχτυλα των ποδιών του.
Έτσι, ο Σέλντον, του είπε την ιστορία με τη γυναίκα και τους δώδεκα άντρες που είχαν ναυαγήσει σε έναν αστεροειδή.
«Ε;» είπε ο αρχηγός.
Τότε ο Σέλντον του είπε άλλη μια πρόστυχη ιστορία, πιο απλή και πιο πρόστυχη.
«Αυτή εντάξει», είπε ο αρχηγός αγέλαστος. «Ξέρεις άλλη;»
«Αυτές ξέρω», είπε ο Σέλντον, μη βλέποντας το λόγο να συνεχίσει. «Τώρα πες μου εσύ μία», πρόσθεσε, γιατί σκέφτηκε πως έπρεπε να κάνει ότι μπορούσε για να τα πάει καλά με τους ξένους, ιδιαίτερα όταν η δουλειά του ήταν να μάθει τι τους ενδιέφερε περισσότερο.
«Δεν ξέρω καμία», είπε ο αρχηγός. «Κάποιος άλλος ίσως;»
«Ο Γκρήζυ Φέρις», του είπε ο Σέλντον. «Είναι ο μάγειρας, και ξέρει μερικές να σου σηκωθούν οι τρίχες».
«Καλά», είπε ο αρχηγός, και σηκώθηκε να φύγει.
Στην πόρτα γύρισε. «Αν θυμηθείς άλλη», είπε, «να μου την πεις στα σίγουρα».
Ο Σέλντον κατάλαβε, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, πως ο αρχηγός έπαιρνε πολύ στα σοβαρά τις ιστορίες του.
Επέστρεψε στο γραφείο του, ακούγοντας τον ήχο των βημάτων του αρχηγού στη σκάλα. Χτύπησε ο ενδο-επικοινωνητής. Ήταν ο Χαρτ.
«Γύρισε το πρώτο από τα ανιχνευτικά σκάφη», είπε. «Ανάφεραν άλλα πέντε χωριά που είναι περίπου τα ίδια με αυτό εδώ. Οι Γκουγκλς έχουν εγκαταλείψει τα παλιά χωρία και ζουν σε πρωτόγονες και βρώμικες καλύβες ένα ή δυο μίλια πιο πέρα. Και το καθένα από αυτά τα καλυβοχωριά έχει ένα θεόσπιτο κι ένα θερμοκήπιο».
«Ειδοποίησέ με όταν έρθουν και τα άλλα σκάφη», είπε ο Σέλντον, «αν και δεν έχω πολλές ελπίδες. Τα αποτελέσματα θα είναι μάλλον τα ίδια».
«Κάτι άλλο», είπε ο Χαρτ. «Ο αρχηγός μας κάλεσε να πάμε στο χωριό απόψε. Του είπα πως θα πάμε».
«Η κατάσταση παρουσιάζει μια καλυτέρευση», είπε ο Σέλντον.
«Τις πρώτες λίγες μέρες δε μας πρόσεχαν καν. Ή δεν μας έδιναν σημασία, ή μόλις μας έβλεπαν έφευγαν».
«Σου ήρθε καμιά ιδέα, κύριε Συντονιστή;»
«Μια - δυο».
«και τι κάνεις, ασχολείσαι με αυτές;»
«Όχι ακόμα», είπε ο Σέλντον. «Έχουμε αρκετό καιρό».
Έκλεισε το μικρόφωνο και ξάπλωσε στην καρέκλα του. Ιδέες; Ε, μια ίσως. Κι όχι πολύ καλή. Μια τελετουργία εξαγνισμού; Μια ξένη αντιστοιχία της επιστροφής στη φύση; Δεν ταίριαζε πολύ. Γιατί, μ' ένα πολιτισμιακό επίπεδο τύπου 10, οι Γκουγκλς δεν απομακρύνονταν ποτέ αρκετά από τη φύση για να θέλουν να επιστρέψουν σ' αυτήν.
Ας πάρουμε το πολιτισμιακό επίπεδο τύπου 10. Είναι πολύ απλό, φυσικά, αλλά αρκετά άνετο. Όχι ακριβώς στα παράθυρα της μηχανιστικής εποχής, αλλά σχεδόν - ναι, πολύ κοντά στη μηχανιστική εποχή. Ένα είδος χρυσού αιώνα της βαρβαρότητας. Μεγάλα, εύπορα χωριά με ένα απλό εμπόριο και μια σταθερή βασική οικονομία. Ειρηνική δικτατορία και βουκολική διαβίωση. Όχι πολλοί νόμοι για να μπερδεύεται κανένας. Μια προσγειωμένη θρησκεία δίχως υπερβολικά ταμπού. Μια μεγάλη, ευτυχισμένη οικογένεια - χωρίς έντονους ταξικούς διαχωρισμούς. Και είχαν εγκαταλείψει αυτή την ειδυλλιακή ζωή.
Τρελό; Μα φυσικά ήταν τρελό. Όπως είναι τώρα, φαίνεται πως μόλις και μετά βίας τα καταφέρνουν οι Γκουγκλς. Το λεξιλόγιό τους είναι περιορισμένο' εγώ μάλιστα μιλάω τη γλώσσα τους καλύτερα από τον αρχηγό, μονολόγησε ο Σέλντον.
Το επίπεδο της ζωής τους μόλις ξεπερνούσε το κατώτερο επίπεδο διαβίωσης. Κυνηγούσαν και ψάρευαν, μάζευαν φρούτα και ρίζες, κι ήταν μόνιμα λίγο πεινασμένοι - και όλον αυτό τον καιρό τα χωράφια έξω από το ερειπωμένο χωριό έμεναν χέρσα, περιμένοντας το όργωμα και το πότισμα, τους σπόρους και με ολοφάνερα τα σημάδια πως τίποτα τέτοιο δεν είχε γίνει εδώ κι έναν χρόνο. Και χωρίς αμφιβολία, σ΄ αυτά τα κομμάτια μεγάλωναν τα μπαμπού μαζί με τα λαχανικά. Αλλά οι Γκουγκλς δε φαίνονταν να γνωρίζουν τώρα τίποτα για την καλλιέργεια. Οι καλύβες τους ήταν κακοφτιαγμένες και βρώμικες. Υπήρχε οικογενειακή ζωή, αλλά σε ένα τόσο ηθικά χαμηλό επίπεδο, που έκανε το στομάχι σου να ανακατεύεται. Τα όπλα τους ήταν πέτρινα και δεν είχαν γεωργικά εργαλεία.
Οπισθοδρόμηση; Όχι, δεν ήταν μόνο μια απλή οπισθοδρόμηση. Γιατί ακόμα και αν το θεωρούσες οπισθοδρόμηση, υπήρχε πάλι κάτι το παράδοξο. Στο κέντρο του χωριού του πολιτισμιακού επιπέδου τύπου 14, στο οποίο είχαν καταφύγει Γκουγκλς, βρισκόταν το θεόσπιτο, και πίσω από το θεόσπιτο έστεκε το θερμοκήπιο όπου φύτρωναν τα μπαμπού. Το θερμοκήπιο ήταν φτιαγμένο από γυαλί και πουθενά αλλού στο χωριό τύπου 14 δεν υπήρχε ίχνος γυαλιού. Κανένας από ένα χωριό τύπου 14 δεν θα μπορούσε να είχε φτιάξει αυτό το θερμοκήπιο, ούτε και το θεόσπιτο. Αυτό το θεόσπιτο δεν ήταν απλή καλύβα, αλλά ένα κτίριο, φτιαγμένο από πελεκημένη πέτρα και τετραγωνισμένα δοκάρια. Με τις πόρτες του κλεισμένες ερμητικά με κάποιο πανέξυπνο τρόπο που δεν είχε μπορέσει κανένας μέχρι τώρα να ανακαλύψει. Αν και, για να λέμε την αλήθεια, δεν είχε ασχοληθεί κανένας αρκετά με αυτό. Σε έναν ξένο πλανήτη, οι επισκέπτες δεν ασχολούνταν και πολύ - πολύ με ένα θεόσπιτο.
Ορκίζομαι, είπε ο Σέλντον, μιλώντας δυνατά στον εαυτό του, πως το θεόσπιτο δεν το έχτισε ποτέ αυτή εδώ η φυλή. Χτίστηκε, αν δε λαθεύει η υπόθεσή μου, πριν από την οπισθοδρόμηση. Το ίδιο και το θερμοκήπιο.
Στη Γη, όταν φεύγουμε για διακοπές κι έχουμε τίποτα γλάστρες με λουλούδια ή φυτά που δε θέλουμε να ξεραθούνε, τα πάμε σ' ένα γείτονα ή σε ένα φίλο για να τα φροντίζει, ή φροντίζουμε να έρχεται κάποιος και να τα ποτίζει.
Κι όταν πάμε διακοπές από ένα πολιτισμιακό επίπεδο τύπου 10, πίσω στον τύπο 14 κι έχουμε μερικά φυτά μπαμπού που είναι πολύτιμα σαν αποθέματα σπόρων, τι τα κάνουμε; Δε μπορούμε να τα πάμε στο γείτονα, γιατί και αυτός πηγαίνει διακοπές. Έτσι κάνουμε ότι καλύτερο μπορούμε. Χτίζουμε ένα θερμοκήπιο και το φορτώνουμε με αυτόματα μηχανήματα που θα φροντίζουν τα φυτά μέχρι να επιστρέψουμε.
