Ο απόηχος των μηχανών

Budrys Algirdas Jonas
The Distant Sound of Engines (1959)
Μετάφραση: Ι. Τάλως

«Λεν, Λέννυ». Ο αλλόκοτος άνθρωπος, ο γείτονας μου απ΄το διπλανό κρεβάτι, προσπαθούσε να με ξυπνήσει.

Ημουν ξαπλωμένος ανάσκελα - γύρω μου σκοτάδι - με τα χέρια μου πλεγμένα πίσω στο σβέρκο, ακούγοντας την αδιάκοπη συμφωνία της κίνησης του δρόμου που περνούσε μπρος απ' το νοσοκομείο. Ακόμα κι αργά τη νύχτα - κι ήταν πάντοτε νύχτα όταν ο άνθρωπος απ' το διπλανό κρεβάτι τολμούσε να μιλήσει - η κίνηση έξω στο δρόμο ήταν αρκετά πυκνή, γιατί η εθνική οδός περνούσε απ' τη μέση ακριβώς της πόλης.

Αυτό για μένα ήταν ευτύχημα, γιατί ο βοηθός του νοσοκομειακού ποτέ δεν θα μπορούσε να σταματήσει μόνος του την αιμοραγία απ' τα πόδια μου. Μισό μίλι ακόμα, άλλα δυο λεπτά, και θα είχα στεγνώσει τόσο, όσο και ένα άδειο φιδοπουκάμισο.

Αλλά για την ώρα ήμουν μια χαρά, αν εξαιρέσεις βέβαια το γεγονός, πως εκείνο το διαολεμένο φορτηγό μου 'χε κόψει τα πόδια και τα είχε κάνει κυμά. Ημουν ζωντανός και μπορούσα ακόμα ν' ακούω τα φορτηγά να πηγαινοέρχονται όλη -μα- όλη τη νύχτα. Τις μακριές μακριές νταλίκες, τις ρυμούλκες, τα μεταφορικά τα ψυγεία... που ανέβαιναν την παραλία από το Τσάρλεστον και το Νορφολκ πηγαίνοντας απ' τη Βοστόνη, από το Πρόβινταμς... Και στα τιμόνια τους, άνθρωποι που γνώριζα. Ο Τζακ Μπιγκς. Ο Σαμ Λάσοβικ. Ο «τενεκεδένιος» Μόρς, με τον παράμεσο του δεξιού χεριού του κομμένο στην πρώτη κλείδωση. Τώρα βέβαια τον ξεπερνούσα στα σίγουρα.

Λέννυ, είπα στον εαυτό μου, από δω και πέρα θα δουλεύεις σε γραφείο. Τέρμα η βαριά δουλειά. Πάνε πια οι φτηνοκαφέδες, οι παγωμένες νύχτες, τα ερεθισμένα μάτια. Εξ άλλου κοντεύεις να γεράσεις πάνω στο τιμόνι. Τριανταοχτώ χρονών. Για σκέψου...

«Λέννυ...»

Το περισσότερο που μπορούσε να κάνει ο γείτονάς μου ήταν να ψιθυρίζει. Αναρωτιέμαι αν το κάνει απλώς και μόνο γιατί φοβάται. Στη διάρκεια της ημέρας φοβόταν να μιλήσει, γιατί οι νοσοκόμες με τον ήχο που έβγαζε από το στόμα του, του έριχναν μια ένεση μορφίνης. Του έκαναν την ένεση σε ένα ορισμένο μέρος του χεριού, εκεί που οι επίδεσμοι ήταν πιο λεπτοί, και μετά έφευγαν βιαστικά. Μερικές φορές δεν έβρισκαν τη φλέβα, ενώ άλλες φορές ίσα - ίσα που χυνόταν λίγη μορφίνη κάτω από το δέρμα, έτσι που να μουδιάζει μόνο το μπράτσο. Οταν γινόταν κάτι τέτοιο, ο άνθρωπος στο διπλανό κρεββάτι ενθουσιαζόταν. Αυτό προσπαθούσε πάντοτε να πετύχει, κουνώντας σιγά - σιγά το χέρι του. Μερικές φορές οι νοσοκόμες το πρόσεχαν, αλλά τις περισσότερες φορές, όχι.

