Robert Sheckley
The Store of the Worlds (1959)
Μετάφραση: Αγγελος Μαστοράκης
Ο κ. Γουέιν προχώρησε μέχρι εκεί που τελείωνε ο μακρύς, ψηλός μέχρι τους ώμους του σωρός από τα γκρίζα χαλάσματα και βρέθηκε μπρος στο Μαγαζί των Κόσμων.
Ήταν ακριβώς όπως του το είχαν περιγράψει οι φίλοι του: μια μικρή παράγκα φτιαγμένη από κομμάτια ακατέργαστης ξυλείας, λαμαρίνες αυτοκινήτων, ένα τεράστιο κομμάτι γαλβανισμένου σίδερου και μερικές σειρές από μισοδιαλυμένα τούβλα, όλα περασμένα με ένα μπλε ξεπλυμένο χρώμα.
Ο κ. Γουέιν κοίταξε πίσω το μακρύ μονοπάτι μέσα από τα χαλάσματα, για να βεβαιωθεί πως κανένας δεν τον είχε ακολουθήσει. Έχωσε πιο βαθιά το δέμα που κρατούσε κάτω από τη μασχάλη του' έπειτα, νιώθοντας ένα ρίγος για την τόση του θρασύτητα, άνοιξε την πόρτα και γλίστρησε μες στην παράγκα.
«Χαίρετε», του είπε ο μαγαζάτορας. Κι αυτός ήταν ακριβώς όπως τον είχαν περιγράψει' ένας ψηλός, με πονηρή όψη γέρος, με στενά μάτια και χαμηλό στόμα. Τον έλεγαν Τόμπκινς. Καθόταν σε μια παλιά κουνιστή πολυθρόνα, που στην πλάτη της ήταν κουρνιασμένος ένας γαλαζοπράσινος παπαγάλος.
Υπήρχε άλλη μια καρέκλα στο μαγαζί κι ένα τραπέζι. Πάνω στο τραπέζι βρισκόταν μια σκουριασμένη υποδερμική σύριγγα.
«Άκουσα από κάτι φίλους για το μαγαζί σας»,
είπε ο κ. Γουέιν.
«Τότε ξέρετε την αμοιβή μου», είπε ο Τόμπκινς.
«Τη φέρατε;»
«Ναι», είπε ο Γουέιν δείχνοντας το δέμα του.
«Θα ήθελα όμως να ρωτήσω πρώτα - »
«Πάντοτε θέλουν να ρωτήσουν κάτι» είπε ο
Τόμπκινς στον παπαγάλο που ανοιγόκλεισε τα μάτια του.
«Εμπρός, ρωτήστε με».
«Θέλω να μάθω τι γίνεται στην πραγματικότητα
εδώ».
Ο Τόμπκινς αναστέναξε. «Αυτό που γίνεται είναι
το εξής: Μου δίνετε την αμοιβή μου. Σας κάνω μια ένεση και χάνετε τις αισθήσεις
σας. Έπειτα, με την βοήθεια ορισμένων συσκευών που έχω στο πίσω μέρος του
μαγαζιού, απελευθερώνω το μυαλό σας».
Ο Τόμπκινς χαμογελούσε καθώς τα έλεγε, κι ο
σιωπηλός παπαγάλος του, έμοιαζε να χαμογελάει κι αυτός.
«Τι γίνεται έπειτα;» ρώτησε ο Γουέιν.
«Το μυαλό σου απελευθερωμένο από το σώμα σου,
μπορεί να διαλέξει ανάμεσα στους αμέτρητους κόσμους - πιθανότητες που αφήνει
πίσω της η Γη σε κάθε λεπτό της ύπαρξής της».
Χαμογελώντας πλατιά, ο Τόμπκινς ανακάθισε στην κουνιστή πολυθρόνα του κι ο ενθουσιασμός του άρχισε να γίνεται φανερός.