Κι αυτό σήμαινε, σχεδόν αποδείκνυε, πως η οπισθοδρόμηση δεν ήταν τυχαία.
Το πλήρωμα ετοιμαζόταν για τη γιορτή, έβαζε καθαρά ρούχα, πλενόταν ξυριζόταν. Ο Γκρήζυ έβγαλε το ακορντεόν του και δοκίμασε ένα - δυο σκοπούς για προθέρμανση. Μια ομάδα μελλοντικών τραγουδιστών στο μηχανοστάσιο, γυμναζόταν αρμονικά, γεμίζοντας το σκάφος με τις αγριοφωνάρες τους. Ο Μάστερ Χαρτ έπιασε έναν άντρα με ένα μπουκάλι πιοτό που είχε μπει λαθραία στο σκάφος. Του έσπασε το σαγόνι με ένα καλοζυγιασμένο χτύπημα, μια επίδειξη ενθουσιαστικής πειθαρχίας, που όπως είπε ο Σέλντον στο Χαρτ, ήταν λίγο παρατραβηγμένη.
Ο Σέλντον έβαλε και αυτός την ημιεπίσημη στολή του, νιώθοντας ελαφρά γελοίος με τη σκέψη πως ντυνόταν για μια φυλή αγρίων, αλλά ησύχασε τη συνείδησή του με τη σκέψη πως στο κάτω - κάτω δεν το παράκανε, γιατί μπορούσε να είχε φορέσει την επίσημη στολή του.
Φορούσε το σακάκι του, όταν άκουσε τον Χαρτ να κατεβαίνει και να έρχεται προς την καμπίνα του.
«Ήρθαν τα υπόλοιπα ανιχνευτικά», είπε από την πόρτα ο Χαρτ.
«Λοιπόν;»
«Όλα είναι ίδια. Κάθε φυλή έχει φύγει από το παλιό της χωριό κι έχει εγκατασταθεί σε καλύβες χτισμένες γύρω από ένα θεόσπιτο κι ένα θερμοκήπιο, ανωτέρου πολιτισμιακού επιπέδου. Είναι βρώμικοι και μισοπεθαμένοι από την πείνα, ακριβώς όπως είναι κι αυτοί εδώ».
«Το υποψιαζόμουν», είπε ο Σέλντον.
Ο Χαρτ τον στραβοκοίταξε, σα να υπολόγιζε από που θα μπορούσε να τον αρπάξει.
«Είναι λογικό», είπε ο Σέλντον. «Σίγουρα το βλέπεις. Αν οπισθοδρόμησε ένα χωριό για κάποιο λόγο, το ίδιο θα γινόταν και με τα υπόλοιπα».
«Αυτό που θέλω να μάθω, κύριε Συντονιστή, είναι ο λόγος».
Ο Σέλντον είπε ήρεμα, «Σκοπεύω να το ανακαλύψω».
Και σκέφτηκε: Πρέπει να υπήρχε κάποιος λόγος. Αν όλοι τους είχαν γίνει άγριοι, έπρεπε να υπάρχει κάποιος λόγος, κάποιο σχέδιο! Κι η σύνθεση και ο συντονισμός ενός τέτοιου σχεδίου ανάμεσα σε τριανταεφτά χωριά θα απαιτούσε μια ομαλή επικοινωνία, πολύ καλύτερη από αυτή που θα περίμενε να βρει κανείς στο πολιτισμιακό επίπεδο τύπου 10.
Πόδια ακούστηκαν στη σκάλα. Ο Χαρτ γύρισε να αντικρίσει την πόρτα, κι ο Γκρήζυ, ορμώντας μέσα, κόντεψε να πέσει πάνω του.
Τα μάτια του μάγειρα είχαν γουρλώσει από την έξαψη κι ήταν λαχανιασμένος.
«Ανοίγουν το θεόσπιτο», είπε πνιχτά. «Μόλις πήραν το -»
«Θα μου το πληρώσουν αυτό», είπε ο Χαρτ. «Έδωσα διαταγές να μην το αγγίξουν καθόλου».
«Δεν είναι οι άντρες, κύριε», είπε ο Γκρήζυ. «Είναι οι Γκουγκλς. Αυτοί άνοιξαν το θεόσπιτό τους».
Ο Χαρτ στράφηκε προς το μέρος του Σέλντον.
«Δεν μπορούμε να πάμε», είπε.
«Πρέπει να πάμε», είπε ο Σέλντον. «Μας προσκάλεσαν. Κι αυτή την ώρα, δεν μπορούμε να τους προσβάλουμε».
«Να πάρουμε μερικά όπλα τότε», είπε ο Χαρτ.
«Με διαταγές να μην τα χρησιμοποιήσουμε εκτός κι αν παρουσιαστεί άμεση ανάγκη».
Ο Χαρτ κούνησε το κεφάλι του. «Και να μείνουν μερικοί οπλισμένοι άντρες εδώ, για να μας καλύψουν αν χρειαστεί να δραπετεύσουμε».
«Αυτό φαίνεται λογικό», είπε ο Σέλντον.
Ο Χαρτ έφυγε.
Ο Γκρήζυ ετοιμάστηκε να φύγει και αυτός.
«Μια στιγμή, Γκρήζυ. Είδες το θεόσπιτο ανοιχτό;»
«Μάλιστα κύριε».
«Και τι έκανες εκεί κάτω;»
«Μα, κύριε...» Από την έκφρασή του προσώπου του, ο Σέλντον μπορούσε να δει πως ο Γκρήζυ ετοιμαζόταν να πει ψέματα.
«Δεν είμαι ο κυβερνήτης», του είπε ο Σέλντον. «Μπορείς να μου μιλήσεις».
Ο μάγειρας χαμογέλασε. «Λοιπόν, βλέπετε, τα πράγματα έγιναν κάπως έτσι. Μερικοί από τους Γκουγκλς, απόσταζαν κάποιο ποτό και τους είπα μερικά πράγματα, για να τους βοηθήσω. Τα έκαναν όλα ανάποδα, κύριε, και δεν ήθελα να καταστρέψουν το ποτό του από άγνοια. Έτσι...»
«Έτσι λοιπόν, σήμερα, πήγες κάτω για να πάρεις το μερίδιό σου».
«Κάπως έτσι έγινε, κύριε».
«Μάλιστα», είπε ο Σέλντον. «Πες μου, Γκρήζυ, τους βοηθάς και σε άλλα πράγματα;»
«Μμμμ, είπα μερικές ιστορίες στον αρχηγό».
«Του άρεσαν;»
«Δεν ξέρω», είπε ο Γκρήζυ. «Δε γέλασε, αλλά φαινόταν να του αρέσουν».
«Του είπα μία», είπε ο Σέλντον. «δε φάνηκε να την καταλαβαίνει».
«Αυτό μπορεί να έγινε», είπε ο Γκρήζυ. «Με το συγγνώμη κύριε, αλλά οι περισσότερες ιστορίες σας είναι λίγο δύσκολες».
«Αυτό σκέφτηκα», είπε ο Σέλντον. «Τίποτα άλλο;»
«Τίποτα - ω μάλιστα. Λοιπόν, ένας έκοβε ένα ξύλο για να φτιάξει μια φλογέρα, και δεν τα κατάφερνε...»
«Έτσι του έδειξες πως να φτιάξει τη φλογέρα».
«Μάλιστα».
«Είμαι σίγουρος», είπε ο Σέλντον, «πως αισθάνεσαι ότι βοηθάς την πρόοδό τους, πως βοηθάς μια καθυστερημένη φυλή».
«Ε;» είπε ο Γκρήζυ.
«Εντάξει», είπε ο Σέλντον. «Αν ήμουν στη θέση σου, θα πρόσεχα λίγο με αυτό το ποτό».
«Αυτό είναι όλο;» ρώτησε ο Γκρήζυ από το κατώφλι της πόρτας.
«Αυτό είναι όλο», αποκρίθηκε ο Σέλντον. «Σε ευχαριστώ, Γκρήζυ».Ένα καλύτερο πιοτό, και μερικές βρώμικες ιστορίες, κι ένα καλύτερο φλάουτο.
Κούνησε το κεφάλι του. Τίποτα από όλα αυτά δεν τον βοηθούσαν ακόμα.
Ο Σέλντον κάθισε ανακούρκουδα από τη μια πλευρά του αρχηγού κι ο Χαρτ από την άλλη. Κάτι είχε αλλάξει στον αρχηγό. Πρώτα από όλα, ήταν καθαρός. Δεν ξυνόταν πια και δεν ήταν μεθυσμένος. Δεν υπήρχε λάσπη ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών του. Είχε κόψει τις άκρες από τα μαλλιά του κι από τα γένια του, και τα είχε χτενίσει - μια σημαντική εξέλιξη σε σχέση με τα κλαδιά, κι ακόμα και τις φωλιές των πουλιών που υπήρχαν κάποτε πάνω τους.
Αλλά υπήρχε κάτι παραπάνω από καθαριότητα. Ο Σέλντον το σκέφτηκε για κάμποση ώρα καθώς προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του να αρχίσει να τρώει το φαγητό που βρισκόταν μπρος του. Είχε μια απαίσια όψη κι η μυρωδιά του δεν ήταν καθόλου ενθαρρυντική' και κάτι που χειροτέρευε ακόμα περισσότερο τα πράγματα, δεν υπήρχαν πιρούνια.
