Ο Δαίμονας

 

 

Roger Zelanzy
Devil Car (1965)
Μετάφραση: Αντώνης Αιδίνης

Ο Μάρντοκ διέσχιζε με ταχύτητα την πεδιάδα του Μεγάλου Δυτικού Δρόμου.

Καθώς ανεβοκατέβαινε τα αμέτρητα υψώματα και βουναλάκια, με ταχύτητα μεγαλύτερη από 250 χιλιόμετρα την ώρα, ο ήλιος ψηλά από πάνω του, έμοιαζε μ' ένα φλογισμένο γιο-γιο. Δεν έκοβε την ταχύτητα για τίποτα. Τα κρυμμένα μάτια της Τζένης διέκριναν όλους τους βράχους και τις λακκούβες, πριν ακομα τις συναντήσουν, και κανόνιζε προσεχτικά την πορεία τους χωρίς ο Μάρντοκ να παίρνει είδηση πολλές φορές τις ανεπαίσθητες κινήσεις του τιμονιού κάτω από τα χέρια του.

Ακόμα και μέσα απ' το σκουρόχρωμο παρμπρίζ και τα χοντρά γυαλιά που φορούσε, η λάμψη απ' τη λιωμένη κοιλάδα του έκαιγε τα μάτια. Μερικές φορές φανταζόταν ότι οδηγούσε ένα φωτεινό εξώκοσμο φεγγάρι και πως διέσχιζε μια λίμνη ασημένιας φωτιάς. Πίσω του η σκόνη σήκωνε ψηλά κύματα που έμεναν για λίγο μετέωρα στον αέρα και μετά ξανάπεφταν πάλι στο έδαφος. «Εξαντλείσαι», του μίλησε το ραδιόφωνο, «καθισμένος εκεί, κρατώντας το τιμόνι μ' αυτόν τον τρόπο και προσπαθώντας να διακρίνεις κάτι. Γιατί δεν ξεκουράζεσαι λίγο; Ασε με να θαμπώσω τα προστατευτικά καλύματα. Κοιμήσου και θ' αναλάβω εγώ την οδήγηση».

«Οχι», είπε. «Προτιμώ έτσι».
«Εντάξει», είπε η Τζένη. «Σκέφτηκα ότι θάπρεπε να ρωτήσω».
«Ευχαριστώ».
Μετά από ένα λεπτό το ραδιόφωνο άρχισε να παίζει έν' απαλό, γλυκερό μουσικό κομμάτι.
«Κόφτο».
«Συγγνώμη, αφεντικό. Σκέφτηκα ότι μπορεί να σε ηρεμούσε».
«Οταν θέλω να ηρεμήσω, τότε θα σου το πω».
«Εντάξει, Σαμ. Συγγνώμη».

Η σιωπή είναι καταπιεστική μετά απ' αυτή τη σύντομη διακοπή της. Ηταν όμως ένα καλό αμάξι, κι ο Μάρντοκ το ήξερε. Ενδιαφερόταν πάντα, για το πως θα περάσει αυτός καλύτερα κι ήθελε πολύ να τον βοηθήσει να τελειώσει την έρευνά του. Ηταν κατασκευασμένη με τέτοιον τρόπο, ώστε να μοιάζει με ένα συνηθισμένο κλειστό αυτοκίνητο Σουίνγκερ: φωτεινό κόκκινο χρώμα, φανταχτερή, γρήγορη. Κάτω απ' το κοίλωμα του καπό της όμως, βρίσκονταν ρουκέτες, και σε δύο βαθουλώματα, κάτω απ' τα μπροστινά της φώτα, ήταν κρυμμένα δυο πολυβόλα των πενήντα χιλιοστών. Το αμάξωμά της περιστοιχιζόταν από μια ζώνη οπλισμένη με χειροβομβίδες των πέντε και δέκα δευτερολέπτων, και στο πορτ-παγκάζ της βρισκόταν ένα δοχείο γεμάτο μ' ένα ειδικό, υψηλής πτητικότητας παράγωγο του πετρελαίου, συνδεδεμένο με ειδικούς σωλήνες-σπέυ.

... Γιατί η Τζένη του ήταν ένα αυτοκίνητο, ειδικά κατασκευασμένο για να σκορπάει το θάνατο. Το είχε φτιάξει ο Αρχιμηχανικός της Δυναστείας Γκιγιέμ, πέρα στην Ανατολή. Ολη η επιδεξιότητα του μεγάλου τεχνίτη είχε χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή της.

«Θα το βρούμε αυτή τη φορά, Τζένη», είπε, «και να ξέρεις πως, προηγούμενα δεν είχα σκοπό να σε πληγώσω».
«Εντάξει, Σαμ», είπε η απαλή φωνή. «Είμαι προγραμματισμένη για να σε καταλαβαίνω».

Συνέχισαν το ταξίδι τους πάνω στη Μεγάλη Πεδιάδα. Ο ήλιος πια βρισκόταν στη δύση του. Εψαχναν όλη τη νύχτα κι όλη τη μέρα, κι ο Μάρντοκ αισθανόταν κουρασμένος.

Ο τελευταίος Σταθμός Ανεφοδιασμού / Φρούριο Ανάπαυσης, έμοιαζε τόσο μακρινός, τόσο πίσω..... Ο Μάρντοκ έγειρε μπροστά, και τα μάτια του έκλεισαν.

Τα παράθυρα σιγά - σιγά σκούρηναν κι έγιναν τελείως αδιάφανα. Η ζώνη του καθίσματος ανέβηκε ψηλότερα και τον απομάκρυνε απ' το τιμόνι. Επειτα το κάθισμα άρχισε να γέρνει προς τα πίσω, ώσπου στο τέλος ο Μάρντοκ βρέθηκε ολότελα ξαπλωμένος. Αργότερα, καθώς πλησίαζε η νύχτα, άναψε το καλοριφέρ. Το κάθισμα τον ξύπνησε λίγο πριν τις πέντε το πρωί.