Δεν την ήθελε τη βελόνα - ο άνθρωπος στο διπλανό κρεβάτι δεν την ήθελε. Η βελόνα τον απάλλασε απ' τον πόνο, και χωρίς τον πόνο, μ' όλους αυτούς τους επιδέσμους γύρω από το κεφάλι του, δεν μπορούσε να αποδείξει στον εαυτό του πως ήταν ζωντανός. Ηταν ένας πεισματάρης και πανέξυπνος τύπος, που αντιστεκόταν μ' αυτό τον τρόπο, γιατί είχε φτάσει στο σημείο να έχει ανάγκη τη μορφίνη, παρόλο που δεν ήταν σαν κι εμάς. Θέλω να πω δηλαδή, πως ήταν από κάποιο διαφορετικό μέρος.

«Λέννυ...»
«Ελα», είπα θολώνοντας τη φωνή μου. Πάντοτε τον έκανα να περιμένει. Δεν ήθελα να καταλάβει πως έμενα ξάγρυπνος τις νύχτες.
«Ξύπνησες;»
«Μόλις τώρα»
«Συγγνώμη, Λεν».
«Δεν τρέχει τίποτα», του είπα βιαστικά. Δεν ήθελα να τον κάνω να αισθάνεται υποχρεωμένος απέναντί μου.
«Αλλωστε κοιμάμαι με το τσουβάλι όλη τη μέρα».
«Λεν. Ο τύπος για να ξεπεράσουμε την ταχύτητα του φωτός είναι...» Και άρχισε να γεμίζει με συμβολισμούς, γράμματα και αριθμούς.

Χτες τη νύχτα μου μιλούσε για τις ακριβείς αναλογίες των μετάλλων σ' ένα ειδικό για τις υψηλές θερμοκρασίες κράμα - την τεχνική της τήξης και της ανάμιξής τους, και τη διαδικασία της στερεοποίησης και της ανθεκτικοποίησης. Την προχθεσινή νύχτα μου είχε πει τις τεχνικές προδιαγραφές της κατασκευής του θαλαμίσκου. Τον άκουγα μέχρι που τελείωσε.

«Τ' αποστήθισες , Λέννυ;»
«Και βέβαια».
«Επανέλαβέ το τότε».

Κάποτε εργαζόμουν επί τρία χρόνια στο «βαγκόν - ρεστωράν» μια αμαξοστοιχίας. Ανακάλυψα λοιπόν, πως μπορούσα να συγκρατώ στη μνήμη μου οποιαδήποτε παραγγελία μου έδινε ο καθένας - άσχετα με το πόσο περίπλοκη μπορούσε να είναι - και να την παπαγαλίζω στον εκάστοτε ενδιαφερόμενο. Είναι ένα απλούστατο κόλπο. Βγάζεις απ' το μυαλό σου και την παραμικρή σκέψη, ανοίγεις τ΄αυτιά σου, και να το: «Δύο τόστς με τυρί και άσπρο ψωμί, μια μερίδα μπέικον με ντομάτα και χωρίς μαγιονέζα. Τρεις καφέδες, ο ένας χωρίς ζάχαρη και γάλα, ο άλλος γλυκός με λίγο γάλα κι ο τρίτος μέτριος απ' όλα». Ανοιγεις το στόμα σου γυρνάς σ' αυτόν που φτιάχνει τα σάντουτς και να το: «Τυριά δύο - ψωμί άσπρο, μπέικον - ντομάτα μία, μαγιονέζα όχι». Γυρίζεις προς το μέρος που βρίσκονται τα φλυτζάνια του καφέ, κι απλώνεις τα χέρια σου. Τα δάχτυλά σου αρπάζουν τα φλυτζάνια και κινούνται προς το μέρος της καφετιέρας, αμέσως μετά, πιέζεις το σωληνάκι που βγάζει το γάλα δύο φορές πάνω απ' το πρώτο και μια φορά πάνω απ' το δεύτερο. Το τρίτο φλυτζάνι ούτε καν σταματάει. Το ουσιαστικό μέρος του μυαλού σου βρίσκεται εκατομμύρια μίλια μακρυά. Σερβίρεις τους καφέδες και ένα κομμάτι απ' το μυαλό σου σβήνει τελείως αυτό το σκέλος της παραγγελίας. Ο «σαντουιτσάς» σου δίνει τα καλοτυλιγμένα σε λαδόχαρτο τόστς και το πιάτο με το μπέικον και τη ντομάτα, τα σερβίρεις, κι αυτό το ίδιο το κομμάτι του μυαλού σου σβήνει και την υπόλοιπη παραγγελία. Πάει, τελείωσε, δε χρειάζεται άλλο, κι όλη αυτή την ώρα το μυαλό σου βρίσκεται εκατομμύρια μίλια μακρυά.