Δίπλα του, ο αρχηγός έκανε διάφορους θορύβους, γεμίζοντας το στόμα του με φαγητό, με μια γρήγορη κίνηση και των δυο χεριών του. Ακούγοντας την κουβέντα του, ο Σέλντον συνειδητοποίησε τι άλλο είχε αλλάξει. Ο αρχηγός μιλούσε καλύτερα τώρα. Το ίδιο μόλις απόγευμα μιλούσε σα να μην ήξερε καλά τη γλώσσα του, και τώρα μιλούσε χρησιμοποιώντας τη γλώσσα με τέτοιο τρόπο, που άφηνε τον Σέλντον κατάπληκτο.
Ο Σέλντον έριξε μια ματιά στους υπόλοιπους άντρες του κύκλου, που κάθονταν στο έδαφος. Κάθε Γήινος καθόταν με ένα Γκουγκλ δίπλα του κι από τις δυο πλευρές, και ανάμεσα στις κουβέντες και το φαγητό, οι ιθαγενείς άρχιζαν πρώτοι την κουβέντα. Ακριβώς όπως κάνουν και τα αγόρια του υπουργείου οικονομικών όταν έχουν επισκέπτες, σκέφτηκε ο Σέλντον - έκαναν ότι μπορούσαν για να ευχαριστήσουν τους επισκέπτες τους και να τους κάνουν να αισθάνονται σα στο σπίτι τους. Κι αυτό ερχόταν σε χτυπητή αντίθεση με την κατάσταση που είχε αντιμετωπίσει όταν είχε προσεδαφιστεί το σκάφος, κι οι ιθαγενείς είχαν περιοριστεί να κοιτάζουν από τα παράθυρά τους ή να μουρμουρίζουν, στις περιπτώσεις που δεν είχαν απομακρυνθεί.
Ο αρχηγός γυάλισε το μπολ με τα δάχτυλά του, και μετά τα έγλυψε με μικρά βογκητά ευχαρίστησης. Μετά, γύρισε προς το μέρος του Χαρτ, και είπε: «Παρατήρησα πως στο σκάφος τρώτε από ένα υπερανυψωμένο κατασκεύασμα. Αυτό μου δημιούργησε απορίες».
«Ένα τραπέζι», μουρμούρισε ο Χαρτ.
«Δεν καταλαβαίνω», είπε ο αρχηγός, κι ο Χαρτ άρχισε να του εξηγεί τι ήταν το τραπέζι και ποια τα προσόντα του.
Ο Σέλντον, βλέποντας πως όλοι οι άλλοι έτρωγαν, παρόλο που δεν έδειχναν ιδιαίτερη ευχαρίστηση βούτηξε τα δάχτυλά του στο μπολ. Δεν πρέπει να φτύσω, είπε στον εαυτό του. Δεν πρέπει να φτύσω, όσο άσχημο και να είναι.
Αλλά ήταν χειρότερο από ότι είχε φανταστεί κι έφτυσε. Κανένας δε φάνηκε να του δίνει σημασία. Μετά από ότι του φάνηκε ατελείωτες ώρες γαστρονομικού μαρτυρίου, το φαγητό τελείωσε, και σε αυτό το διάστημα ο Σέλντον μίλησε στον αρχηγό για τα μαχαίρια, τα πιρούνια και τα κουτάλια, για τα φλιτζάνια, τις καρέκλες, τις τσέπες στα παντελόνια και τα σακάκια, τα ρολόγια, τη θεωρία της ιατρικής, τα βασικά στοιχεία της αστρονομίας και το Γήινο έθιμο να κρεμάνε εικόνες στους τοίχους. Ο Χαρτ του μίλησε για τις αρχές του τροχού και των μοχλών, την εναλλακτική καλλιέργεια, το ταχυδρομικό σύστημα, τα μπουκάλια για τη φύλαξη των υγρών και την επικάλυψη των οικοδομικών λίθων. Σκέτη εγκυκλοπαίδεια, σκέφτηκε ο Σέλντον. Θεέ μου, τι ήταν αυτές οι ερωτήσεις που έκανε... Σκέτη εγκυκλοπαίδεια για μιαν άγρια φυλή του πολιτισμιακού επιπέδου τύπου 14. Όμως, μια στιγμή - ήταν ακόμα τύπου 14; Δε θα μπορούσε στο διάστημα της τελευταίας μισής μέρας, να είχαν ανέβει στον τύπο 13; Πλυμένοι, χτενισμένοι, κουρεμένοι, με καλύτερους τρόπους και καλύτερη γλώσσα - είναι τρελό, σκέφτηκε, τελείως τρελό να σκέφτεται πως μια τέτοια αλλαγή θα μπορούσε να συμβεί σε μισή μέρα.
Από εκεί που καθόταν μπορούσε να βλέπει απέναντί του το θεόσπιτο με την ανοιχτή του πόρτα. Και κοιτάζοντας τη σκοτεινή είσοδο, όπου δεν υπήρχε ίχνος ζωής ή φωτός, αναρωτήθηκε τι υπήρχε εκεί και τι θα μπορούσε να βγει έξω - ή να μπει μέσα, Γιατί ήταν σίγουρος πως μέσα από αυτήν την πόρτα βρισκόταν το κλειδί στο άνοιγμα των Γκουγκλς και της οπισθοδρόμησής τους, μια κι ήταν σίγουρο πως το ίδιο το θεόσπιτο θα έπρεπε να είχε χτιστεί πριν από την οπισθοδρόμηση, κανένα πολιτισμιακό επίπεδο τύπου 14, αποφάσισε, δε θα μπορούσε να το είχε χτίσει.
Μόλις τελείωσε το φαγητό, ο αρχηγός σηκώθηκε κι έβγαλε ένα σύντομο λόγο, λέγοντας τους πως χαιρόταν που οι επισκέπτες του μπόρεσαν να φάνε με τη φυλή του αυτό το βράδυ, και πως τώρα θα επακολουθούσε κάποια διασκέδαση. Μετά ο Χαρτ σηκώθηκε κι έβγαλε λόγο, λέγοντας πως χαιρόταν που βρισκόταν στον Ζαν, και πως οι άντρες του είχαν έρθει προετοιμασμένοι να συμμετάσχουν στη διασκέδαση, αν το δεχόταν αυτό ο αρχηγός. Ο αρχηγός είπε πως κι ο ίδιος κι ο λαός του το δεχόταν. Μετά, χτύπησε τα χέρια του σα σινιάλο και κάπου μια ντουζίνα κοπέλες Γκουγκλς παρουσιάστηκαν και παρέλασαν στο κέντρο του κύκλου, κάνοντας τελετουργικές κινήσεις, χορεύοντας χωρίς μουσική. Ο Σέλντον είδε, πως οι Γκουγκλς πρόσεχαν με ένταση, αλλά δεν έβγαζε νόημα, μια και δεν ήξερε πολλά για τις ξένες τελετουργικές συνήθειες.
Τέλος, ο χορός σταμάτησε. Ένας ή δυο άσχετοι Γήινοι χειροκρότησαν, αλλά γρήγορα βυθίστηκαν σε μια τεταμένη σιωπή, όταν όλοι οι άλλοι έμειναν ακίνητοι.
Μετά, ένας Γκουγκλ με μια καλαμένια φλογέρα - ίσως την ίδια στην κατασκευή της οποίας είχε συμβάλλει και ο Γκρήζυ σκέφτηκε ο Σέλντον - κάθισε στο κέντρο του κύκλου και άρχισε να παίζει με μια τέτοια ασυνέπεια, που θα είχε ντροπιάσει και τον πιο άθλιο Γήινο οργανοπαίχτη. Κράτησε κάμποση ώρα και δεν φαινόταν να καταλήγει πουθενά, αλλά τούτη τη φορά το πλήρωμα του σκάφους, ίσως ανακουφισμένο όταν τελείωσε, χειροκρότησε και φώναξε και σφύριξε σα να ήθελε και άλλο, παρόλο που ο Σέλντον ήταν τελείως βέβαιος ότι εννοούσαν ακριβώς το αντίθετο.
Ο αρχηγός γύρισε προς το μέρος του Σέλντον και τον ρώτησε τι έκαναν οι άντρες του. Ο Σέλντον δυσκολεύτηκε αρκετά να του εξηγήσει, το έθιμο του χειροκροτήματος. Τελικά, αποδείχτηκε πως τα δυο νούμερα ήταν το σύνολο του ψυχαγωγικού προγράμματος των Γκουγκλς και ο Σέλντον θα ήθελε να ρωτήσει τον αρχηγό αν αυτό ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει το χωριό, ένα γεγονός που το υποψιαζόταν, αλλά τελικά προτίμησε να μη ρωτήσει.
Τότε άρχισε η παράσταση του δικού του πληρώματος.