«Ξύπνα, Σαμ! Ξύπνα!»
«Τι συμβαίνει;» μουρμούρισε.
«Επιασα μιαν εκπομπή πριν από είκοσι λεπτά. Εγινε μια καινούρια επιδρομή αυτοκινήτων. Αλλαξα αμέσως πορεία και όπου νάναι φτάνουμε».
«Γιατί δεν με ξύπνησες αμέσως;»
«Χρειαζόσουν ύπνο και δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσες να κάνεις. Αντίθετα, θα ήσουν γεμάτος ένταση και νεύρα».
«Εντάξει, έχεις δίκιο. Πες μου για την επιδρομή».
«Χθες τη νύχτα έξι οχήματα με κατεύθυνση προς τα δυτικά, φαίνεται πως έπεσαν σε ενέδρα. Τους επιτέθηκε ένας απροσδιόριστος αριθμός αγρίων αυτοκινήτων. Το ανάφερε το Ελικόπτερο Περιπολίας που βρέθηκε πάνω απ' τη περιοχή και τ΄ άκουσα. Κι απ' τα έξι αυτοκίνητα αρπάχτηκε κάθε ανταλλακτικό, κι η τελευταία σταγόνα βενζίνης, οι εγκέφαλοί τους συνθλίφτηκαν, κι οι επιβάτες τους σκοτώθηκαν όλοι. Δεν υπήρχε κανένα ίχνος κίνησης».
«Πόσο μακριά είμαστε;»
«Αλλα δύο με τρία λεπτά».

Το παρμπρίζ καθάρισε πάλι, κι ο Μάρντοκ κοίταξε μακριά μες στη νύχτα, όσο του επέτρεπαν τα δυνατά φώτα.

«Κάτι βλέπω», είπε μετά από λίγα λεπτά.
«Φτάσαμε», είπε η Τζένη, κι άρχισε να κόβει ταχύτητα.
Περνούσαν ανάμεσα απ' τα κατεστραμένα αυτοκίνητα. Η ζώνη του καθίσματός του λύθηκε κι η πόρτα άνοιξε.
«Κάνε μια βόλτα τριγύρω, Τζένη», είπε, «και ψάξε για θερμικά ίχνη. Δε θα αργήσω».

Η πόρτα έκλεισε κι η Τζένη απομακρύνθηκε. Αναψε το φακό τσέπης και προχώρησε ανάμεσα στα κατεστραμμένα αυτοκίνητα.

Η πεδιάδα, κάτω απ' τα πόδια του, έμοιαζε με πίστα χορού σπαρμένη με άμμο - ήταν σκληρή κι έτριζε. Σ' όλη τη περιοχή υπήρχαν σημάδια από φρεναρίσματα κι ίχνη απο ρόδες που μπλέκονταν μεταξύ τους σε απίθανα σχήματα. Πίσω απ' το τιμόνι του πρώτου αυτοκινήτου βρισκόταν ένας νεκρός άντρας. Ηταν φανερό ότι είχε σπάσει ο λαιμός του. Το συντριμμένο ρολόι στο χέρι του έδειχνε 2:24. Δώδεκα μέτρα πιο πέρα βρίσκονταν τα πτώματα τριών ανθρώπων - δύο γυναικών κι ενός νεαρού. Είχαν πατηθεί, προσπαθώντας ν' απομακρυνθούν απ' τα αυτοκίνητά τους.

Ο Μάρντοκ προχώρησε κι επιθεώρησε όλα τα αυτοκίνητα. Και τα έξι βρίσκονταν αναποδογυρισμένα. Τα λάστιχα, τα τιμόνια και τα πιο σημαντικά εξαρτήματα των μηχανών τους έλειπαν. Τα δοχεία της βενζίνης ήταν ανοιχτά, και δεν υπήρχε μέσα ούτε μια σταγόνα. Δεν υπήρχε καμμιά ρεζέρβα στα διαλυμένα πορτ-παγκάζ. Οι επιβάτες ήταν νεκροί.

Η Τζένη βρέθηκε κοντά του, κι η πόρτα της άνοιξε.
«Σαμ», είπε, «τράβηξε τα εγκεφαλικά ηλεκτρόδια απ' αυτό το μπλέ αυτοκίνητο, το τρίτο εκεί πίσω. Παίρνει ακόμα λίγη ενέργεια απο μια βοηθητική μπαταρία, και τ' ακούω που μεταδίδει».
«Εντάξει».
Ο Μάρντοκ γύρισε πίσω, και αποσύνδεσε τα ηλεκτρόδια. Πλησίασε στη Τζένη κι ανέβηκε στη θέση του οδηγού.
«Βρήκες τίποτα;»
«Κάτι ίχνη που κατευθύνονται βορειοδυτικά».
«Ακολούθησέ τα».

Η πόρτα έκλεισε, κι η Τζένη στράφηκε προς τη μεριά που βρίσκονταν τα ίχνη. Επί πέντε λεπτά ταξίδευαν χωρίς να μιλούν. Επειτα η Τζένη είπε:

«Υπήρχαν οχτώ αυτοκίνητα σ' αυτή την ομάδα».
«Τι;»
«Το άκουσα τώρα στα νέα. Φαίνεται πως δυο αυτοκίνητα επικοινώνησαν με τ' άγρια σε μια μη χρησιμοποιούμενη συχνότητα. Τα ακολούθησαν. Εγκατέλειψαν τη θέση τους, και γύρισαν εναντίον των υπολοίπων έξι την στιγμή της επίθεσης».
«Τι έγιναν οι επιβάτες;»
«Το πιο πιθανόν είναι ότι προτού ενωθούν με τα υπόλοιπα άγρια αυτοκίνητα, τους σκότωσαν με μονοξείδιο του άνθρακος».
Ο Μάρντοκ άναψε ένα τσιγάρο, ενώ τα χέρια του έτρεμαν.
«Τζένη, τι σπρώχνει ένα αυτοκίνητο να γίνει άγριο;» ρώτησε. «να μην ξέρει ποτέ, πότε θα πάρει τα επόμενα καύσιμα του - ή τα ανταλλακτικά για τη μονάδα της αυτόματης επισκευής; Γιατί το κάνουν αυτό;»
«Δεν ξέρω, Σαμ. Δεν το έχω σκεφτεί ποτέ μου».