Ακουγα τις ρυμούλκες να ανεβαίνουν σα σε διαδήλωση το λόφο. Πίτσμπουργκ, Σκράντον, Φιλαδέλφεια... Ουάσιγκτον, Βαλτιμόρη, Κάμντεν, Νιούαρκ... Πέρασε κι ένα ντηζελοκίνητο - ξεσκέπαστο, φορτωμένο σιδερένιες ράβδους - καθώς επαναλάμβανα το τελευταίο μέρος απ' όσα μου είχε πει πρωτύτερα.

«Μπράβο, Λέννυ. Πολύ σωστά».
Ετσι πρέπει να 'ταν. Στο «βάγκον ρέστωράν» όταν κάνεις λάθος μια παραγγελία, είσαι υποχρεωμένος να τη φας εσύ ο ίδιος.
«Αλλο τίποτα γι απόψε;» ρώτησα.
«Οχι. Οχι, είναι αρκετά. Θα προσπαθήσω να ξεκουραστώ τώρα. Συνέχισε εσύ τον ύπνο σου. Σ' ευχαριστώ».
«Εντάξει».
«Οχι. Μη δείχνεις τόση αδιαφορία. Αυτό που κάνεις, είναι για μένα μια μεγάλη εξυπηρέτηση. Εχει μεγάλη σημασία για μένα να περάσουν αυτές οι πληροφορίες σε σας τους ανθρώπους. Δεν πρόκειται να ζήσω για πολύ ακόμα».
«Θα ζήσεις οπωσδήποτε».
«Οχι Λέννυ».
«Ελα τώρα, μη λές τέτοια πράγματα».
«Οχι. Καθώς έπεφτα, καιγόμουν. Θυμάσαι το εναλλακτικό υπόριζο στην εξίσωση που σου έδωσα χτες το βράδυ; Το πεδίο μεταμορφώθηκε κάτω απ' την επίδραση του Ηλίου, κι η γεννήτρια αναδόμησε...»

Συνέχισε το μονόλογό του, αλλά δεν τον θυμάμαι. Θα έπρεπε να θυμάμαι την αρχική εξίσωση για να βγάλω νόημα απ' αυτά που έλεγε, κι ακόμα και αν τη θυμόμουνα, θα έπρεπε να μπορώ να την καταλάβω. Ολη αυτή η ιστορία, το να του επαναλαμβάνω δηλαδή τις εξισώσεις του... ήταν, βλέπετε ένα κόλπο. Δεν χρειάζεται να θυμάται κανείς πόσα τόστς με τυρί πούλησε όλη την ημέρα. Κάποτε, κάποιος που ήθελε να μου κάνει τον έξυπνο, μου έδωσε μια παραγγελία, μιλώντας με διάφορες, χωρίς νόημα λέξεις. Του επανέλαβα την παραγγελία του, λες κι ήμουν μαγνητόφωνο, και να σκεφτείτε πως όταν μιλούσε, ούτε καν τον πρόσεχα.