Η παρέα του μηχανοστασίου μαζεύτηκε, με τα μπράτσα του καθένα γύρω στους ώμους του άλλου και τραγούδησε μισή ντουζίνα τραγούδια, με το Γκρήζυ να τους ακομπανιάρει με το όργανό του. Τραγούδησαν παλιά τραγούδια της Γης, τα τραγούδια που τραγουδούν όλοι οι αστροναύτες, με τα μάτια τους υγρά από τη συγκίνηση. Δεν άργησε να ακολουθήσει το παράδειγμά τους και το υπόλοιπο πλήρωμα, και σε λιγότερο από μια ώρα, ολόκληρο το πλήρωμα ούρλιαζε χτυπώντας το έδαφος με τις παλάμες τους κρατώντας το ρυθμό, και τινάζοντας πίσω τα κεφάλια τους, για να αντηχήσουν οι Γήινες λέξεις στον ξένο ουρανό.
Μετά κάποιος πρότεινε να χορέψουν. Ένας από τους άντρες φώναζε τα βήματα, ενώ ο Γκρήζυ έπαιζε πιο σιγά στο όργανό του, το «Ο Γέρο - Νταν Τάκερ» και «Μικρή Καφέ Κανάτα» και το «Η Γριά-Γκρίζα Φοράδα» και άλλα παρόμοια.
Πως ακριβώς έγινε, δεν είδε ο Σέλντον αλλά ξαφνικά οι χορευτές πλήθυναν. Χόρευαν και οι Γκουγκλς, κάνοντας βέβαια λίγα λάθη, αλλά οι Γήινοι δάσκαλοί τους τους έδειχναν τα βήματα μέχρι να τα μάθουν.
Όλο και περισσότεροι άρχισαν να χορεύουν, και τελικά χόρευε ολόκληρο το χωριό, ακόμα κι ο αρχηγός, ενώ ο Γκρήζυ έπαιζε, με τον ιδρώτα να κυλά στο πρόσωπό του. Ο Γκουγκλ με την καλαμένια φλογέρα πλησίασε μετά από λίγο και κάθισε δίπλα στον Γκρήζυ.
Φαινόταν να είχε μάθει κι αυτός την τεχνική του πως να κάνει μουσική, γιατί οι νότες της φλογέρας του, ακούστηκαν δυνατοί και καθαροί, και συνέχισαν κι οι δυο τους να παίζουν σαν τρελοί, ενώ οι άλλοι συνέχισαν να χορεύουν. Οι χορευτές φώναζαν και χτυπούσαν το έδαφος κι έκαναν τούμπες, πράγματα δηλαδή περιττά κι αταίριαστα, που δεν ταίριαζαν με την ατμόσφαιρα. Αλλά δε φάνηκε να νοιάζεται κανένας γι' αυτό.
Ο Σέλντον βρέθηκε δίπλα στο θεόσπιτο. Ήταν μόνος του με τον Χαρτ, τους είχαν σπρώξει μέχρι εκεί οι κινήσεις των χορευτών.
«Κύριε Συντονιστή, δεν είναι αυτό το πιο απίθανο πράγμα που έχεις δει ποτέ;» είπε ο Χαρτ.
Ο Σέλντον συμφώνησε. «Ένα πράγμα έχω να πω: Αυτό το πάρτυ είναι άλλο πράγμα».
Ο Γκρήζυ τους έφερε τα νέα το πρωί, όταν ο Σέλντον έτρωγε το πρωινό στην καμπίνα του.
«Έβγαλαν κάτι από το θεόσπιτο», είπε.
«Τι πράγμα, Γκρήζυ;»
«Δεν ξέρω», είπε ο Γκρήζυ, και θα ήθελα να ρωτήσω».
«Όχι», είπε σοβαρά ο Σέλντον. «Όχι, κι ευτυχώς που δε ρώτησες».
«Είναι ένας κύβος», είπε ο Γκρήζυ. «Φτιαγμένος από ξύλο με συρτάρια, και δεν βγάζω κανένα νόημα' μοιάζει με τις εικόνες που μου έδειξες στο βιβλίο κάποτε».
«Τα διαγράμματα ατομικής δομής;»
«Αυτό είναι, ακριβώς», είπε ο Γκρήζυ. «Μόνο που είναι πιο περίπλοκο».
«Τι κάνουν με αυτό;»
«Το συναρμολογούν μόνο. Και τριγυρνούν γύρω του. Δεν ξέρω τι ακριβώς κάνουν με αυτό».
Ο Σέλντον σκούπισε το πιάτο του και το έσπρωξε στο πλάι. Σηκώθηκε και φόρεσε το σακάκι του. «Πάμε να δούμε», είπε.
Υπήρχε ένα αρκετά μεγάλο πλήθος από ιθαγενείς γύρω από αυτό το μαραφέτι όταν έφτασαν, κι ο Σέλντον στάθηκε με τον Γκρήζυ έξω από το πλήθος, δίχως να λέει τίποτα, και, προσέχοντας να μη μπαίνει στη μέση. Ο κύβος ήταν φτιαγμένος από ράβδους κάποιου είδους κι η κάθε πλευρά του ήταν κάπου δώδεκα πόδια' οι ράβδοι ενώνονταν με μια περίεργη διάταξη σε σχήμα δίσκου. Ολόκληρο το μηχάνημα έμοιαζε με κάτι, που θα μπορούσε να κατασκευάσει κάποιο παιδί με παραφουσκωμένη φαντασία. Μέσα στον κύβο υπήρχαν επίπεδες επιφάνειες από κάποιο γυάλινο υλικό, οι οποίες, όπως πρόσεξε ο Σέλντον, ήταν τακτοποιημένες με σχεδόν μαθηματική ακρίβεια, φανερώνοντας πως είχε δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις σχέσεις ανάμεσα στα επίπεδα. Καθώς παρατηρούσαν, μια ομάδα Γκουγκλς κουβάλησε ένα βαρύ κουτί από το θεόσπιτο, αγκομαχώντας καθώς το έσερναν προς τον κύβο. Άνοιξαν το κουτί κι έβγαλαν έξω διάφορα αντικείμενα, φτιαγμένα από διάφορα υλικά, μερικά ξύλινα, μερικά πέτρινα, κι άλλα από κάποιο άγνωστο υλικό. Αυτά τα τοποθέτησαν σε φαινομενικά καθορισμένες θέσεις πάνω στα διάφορα επίπεδα.
«Σκάκι», είπε ο Γκρήζυ.
«Τι;»
«Σκάκι, φαίνεται πως παίζουν κάποια παρτίδα σκάκι».
«Ίσως», είπε σκεφτικά ο Σέλντον, «αν είναι σκάκι, είναι το πιο τρελό, το πιο φανταστικό, το πιο δύσκολο παιχνίδι που έχω δει ποτέ».
«Έχουν μερικά παλαβά παιχνίδια σκάκι τώρα», είπε ο Γκρήζυ. «Αέρινο σκάκι, το ονομάζουν, με περισσότερα τετράγωνα στο ταμπλό και περισσότερα κομμάτια, διαφορετικά από αυτά που χρησιμοποιούνται συνήθως. Εγώ, δεν μπόρεσα να μάθω ούτε το μηχανισμό του απλού σκακιού».
Ο αρχηγός τους είδε κι ήρθε προς το μέρος τους.
«Είμαστε πολύ σίγουροι», είπε. «Με τη βοήθεια που μας δώσατε, δε μπορεί παρά να κερδίσουμε».
«Αυτό είναι ικανοποιητικό», είπε ο Σέλντον.
«Τα άλλα χωριά», είπε ο αρχηγός, «δεν έχουν φάντασμα. Τους έχουμε στριμώξει στο κέντρο. Αυτό θα γίνει τρεις φορές».
«Σας χρειάζονται συγχαρητήρια», είπε ο Σέλντον, συλλογιζόμενος τι σήμαιναν όλα αυτά.
«Πέρασε πολύς καιρός», είπε ο αρχηγός.
«Αυτό είναι αλήθεια», είπε ο Σέλντον τελείως πελαγωμένος.
«Πρέπει να πάω τώρα», είπε ο αρχηγός. «αρχίζουμε».
«Μια στιγμή», τον ρώτησε ο Σέλντον, «παίζετε κάποιο παιχνίδι;»
«Θα μπορούσατε να το ονομάσετε έτσι», παραδέχτηκε ο αρχηγός.
«Με τα άλλα χωριά - όλα τα άλλα χωριά;»
«Ακριβώς», είπε ο αρχηγός.
«Πόσο καιρό παίρνει; Με όλα αυτά τα χωριά, εσάς και τα άλλα τριάνταέξη...»
«Αυτό δε θα κρατήσει πολύ», δήλωσε ο αρχηγός με μια έκφραση σιγουριάς.
«Καλή τύχη, αρχηγέ», είπε ο Σέλντον και τον κοίταξε που απομακρυνόταν.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Γκρήζυ.
«Ας φύγουμε από δω», είπε ο Σέλντον. «Έχω δουλειά να κάνω».
Ο Χαρτ πήδηξε μέχρι το ταβάνι όταν άκουσε το είδος της δουλειάς που είχε να κάνει ο Σέλντον.
«Δεν μπορείς να κάνεις ανάκριση τρίτου βαθμού στους άντρες μου!» φώναξε. «Δε θα το δεχτώ αυτό. Δεν έχουν κάνει τίποτα».
«Μάστερ Χαρτ», είπε ο Σέλντον, «οι άντρες σου θα μπουν στη γραμμή. Θα τους δω στην καμπίνα μου, έναν - έναν, και δεν πρόκειται να τους κάνω ανάκριση. Θέλω μόνο να τους μιλήσω».