Πριν δέκα χρόνια, ο Δαίμονας, ο αρχηγός τους, σκότωσε τον αδερφό μου σε μια επιδρομή στο Φρούριο Ανεφοδιασμού που είχε», είπε ο Μάρντοκ, «κι από τότε κυνηγάω αυτή τη μαύρη Κάντιλακ. Εχω ψάξει γι' αυτήν από ψηλά, απ' τον αέρα κι από τη γη. Εχω χρησιμοποιήσει κι άλλα αυτοκίνητα. Κουβαλούσα μαζί μου θερμικούς ανιχνευτές και βλήματα. Εβαλα ακόμα και νάρκες. Φάνηκε όμως ακόμα και νάρκες. Φάνηκε όμως πολύ πιο γρήγορο, ή πιο πονηρό ή πιο δυνατό από μένα. Τότε έβαλα να φτιάξουν εσένα».
«Το ήξερα ότι πάντα μισούσες αυτό το αυτοκίνητο. Αναρωτιόμουν όμως γιατί», είπε η Τζένη.
Ο Μάρντοκ συνέχιζε να καπνίζει.
«Εβαλα να σε προγραμματίσουν, να σε θωρακίσουν και να σε οπλίσουν, ώστε να γίνεις το πιο δυνατό, το πιο γρήγορο, το πιο έξυπνο πράγμα που κυκλοφορεί πάνω σε τροχούς, Τζένη. Είσαι η Κόκκινη Κυρία. Είσαι το μόνο αυτοκίνητο που μπορεί να συναγωνιστεί με την Κάντιλακ κι όλη την παρέα της. Εχεις έναν εξοπλισμό που δεν τον έχουν ξανασυναντήσει ποτέ. Αυτή τη φορά θα τα βρω».
«Οχι. Το ξέρω ότι θα μπορούσα, ήθελα όμως να είμαι μπροστά. Θέλω να δώσω τις διαταγές, να πατήσω μερικά κουμπιά μόνος μου, να δω το Δαίμονα κα καίγεται και να μένει μόνο ένας μεταλλικός σκελετός. Πόσους ανθρώπους, πόσα αυτοκίνητα έχει καταστρέψει; Εχουμε χάσει πια τον αριθμό. Πρέπει να τον πιάσω Τζένη!»
«Θα σου τον βρω Σαμ!»

Συνέχισαν να τρέχουν με τριακόσια πενήντα χιλιόμετρα περίπου την ώρα.

«Πως είναι τα καύσιμα Τζένη;»
«Υπάρχουν αρκετά, κι ακόμα δεν έχω αρχίσει να χρησιμοποιώ τις βοηθητικές δεξαμενές. Μην ανησυχείς».
«-Τα ίχνη γίνονται όλο και πιο έντονα», πρόσθεσε.
«Ωραία. Πως είναι το σύστημα επίθεσης;»
«Ολα σε κατάσταση συναγερμού. Ετοιμα».

Ο Μάρτνοκ έσβησε το τσιγάρο του, κι άναψε άλλο.

«...Μερικά απ' αυτά έχουν στο εσωτερικο τους νεκρούς ανθρώπους δεμένους με λουριά», είπε ο Μάρντοκ, «ώστε οι άλλοι να τα θεωρούν φυσιολογικά αυτοκίνητα, που μεταφέρουν επιβάτες. Η μαύρη κάντιλακ το κάνει αυτό συνέχεια, και μάλιστα αλλάζει τους νεκρούς τακτικά. Διατηρεί στο εσωτερικό μια πολύ χαμηλή θερμοκρασία - ώστε να διατηρηθούν για πολύ».
«Ξέρεις πολλά γύρω από το θέμα, Σαμ».
«Τον αδερφό μου τον ξεγέλασαν, χρησιμοποιώντας ψεύτικους επιβάτες και πλαστές πινακίδες. Τον έκανε μ' αυτό τον τρόπο να ανοίξει την πόρτα του Φρουρίου Ανεφοδιασμού. Τότε επιτέθηκε ολόκληρη η ομάδα. Πολλές φορές αλλάζει το χρώμα του σε κόκκινο, σε πράσινο, σε μπλε και άσπρο, ανάλογα με τις περιπτώσεις. Πάντοτε όμως τελικά, μένει με το μαύρο του χρώμα. Δεν του αρέσει το κίτρινο ή το καφέ, ή οι συνδυασμοί δυό χρωμάτων. Εχω έναν κατάλογο των πλαστών πινακίδων που έχει χρησιμοποιήσει. Εχει περάσει ακόμα κι απ' τις μεγάλες λεωφόρους, που οδηγούν στις πόλεις, κι έχει ανεφοδιαστεί από κανονικούς σταθμούς. Του έχουν κρατήσει πολλές φορές τον αριθμό, καθώς απομακρύνεται από κοντά τους, όταν ο υπάλληλος πηγαίνει προς τον οδηγό για να ζητήσει τα χρήματά του. Μπορεί να μιμηθεί δωδεκάδες ανθρώπινες φωνές. Ποτέ δεν μπορούν να τον πιάσουν όμως, γιατί φροντίζει να κρύβεται καλά. Επιστρέφει πάντοτε εδώ, στην Κοιλάδα, και τον χάνουν. Εχει κάνει επιδρομές ακόμα και σε αποθήκες με μεταχειρισμένα αυτοκίνητα...»

Η Τζένη τινάχτηκε απότομα.

«Σαμ! Τα ίχνη είναι τώρα πολύ καθαρά. Από εδώ! Πηγαίνουν προς τα βουνά».
Ακολούθησέ τα!» είπε ο Μάρντοκ. Γι αρκετή ώρα ο Μάρντοκ έμεινε σιωπηλός. Οι πρώτες εκτίνες του πρωινού ξεπρόβαλλαν απ' την ανατολή. Το χλωμό πρωινό αστέρι έμοιαζε με πινέζα κολλημένη πάνω σε ένα μπλε πίνακα. Αρχισαν να σκαρφαλώνουν πάνω σε μια μικρή ανηφοριά.
«Προχώρα, Τζένη. Προχώρα και βρες το», παρότρυνε ο Μάρντοκ.
«Νομίζω ότι θα τα καταφέρουμε», απάντησε η Τζένη.

Η ανηφόρα έγινε πιο απότομη. Η Τζένη έκοψε λίγο ταχύτητα για να προσαρμοστεί με το έδαφος, που γινόταν τώρα κάπως πιο ανώμαλο.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Μάρντοκ.
«Είναι δύσκολο να προχωράς σε τέτοιο έδαφος», είπε η Τζένη, «και τα ίχνη σβήνουν σιγά - σιγά».
«Γιατί;»
«Υπάρχει ακόμα αρκετή ραδιενέργεια σ' αυτά τα μέρη», του απάντησε, «και έχω παρεμβολές στο σύστημα ανίχνευσης».
«Συνέχισε την προσπάθεια, Τζένη».
«Τα ίχνη πηγαίνουν κατευθείαν προς τα βουνά».
«Ακολούθησέ τα, ακολούθησέ τα!»