«... όπως βλέπεις Λέννυ, λοιπόν δεν πρόκειται να ζήσω. Ενας άνθρωπος στην κατάστασή μου, δε θα μπορούσε να επιζήσει, ακόμα και στο δικό μου χώρο και χρόνο».
«Κάνεις λάθος, αδελφέ. Θα τα καταφέρουν να σε βγάλουν ζωντανό απ' όλη αυτήν την περιπέτεια. Ξέρουν τη δουλειά τους οι γιατροί εδώ, σε αυτό το νοσοκομείο».
«Στ' αλήθεια το πιστεύεις, Λέννυ;» Ψιθύρισε αυτά τα λόγια μ' ένα θλιμμένο χαμόγελο, αν καταλαβαίνετε τι θέλω να πω.
«Σίγουρα», του είπα. Ακουγα ένα βυτιοφόρο που κατέβαινε απ' τα Βόρεια. Ξεχώριζα ακόμα και το μεταλλικό θόρυβο της αντιστατικής αλυσσίδας που σερνόταν στο δρόμο.

Είχαν φέρει τον άνθρωπο στο διπλανό κρεβάτι μετά από μια - όπως νόμιζαν τουλάχιστο - τρομαχτική πτώση αεροπλάνου. Είπαν πως κάποιος αγρότης τον είχε δει να πέφτει σε ελεύθερη πτώση, σαν να είχε πηδήσει δηλαδή απ' το αεροπλάνο χωρίς αλεξίπτωτο. Δεν είχαν καταφέρει να τον αναγνωρίσουν ακόμα. Ούτε να βρουν τ΄ αεροπλάνο του, και επιπλέον δεν έβγαζε λέξη. Τις δυο πρώτες νύχτες δεν άνοιξε το στόμα του, μέχρι που ξαφνικά είπε: «Με ακούει κανένας; Υπάρχει κανείς εδώ μέσα;»

Του μίλησα τότε, κι αυτός με τη σειρά του μου είχε ζητήσει να του πω διάφορα πράγματα γύρω απ' τον εαυτό μου - πως με λέγανε, τι είχα πάθει. Ηθελε να μάθει το όνομα της πόλης, και του κράτους και την ημερομηνία - μέρα, μήνας, χρόνος. Του τα είπα. Τον έβλεπα όλη τη μέρα μέσα στις γάζες και τους επιδέσμους, και σ΄ έναν άνθρωπο που βρίσκεται σ' αυτό το χάλι, δεν σου πάει να αρνηθείς ν' απαντήσεις στις ερωτήσεις του. Απλούστατα, του απαντάς. Χαίρεσαι για την ευκαιρία που σου δίνεται να φανείς ευγενικός μαζί του. Επιπλέον, ήταν και πολύ έξυπνος άνθρωπος. Μιλούσε μια αράδα άλλες γλώσσες, εκτός απ' τ' αγγλικά.

Για λίγο, προσπάθησε να μου μιλήσει ουγγαρέζικα, αλλά ήξερε να τα μιλάει πολύ καλύτερα από μένα. Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που παράτησα τους δικούς μου κι έφυγα απ' το Σικάγο.

Την άλλη μέρα είπα στη νοσοκόμα πως, μου είχε μιλήσει. Οι γιατροί προσπάθησαν και πάλι να μάθουν ποιος κι από που ήταν, αλλά δεν έβγαλε λέξη. Και μάλιστα τους έπεισε, νομίζω, πως είχε ξαναπέσει σε κώμα. Δεν με πολυπίστεψαν όταν τους είπα πως τα λόγια του είχαν κάποιο ειρμό. Μετά απ' αυτό έμαθα να κρατάω το στόμα μου κλειστό. Αφού ήθελε να μείνουν έτσι τα πράγματα, ήταν δικαίωμά του. Εξάλλου, είχε καταλάβει όπως είπα και προηγούμενα, πως αν έβγαζε στη διάρκεια της ημέρας και τον παραμικρό ήχο απ' το στόμα του, του έκαναν αμέσως μορφίνη. Δε μπορούσες να τους κατακρίνεις που του έκαναν ενέσεις. Με τον τρόπο τους κι αυτοί του έκαναν μια ευσπλαχνική χειρονομία.