«Κύριε Συντονιστή», είπε ο Χαρτ, «θα μιλήσω εγώ για αυτούς».
«Εσύ και εγώ, Μάστερ Χαρτ», είπε ο Σέλντον, «»μιλήσαμε χτες το βράδυ. Δε χρειάζεται άλλο».
Επί τέσσερις ώρες ο Σέλντον καθόταν στην καμπίνα του, ενώ οι άντρες παρουσιάζονταν ο ένας μετά τον άλλο κι απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους έκανε:
«Τι ερωτήσεις σας έκαναν οι Γκουγκλς;»
«Πως τους απαντήσατε;»
«Φάνηκαν να καταλαβαίνουν;»
Σιγά - σιγά οι σημειώσεις του συγκεντρώθηκαν κι η δουλειά του τελείωσε.
Ο Σέλντον κλείδωσε την πόρτα, πήρε μια μπουκάλα από το γραφείο του κι ήπιε μια γουλιά' μετά έβαλε το μπουκάλι πίσω στη θέση του, κι άρχισε τη δουλειά, εξετάζοντας τις σημειώσεις.
Ο επικοινωνητής βούιξε.
«Τα ανιχνευτικά γύρισαν», ακούστηκε η φωνή του Χαρτ, «και το κάθε χωριό έχει έναν από αυτούς τους κύβους μπρος στο θεόσπιτό του. Κάθονται σε έναν κύκλο ολόγυρά του και φαίνεται να παίζουν κάποιο είδος παιχνιδιού. Κάθε λίγο και λιγάκι κάποιος σηκώνεται από τον κύκλο και κάνει μια κίνηση σε ένα από τα επίπεδα του κύβου, και μετά ξανακάθεται στη θέση του».
«Τίποτα άλλο;»
«Τίποτα άλλο», είπε ο Χαρτ. «Αυτό ήταν εκείνο που ήθελες, έτσι δεν είναι;»
«Ναι», είπε ο Σέλντον, «φαντάζομαι πως αυτό ήθελα».
«Πες μου ένα πράγμα», ρώτησε ο Χαρτ. «Με ποιον παίζουν;»
«Παίζουν μεταξύ τους».
«Τι μεταξύ τους;»
«Τα χωριά», είπε ο Σέλντον. «Τα χωριά παίζουν το ένα εναντίον των άλλων».
«Εννοείς τα τριάνταεφτά χωριά;»
«Ακριβώς».
«Μπορείς να μου πεις πως στο διάβολο τριανταεφτά χωριά μπορούν να παίζουν ένα παιχνίδι ταυτόχρονα;»
«Όχι δεν μπορώ», είπε ο Σέλντον.
Αλλά είχε την τρομαχτική αίσθηση, πως μπορούσε. Μπορούσε να υποθέσει τουλάχιστον.
Όταν είχε γίνει φανερό πως η οπισθοδρόμηση ήταν προσχεδιασμένη, θυμήθηκε, είχε αναρωτηθεί για το πρόβλημα της επικοινωνίας που θα έπρεπε να ήταν αναγκαία για να οπισθοδρομήσουν ταυτόχρονα όλα τα χωριά. Θα χρειαζόταν, είχε πει στον εαυτό του, ένα ανώτερο επίπεδο επικοινωνίας από ότι θα περίμενε να βρει κανείς σε ένα πολιτισμιακό τύπου 10.
Και, να το πάλι - ένα ακόμα δυσκολότερο επίπεδο επικοινωνίας, ένα παράξενο παιχνίδι, όπου όλα τα χωριά ταυτόχρονα, το έπαιζαν πάνω σε μια περίπλοκη σκακιέρα.
Υπήρχε μόνο μια απάντηση σε αυτό, είπε στον εαυτό του. Του φαινόταν κάπως αδύνατο, αλλά ήταν η μοναδική πιθανή λύση - τηλεπάθεια - κι αυτό είναι κάτι το απίστευτο για τον τύπο 10, για να μην αναφέρει τον τύπο 14.
Άρχισε πάλι να δουλεύει. Πήρε ένα μεγάλο κομμάτι χαρτί, που θα του χρησίμευε σαν πίνακας, και το στερέωσε με πινέζες στο γραφείο του, μετά έπιασε τις σημειώσεις, αρχίζοντας από την πρώτη μέχρι την τελευταία. Κι όταν είχε τελειώσει τον πίνακα, έσπρωξε πάλι την καρέκλα του και τον κοίταξε' μετά κάλεσε τον Χαρτ. Πέντε λεπτά αργότερα ο Χαρτ χτυπούσε την πόρτα του. Ο Σέλντον του άνοιξε και τον άφησε να μπει.
«Κάθισε, Χαρτ», είπε.
«Βρήκες τίποτα;»
«Έτσι νομίζω», είπε ο Σέλντον. Έδειξε τον πίνακα. «Όλα βρίσκονται εκεί».
Ο Χαρτ κοίταξε τον πίνακα. «Δεν βλέπω τίποτα».
«Χθες βράδυ», είπε ο Σέλντον, «πήγαμε στη γιορτή των Γκουγκλς, και στο λίγο χρόνο που μείναμε εκεί, δώσαμε σε τούτο το χωριό το πιο πλήρες και κατανοητό διάγραμμα του πολιτισμιακού επιπέδου τύπου 10, που θα μπορούσες να φανταστείς. Αλλά εκείνο που αληθινά με τρομάζει, είναι πως ξεπεράσαμε κάπως τον τύπο 10. Δεν το ξεκαθάρισα τελείως, αλλά μοιάζει περισσότερο με τον τύπο 9Μ παρά με τον 10».
«Τι κάναμε;»
«Μας ψαρέψανε», είπε ο Σέλντον. «Έκαναν ερωτήσεις σε κάθε άντρα για ορισμένα πολιτισμιακά θέματα, και ούτε μια φορά δεν ρώτησαν τα ίδια. Κάθε σύνολο ερωτήσεων ήταν διαφορετικό. Σαν να είχε ανατεθεί σε κάθε Γκουγκλ να κάνει ορισμένες ερωτήσεις».
«Τι σημαίνει αυτό;» ρώτησε ο Χαρτ.
«Σημαίνει», είπε ο Σέλντον, «πως έχουμε επέμβει σε έναν από τους πιο επιτήδειους κοινωνικούς διακανονισμούς σε ολόκληρο τον γαλαξία. Ελπίζω μα το Θεό...»
«Επιτήδειος κοινωνικός διακανονισμός. Εννοείς τους Γκουγκλς;»
«Εννοώ τους Γκουγκλς», είπε ο Σέλντον.
«Μα δεν άξιζαν ποτέ τίποτα», είπε ο Χαρτ. «Δεν θα αξίζουν ποτέ τίποτα. Αυτοί...»
«Σκέψου καλά», είπε ο Σέλντον, «και προσπάθησε να μου πεις τι είναι το πιο χαρακτηριστικό πράγμα της κουλτούρας των Γκουγκλς. Έχουμε μια ιστορία πεντακοσίων χρόνων εμπορίου μαζί τους. Σε αυτά τα πεντακόσια χρόνια υπάρχει ένα γεγονός σχετικό με αυτούς, που ξεχωρίζει σαν την μύγα μες το γάλα».
«Είναι βλάκες», είπε ο Χαρτ.
«Όχι, δεν είναι».
«Δεν έφτασαν ποτέ πουθενά», είπε ο Χαρτ. «Δεν πήγαιναν καν πουθενά, από ότι μπορώ να ξέρω».
«Αυτό είναι ένα μέρος του θέματος», είπε ο Σέλντον. «Στατική κουλτούρα».
«Διάβολε», είπε ο Χαρτ, «δεν πρόκειται να παίξω μαντικά παιχνίδια μαζί σου. Αν έχει κάτι στο νου σου...»
«Έχω την ειρήνη στο νου μου», είπε ο Σέλντον. «Σε όλα τα πεντακόσια χρόνια που γνωρίζουμε τους Γκουγκλς, δεν παρουσιάστηκε ούτε μια διχόνοια ανάμεσά τους. Δεν έκαναν ποτέ πόλεμο. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορούμε να το πούμε για κανέναν άλλον πλανήτη».
«Απλούστατα, είναι πάτα πολύ χαζοί για να πολεμήσουν», είπε ο Χαρτ.
«Είναι πάρα πολύ ξύπνιοι για να πολεμήσουν», είπε ο Σέλντον. «Οι Γκουγκλς, Μάστερ Χαρτ, έχουν κάνει κάτι που κανένας άλλος λαός, καμιά άλλη κουλτούρα δεν κατάφερε ποτέ να κάνει σε όλη τη γαλαξιακή ιστορία. Βρήκαν έναν τρόπο για να κηρύξουν παράνομο τον πόλεμο».
Επί χιλιάδες χρόνια, η μια αυτοκρατορία μετά την άλλη εδραιωνόταν ανάμεσα στα άστρα και τους πλανήτες που περιστρέφονταν γύρω από τα άστρα.
Και μία - μία, μοναχικές και νικημένες έπεφταν οι αυτοκρατορίες, και μία - μία ιδρύονταν άλλες αυτοκρατορίες για να πάρουν τη θέση τους και να πέσουν με τη σειρά τους. Κι αυτές που υπάρχουν στις μέρες μας θα πέσουν όταν έρθει η ώρα τους.