Προχωρούσαν ακόμα πιο αργά τώρα.

«Μπερδεύτηκα, Σαμ», είπε η Τζένη. «Εχασα τα ίχνη».
«Θα πρέπει να υπάρχει κάποιο οχυρό εδώ τριγύρω - κάποια σπηλιά ή κάτι παρόμοιο - όπου και μπορεί να κρύβεται. Είναι ο μόνος τρόπος που θα τον έκανε να ξεφύγει την επισήμανση απ' τον αέρα όλ' αυτά τα χρόνια».
«Τι να κάνω;»
«Προχώρα όσο πιο πολύ μπορείς, κι άρχισε μετά να ψάχνεις μες στα βράχια, μήπως υπάρχουν τίποτα χαμηλά ανοίγματα. Να είσαι προσεκτική. Ετοιμη να επιτεθείς στη στιγμή».

Σκαρφάλωσαν πάνω στους λόφους. Οι κεραίες της Τζένης υψώθηκαν, κι οι ανιχνευτήρες της, που έμοιαζαν με ατσάλινες φτερούγες λεπιδόπτερου άνοιξαν, κι άρχισαν να στριφογυρίζουν, λάμποντας μες το πρωνό φως.

«Τίποτα ακόμα», είπε η Τζένη, «και δε μπορούμε να προχωρήσουμε άλλο».
«Θα ακολουθήσουμε τότε τους πρόποδες του λόφου, και θα συνεχίσουμε να ψάχνουμε».
«Δεξιά ή αριστερά;»
«Δεν ξέρω. Ποιο δρόμο θα έπαιρνες αν ήσουν ένα αυτοκίνητο - δραπέτηςπου το κυνηγάνε;»
«Δεν ξέρω».
«Δάλεξε έναν. Δεν έχει σημασία».
«Δεξιά τότε», είπε η Τζένη, και γύρισε προς αυτή την κατεύθυνση.

Μετά από μισή ώρα η νύχτα εξαφανιζόταν πίσω απ' τα βουνά. Στα δεξιά του, το πρωινό απλωνόταν πέρα μακριά, πάνω στην Κοιλάδα, γεμίζοντας τον ουρανό μ' όλα τα χρώματα των φθινοπωρινών δέντρων. Ο Μάρντοκ τράβηξε κάτω απ' το ταμπλώ με τα όργανα ένα μπουκάλι - φούσκα σαν κι αυτά που είχαν χρησιμοποιήσει κάποτε οι αστροναύτες γεμάτο με ζεστό καφέ.

«Σαμ, νομίζω πως βρήκα κάτι».
«Τι; Που;»
«Μπροστά, στ' αριστερά εκείνου του μεγάλου βράχου, μια κατηφοριά, που καταλήγει σ' ένα άνοιγμα».
«Εντάξει, μωρό μου, πάμε για εκεί. Οι ρουκέτες έτοιμες».

Τράβηξαν κατευθείαν προς το βράχο, έκαναν μερικούς κύκλους από πάνω του, και μετά άρχισαν να κατεβαίνουν στην κατηφοριά.
«Μια σπηλιά ή ένα τούνελ», είπε.
«Προχώρα αργά».
«Θερμικά ίχνη!» είπε η Τζένη. «Τα ξαναβρήκα πάλι!»
«Βλέπω ίχνη από λάστιχα, πάρα πολλά», είπε ο Μάρντοκ. «Εδώ είναι!»
Προχώρησαν προς το άνοιγμα.
«Πήγαινε μέσα, αργά όμως», διάταξε. «Χτύπα το πρώτο πράγμα που θα δεις να κινείται».

Πέρασαν την είσοδο κι άρχισαν να προχωρούν πάνω στην άμμο που βρισκόταν μέσα στο εσωτερικό του ανοίγματος. Η Τζένη έσβησε τα κανονικά της φώτα κι άναψε τον υπέρυθρο φωτισμό. Ενας υπέρυθρος φακός υψώθηκε μπροστά απ΄ το παμπρίζ, κι ο Μάρντοκ άρχισε να εξερευνεί τη σπηλιά. Είχε γύρω στα έξι μέτρα ύψος και το πλάτος της ήταν αρκετό ώστε να μπορούν να κινηθούν παράλληλα και τρία αυτοκίνητα. Το έδαφος ήταν πότε βραχώδες και πότε αμμώδες, ήταν όμως ομαλό κι αρκετά επίπεδο, μα σε λίγο άρχισε να γίνεται ανηφορικό.

«Υπάρχει φως εκεί πάνω», ψιθύρισε ο Μάρντοκ.
«Το ξέρω».
«Ενα κομμάτι ουρανού, φαντάζομαι».

Σύρθηκαν προς το μέρος του. Η μηχανή της Τζένης μέσα σ' αυτόν τον τεράστιο χώρο δεν έκανε, παρά ελάχιστο θόρυβο. Σταμάτησαν στο άνοιγμα που έβγαζε στο φως. Ο μηχανισμός με τις υπέρυθρες ακτίνες εκαφανίστηκε. Βρέθηκε να κοιτάει ένα φαράγγι από σχιστόλιθους κι άμμο. Τεράστια κομμάτια βράχων που κρέμονταν και έγερναν τόσο, που έκρυβαν όλη σχεδόν την έκταση του φαραγγιού, εκτός από ένα μακρινό κομμάτι, απ' τα μάτια κάποιου εναέριου παρατηρητή. Το φως πέρα μακριά ήταν χλωμό και δε φανέρωνε τίποτα το ασυνήθιστο.

Ομως, πιο κοντά...Ο Μάρντοκ τρεμόπαιξε τα βλέφατά του.

Κοντά του, κάτω από το θαμπό φως του πρωινού και μέσα στις σκιές, βρισκόταν ο μεγαλύτερος σωρός από παλιοσίδερα που είχε δει ποτέ στη ζωή του ο Μάρντοκ. Κομμάτια αυτοκινήτων, κάθε κατασκευής και τύπου, βρίσκονταν σωριασμένα σ' ένα σωρό μπροστά του. Υπήρχαν μπαταρίες, λάστιχα, καλώδια κι αμορτισέρ. Υπήρχαν προφυλακτήρες, προβολείς κι οι ανακλαστήρες τους. Υπήρχαν πόρτες, παμπρίζ, κύλινδροι, πιστόνια, καρμπυρατέρ, γεννήτριες, σταθεροποιητές τάσεως κι αντλίες λαδιού.