Εμεινα ξαπλωμένος ανάσκελα, και βάλθηκα να παρακολουθώ το ταβάνι, που φωτιζόταν απ' τις πρώτες ανταύγειες της μέρας που διαπερνούσαν τα παράθυρα. Εξω στο δρόμο η κίνηση είχε αρχίσει τώρα να μεγαλώνει. Τα φορτηγά περνούσαν το ένα μετά τ' άλλο. Φορτωμένα με λαχανικά τα περισσότερα, βιάζονταν να προλάβουν την αγορά. Κρεμμύδια, μαρούλια, πατάτες, πορτοκάλια...Ακουγα το θόρυβο που έκαναν τα καφάσια, στοιβαγμένα το ένα πάνω στ' άλλο, και το τρίξιμο των σκοινιών που τα συγκρατούσαν.

«Λέννυ!»
Απάντησα αμέσως.
«Η εξίσωση για το χωροχρονικό συντονισμό είναι...» Ηταν πολύ βιαστικός.
«Σ' ακούω, λέγε...» Αφησα το μυαλό μου να μουλιάσει μες τα λόγια του, λες κι ήταν ένα τεράστιο, παχύ σφουγγάρι, κι όταν μου ζήτησε να τα επαναλάβω, έστριψα αυτό το σφουγγάρι μέχρι να στεγνώσει τελείως.
«Σ' ευχαριστώ πολύ, Λέννυ», είπε.

Μόλις μετά βίας μπορούσα να τον ακούσω. Αρχισα να χτυπάω το κουδούνι της νυχτερινής κλήσης, που ήταν κρεμασμένο από ένα κορδόνι πάνω απ΄ το κεφάλι μου.

Την επόμενη μέρα κάποιος άλλος βρισκόταν στο διπλανό κρεβάτι. Ηταν ένας κυνηγός - ένας νεαρούλης από τη Νέα Υόρκη - που είχε θεωρήσει καλό να γεμίσει με σκάγια όλο το δεξί του πόδι. Πέρασαν κάνα - δυο μέρες, μέχρι ν' ανοίξει το στόμα του, κι έτσι δεν τον πολυγνώρισα και καλά. Θα πρέπει νάταν το δεύτερο ή το τρίτο απόγευμα, από τότε που είχε έρθει ο καινούριος, όταν ο γιατρός σηκώθηκε και σκέπασε με το σεντόνι τα κουτσουρεμένα πόδια μου. Με κοίταξε κάπως περίεργα και μου είπε απολογητικά: «Τι θα 'λεγες, Λέννυ, αν σε ξαναστέλναμε κάτω στο χειρουργείο και σου τα κονταίναμε λίγο ακόμα; Ε;»

«Σαχλαμάρες, γιατρέ. Κι εγώ έχω μύτη και μυρίζω. Τώρα πια...». Δεν είχαμε και πολλά να πούμε.

Εμεινα ξαπλωμένος και σκεφτόμουν την Πεόρια, στο Ιλλινόις, που κάποτε είχε περισσότερα μέρη για διασκεδάσεις - για μας τους φορτηγατζήδες εννοώ - και το Σαίντ Λούις και το Κόρπους Κρίστι. Δε με ικανοποιούσε πια η Ανατολική Ακτή. Το Σακραμέντο, το Σηάτλ, το Φαίρμπανκς, κι εκείνος ο διαολόδρομος πέρα απ' την Εθνική οδό του Αλκαν.