Αυτός είναι ο παλιός, ο παμπάλαιος κύκλος - μονολόγησε ο Σέλντον, η αρχαία αρρώστια της δύναμης, της αλαζονείας και της απελπισίας - το αγέραστο διάγραμμα της πολιτιστικής ανάπτυξης.
Ούτε μια μέρα δεν υπήρξε ποτέ, που να μην γίνεται πόλεμος σε κάποια περιοχή του γαλαξία.
Ο πόλεμος παρουσιαζόταν εξαιτίας οικονομικών πιέσεων, κυρίως, παρόλο που υπήρχαν κι άλλα αίτια - οι φιλοδοξίες κάποιου ατόμου ή κάποιας φυλής, η περίεργη πεισιθανάτια ψυχολογία που άνθιζε σε ορισμένες κουλτούρες, ένας υπέρμετρος ρατσισμός, ή μια θρησκεία που μιλούσε με όρους αίματος και θανάτου, παρά με όρους αγάπης και ζωής.
Αν αναλύσουμε τα αίτια του πολέμου, σκέφτηκε ο Σέλντον, θα βρούμε ένα σχέδιο, ορισμένους παράγοντες που συντελούν στον πόλεμο, και ορισμένους άλλους παράγοντες, που συντελούν στην νίκη, από τη στιγμή που άρχισε ένας πόλεμος.
Τώρα ας υποθέσουμε πως μελετάμε τον πόλεμο, τα αίτιά του και τους τρόπους της νίκης. Ας υποθέσουμε πως βρίσκαμε τις ουσιαστικές σχέσεις που έχει κάθε παράγοντας με όλους τους άλλους, κι όχι μόνο αυτό, αλλά τη σχετική δύναμη ορισμένων ομάδων παραγόντων ενάντια σε άλλες ομάδες παραγόντων - παράγοντες φυλετικής εφευρετικότητας και τεχνολογίας του ανθρωπίνου πνεύματος, της πολιτιστικής ανάπτυξης και της παρόρμησης να προστατεύσουμε και να διατηρήσουμε αυτό τον πολιτισμό, και το μίσος ή την ικανότητα να μισούμε όλους, τους άλλους παράγοντες, απτούς και μη, που έπαιζαν κάποιο ρόλο στη δημιουργία και την έκβαση ενός πολέμου.
Και αναλυόμενοι σε συγκεκριμένους όρους, τι θα ήταν μερικοί από αυτούς τους παράγοντες; Τι παράγοντες έσπρωξαν έναν πολιτισμό στα πρόθυρα του πολέμου; Τι παράγοντες δημιουργούσαν το νικητή; Σίγουρα όχι μόνο το ατσάλι και τα πυρομαχικά, σίγουρα όχι το κουράγιο μόνο του, ή η αρχηγία ή οποιοδήποτε άλλο πράγμα που θα μπορούσε να σταθεί από μόνο του.
Σίγουρα ανάμεσα στα αίτια του πολέμου θα υπήρχαν κι άλλα πράγματα μικρά, ασήμαντα, απλά πράγματα, όπως το να κάθεσαι σε μια καρέκλα αντί στο πάτωμα ή να χρησιμοποιείς μαχαιροπήρουνα αντί για τα δάχτυλα. Κι άλλα πράγματα, όπως οι βρώμικες ιστορίες και το καλύτερο πιοτό και μια καλύτερη φλογέρα φτιαγμένη από καλάμι. Γιατί για όλα αυτά κουβαλούσαν μαζί τους κι ορισμένους κανόνες - οι κανόνες που ακολουθεί κανένας για το φτιάξιμο καλύτερης μπύρας, μπορεί να ανοίγουν το δρόμο για την κατασκευή μιας χημικής ουσίας που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στον πόλεμο' το πνεύμα που διαμόρφωνε μια βρώμικη ιστορία, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με πιο καταστρεπτικό τρόπο στον τομέα της προπαγάνδας' η γνώση που καλυτέρευε ένα μουσικό όργανο, θα μπορούσε να επεκταθεί στην κατασκευή ενός οργάνου, όχι μουσικού, αλλά θανατηφόρου.
Τέτοιες θα ήταν οι ιδιότητες που θα συμπλήρωναν τις οικονομικές πιέσεις που μπορεί να άρχιζαν έναν πόλεμο, ή που συνέβαλαν στην αίσθηση της ανωτερότητας και της αδιαλλαξίας που μπορεί να σπρώξει μια φυλή στον πόλεμο.
Κι αν παρατηρούσαμε αυτούς τους παράγοντες που αντιπροσώπευαν αυτές κι άλλες ικανότητες, θα γνωρίζαμε πότε θα ξέσπαγε ένας πόλεμος.
Κι ήταν αυτές οι ίδιες βασικές ικανότητες και τάσεις, καθώς και χιλιάδες άλλοι παράγοντες, που θα καθόριζαν ποιος θα κέρδιζε αν άρχιζε ο πόλεμος.
Γνωρίζοντάς το αυτό, θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε ορισμένες πραγματικές αξίες σε όλους αυτούς τους πολιτιστικούς παράγοντες, παρόλο που η αξία, όπως και στα χαρτιά, θα μπορούσε να αυξηθεί ή να ελαττωθεί ανάλογα με τους συνδυασμούς.
Ο Σέλντον σηκώθηκε κι άρχισε να περπατάει στο μικροσκοπικό δωμάτιο, τρία βήματα μπρος και μετά, τρία βήματα πίσω.
Ας υποθέσουμε τότε, σκέφτηκε, πως φτιάχναμε ένα παιχνίδι - ένα παιχνίδι πολέμου, όπου αντιπροσωπεύονταν όλοι οι παράγοντες από πιόνια που το καθένα έχει μία αξία. Ας υποθέσουμε πως παίζαμε ένα παιχνίδι αντί να πολεμήσουμε σε έναν πόλεμο. Ας υποθέσουμε πως αφήναμε το παιχνίδι να αποφασίσει ποια πλευρά θα κέρδιζε αν γινόταν πόλεμος. Ας υποθέσουμε ακόμα, πως παρατηρούσαμε πολιτισμούς και επισημαίναμε την εμφάνιση των παραγόντων που οδηγούν τελικά σε πόλεμο. Ας υποθέσουμε πως μπορούσαμε να πούμε ότι αν η εμφάνιση ορισμένων παραγόντων συνεχιστεί, ο πόλεμος θα ήταν αναπόφευκτος σε πέντε ή δέκα χρόνια. Ας υποθέσουμε πως μπορούσαμε να το κάνουμε αυτό - τότε θα προλαβαίναμε έναν πόλεμο πριν αρχίσει. Θα μπορούσαμε να δούμε τα σημεία του κινδύνου και θα γνωρίζαμε το κρίσιμο σημείο. Κι όταν φτάναμε στο κρίσιμο σημείο, θα παίζαμε ένα παιχνίδι - δε θα πολεμούσαμε.
Μόνο, μονολόγησε ο Σέλντον, που δε θα έπιανε.
Θα μπορούσαμε να παίξουμε ένα παιχνίδι και να αποφασίσουμε την έκβαση του πολέμου, κι όταν την αποφασίζαμε, οι παράγοντες που είχαν δημιουργήσει τον πόλεμο θα υπήρχαν ακόμα' η κρίση θα παρέμενε, θα βρισκόμασταν πάλι στην αρχή' δεν θα είχαμε κερδίσει τίποτα. Γιατί το παιχνίδι ενώ μπορούσε να αποφασίσει ποιος θα κέρδιζε τον πόλεμο, δεν θα ανέτρεπε ούτε θα διόρθωνε τις οικονομικές πιέσεις, δεν θα εξάλειφε την κρίση.
Αναμφίβολα, το παιχνίδι θα έδειχνε ποια πλευρά κέρδισε. Θα πρόβλεπε, με ένα ελάχιστο ποσοστό λάθους, την έκβαση του πολέμου. Αλλά δεν θα εξάλειφε τον υπερβάλλοντα πληθυσμό, δεν θα κέρδιζε τα εμπορικά προνόμια της άλλης πλευράς - δεν θα έκανε τίποτα.
Δεν θα έπιανε, μονολόγησε. Ήταν μια όμορφη θεωρία, μια μεγάλη ιδέα, αλλά δεν θα έπιανε.
Χρειάζεται να κάνουμε πιο πολλά από το να παίξουμε ένα παιχνίδι. Πολύ περισσότερα.
Εκτός από τον καθορισμό του ποιος θα κέρδιζε τον πόλεμο αν είχε γίνει, θα έπρεπε να αφαιρέσουμε εθελοντικά τους παράγοντες που είχαν προξενήσει τον πόλεμο - τα συγκεκριμένα, ουσιαστικά γεγονότα των οικονομικών πιέσεων, καθώς και όλων των άλλων παραγόντων.
Το θέμα δεν ήταν να παίζεις ένα παιχνίδι, έπρεπε να πληρώσεις και κάτι. Η ειρήνη είχε ένα τίμημα, θα έπρεπε να το πληρώσουμε.
Για, αν υπήρχαν περισσότερα από ένα σύνολα παραγόντων.