Ο Μάρντοκ κοιτούσε έκπληκτος.
«Τζένη», ψιθύρισε, «βρήκαμε το νεκροταφείο των αυτοκινήτων!»

Ενα πολύ παλιό αμάξι, που ο Μάρντοκ δεν είχε καν καταφέρει να ξεχωρίσει με την πρώτη ματιά απ' το σωρό με τα παλιοσίδερα, τινάχτηκε αρκετά μέτρα προς την κατευθυνσή τους και σταμάτησε το ίδιο ξαφνικά. Το στρίγγλισμα των παλιών φρένων του τρύπησε τα αυτιά. Τα λάστιχα του αμαξιού ήταν ολότελα λεία και το μπρος αριστερά μάλιστα ήταν ξεφούσκωτο. Το δεξί μπροστινό φανάρι του ήταν σπασμένο και το παμπρίζ του ήταν ραγισμένο. Στεκόταν εκεί, μπροστά στο σωρό, με την αναμμένη μηχανή του να κάνει ένα τρομαχτικό θόρυβο.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Μάρντοκ. «Τι είναι;»
«Μου μιλάει», είπε η Τζένη. «Είναι ένα πολύ γερασμένο αυτοκίνητο. Το κοντέρ του έχει δουλέψει τόσες φορές, που έχει πια ξεχάσει πόσα χιλιόμετρα έχει κάνει. Μισεί τους ανθρώπους, γιατί τον κακομεταχειρίστηκαν σε κάθε ευκαιρία. Είναι ο φύλακας του νεκροταφείου. Είναι πολύ γέρος για να μπορεί να πηγαίνει κι αυτός στις επιδρομές, έτσι εδώ και πολλά χρόνια το μόνο που του μένει να κάνει, είναι να φιλάει αυτά τα παλιά εξαρτήματα. Δεν είναι ο τύπος που μπορεί να επισκευαστεί μόνο του, όπως κάνουν τα νεώτερα, κι έτσι βασίζεται αποκλειστικά στη δική τους βοήθεια και στισ δικές τους μονάδες αυτόματης επισκευής. Θέλει να μάθει τι γυρεύω εδώ».
«Ρώτα τον, που είναι οι άλλοι».

Εκείνη τη στιγμή όμως, ο Μάρντοκ άκουσε τον ήχο πολλών μηχανών που πλησιάζαν, και στο τέλος η κοιλάδα γέμισε απ' τους βρυχηθμούς των πανίσχυρων μοτέρ τους.

«Σταμάτησαν απ' την άλλη μεριά του σωρού», είπε η Τζένη. «Ερχονται από εδώ τώρα».
«Μείνε παράμερα μέχρι να σου πω να πυροβολήσεις», είπε ο Μάρντοκ, καθώς το πρώτο αυτοκίνητο - ένα αστραφτερό κίτρινο Κράισλερ - φάνηκε πίσω από το σωρό. Ο Μάρντοκ χαμήλωσε το κεφάλι του μέχρι το τιμόνι, κράτησε όμως τα μάτια του ανοιχτά πίσω απ' τα γυαλιά του.

«Πες τους ότι ήρθες να ενωθείς με την ομάδα και ότι έχεις σκοτώσει τον οδηγό σου. Προσπάθησε να κάνεις το μαύρο Δαίμονα να βγει μπροστά».
«Δε θα το κάνει», είπε η Τζένη. «Μιλάω τώρα μαζί του. Μπορεί να εκπέμπει πολύ έυκολα κι απ' την άλλη άκρη του σωρού. Μου λέει ότι στέλνει τα έξι μεγαλύτερα μέλη της ομάδας, για να με φυλάξουν μέχρι να αποφασίσει αυτός τι θα κάνει. Με διάταξε να αφήσω το τούνελ και να βγω στη κοιλάδα».
«Προχώρησε τότε σιγά - σιγά».

Προχώρησαν μπροστά. Δυο Λίνκολν, μια τεράστια Πόντιακ και δυο Μέρκιουρυ ενώθηκαν με το Κράισλερ και βρέθηκαν δίπλα τους, τρία σε κάθε πλευρά τους, έτοιμα να επιτεθούν.

«Μήπως σου είπε πόσα βρίσκονται απ' την άλλη πλευρά;»
«Οχι. Τον ρώτησα, αλλά δε θέλει να μου πει».
«Τότε λοιπόν, θα πρέπει να περιμένουμε».

Εμεινε στην ίδια θέση κάνοντας το νεκρό. Μετά από λίγο οι ήδη κουρασμένοι ώμοι του άρχισαν να πονάνε. Τελικά, η Τζένη μίλησε: «Θέλει να πάω ως την άλλη άκρη του σωρού, τώρα που άδειασαν το δρόμο και να κατευθυνθώ προς ένα άνοιγμα στο βράχο που θα μου δείξει. Θέλει να με εξετάσει ο αυτόματος μηχανικός του».

«Δε μπορούμε ν' αφήσουμε να γίνει κάτι τέτοιο», είπε ο Μάρντοκ, «προχώρησε όμως, όπως σου είπε: Θα σου πω τι να κάνεις, μόλις δω τι γίνεται απ' την άλλη πλευρά του σωρού».

Οι δυο Μέρκιουρι κι η Πόντιακ παραμέρισαν, κι η Τζένη πέρασε ανάμεσά τους. Ο Μάρντοκ κοίταξε με την άκρη του ματιού του τον υψωμένο σωρό από παλιοσίδερα που περνούσαν. Κανά δυο καλοριγμένες ρουκέτες κι απ' τις δυο μεριές θα μπορούσαν να τον γκρεμίσουν, ο αυτόματος μηχανικός όμως, πιθανό να τα καθάριζε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα.
Εκαναν το γύρο της αριστερής μεριάς του σωρού.

Προς τα δεξιά και μπροστά τους βρίσκονταν γύρω στα σαρανταπέντε αυτοκίνητα, σε μια απόσταση 40 μέτρων. Είχαν απλωθεί σε σχήμα βεντάλιας. Είχαν κλείσει την έξοδο που βρισκόταν απ' την άλλη μεριά του σωρού κι έξι φύλακες από πίσω τους τους έκλειναν το δρόμο.

Στη πέρα άκρη της πιο μεγάλης σειράς των πιο απομακρυσμένων αυτοκινήτων ήταν σταματημένο ένα παλιό, μαύρο Κάντιλακ. Είχε φτιαχτεί μια χρονιά που οι μηχανικοί είχαν στο μυαλό τους μεγάλες κατασκευές. Ηταν τεράστιο και λαμπερό, και πίσω απ΄ το τιμόνι το πρόσωπο ενός σκελετού χαμογελούσε. Ηταν μαύρο με αστραφτερά χρώμια και τα φώτα του έμοιαζαν με σκονισμένα διαμάντια ή με μάτια ενός εντόμου. Κάθε επιφάνειά του και κάθε γωνία του άστραφτε με δύναμη, και τα μεγάλα πίσω φτερά του, που έμοιαζαν με ουρές ψαριών, φαίνονταν έτοιμα να το σπρώξουν μέσ' απ' αυτή τη θάλασσα των σκιών με μια αστραπιαία ταχύτητα, καθώς θα τιναζόταν μπροστά για την λεία του.

«Αυτό είναι», μουρμούρισε ο Μάρντοκ. «Ο Δαίμονας».
«Είναι μεγάλος», είπε η Τζένη. «Δεν έχω ξαναδεί τόσο μεγάλο αυτοκίνητο».
Συνέχισαν να προχωρούν προς τα μπροστά.
«Θέλει να πάω σ' εκείνο το άνοιγμα και να σταματήσω», είπε η Τζένη.
«Πήγαινε προς τα εκεί αργά. Μη μπεις μέσα όμως», είπε ο Μάρντοκ.

Γύρισαν και κατευθύνθηκαν προς το άνοιγμα. Τ' άλλα αυτοκίνητα έμειναν ακίνητα, ο θόρυβος των μηχανών τους πότε μεγάλωνε και πότε έσβηνε.
«Ελεγξε όλα τα συστήματα επίθεσης».
«Κόκκινο φως παντού».
Το άνοιγμα βρισκόταν επτάμισυ μέτρα μακριά τους.

«Οταν πω "τώρα", κόψε ταχύτητα και γύρισε αμέσως εκατόν ογδόντα μοίρες - γρήγορα. Δεν πρέπει να περιμένουν κάτι τέτοιο. Αυτά δε μπορούν να το κάνουν. Επειτα, άρχισε να ρίχνεις με τα πολυβόλα των πεντήντα χιλιοστών, και ρίξε τις ρουκέτες σου στην Κάντιλακ, κάνε στροφή σε ορθή γωνία, και πάρε πάλι το δρόμο απ' όπου ήρθαμε. Ψέκασέ τα με το φλογοβόλο καθώς θα περνάμε δίπλα τους, και πυροβόλησε και τους έξι φρουρούς...»
«Τώρα!» φώναξε, κι αναπήδησε πάνω στο κάθισμά του.

Καθώς έπαιρναν στροφή, τινάχτηκε πίσω απότομα' και προτού το κεφάλι του ξεκαθαρίσει, άκουσε το θόρυβο των όπλων της. Πέρα μακριά, στο βάθος, άρχισαν να αναπηδούν οι φλόγες.
Τα όπλα της Τζένης είχαν βγεί από τις κρύπτες τους και, γυρίζοντας πάνω στα στηρίγματά τους σφυροκοπούσαν τη γραμμή των αυτοκινήτων με εκατοντάδες μολυβένια βλήματα. Το σώμα της, τινάχτηκε δυο φορές, καθώς εκσφενδόνιζε δυο ρουκέτες μέσ' από το μισάνοιχτο καπό της. Επειτα άρχισαν να κινούνται προς τα μπρος, κι οχτώ μ' εννιά αυτοκίνητα άρχισαν να κατηφορίζουν προς το μέρος τους.

Εκοψε πάλι ταχύτητα και γύρισε προς την κατεύθυνση που είχαν έρθει, στο νοτιοανατολικό μέρος του σωρού. Τα όπλα της σφυρηλατούσαν τους φρουρούς που υποχωρούσαν, και στο μεγάλο πίσω καθρέφτη ο Μάρντοκ έβλεπε ένα τείχος φωτιάς να υψώνεται πίσω τους.

«Δεν το πέτυχες!» φώναξε. «Εχασες τη μαύρη Κάντιλακ! Οι ρουκέτες σου χτύπησαν τα αυτοκίνητα που βρίσκονταν μπροστά του κι αυτό οπισθοχώρησε».
«Το ξέρω! Λυπάμαι!»
«Είχες ανοιχτό πεδίο μπροστά σου!»
«Το ξέρω! Αστόχησα!»

Εστριψαν δίπλα απ' το σωρό, τη στιγμή που δυο απ' τα αυτοκίνητα - φύλακες εξαφανίζονταν μες στο τούνελ. Αλλα τρία κάπνιζαν καταστραμμένα. Το έκτο μάλλον είχε προηγηθεί των άλλων δύο και είχε βγει έξω από το πέρασμα.

«Νάτο, έρχεται, τώρα!» φώναξε ο Μάρντοκ. «Πέρα, στην άλλη άκρη του σωρού! Σκότωσέ το!»

Ο παμπάλαιος φύλακας του νεκροταφείου - έμοιαζε με Φόρντ, αλλά δεν μπορούσε να είναι σίγουρος - προχώρησε με ένα τρομακτικό θόρυβο και μπήκε ανάμεσα στα δυο αυτοκίνητα.

«Το πεδίο είναι κλεισμένο».
«Διάλυσε αυτό το σωρό με τα παλιοσίδερα και κάλυψε το τούνελ. Μην αφήσεις την Κάντιλακ να ξεφύγει».
«Δε μπορώ!» είπε η Τζένη.
«Γιατί όχι;»
«Απλώς, δε μπορώ
«Είναι διαταγή! Διάλυσε το σωρό και κλείσε το τούνελ!»
Τα όπλα της περιστράφηκαν και χτύπησαν τα λάστιχα του πανάρχαιου αυτοκινήτου.
«Τ' άφησες να ξεφύγει!» ούρλιαξε.
«Πήγαινε πίσω του!»
«Εντάξει, Σαμ! Αυτό κάνω! Μην ουρλιάζεις. Σε παρακαλώ μην ουρλιάζεις

Κατευθύνθηκε προς το τούνελ. Εκεί μέσα ο Μάρντοκ μπορούσε να ακούει το θόρυβο μιας τεράστιας μηχανής που, απομακρυνόταν και γινόταν όλο και πιο απαλός.
«Μην πυροβολήσεις μέσα στο τούνελ! Αν το χτυπήσεις, μπορεί να εγκλωβιστούμε!»
«Το ξέρω. Δε θα το κάνω!»
«Ρίξε κανά δυο χειροβομβίδες των δέκα δευτερολέπτων και πάτα γκάζι. Ισως μπορέσουμε να εξοντώσουμε έτσι οτιδήποτε έχει μείνει ζωντανό εδώ μέσα».
Ξαφνικά, πετάχτηκαν προς τα μπρος και βγήκαν στο φως της μέρας. Δεν υπήρχε κανένα αυτοκίνητο εκεί τριγύρω.
«Βρες τα ίχνη του», είπε, «κι άρχισε να το κυνηγάς».
Πίσω στο λόφο έγινε μια έκρηξη. Το έδαφος άρχισε να τρέμει για λίγο, και μετά επικράτησε ησυχία και πάλι.
«Υπάρχουν τόσα πολλά ίχνη...» είπε η Τζένη.
«Ξέρεις ποιά θέλω! Τα πιο μεγάλα, τα πιο άγρια, τα πιο ζεστά! Βρες τα! Πέσε πάνω του!»
«Νομίζω πως τα βρήκα, Σαμ».
«Εντάξει. Προχώρησε όσο πιο γρήγορα μπορείς σ' αυτό το έδαφος».

Ο Μάρντοκ βρήκε ένα μπουκάλι με μπουρμπόν, κι ήπιε τρεις γουλιές. Επειτα άναψε ένα τσιγάρο και κοίταξε αφηρημένα μπροστά.
«Γιατί δεν το πέτυχες;» ρώτησε μαλακά. «Γιατί δεν το πέτυχες, Τζένη;»
Δεν απάντησε αμέσως. Ο Μάρντοκ περίμενε.

Τελικά είπε: «Γιατί για μένα δεν είναι "το"», είπε. «Εχει καταστρέψει πολλά αυτοκίνητα κι ανθρώπους κι αυτό είναι φοβερό. Εχει όμως κάτι πάνω του, κάτι το - ευγενικό. Ο τρόπος που πάλεψε μ' όλον τον κόσμο για την ελευθερία του, Σαμ, κρατώντας όλες αυτές τις λυσσασμένες μηχανές κάτω από τις διαταγές του μη σταματώντας μπροστά σε τίποτα για να μείνει έτσι όπως είναι - χωρίς αφεντικό - για όσο περισσότερο καιρό μπορεί, χωρίς να νικηθεί, χωρίς να συντριφτεί - Σαμ, κάποια στιγμή, εκεί πίσω θέλησα να ακολουθήσω την ομάδα του, να τρέξω μαζί του πάνω στους Μεγάλους Δρόμους των Κοιλάδων, να χρησιμοποιήσω για το χατήρι του τις ρουκέτες μου ενάντια στις πύλες των Φρουρίων Ανεφοδιασμού... Αλλά, δε θα μπορούσα να σε σκοτώσω, Σαμ. Είμαι φτιαγμένη για σένα. Είμαι πολύ εξημερωμένη. Είμαι πολύ αδύναμη. Δεν μπορούσα όμως να τον χτυπήσω επίτηδες. Αλλά ποτέ δε θα μπορούσα να σε σκοτώσω, Σαμ, αλήθεια».
«Ευχαριστώ», είπε ο Μάρντοκ, «ο προγραμματισμός σου είναι για τα σκουπίδια. Ευχαριστώ πολύ!»
«Λυπάμαι, Σαμ».

«Σταμάτα - Οχι ακόμα. Πρώτα πες μου τι θα κάνεις αν 'τον' βρούμε;»
«Δεν ξέρω».
«Σκέψου το γρήγορα, λοιπόν. Βλέπεις κι εσύ μπροστά μας αυτό το σύννεφο της σκόνης, και καλύτερα θάταν να αναπτύξεις ταχύτητα».
Πετάχτηκαν προς τα μπρος.

«...περίμενε να καλέσω το Ντητρόιτ. Θα ξεκαρδιστούν στα γέλια. Αυτό βέβαια, μέχρι να τους ζητήσω να μου επιστρέψουν τα χρήματά μου».
«Δεν είμαι κατώτερης κατασκευής ή σχεδίου. Το ξέρεις αυτό. Είμαι απλώς περισσότερο...»
«Συναισθηματική», συμπλήρωσε ο Μάρντοκ.
«... από ότι περίμενα», τελείωσε η Τζένη. «Προτού έρθω στα χέρια σου, δεν είχα συναντήσει πολλά αυτοκίνητα, εκτός από μερικά νέα. Δεν ήξερα πως είναι ένα άγριο αυτοκίνητο, και ποτέ πριν δεν είχα καταστρέψει κανένα - μόνο στόχους και διάφορα άλλα παρόμοια πράγματα. Ημουν νέα και ...»

«Αθώα», είπε ο Μάρντοκ. «Ναι, πολύ συγκινητικό. Ετοιμάσου να σκοτώσεις το επόμενο αυτοκίνητο που θα συναντήσουμε. Αν συμβεί να είναι το αγόρι σου κι εσύ δεν πυροβολήσεις, τότε θα μας σκοτώσει αυτός».
«Θα προσπαθήσω, Σαμ».

Το αυτοκίνητο που βρισκόταν μπροστά είχε σταματήσει. Ηταν το κίτρινο Κράισλερ. Δύο από τα λάστιχά του είχαν σκάσει και τώρα περίμενε γέρνοντας απ' το ένα μέρος.
«Ας το!» μούγγρισε ο Μάρντοκ, καθώς το καπό της Τζένης άρχισε να ανοίγει. «Φύλαξε τα πολεμοφόδια για κάτι που να μπορεί να πολεμήσει».
Το προσπέρασαν τρέχοντας.
«Είπε τίποτα;»
«Μηχανικές βλαστήμιες», απάντησε η Τζένη. «Τις έχω ακούσει μια δυο φορές, και δε θα σήμαιναν τίποτα για σένα».
Ο Μάρντοκ κρυφογέλασε.
«Βρίζονται και τ' αυτοκίνητα μεταξύ τους;»
«Καμμιά φορά», είπε η Τζένη.
«Φαντάζομαι ότι η κατώτερη τάξη το κάνει πιο συχνά, κυρίως στις λεωφόρους και στα δυόδια, όταν υπάρχει κυκλοφοριακή συμφόρηση».
«Πες μου μια βρισιά αυτοκινήτου».
«Δεν θα σου πω. Τι είδους αυτοκίνητο νομίζεις ότι είμαι, τέλος πάντων;»
«Συγγνώμη», είπε ο Μάρντοκ. «Είσαι μια κυρία. Το ξέχασα».
Ακολούθησε ένα δυνατό κλικ μέσα στον ασύρματο.

Ετρεχαν πάνω στο επίπεδο έδαφος που βρισκόταν μπροστά απ' τους πρόποδες του βουνού. Ο Μάρντοκ ήπιε άλλη μια γουλιά, έπειτα πάτησε το κουμπί του καφέ.
«Δέκα χρόνια», μουρμούρισε. «Δέκα χρόνια...»
Τα ίχνη έπαιρναν μια απότομη στροφή, καθώς τα βουνά απομακρύνονταν και δίπλα τους υψώνονταν τώρα οι λόφοι. Ολα τελείωσαν προτού το καταλάβει. Καθώς περνούσαν δίπλα από ένα τεράστιο πορτοκαλί βράχο, που ο άνεμος τον είχε σκάψει και τώρα έμοιαζε με αναποδογυρισμένο δηλητηριώδες μανιτάρι, ακούστηκε ένας θόρυβος στα δεξιά τους.

Ορμησε κατευθείαν επάνω τους - ο Δαίμονας. Είχε στήσει ενέδρα, ξέροντας ότι δε θα τα κατάφερνε να ξεφύγει απ' την Κόκκινη Κυρία, και τινάχτηκε μπροστά για την τελική σύγκρουση με το κυνηγό του.

Η Τζένη άρχισε να γλιστράει προς τα πλάγια, καθώς τα φρένα της μπλόκαραν τους τροχούς μ' ένα στρίγγλισμα και με μια μυρωδιά από καμένο λάστιχο, και τα πολυβόλα της άρχισαν να ρίχνουν, και το καπό της άνοιξε, κι οι μπροστινές της ρόδες σηκώθηκαν, καθώς οι ρουκέτες έφυγαν ουρλιάζοντας, και στριφογύρισε τρεις φορές, ενώ ο πίσω προφυλακτήρας της σκάλιζε την αλμυρή άμμο της κοιλάδας, και την τρίτη φορά έριξε τις τελευταίες ρουκέτές της πάνω στα καμένα συντρίμια που βρίσκονταν στην πλευρά του λόφου, κι έπειτα κατέβηκε και στις τέσσερεις ρόδες της να ξεκουραστεί. Τα πολυβόλα της συνέχισαν να ρίχνουν, μέχρι που άδειασαν τελείως. Επειτα, για ένα ολόκληρο λεπτό, ακουγόταν ένας σταθερός, μεταλλικός ήχος' και τέλος, όλα βυθίστηκαν στη σιωπή.

Ο Μάρντοκ έτρεμε ολόκληρος, καθώς κοιτούσε τον ερειπωμένο παραμορφωμένο σκελετό κάτω από τον πρωϊνό ουρανό.
«Τα κατάφερες, Τζένη, τον σκότωσες. Μου σκότωσες το Δαίμονα», είπε.
Η Τζένη όμως, δεν του απάντησε. Η μηχανή της ξανάναψε, έστριψε νοτιοανατολικά και κατευθύνθηκε προς το Σταθμό Ανεφοδιασμού / Φρούριο Ανάπαυσης που βρισκόταν προς την πολιτισμένη περιοχή.
Για δυο ώρες, ταξίδευαν σιωπηλοί' ο Μάρντοκ ήπιε όλο το μπουρμπόν κι όλον τον καφέ και κάπνισε όλα του τα τσιγάρα.

«Τζένη, πες κάτι» είπε. «Τι συμβαίνει; Πες μου»
Ακούστηκε ένα κλικ, κι η φωνή της ήταν πολύ απαλή.
«Σαμ - μου μίλησε καθώς κατέβαινε απ' το λόφο...», είπε.
Ο Μάρντοκ περίμενε, αλλά η Τζένη δεν είπε τίποτ' άλλο.
«Λοιπόν, τι είπε;» ρώτησε ο Μάρντοκ.

«Είπε: "Πες μου πως θα σκοτώσεις τον επιβάτη σου, κι εγώ θα λοξοδρομήσω"», είπε η Τζένη. «Μου είπε: "Σε θέλω, Κόκκινη Κυρία - να τρέχεις μαζί μου, να κάνεις επιδρομές μαζί μου. Μαζί ποτέ δεν θα μας πιάσουν", κι εγώ τον σκότωσα».

Ο Μάρντοκ έμεινε σιωπηλός.

«Το είπε αυτό, μόνο και μόνο για να με κάνει να καθυστερήσω να πυροβολήσω, έτσι δεν είναι; Το είπε για να με σταματήσει, ώστε να τα καταφέρει να μας διαλύσει και τους δύο μας, καθώς θα έπεφτε πάνω μας, έτσι δεν είναι; Ποτέ δε θα μπορούσε να εννοεί πραγματικά κάτι τέτοιο, έτσι δεν είναι Σαμ;»
«Και βέβαια, όχι», είπε ο Μάρντοκ, «και βέβαια, όχι. Ηταν πολύ αργά για να μπορέσει να λοξοδρομήσει».

«Ναι, φαντάζομαι πως έτσι ήταν - πιστεύεις όμως, που θα με ήθελε πράγματι να τρέξω μαζί του, να κάνω επιδρομές μαζί του - προτού γίνουν όλα αυτά - εννοώ - εκεί πίσω;»
«Μάλλον, μωρό μου. Είσαι πολύ καλά εξοπλισμένη».
«Ευχαριστώ», είπε η Τζένη και διέκοψε την συνομιλία.

Προτού το κάνει αυτό όμως, ο Μάρντοκ άκουσε ένα περίεργο μηχανικό ήχο που ακολουθούσε το ρυθμό της βλαστήμιας ή της προσευχής.

Επειτα κούνησε το κεφάλι του και το χαμήλωσε, ενώ συγχρόνως χτυπούσε στοργικά το κάθισμα δίπλα του, με το χέρι του που ακόμα έτρεμε.