Ηρθαν τα μεσάνυχτα, κι ακόμα θυμόμουνα. Αρχισα πάλι να ακούω τα φορτηγά έξω στο δρόμο, αλλά στην πραγματικότητα άκουγα το θόρυβο της μηχανής ενός «Cummins», καθώς ανέβαινε μια απ' αυτές τις στριφογυριστές ανηφόρες πάνω στα Βραχώδη, και, ξαφνικά, γύρισα το κεφάλι μου, και ψιθύρισα στον άνθρωπο που βρισκόταν στο διπλανό κρεβάτι: «Φίλε, ε φίλε! - είσαι ξύπνιος;»

Τον άκουσα να γρυλλίζει. «Τι τρέχει;». Εδειχνε ενοχλημένος. Αλλά άκουγε.

«Πηγαίνες καμιά εκδρομή με το αυτοκίνητό σου; Θέλω να πω κατεβαίνεις ποτέ προς το Νιου Τζέρσεϋ; Λοιπόν, κοίταξε, αν ποτέ χρειαστεί ν' αλλάξεις κανένα λάστιχο ή τη μπαταρία, σταμάτα στο βενζινάδικο του Τζέφρυς, στην 22η αρτηρία στο Ντάρλιγκτον, και να τους πεις πως σε στέλνει ο Λέννυ Κόβακς. Μόνο πρόσεχε - γιατί εκεί τη στήνουμε για έλεγχο ταχύτητας, μόλις βγαίνεις απ' την πόλη... Κι αν θέλεις ένα καλό φαϊ, δοκίμασε το εστιατόριο «Στραντ», εδώ λίγο πιο κάτω...
'Η αν πάλι πάς αντίθετα προς τα πάνω, προς τη Νέα Αγγλία, πάρε τον ταχυδρομικό δρόμο της Βοστόνης και σταμάτα στου...
Ε! Φίλε; Με προσέχεις;»

 

Ο Algis γεννήθηκε το 1931 στην Πρωσσία κι αργότερα μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Απ' το 1953 έγινε συντάκτης του περιοδικού Galaxy, στο οποίο και δημοσίευσε πολλά διηγήματα. Το μεγάλο του ταλέντο κι η σαφήνεια της έκφρασής του διακρίνονταν περισσότερο στα μικρά του διηγήματα, για τα οποία κι έγινε πασίγνωστος. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το διήγημά του «Rogue Moon» (1960), στο οποίο μας δίνει ένα από τα καλύτερα παραδείγματα της χρήσης του συμβολισμού στο χώρο της Ε.Φ., εξερευνώντας τις διάφορες απόψεις του θανάτου και της αναστάσεως, χωρίς να χάνει τίποτα απ' την εφευρετική και συναρπαστική διήγηση της υπόθεσης, που ασχολείται με την εξερεύνηση μιας εξωγήινης κατασκευής πάνω στο φεγγάρι. Τα πιο γνωστά του μυθιστορήματα είναι τα: «Who?" (1958), το οποίο μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο από τον σκηνοθέτη Τζακ Γκόλντ και προβλήθηκε στην Ελλάδα με τον τίτλο «Ο κατάσκοπος με τη σιδερένια μάσκα», στο οποίο αφηγείται τις προσπάθειες επαλήθευσης της ταυτότητας ενός επιστήμονα, ο οποίος επιστράφηκε στους Αμερικάνους από τους Ρώσους, «Man of Earth» (1958), «The Falling Torch» (1959), «The Amsirs and the Iron Thorn» (1967), μια συγκλονιστική διαπλανητική περιπέτεια, και το μετα-καταστροφικό μυθιστόρημα «Some Will Not Die» (1961). Τα υπέροχα διηγήματά του υπάρχουν στις συλλογές «The Unexpected Dimension» (1960) και «Budgy/s Inferno» (1964). Στην Ελλάδα έχει δημοσιευτεί στο 2ο τόμο της Θεματικής Ανθολογίας του Εξάντα το διήγημά του «First to serve» με τον τίτλο «Πρέπει πρώτα να υπηρετείς». Το διήγημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Magazine of Fantasy and Science Fiction το 1957, κι αργότερα συμπεριλήφθηκε στη συλλογή «The Unexpected Dimension».