Θα υπήρχε το σύνολο που θα φανέρωνε τον ερχομό του πολέμου. Και θα υπήρχε και άλλο ένα σύνολο, που θα έδειχνε ότι πέρα από ένα ορισμένο σημείο ή ακριβοπληρωμένη φόρμουλα της ειρήνης δε θα ίσχυε. Θα ίσχυε, ίσως, για ένα πολιτισμιακό επίπεδο τύπου 10, αλλά πέρα από αυτό, οι παράγοντες μπορεί να γίνονταν τόσο μπερδεμένοι, ώστε να καταστρέφονταν η φόρμουλα κάτω από το δικό της βάρος. Ένα πολιτισμιακό επίπεδο τύπου 10, μπορεί να αντιμετωπίζει έναν παράγοντα που αντιπροσωπεύει το στένεμα της αγοράς για ένα ορισμένο προϊόν, αλλά δε θα μπορούσε να αντιμετωπίσει έναν παράγοντα που θα αντιμετωπίσει έναν παράγοντα που θα αντιπροσώπευε την περιπλοκότητα του γαλαξιακού τραπεζικού συστήματος.
Η φόρμουλα μπορεί να ισχύει για τον τύπο 10, αλλά όχι για τον τύπο 9, και μπορεί να είναι τελείως άχρηστη για τον τύπου 8.
Έτσι, οι Γκουγκλς, έπαιζαν όχι μόνον έναν παιχνίδι, αλλά πλήρωναν και το τίμημα της ειρήνης. Και το τίμημα της ειρήνης ήταν να στραφούν προς την άλλη μεριά. Να οπισθοχωρήσουν αναπτυξιακά. Πήγαν μέχρι τον τύπο 14 κι έμειναν εκεί για λίγο, μετά προχώρησαν μπρος κάπως απότομα, αλλά όχι ως εκεί θα βρισκόταν προτού παλινδρομήσουν.
Οπισθοχώρησαν εθελοντικά, και έμειναν πίσω, για να μην πολεμήσουν. Οπισθοχώρησαν, όχι επειδή ο πόλεμος ήταν λιγότερο πιθανός στον τύπο 14, αλλά για να είναι αποτελεσματική η φόρμουλα' έμειναν πίσω για να έχουν περιθώρια να προχωρήσουν, προτού φτάσουν στο σημείο πέρα από το οποίο δεν θα ισχύει η φόρμουλα.
Αλλά πως μπόρεσαν να παλινδρομήσουν; Πως έφτασαν από τον τύπο 10 στον τύπο 14;
Οπισθοδρόμησαν - σίγουρα θα οπισθοδρομούσαν. Θα άφηναν το άνετο χωριό τους και θα ζούσαν στις καλύβες κι όλη την ώρα το ταμπλό του παιχνιδιού και τα κομμάτια που τους είχαν διασφαλίσει την τύπου 10 ύπαρξή τους θα φυλάγονταν στο θεόσπιτο. Θα ερχόταν κάποτε μια η μέρα όπου θα είχαν προχωρήσει αρκετά για να μπορέσουν να παίζουν το παιχνίδι, και θα το έπαιζαν, σύμφωνα με τους κανόνες και ότι είχαν - εκτός αν έπεφταν στο εμπόδιο, και προσγειωνόταν ένα διαστημόπλοιο απώτερου πολιτισμιακού επιπέδου στο χωριό τους και τους μοίραζε από έναν ασημένιο δίσκο, μια ντουζίνα ατομικές βόμβες για να χρησιμοποιηθούν σε έναν πετροπόλεμο.
Ο Σέλντον κάθισε στο γραφείο του κι ακούμπησε το κεφάλι στα χέρια του. Πόσα, αναρωτήθηκε, πόσα περισσότερα τους δώσαμε από ότι είχαν πριν; Ανατρέψαμε τη φόρμουλα; Τους δώσαμε τόσα πολλά, ώστε αυτό εδώ το χωριό να τινάζει τη φόρμουλα στον αέρα; Πόση ανοχή θα μπορούσε να έχει; Πόσο θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τον τύπο 10 και να βρίσκονται ακόμα μέσα στα όρια ασφαλείας;
Σηκώθηκε και άρχισε πάλι να βηματίζει. Μάλλον, είναι εντάξει, μονολόγησε.
Παίζουν το παιχνίδι εδώ και πεντακόσια χρόνια, που τους ξέρουμε - ίσως και για χιλιάδες ακόμα χρόνια που δεν τους ξέραμε. Δε θα ήθελαν να καταστρέψουν τη φόρμουλα - θα γνώριζαν το όριο. Γιατί πρέπει να υπάρχει ένας βαθιά ριζωμένος φόβος για τον πόλεμο μέσα στην ίδια τους την κουλτούρα, διαφορετικά δε θα συνέχιζαν να υπακούουν στη φόρμουλα. Και στην πραγματικότητα, η φόρμουλα είναι απλή. Απλή. Σαν να πέφτεις από ένα δέντρο. Μόνο πως είναι δυνατόν ένας λαός να οπισθοδρομεί ηθελημένα; Με υπνωτισμό; Δε θα έπιανε, γιατί τι θα συνέβαινε στον υπνωτιστή; Θα παρέμενε σαν ένας τυχαίος κι επικίνδυνος παράγοντας. Ένα έξυπνο μηχάνημα, ίσως, μόνο που οι Γκουγκλς δεν είχαν καθόλου μηχανήματα. Έτσι δεν ήταν δυνατό να είναι μηχάνημα.
Καμιά φαρμακευτική ουσία μήπως;
Υπήρχε μια ρίζα, κι απ' αυτή έβγαζαν μια φαρμακευτική ουσία για να θεραπεύσουν μια αρρώστια χαρακτηριστική ενός ιδιαίτερου τμήματος του γαλαξία - η ρίζα του μπαμπού. Ο πλανήτης Ζαν ήταν το μόνο μέρος όπου μεγάλωνε το μπαμπού.
«Θεέ μου», είπε ο Σέλντον. «Δεν το σκέφτηκα αυτό. Το διάβασα κάπου. Τι ήταν αυτή η αρρώστια;»
Έβγαλε τις αρχειοταινίες του, τις έβαλε στο μηχάνημα προβολής και βρήκε τη διατριβή πάνω στη χρήση της ρίζας του μπαμπού, και βρήκε το όνομα της αρρώστιας, που του ήταν αδύνατο να προφέρει. Κοιτούσε στο ευρετήριο των αρχείων του και βρήκε πως στις σχετικές ιατρικές πληροφορίες, υπήρχαν λίγες γραμμές γι' αυτήν την περίεργη αρρώστια:
«... νευρική διαταραχή δημιουργούσα συναισθηματική ένταση, η οποία σε πολλές περιπτώσεις εντείνει ένα αίσθημα ενοχής που δημιουργείται από την ανικανότητα να ξεχάσει κανένας παλιές εμπειρίες. Το φάρμακο επιφέρει μια πλήρη κατάσταση αμνησίας, από την οποία συνέρχεται βαθμιαία ο ασθενής διατηρώντας περισσότερο τις βασικές έννοιες, παρά το πλήθος των λεπτομερών εμπειριών του, των οποίων η ανάμνηση συνεισφέρει στην κατάστασή του».
Αυτό ήταν φυσικά! Η τέλεια απάντηση!
Οι Γκουγκλς έτρωγαν τη ρίζα του μπαμπού, ίσως τελετουργικά, και μετά ξεχνούσαν, και στη λησμονιά, απομονώνονταν από την κουλτούρα τους, παλινδρομώντας κατά τέσσερα πολιτισμιακά στάδια.
Τότε, μετά από αρκετό χρόνο, η επίδραση της ρίζας εξασθενούσε και θα θυμόντουσαν, και με την ανάμνηση θα ανέβαιναν στην πολιτισμιακή κλίμακα. Θα θυμόντουσαν, όχι τις λεπτομέρειες της προηγούμενης κουλτούρας, αλλά μόνο τις βασικές έννοιές της, και έτσι δε θα προχωρούσαν μέχρι εκεί που βρίσκονταν πριν. Με αυτό τον τρόπο θα άφηναν περιθώρια για να προχωρήσουν προς την επόμενη κρίση. Μετά, γι άλλη μια φορά, θα έτρωγαν τις ρίζες μπαμπού και θα απόφευγαν πάλι τον πόλεμο. Γιατί, ενώ το παιχνίδι θα καθόριζε ποιος θα είχε κερδίσει τον πόλεμο, αν είχε γίνει, η αμνησία κι η αργή ανάρρωση από το μπαμπού θα εξάλειφε τα αίτια του πολέμου, θα μετακινούσε το σημείο της κρίσης.
Η φόρμουλα ίσχυε, επειδή, ακόμα και προτού παίξουν το παιχνίδι, οι παράγοντες του πολέμου θα είχαν αναστατωθεί και το κρίσιμο σημείο θα είχε ήδη εξαφανιστεί.
«Ας συγχωρήσει ο Θεός», είπε ο Σέλντον, «τις μικρές αρπακτικές ψυχές μας».
Επέστρεψε στο γραφείο του και κάθισε. Με ένα χέρι που είχε βαρύνει ξαφνικά, κάλεσε μέσω του επικοινωνητή τον Χαρτ.
«Τι είναι τώρα;» φώναξε ο Χαρτ.
«Φύγε», διέταξε ο Σέλντον. «Φύγε από αυτόν τον πλανήτη, όσο πιο γρήγορα μπορείς».
«Μα η ρίζα...»