«Ναι, φίλε μου, αν και μπορεί να μην το έχεις υποπτευθεί, από τη στιγμή που αυτή η στραπατσαρισμένη Γη ξεπήδησε μέσα από τη φλογερή μήτρα του Ήλιου, άρχισε να γεννάει τους κόσμους της εναλλακτικής πιθανότητας. Κόσμους χωρίς τελειωμό, που ξεπηδούσαν από μικρά και μεγάλα γεγονότα' κάθε Μέγας Αλέξανδρος και κάθε αμοιβάδα, δημιουργούσε κόσμους, όπως απλώνονται κι οι κύκλοι στην επιφάνεια του νερού, ανεξάρτητα από το αν ρίξεις μικρή ή μεγάλη πέτρα. Δε ρίχνει κάθε αντικείμενο σκιά; Λοιπόν φίλε μου η Γη είναι ένα αντικείμενο τετραδιάστατο' γι' αυτό λοιπόν ρίχνει τρισδιάστατες σκιές' συμπαγείς αντανακλάσεις σε κάθε λεπτό της ύπαρξής της. Εκατομμύρια, δισεκατομμύρια κόσμοι!
Άπειροι κόσμοι! Και το μυαλό σου, που εγώ θα το έχω απελευθερώσει, θα μπορέσει να διαλέξει έναν από αυτούς τους κόσμους και να ζήσει πάνω σε αυτόν για ένα διάστημα».
Ο κ. Γουέιν είχε τη δυσάρεστη αίσθηση, πως ο Τόμπκινς έμοιαζε με κράχτη τσίρκου, που προαναγγέλει θαύματα που απλώς δεν είναι δυνατό να γίνουν. Αλλά, θύμισε ο κ. Γουέιν στον εαυτό του, στη διάρκεια της ζωής του είχαν συμβεί πράγματα, που ποτέ του δε θα είχε πιστέψει πως ήταν δυνατό να γίνουν. Ποτέ του! Έτσι ίσως και τα θαύματα για τα οποία μιλούσε ο Τόμπκινς να είναι δυνατό να συμβούν.
Ο κ. Γουέιν είπε: «Οι φίλοι μου μου είπαν
επίσης πως -»
«Πως είμαι ένας σκέτος απατεώνας;» ρώτησε ο
Τόμπκινς.
«Μερικοί το άφησαν να εννοηθεί», είπε
προσεκτικά ο κ. Γουέιν. «Αλλά, πάντοτε προσπαθώ να μην έχω προκαταλήψεις. Μου
είπαν επίσης -»
«Ξέρω τι σου είπαν οι πρόστυχοι φίλοι σου. Σου
μίλησαν για την εκπλήρωση των επιθυμιών. Θες να σου μιλήσω για αυτό το θέμα;»
«Ναι», είπε ο κ. Γουέιν. «Μου είπανε πως ότι
κι αν ποθήσω - ότι κι αν θελήσω -»
«Ακριβώς», είπε ο Τόμπκινς. «Δεν είναι δυνατό
να γίνει αλλιώς αυτό το πράγμα. Υπάρχουν οι άπειροι κόσμοι από τους οποίους
μπορείς να διαλέξεις. Το μυαλό σου διαλέγει, και καθοδηγείται μόνο από την
βαθύτερή σου επιθυμία. Αν έκρυβες μέσα σου ένα μυστικό όνειρο δολοφονίας - »
«Ω, καθόλου, μα καθόλου», φώναξε ο κ. Γουέιν.
«- Τότε θα φτάσεις σε έναν κόσμο, που θα
μπορείς να δολοφονείς, που θα μπορείς να κυλιέσαι μες στο αίμα, που θα μπορείς
να ξεπεράσεις τον Σαντ ή το Νέρωνα ή όποιον άλλον είναι το είδωλό σου. Να
υποθέσουμε πως αποζητάς τη δύναμη; Τότε θα διαλέξεις έναν κόσμο στον οποίο θα είσαι
κυριολεκτικά και στην πραγματικότητα Θεός. Ένας αιμοβόρος Κρίσνα ή ίσως ένας
πάνσοφος Βούδας».
«Πολύ αμφιβάλλω πως αν - »
«Υπάρχουν επίσης και άλλες επιθυμίες», είπε ο
Τόμπκινς. «Όλοι οι παράδεισοι κι όλες οι κολάσεις. Αχαλίνωτη σεξουαλικότητα.
Λαιμαργία, μέθη. Αγάπη, φήμη - ότι θέλεις».
«Εκπληκτικό», είπε ο κ. Γουέιν.
«Ναι», συμφώνησε ο Τόμπκινς. «Βέβαια με αυτή
τη μικρή απαρίθμηση που έκανα δεν εξάντλησα όλες τις δυνατότητες, όλους τους
συνδυασμούς και τις παραλλαγές της επιθυμίας. Παρ' όλα όσα έχω υπόψη μου, εσύ
μπορεί να θέλεις μια απλή ήρεμη, ειρηνική ζωή σε ένα νησί των Νοτίων Θαλασσών ανάμεσα
σε εξιδανικευμένους ιθαγενείς».
«Αυτό μου ταιριάζει περισσότερο», είπε ο κ.
Γουέιν με ένα ντροπαλό χαμόγελο.
«Αλλά, ποιος ξέρει;» ρώτησε ο Τόμπκινς. «Ακόμα
και 'σεις ο ίδιος μπορεί να μην ξέρετε ποιες είναι οι πραγματικές σας
επιθυμίες. Μπορεί να συνεπάγονται ακόμα και το θάνατό σας».
«Αυτό συμβαίνει συχνά;» ρώτησε ανήσυχα ο κ.
Γουέιν.
«Κάπου - κάπου».
«Δε θα ήθελα να πεθάνω», είπε ο κ. Γουέιν.
«Πολύ σπάνια συμβαίνει», είπε ο Τόμπκινς
κοιτάζοντας το πακέτο που κρατούσε στα χέρια του ο Γουέιν.
«Αφού το λέτε... Αλλά πως θα ξέρω πως όλα αυτά
είναι αληθινά; Η αμοιβή σας είναι τρομαχτικά μεγάλη' για να την πληρώσω πρέπει
να δώσω ότι έχω και δεν έχω. Και το μόνο που ξέρω είναι πως θα μου δώσετε
κάποιο ναρκωτικό και ότι απλώς και μόνο θα ονειρευτώ. Όλη μου η περιουσία για
μια ένεση ηρωίνης και μερικά μεγάλα λόγια».
Ο Τόμπκινς χαμογέλασε καθησυχαστικά. «Σε αυτή
την εμπειρία δεν υπάρχει τίποτα που να σας θυμίζει ναρκωτικά. Κι ούτε καν η
αίσθηση πως ονειρεύεστε».
«Αν είναι αλήθεια», είπε ο κ. Γουέιν λίγο
νευρικά, «γιατί να μη μπορώ να μείνω μόνιμα στον κόσμο των ονείρων μου;»
«Εργάζομαι πάνω σε αυτό ακριβώς το θέμα», είπε
ο Τόμπκινς. «Και γι' αυτό ακριβώς το λόγο ζητάω τόσο μεγάλη τιμή' για να βρω
υλικά, για να πειραματιστώ. Προσπαθώ να βρω έναν τρόπο να γίνεται αυτή η
μετάβαση μόνιμη. Μέχρι στιγμής δεν έχω μπορέσει να διακόψω αυτό το δεσμό παρά
μόνο με το θάνατο. Αλλά έχω ακόμα τις ελπίδες μου».
«Θα ήταν σπουδαίο αν το πετυχαίνατε», είπε
ευγενικά ο κ. Γουέιν.
«Ναι, θα ήταν σπουδαίο», φώναξε ο Τόμπκινς σε
μια εκπληκτική έκρηξη πάθους. «Γιατί τότε θα μεταμόρφωνα αυτό το άθλιο μαγαζάκι
σε κέντρο αποδράσεως και διαφυγής. Και η μέθοδός μου θα ήταν δωρεάν, δωρεάν για
όλους. Ο καθένας θα πήγαινε να βρει τη Γη των ονείρων του, τη Γη που πραγματικά
του αξίζει και θα άφηνε μια για πάντα αυτόν τον καταραμένο τόπο στα ποντίκια
και στα σκουλήκια - »
Ο Τόμπκινς σταμάτησε την πρότασή του στη μέση και πήρε ένα σοβαρό, παγερό ύφος. «Πολύ φοβάμαι πως αφήνω τις προκαταλήψεις μου να με κυριεύσουν. Δε μπορώ ακόμα να σας προσφέρω μια μόνιμη φυγή από τη Γη, που να μην περιέχει το Θάνατο. Ίσως να μην το κατορθώσω ποτέ. Αυτό που μπορώ να σας προσφέρω αυτή τη στιγμή είναι ένα ταξίδι αναψυχής, μια αλλαγή, τη γεύση ενός άλλου κόσμου και μια ματιά στις επιθυμίες σας. Ξέρετε την αμοιβή μου. Αν αυτή η εμπειρία δεν σας ικανοποιήσει, θα σας την επιστρέψω».
«Πολύ ευγενικό από μέρους σας», είπε ο κ. Γουέιν με αρκετή ειλικρίνεια. «Αλλά υπάρχει και αυτό το άλλο θέμα, για το οποίο μου μίλησαν οι φίλοι μου. Τα δέκα χρόνια από τη ζωή μου».
«Γι' αυτά δεν γίνεται τίποτα», είπε ο
Τόμπκινς, «κι ούτε μπορώ να σας τα επιστρέψω. Η μέθοδός μου έχει σαν επακόλουθο
μια τρομαχτική υπερκόπωση του νευρικού συστήματος και η υποθετική διάρκεια της
ζωής σας μειώνεται ανάλογα. Αυτός είναι κι ένας από τους λόγους που η ονομαζόμενη
κυβέρνηση μας έχει κηρύξει τη μέθοδό μου παράνομη».
«Ναι, αλλά δεν επιβάλουν και πολύ αυτή την
απαγόρευση», είπε ο Γουέιν.
«Όχι. Επίσημα η μέθοδός μου έχει απαγορευτεί
σα μια επικίνδυνη απάτη. Αλλά, οι ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι είναι και αυτοί
άνθρωποι. Θα ήθελαν και αυτοί, όπως και όλος ο κόσμος, να φύγουν από αυτή τη
Γη».
«Τόσα χρήματα», σκέφτηκε δυνατά ο κ. Γουέιν
σφίγγοντας το πακέτο. «Και δέκα χρόνια από τη ζωή μου! Για να πραγματοποιήσω
τους κρυφούς μου πόθους... Αλήθεια, νομίζω πως θα πρέπει να το σκεφτώ
καλύτερα».
«Σκεφτείτε το», είπε αδιάφορα ο Τόμπκινς.
Γυρνώντας στο σπίτι ο κ. Γουέιν το σκέφτηκε. Το σκεφτόταν ακόμα όταν το τραίνο του έφτασε στο Πορτ Ουάσιγκτον, στο Λογκ Άιλαντ. Και καθώς πήγαινε με το αυτοκίνητο του από το σταθμό του τραίνου σπίτι του, γυρνούσε ακόμα στο μυαλό του, το παμπόνηρο και γερασμένο πρόσωπο του Τόμπκινς, οι κόσμοι της πιθανότητας και η εκπλήρωση των επιθυμιών του.
Αλλά, όταν μπήκε σπίτι του έπρεπε να σταματήσει να το σκέφτεται. Η Τζάνετ, η γυναίκα του, τον ήθελε για να μαλώσει την υπηρέτρια που είχε ξαναρχίσει να πίνει. Ο Τόμμυ, ο γιος του, χρειαζόταν τη βοήθειά του για το καΐκι που θα έριχναν στη θάλασσα την επόμενη ημέρα. Κι η μικρή κορούλα του ήθελε να του διηγηθεί πως πέρασε τη μέρα της στο νηπιαγωγείο.
Ο κ. Γουέιν έκανε μια ευχάριστη αλλά και ταυτόχρονα αποφασιστική συζήτηση με την υπηρέτρια. Βοήθησε τον Τόμμυ να περάσει το τελευταίο χέρι της ειδικής χαλκομπογιάς στο καΐκι κι άκουσε τη Πέγκυ που του διηγήθηκε τις περιπέτειες της στην αυλή του σχολείου.
Αργότερα, όταν τα παιδιά είχαν πέσει πια στα κρεβάτια τους, κι αυτός με την Τζάνετ είχαν μείνει μόνοι τους στο λίβιγκ - ρουμ, εκείνη τον ρώτησε αν συνέβαινε τίποτα.
«Τι να συμβαίνει;»
«Να, φαίνεσαι ανήσυχος», είπε η Τζάνετ. «Μήπως
πέρασες άσχημα σήμερα στο γραφείο;»
«Μπα, τα συνηθισμένα...»
Δε θα έλεγε βέβαια στην Τζάνετ, ούτε σε κανέναν άλλο, πως δεν είχε πάει στη δουλειά του και πως είχε πάει να βρει τον Τόμπκινς σε αυτό το τρελό παλιομάγαζο των Κόσμων. Ούτε ήταν διατεθειμένος να μιλήσει για το δικαίωμα που έχει ο καθένας, μια φορά σε όλη του τη ζωή, να πραγματοποιήσει τις πιο απόκρυφες επιθυμίες του. Η Τζάνετ, με την υπερβολικά κοινή λογική της, δε θα τον καταλάβαινε ποτέ.
Οι επόμενες μέρες στο γραφείο κύλησαν με έναν τρομακτικά γοργό ρυθμό. Ένας μικρός πανικός κυριαρχούσε στη Γουώλ Στρητ λόγω των γεγονότων στη Μέση Ανατολή και στην Ασία, κι υπήρχε ο ανάλογος αντίκτυπος στην κίνηση των μετοχών.
Ο κ. Γουέιν στρώθηκε στη δουλειά.
Προσπαθούσε να μη σκέφτεται την πραγματοποίηση των πόθων του που θα του στοίχιζε όλη του την περιουσία κι επιπλέον δέκα χρόνια από τη ζωή του. Ήταν μια τρέλα!
Ο γέρο - Τόμπκινς θα 'πρεπε να ήταν παλαβός!
Τα Σαββατοκύριακα έκανε βόλτες με το σκάφος παρέα με τον Τόμμυ. Το παλιό καΐκι τα πήγαινε πολύ καλά και δεν έμπαζε σχεδόν καθόλου νερό από τις χαραμάδες που είχε στα ύφαλα.
Ο Τόμμυ ήθελε να του βάλει καινούρια αγωνιστικά πανιά, αλλά, ο κ. Γουέιν αρνήθηκε κατηγορηματικά. Ίσως τον επόμενο χρόνο, αν η αγορά πήγαινε καλύτερα. Για την ώρα έφταναν τα παλιά πανιά.
Καμιά φορά τη νύχτα, αφού τα παιδιά είχαν κοιμηθεί, αυτός και η Τζάνετ έβγαιναν μια βόλτα με το καΐκι. Τέτοιες ώρες το Στενό του Λογκ - Άιλαντ ήταν ήσυχο και δροσερό. Το σκάφος τους γλιστρούσε ανάμεσα στις σημαδούρες που αναβόσβηναν, τρέχοντας προς το τεράστιο, κίτρινο φεγγάρι.
«Το ξέρω πως έχεις κάτι στο μυαλό σου», είπε η
Τζάνετ.
«Σε παρακαλώ, αγάπη μου!»
«Μου κρύβεις τίποτα;»
«Τίποτα!»
«Είσαι σίγουρος; Απόλυτα σίγουρος;»
«Απόλυτα!»
«Τότε αγκάλιασέ με. Έτσι μπράβο».
Και το καΐκι αρμένιζε ακυβέρνητο για λίγο.
Επιθυμία κι ολοκλήρωση... Αλλά, ήρθε το φθινόπωρο κι έπρεπε να βγάλουν το καΐκι στη στεριά. Η κίνηση του Χρηματιστηρίου κάπως σταθεροποιήθηκε, αλλά η Πέγκυ έπαθε ιλαρά. Ο Τόμμυ ήθελε να μάθει τις διαφορές ανάμεσα στις συνηθισμένες βόμβες, στις βόμβες υδρογόνου, στις ατομικές βόμβες, στις βόμβες κοβαλτίου και σε όλες τις υπόλοιπες βόμβες που ανάφεραν τα δελτία ειδήσεων. Ο κ. Γουέιν του τις εξήγησε όσο μπορούσε καλύτερα. Και η υπηρέτρια έφυγε ξαφνικά.
Οι απόκρυφες επιθυμίες του πήγαιναν μια χαρά. Ίσως να ήθελε πραγματικά να σκοτώσει κάποιον ή να ζήσει σε ένα νησί στις Νότιες Θάλασσες. Αλλά έπρεπε να σκεφτεί και τις υποχρεώσεις του. Είχε δυο μικρά παιδιά και μια γυναίκα πολύ καλύτερη από ότι του άξιζε.
Ίσως γύρω στα Χριστούγεννα...
Αλλά, το μεσοχείμωνο, το δωμάτιο των ξένων άρπαξε φωτιά από ένα ελαττωματικό ηλεκτρικό καλώδιο. Οι πυροσβέστες έσβησαν τη φωτιά χωρίς σοβαρές ζημιές και κανένας δεν έπαθε τίποτα. Αυτό όμως έδιωξε για αρκετό καιρό τον Τόμπκινς από το μυαλό του. Έπρεπε πρώτα να ξαναφτιάξουν το δωμάτιο, γιατί ο κ. Γουέιν ήταν περήφανος για το παλιό κομψό του σπιτάκι.
Στις δουλειές κυριαρχούσε ένας ξέφρενος ρυθμός εξαιτίας της διεθνούς κατάστασης. Οι Ρώσοι, οι Άραβες, οι Έλληνες, οι Κινέζοι. Οι διηπειρωτικοί πύραυλοι, οι ατομικές βόμβες, οι σπούτνικ... Ο κ. Γουέιν περνούσε τις μέρες του μες στο γραφείο και μερικές φορές και τα βράδια του. Ο Τόμμυ έπαθε μαγουλάδες. Ένα κομμάτι της στέγης έπρεπε να ξαναφτιαχτεί. Και μετά, ήρθε ξανά ο καιρός που έπρεπε να ασχοληθούνε με το ανοιξιάτικο ρίξιμο του καϊκιού στη θάλασσα.
Είχε περάσει ένας χρόνος και δεν του είχε δοθεί η ευκαιρία να σκεφτεί τις απόκρυφες επιθυμίες του. Αλλά ίσως τον επόμενο χρόνο.
Εντωμεταξύ...
«Λοιπόν;» είπε ο Τόμπκινς. «Αισθάνεστε καλά;»
«Ναι, αρκετά καλά», είπε ο κ. Γουέιν.
Σηκώθηκε από την καρέκλα κι έτριψε το μέτωπό
του.
«Θέλετε να σας επιστρέψω την αμοιβή;» ρώτησε ο
Τόμπκινς.
«Όχι. Η εμπειρία που είχα, ήταν αρκετά
ικανοποιητική».
«Πάντοτε είναι», είπε ο Τόμπκινς, κλείνοντας
το μάτι του πρόστυχα στον παπαγάλο. «Λοιπόν, ποια ήταν η δική σας εμπειρία;»
«Ένας κόσμος του πρόσφατου παρελθόντος», είπε
ο Γουέιν.
«Έτσι είναι πολλές από αυτές. Μήπως
ανακαλύψατε τις μυστικές σας επιθυμίες; Μήπως ήταν ο φόνος; Ή το νησί στις
Νότιες Θάλασσες;»
«Θα προτιμούσα να μην το συζητήσω», είπε ο
Γουέιν με έναν ευχάριστο, αλλά σταθερό τόνο.
«Πολλοί δεν θέλουν να το συζητήσουν», είπε ο
Τόμπκινς κακόκεφα. «Πανάθεμά με αν καταλαβαίνω το γιατί».
«Επειδή - να, νομίζω πως ο κόσμος των μυστικών
επιθυμιών του καθενός είναι κατά κάποιο τρόπο ιερός. Δε θέλω να σας προσβάλλω.
Νομίζετε πως θα μπορέσετε ποτέ να τον κάνετε μόνιμο; Εννοώ αυτόν τον κόσμο που
διαλέγει ο καθένας;»
Ο γέρος σήκωσε τους ώμους του. «Προσπαθώ. Αν το πετύχω θα το μάθετε. Όλοι θα
το μάθουν».
«Βέβαια». Ο κ. Γουέιν ξεδίπλωσε το πακέτο κι
ακούμπησε τα πράγματα στο τραπέζι. Το πακέτο περιείχε ένα ζευγάρι στρατιωτικές
αρβύλες, ένα μαχαίρι, δύο κουλούρες χάλκινο σύρμα και τρεις μικρές κονσέρβες
κορν - μπηφ.
Τα μάτια του Τόμπκινς έλαμψαν για μια στιγμή.
«Αρκετά ικανοποιητικά», είπε. «Σας ευχαριστώ».
«Γεια σας», είπε ο κ. Γουέιν. «Εγώ σας
ευχαριστώ».
Ο κ. Γουέιν βγήκε από το μαγαζί και προχώρησε βιαστικά, μέχρι εκεί που τελείωνε το στενό δρομάκι ανάμεσα στα γκρίζα ερείπια. Μπροστά του, μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι του, απλώνονταν τεράστιες επίπεδες εκτάσεις από ερείπια καφετιά, γκρίζα και μαύρα. Αυτές οι εκτάσεις που έφταναν και χάνονταν στον ορίζοντα, ήταν φτιαγμένες από τα παραμορφωμένα ερείπια των πόλεων, από τα κομματιασμένα απομεινάρια των δέντρων κι απ' τη λεπτή ασπρουλιάρικη σκόνη που ήταν κάποτε ανθρώπινες σάρκες και κόκαλα.
«Τουλάχιστον», είπε ο κ. Γουέιν στον εαυτό του, «τους πληρώσαμε με το ίδιο νόμισμα».
Αυτός ο χρόνος στο παρελθόν του είχε στοιχίσει όλη του την περιουσία, και επιπλέον δέκα χρόνια από τη ζωή του. Ήταν όνειρο; Και πάλι το άξιζε!
Αλλά τώρα έπρεπε να διώξει από τη σκέψη του την Τζάνετ και τα παιδιά. Ήταν κάτι που τελείωσε, εκτός κι αν ο Τόμπκινς τελειοποιούσε τη μέθοδό του. Τώρα έπρεπε να σκεφτεί τη δική του επιβίωση.
Με τη βοήθεια ενός μετρητή Γκάιγκερ που φορούσε στο χέρι του, βρήκε ένα αδρανοποιημένο μονοπάτι ανάμεσα στα ερείπια. Θα ήταν καλύτερα να γυρίσει στο καταφύγιο, πριν σκοτεινιάσει, πριν βγουν τα ποντίκια. Αν δεν βιαζόταν, μπορεί να έχανε τις πατάτες του βραδινού δελτίου.