«Δεν υπάρχει ρίζα», είπε ο Σέλντον. «Δεν υπάρχει πια ρίζα».
«Μα έχω ένα συμβόλαιο».
«Όχι τώρα», είπε ο Σέλντον. «Είναι ανύπαρκτο και άκυρο, αντίθετο με τα γαλαξιακά συμφέροντα».
«Αντίθετο!» Μπορούσε να ακούει τον Χαρτ να πνίγεται από τον θυμό του. «Άκου δω, κύριε Συντονιστή, την χρειάζομαι αυτή τη ρίζα στον τομέα 12. Χρειάζονται...»
«Θα την συνθέσουν χημικά», είπε ο Σέλντον. «Αν τη θέλουν θα πρέπει να την συνθέσουν. Υπάρχει κάτι, πιο σημαντικό...»
«Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό», είπε ο Χαρτ.
«Μπορώ», είπε ο Σέλντον. «Αν νομίζεις πως δεν μπορώ, δοκίμασέ με και θα δεις».
Χτύπησε το ακουστικό του και περίμενε ιδρώνοντας.
Πέρασαν δέκα λεπτά προτού ακούσει τις μηχανές να λειτουργούν, ετοιμάζοντας το σκάφος για την απογείωση.
Είδε τον πλανήτη να χάνεται πίσω τους καθώς το σκάφος προχωρούσε στο διάστημα.
Κουράγιο, μονολόγησε σκεπτόμενος τους Γκουγκλς, το γυμνό, ψυχρό κουράγιο τους! Ελπίζω να μην είναι πολύ αργά. Ελπίζω να ισορροπήσουν τη ζημιά που τους κάναμε.
Θα πρέπει να υπήρξε μια μέρα, που οι Γκουγκλς ήταν μια μεγάλη φυλή, μια φυλή που ανέπτυξε ένα μεγάλο πολιτισμό - μεγαλύτερο, ίσως, από οποιονδήποτε που υπήρχε τώρα στο γαλαξία. Γιατί χρειαζόταν ένας φανταστικά ανεπτυγμένος λαός, για να κάνει αυτό που είχαν κάνει. Δεν ήταν δουλειά του τύπου 10, ούτε καν του τύπου 6, του μεγαλύτερου τύπου που έφτασε ποτέ η Γη.
Χρειαζόταν νοημοσύνη και μεγάλη ευσπλαχνία, τρομακτικά αναλυτική ικανότητα και ψύχραιμη αντικειμενικότητα για να βρεθούν οι παράγοντες κι ο τρόπος της αντιμετώπισής τους.
Κι είχε χρειαστεί απίστευτο κουράγιο για να ενεργοποιηθεί η πορεία που είχαν χαράξει οι αρχαίοι Γκουγκλς - για να ανταλλάξουν μια κουλτούρα που θα μπορούσε να είχε φτάσει τους τύπους 2 ή 3, με μια τύπου 10, επειδή δε θα ίσχυε πέρα από το πολιτισμιακό επίπεδο τύπου 10.
Εφόσον λειτούργησε μια φορά, πρέπει να συνεχίσει να λειτουργεί. Όλο το κουράγιο της φυλής δεν πρέπει να χαθεί τώρα. Είναι μια φόρμουλα, που δεν πρέπει να επιτρέψουμε να καταστραφεί. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε να καταστραφεί εξαιτίας του κέρδους που βγάζουν οι έμποροι από τη ρίζα του μπαμπού. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε να καταστραφεί μέσω της επαφής με άλλα παράξενα πλάσματα που μπορεί να βρίσκονται ψηλότερα στην πολιτιστική κλίμακα, αλλά δεν έχουν το κουράγιο των Γκουγκλς.
Κι ένα άλλο πράγμα ακόμα - δεν πρέπει να διακινδυνέψουμε την περίπτωση να γίνει η ρίζα ένα απλό αντικείμενο εμπορίου. Δεν πρέπει να πάψουν να βλέπουν οι Γκουγκλς τη μεγαλύτερη αξία της ρίζας, την αξία που, σε αυτήν υπάρχει η μεγαλύτερη ελπίδα που γνώρισε ποτέ ο γαλαξίας.
Ο Σέλντον επέστρεψε στον πίνακα που είχε φτιάξει, κι εξέτασε τις πληροφορίες που είχαν πάρει από το πλήρωμα οι Γκουγκλς.
Συγκεντρωμένες έφταναν σε κάτι κάπως μεγαλύτερο από τον τύπο 10 - έναν τύπο 9Ρ ίσως. Κι αυτό ήταν επικίνδυνο, αλλά μάλλον, όχι τόσο πολύ, γιατί ο τύπος 10Α, αν είχαν φτάσει ποτέ εκεί οι Γκουγκλς, μάλλον αντιπροσώπευε ακόμα έναν ορισμένο περιθώριο ασφαλείας,
Αλλά, είχε φτάσει κοντά. Πολύ κοντά, για να μην ανησυχεί. Έδειχνε άλλον έναν παράγοντα, τον παράγοντα του πειρασμού - κι αυτό ήταν κάτι που δεν θα έπρεπε να συνεχιστεί.
Πήγε πίσω στα αρχεία του και για αρκετές ώρες τα μελέτησε, και για άλλη μια φορά είδε το σκληρό, ψυχρό κουράγιο και την επίμονη αφοσίωση των Γκουγκλς.
Δεν υπήρχε κανένα στοιχείο στα αρχεία που να ξεπερνούσε τον τύπο 10.
Φαντάσου μονολόγησε, να μένουν ικανοποιημένοι με ένα καλύτερο τσαπί ενώ θα μπορούσαν να έιχαν ατομικές μηχανές.
Φαντάσου, επί πεντακόσια χρόνια να αρνιούνται τα εμπορεύματα και την άνεση που θα έκαναν τους Γκουγκλς έναν ανώτερο λαό, πιο ευτυχισμένο και πιο άνετο.
Ανώτερο και πιο ευτυχισμένο - και πολύ πιθανό νεκρό.
Κάποτε, πριν από πολύ καιρό, σε ισχυρές πόλεις που τώρα κρύβονται κάτω από τη σκόνη της επιφάνειας του πλανήτη, οι Γκουγκλς θα πρέπει να είχαν μάθει την τρομερή πικρία ενός εξελιγμένου πολέμου που θα πρέπει να είχαν νιώσει φρίκη με τον θάνατο και την αγωνία και την τυφλή ματαιότητα. Κι η γνώση αυτής της μέρας ζούσε ακόμα στο νου των σημερινών Γκουγκλς.
Κι αυτή τη γνώση δε θα 'πρεπε να τη χάσει ο γαλαξίας.
Ο Σέλντον σήκωσε τον πίνακα, τον δίπλωσε, φτιάχνοντας έναν κύλινδρο, και τον στερέωσε με λαστιχάκια.
Έκρυψε τα αρχεία.
Επί πεντακόσια χρόνια οι Γκουγκλς είχαν αντέξει σε όλα τα τεχνάσματα και τους πειρασμούς των εμπόρων που θα μπορούσαν να τους δώσουν οτιδήποτε ήθελαν με αντάλλαγμα το μπαμπού. Εμπόρους, που ακόμα κι αν γνώριζαν την αλήθεια, θα είχαν ηθελημένα κι απερίσκεπτα καταστρέψει τον προστατευτικό τύπο 10, για χάρη του κέρδους.
Είχαν αντέξει επί πεντακόσια χρόνια. Πόσο ακόμα θα άντεχαν; Σίγουρα, όχι για πάντα. Ίσως όχι για πολύ ακόμα. Το γεγονός πως ο αρχηγός κι η φυλή του ζητούσαν πληροφορίες πέρα από το όριο του τύπου 10, φανέρωνε κάποια στιγμιαία αδυναμία. Δε μπορούσε να σημαίνει αυτό πως ο ηθικός τους χαρακτήρας αδυνάτιζε και πως τα χρόνια του εμπορίου είχαν αφήσει το δηλητήριό τους;
Κι αν οι Γκουγκλς δεν είχαν αντέξει - αν δεν άντεχαν - ο γαλαξίας θα ήταν τότε πιο φτωχός και πιο ματωμένος.
Γιατί θα ερχόταν η μέρα, ίσως μετά από πάρα πολλά χρόνια, όπου θα ήταν καλύτερα να γίνει μια επισκόπηση, μια μελέτη των μεγάλων πραγμάτων που είχαν καταφέρει οι Γκουγκλς. Κι από αυτή τη μελέτη θα γινόταν η αρχή του πρώτου μεγάλου βήματος προς την ειρήνη σε ολόκληρο το γαλαξία, ένας υπαινιγμός σχετικά με το πως θα μπορούσε να εφαρμοστεί η αρχή χωρίς την ανάγκη μιας στατικής κουλτούρας.
Αλλά η μελέτη, δεν θα μπορούσε να γίνει για αρκετά χρόνια ακόμα.
Έπρεπε πρώτα να εξαλειφθούν οι τυχαίοι παράγοντες των τελευταίων πεντακοσίων χρόνων.
Κάθισε στο γραφείο του - έβγαλε το φωνοτυπικό του μηχάνημα, κι έβαλε μέσα ένα φύλλο χαρτί.
Έδωσε τον τίτλο, που τον τύπωσε γρήγορα η μηχανή, ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΟ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ ΖΑΝ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΟΥΣ.