
Frank
Herbert
Greenslaves (1965)
Μετάφραση: Μάγδα Χαλικιά
Ηταν σχεδόν ολόιδιος με μιγά, λες και ήταν παιδί
ενός ινδιάνου της φυλής Γκουαράνι και της κόρης
κάποιου χωρικού απ' τις άγριες περιοχές, κάποιας
sertanista που είχε προσπαθήσει να ξεχάσει για λίγο
την καταπίεση του συστήματος encomendero 'τρώγοντας
το σίδερο' - έτσι έλεγαν την ερωτική πράξη που
γινόταν ανάμεσα απ' τα πλεχτά σίδερα μιας
καγκελόπορτας.
Αυτή η τόσο χαρακτηριστική του όψη ήταν σχεδόν
τέλεια, αν εξαιρέσουμε τις περιπτώσεις που
ξεχνιόταν καθώς περνούσε από κάποιο ξέφωτο βαθιά
στη ζούγκλα.
Τότε το δέρμα του έπαιρνε μια απόχρωση προς το πράσινο, κάνοντας τον να σμίγει με τον περίγυρο και να χάνεται μες στο πράσινο φόντο των φυλλωμάτων και των κληματσίδων, δίνοντας έτσι μια περίεργη ασώματη εμφάνιση στο γκρίζο, σα λάσπη, πουκάμισο, στο κουρελιασμένο παντελόνι, στο απαραίτητο ξεφτισμένο ψάθινο καπέλο και στα από ακατέργαστο δέρμα σαντάλια, που είχαν σόλες από λάστιχο αυτοκινήτου.
Τέτοια λάθη γίνονταν όλο και πιο σπάνια όσο απομακρυνόταν απ' τις πηγές Παρανά, απ' το sertao της ενδοχώρας του Γκογιάζ, εκεί που οι άντρες με τα δικά του ίσια, μαύρα μαλλιά και με τα λαμπερά, σκουρόχρωμα μάτια ήταν ένα συνηθισμένο θέαμα. Μέχρι να φτάσει στις περιοχές των bardeirantes, είχε καταφέρει να ελέγχει στην εντέλεια αυτή τη χαμαιλεόντια ιδιότητά του.
Αλλά, τώρα πια, είχε βγει απ' τη ζούγκλα και
βάδιζε στους καφετιούς χωματόδρομους που
χώριζαν τα αγροκτήματα που είχαν φτιαχτεί με το
νέο πρόγραμμα επαναποικισμού. Με το δικό του
τρόπο είχε καταλάβει, πως πλησίαζε στα σημεία
ελέγχου των bandeirantes, και με μια σχεδόν ανθρώπινη
κίνηση ψηλάφησε το gredula de gracias al Sacar, το
πιστοποιητικό που έδειχνε ότι είχε αίμα λευκού
στις φλέβες του, που το είχε φυλαγμένο κάτω απ'
το πουκάμισό του. Πότε - πότε, όταν δε βρίσκονταν
άνθρωποι γύρω του, δοκιμάζε φωναχτά τ' όνομα που
είχαν διαλέξει γι' αυτόν - «Αντόνιο Ραπόζο
Ταβάρες».
Υπήρχε κάποιο τρίξιμο στη φωνή του, και μια
σκληρότητα στις καταλήξεις αλλά, ήξερε πως θα τα
κατάφερνε. Τα είχε ήδη καταφέρει. Οι ινδιάνοι της
περιοχής του Γκογιάζ ήταν γνωστοί για την
περίεργη προφορά τους.
Οι χωρικοί που του είχαν προσφέρει στέγη και
τροφή την προηγούμενη νύχτα, του το 'χαν πει.
Οταν οι ερωτήσεις τους άρχισαν να γίνονται
πιεστικές, αυτός κάθησε στο κατώφλι κι έπαιξε τη
φλογέρα του, το qena των Ινδιάνων των Ανδεων, που
κουβαλούσε σ' ένα δερμάτινο σακουλάκι, που
κρεμόταν απ' τον ώμο του. Είχε διατηρήσει τον ήχο
σ' ένα συνηθισμένο, ακίνδυνο ύψος. Αυτή η
χειρονομία με τη φλογέρα ήταν ένα σύμβολο για την
περιοχή. Οταν ένας Γκουαράνι έφερνε τη φλογέρα
στη μύτη του κι άρχισε να παίζει, αυτό σήμαινε πως
τα λόγια είχαν τελειώσει.
Οι χωρικοί σήκωσαν τους ώμους και πήγαν να
κοιμηθούν.
Μπορούσε τώρα να διακρίνει τις καφεκόκκινες
σκέπες μπροστά του και την κατάλευκη κρυσταλλική
αναλαμπή ενός πύργου των bandeirantes με τα
αεραυτοκίνητα που φωτίζονταν και έφευγαν.Αυτή η
σκηνή θύμιζε με ένα περίεργο τρόπο, κυψέλη.
Σταμάτησε συνειδητοποιώντας πως είχε παρασυρθεί
για μια στιγμή απ' τα ενστικτά του. Ηξερε πως
έπρεπε να κυριαρχήσει πάνω τους, διαφορετικά θα
αποτύγχανε στη δοκιμασία που θα επακολουθούσε.
Συνένωσε τότε τη διανοητική του ταυτότητα με τη
σκέψη: Είμαστε σκλάβοι του πράσινου, υποτελείς
στη μεγαλύτερη ολότητα.
Η σκέψη αυτή του μετάδωσε μια αίσθηση
ταπεινότητας, μια ασπίδα που τον προστάτευε απ'
τα βλέματα των ανθρώπων που τον προσπερνούσαν.
Το είδος του ήξερε πολλού τρόπους συμπεριφοράς,
κι είχε μάθει από νωρίς, πως η ταπεινότητα ήταν
μια μορφή κάλυψης.
Για την ώρα συνέχισε την αργή πορεία του προς την πόλη και τον πύργο. Ο χωματόδρομος έδωσε τη θέση του σ' έναν ασφαλτοστρωμένο δρόμο με θέσεις για τους πεζούς και απ' τα δύο μέρη του. Αυτός με τη σειρά του συνάντησε στρίβοντας μια παράλληλη λεωφόρο με τέσσερεις λουρίδες κυκλοφορίας, όπου ακόμα κι οι διαβάσεις των πεζών ήταν ασφαλτοστρωμένες. Ολόγυρά του τα αεραυτοκίνητα και τα άλλα οχήματα άρχισαν να γίνονται όλο και περισσότερα, και παρατήρησε πως και η κίνηση των πεζών αυξανόταν. Μέχρι στιγμής δεν είχε τραβήξει την τόσο γι' αυτόν επικίνδυνη προσοχή κανενός. Ηξερε πως μπορούσε να αγνοήσει τα περιστασιακά, πονηρά, πλάγια βλέματα των ιθαγενών της περιοχής. Τον κίνδυνο τον έκρυβαν οι επίμονες ματιές, και για την ώρα κανείς δεν τον είχε κοιτάξει μ' αυτόν τον τρόπο. Η ταπεινότητα τον προστάτευε.
Ο ήλιος έιχε ανέβει αρκετά, κι η ζέστη της μέρας
είχε αρχίσει να απλώνεται καταπιεστικά πάνω στη
γη, σηκώνοντας μια υγρή, λες θερμοκηπίου,
μυρουδιά απ' το χώμα γύρω απ' το δρόμο κι
ανακατεύοντας τη μυρουδιά του ιδρώτα των
ανθρώπινων πλασμάτων που βρίσκονταν ολόγυρά του,
κοντά του, και τον πίεζαν προχωρώντας όλο και πιο
αργά, καθώς πλησίαζαν το στενό πέρασμα στο σημείο
ελέγχου. Σε λίγο ή προς τα μπρος κίνηση σταμάτησε.
Ο ρυθμός μετατράπηκε: βήμα και στάση, βήμα και
στάση.
Αυτή, τώρα ήταν η κρίσιμη δοκιμασία και δεν
υπήρχε τρόπος να την αποφύγει. Περίμενε με κάτι
που έμοιαζε με ινδιάνικη στωική υπομονή.
Η αναπνοή του είχε γίνει πιο βαθιά σε
αντιστάθμισμα με τη ζέστη, και την προσάρμοσε
έτσι, που να ταιριάζει με τις αναπνοές των
ανθρώπων γύρω του, υπομένοντας την άνοδο της
θερμοκρασίας για χάρη της εναρμόνισης με το
περιβάλλον.
Οι ινδιάνοι των Ανδεων δεν ανέπνεαν βαθιά εδώ,
στις πεδινές περιοχές.
Βήμα και στάση.
Βήμα και στάση.
Μπορούσε τώρα να διακρίνει το σημείο ελέγχου.
Δύστροποι bandeirantes μες σε ερμητικά κλειστές
άσπρες στολές με πλαστικά κράνη, γάντια και
μπότες, έστεκαν σε μια διπλή σειρά μέσα σ' ένα
σκεπασμένο διάδρομο, που οδηγούσε στην πόλη.
Μπορούσε να δει το ζεστό φως του ήλιου, πέρα απ'
το διάδρομο, και τους ανθρώπους που
απομακρύνονταν βιαστικά μόλις τον διέσχιζαν.
Το θέαμα αυτής της ελεύθερης περιοχής, πέρα απ'
το διάδρομο, πλημμύρισε με μια τρομακτική
λαχτάρα όλα τα μέρη του. Μια απαγορευτική
προειδοποίηση ξεχύθηκε αμέσως στο κατόπι αυτού
του ενστικτώδους συναισθήματος που απλωνόταν
παντού. Καμμιά διάσπαση της προσοχής του δεν του
επιτρεπόταν αυτή τη στιγμή. Βρισκόταν κιόλας στα
χέρια του πρώτου bandeirante, ενός τεράστιου ξανθού
ανθρώπου με ροδαλό δέρμα και γαλάζια μάτια.
«Ελα γρήγορα! Αντε μπράβο!»
Ενα γαντοφορεμένο χέρι τον έσπρωξε προς το μέρος
των δυο άλλων bandeirantes, που έστεκαν στα δεξιά της
γραμμής.
«Κάντε του ειδική περιποίηση», φώναξε ο ξανθός
γίγαντας. «Απ' ό,τι φαίνεται, έρχεται απ' τα
βουνά».
Τον κρατούσαν τώρα άλλοι δυο. Ο ένας του πίεζε μια
αναπνευστική μάσκα στο πρόσωπο κι ο άλλος του
φορούσε μια πλαστική σακούλα. Ενας σωλήνας
ξεκινούσε απ' τη σακούλα και κατέληγε σε κάποιο
μηχάνημα, κάπου στο δρόμο, πέρα απ' το διάδρομο.
«Διπλή δόση», φώναξε ο ένας.
Ενα μπλε σύννεφο αερίου φούσκωσε τη σακούλα, κι αυτός πήρε μια βαθιά, απότομη ανάσα μέσ' απ' τη μάσκα. Ενας τεράστιος πόνος! Το αέριο, σα χιλιάδες βελόνες, διαπέρασε κάθε μια απ' τις πολλαπλές συνδέσεις του κορμιού του.
«Δεν πρέπει να εξασθενήσουμε», σκέφτηκε.
Αλλά ήταν ένας θανάσιμος τρομαχτικός πόνος. Οι
συνδέσεις του είχαν αρχίσει να αδυνατίζουν.
«Εντάξει μ' αυτόν», φώναξε αυτός που κρατούσε τη
σακούλα.
Τράβηξαν τη μάσκα. Εβγαλαν τη σακούλα. Χέρια τον
έσπρωξαν προς το διάδρομο, προς το φως.
«Ελα γρήγορα. Μην καθυστερείς τους υπόλοιπους».
Η άσχημη μυρουδιά του δηλητηριώδους αερίου βρισκόταν παντού γύρω του. Ηταν κάτι το καινούριο - ένα διαλυτικό. Δεν τον είχαν προετοιμάσει γι' αυτό το δηλητήριο!
Τώρα βρισκόταν κάτω απ' το φως του ήλιου και
στρίβοντας, βρέθηκε σ' ένα δρόμο με πάγκους,
γεμάτους φρούτα, όπου έμποροι παζάρευαν με τους
πελάτες ή στέκονταν πίσω από τους πάγκους,
προσέχοντας τις πραμάτειες τους.
Μέσα σε αυτόν τον τεράστιο κίνδυνο που διέτρεχε,
τα φρούτα τον καλούσαν, προσφέροντας ένα
καταφύγιο σωτηρίας για μερικά τουλάχιστον απ'
τα μέρη του, αλλά τ' ολοκληρωμένο σύνολο
αντιστάθηκε στον πειρασμό. Σέρνοντας τα πόδια
του, προχώρησε όσο το δυνατό γρηγορότερα,
προσπερνώντας τους αγοραστές και τους
αργόσχολους.
«Θες ν' αγοράσεις μερικά φρέσκα πορτοκάλια;»
Ενα λιπαρό σκούρο χέρι έχωσε δυο πορτοκάλια κάτω
απ' τη μύτη του.
«Φρέσκα πορτοκάλια απ' την πράσινη χώρα. Ούτε
ένα έντομο δεν τα πλησίασε ποτέ».
Απόφυγε το χέρι, παρόλο που το άρωμα των
ποστοκαλιών κόντεψε να τον συνεπάρει
ολοκληρωτικά.
Τώρα είχε απομακρυνθεί απ' τους πάγκους, στρίβοντας σ' ένα στενό πλάγιο δρομάκι. Πέρασε άλλη μια γωνία και είδε πέρα μακριά στ' αριστερά του, το σαγηνευτικό θέαμα της πρασινάδας της εξοχής, την ελεύθερη περιοχή πέρα απ' την πόλη. Στράφηκε προς το πράσινο, ανοίγοντας το βήμα του, υπολογίζοντας το χρόνο που του απόμενε. Είχε ακόμα μια ελπίδα. Τα ρούχα του ήταν γεμάτα δηλητήριο, αλλά ο καθαρός αέρας περνούσε μέσ' απ' το ύφασμα - κι η σκέψη της νίκης ήταν ένα είδος αντίδοτου.
Μπορούμε ακόμα να τα καταφέρουμε.
Η πρασινάδα ερχόταν όλο και πιο κοντά - δέντρα
και θάμνοι δίπλα στην όχθη ενός ποταμού. Ακουσε
τον ήχο του τρεχούμενου νερού. Υπήρχε μια γέφυρα
γεμάτη από πεζούς, που περνούσαν, φτάνοντας από
διάφορους πλάγιους δρόμους.
Δε μπορούσε να κάνει τίποτα: Ενώθηκε με το πλήθος,
αποφεύγοντας όσο μπορούσε την επαφή. Οι
συνδέσεις των χεριών και της πλάτης του είχαν
αρχίσει να υποχωρούν κι ήξερε πως ένα λανθασμένο
χτύπημα θ' αποσπούσε ολόκληρα τεμάχια. Πέρασε τη
γέφυρα χωρίς να γίνει καμιά καταστροφή. Ενα
βρώμικο μονοπάτι οδηγούσε προς το ποτάμι.
Κατευθύνθηκε προς το μέρος του, σκοντάφτοντας
σ' έναν απ' τους δυο άντρες που κουβαλούσαν
κρεμασμένο ένα γουρούνι σ' ένα δίχτυ ανάμεσά
τους. Ενα μέρος απ' το κέλυφος στο πάνω μέρος του
δεξιού ποδιού του υποχώρησε και το ένιωσε που
άρχισε να γλυστράει προς τα κάτω, μέσα στο
παντελόνι του. Ο άντρας πάνω στον οποίον έπεσε,
έκανε δυο βήματα προς τα πίσω, ρίχνοντας σχεδόν
το φορτίο του.
«Πρόσεχε!» φώναξε.
Ο άλλος άντρας είπε: «Διαβολεμένοι μεθύστακες!»
Το γουρούνι άρχισε να στριγγλίζει, αποσπώντας
τους έτσι την προσοχή. Εκείνη τη στιγμή, τους
προσπέρασε και μπήκε στο μονοπάτι που οδηγούσε
στο ποτάμι. Εβλεπε τώρα το νερό να βράζει από τ'
αέρια των διαχωριστικών φίλτρων.
Πίσω του, ο ένας άντρας είπε: «Δε μου φαίνεται να
ήταν μεθυσμένος, Κάρλος. Το δέρμα του ήταν
κατάξερο και ζεστό. Ισως να ήταν άρρωστος».
Ο δρόμος έστριψε γύρω από ένα σωρό από χώμα, και κατηφόρησε προς ένα πέρασμα μεσ' από ιτιές και θάμνους. Οι άντρες με το γουρούνι, γνώριζε πως δε μπορούσαν πια να τον δουν, κι έτσι άρπαξε το παντελόνι του εκεί όπου γλιστρούσε το κομμάτι απ' το πόδι του, και χώθηκε μέσα στο πράσινο πέρασμα.
Τώρα είδε την πρώτη του μεταλλαγμένη μέλισσα.
Ηταν νεκρή, έχοντας περάσει μέσα απ' την περιοχή
του κυματιστού φράγματος, χωρίς καμιά απολύτως
προστασία. Η μέλισσα ήταν μια από εκείνες που
έμοιαζαν με πεταλούδες, με κιτρινωπά και
πορτοκαλί φτερά. Κείτοταν πάνω σ' ένα πράσινο
φύλλο, στο κέντρο μιας ηλιαχτίδας.
Την προσπέρασε καταγράφοντας το σχήμα και το
χρώμα της. Είχαν θεωρήσει τις μέλισσες σα μια
πιθανή λύση - αλλά υπήρχαν σοβαρά προβλήματα.
Μια μέλισσα δεν μπορούσε να παρουσιάσει λογικά
επιχειρήματα στους ανθρώπους, αυτό ήταν το
βασικό γεγονός. Κι οι άνθρωποι έπρεπε ν'
ακούσουν μερικά επιχειρήματα σύντομα,
διαφορετικά θα πέθαινε κάθε μορφή ζωής.
Ακούστηκε ο ήχος κάποιου, που βάδιζε βιαστικά στο
μονοπάτι πίσω του, βαριά βήματα που αντηχούσαν
στο έδαφος.
Καταδίωξη;
Μόλις και έσερνε τα πόδια του τώρα, κι ήξερε πως
σύντομα θα σερνόταν ολόκληρος. Μάτια έψαξαν την
πρασινάδα γύρω του για μια κρυψώνα.
Ενα λεπτό άνοιγμα στο πράσινο τοίχωμα τράβηξε
την προσοχή του. Μικρά ανθρώπινα χνάρια
οδηγούσαν σ' αυτό - παιδιά. Πέρασε μέσ' απ' τα
δέντρα, βρέθηκε σ' ένα στενό μονοπάτι κατά μήκος
της όχθης.
Δύο αεροπλανάκια, ένα κόκκινο κι ένα μπλε, ήταν
εγκαταλειμένα στο μονοπάτι. Το πόδι του τα πάτησε
και τα βύθισε στο χώμα. Το μονοπάτι περνούσε
δίπλα σ' ένα σωρό από μαύρο χώμα, στολισμένο με
αναριχητικά φυτά, έστριβε απότομα, και κατάληγε
στο άνοιγμα μιας μικρής σπηλιάς.
Κι άλλα παιχνίδια κείτονταν στο στόμιο της
σπηλιάς. Γονάτισε, σύρθηκε πάνω από τα παιχνίδια
προς το ευλογημένο σκοτάδι κι έμεινε ξαπλωμένος,
περιμένοντας.
Ο ήχος των βημάτων ακούστηκε λίγα μέτρα πιο
κάτω.
Φωνές έφτασαν στα αυτιά του.
«Πήγαινε προς το ποτάμι. Νομίζεις πως θα έπεφτε
μέσα;»
«Ποιος ξέρει; Αλλά είμαι βέβαιος πως ήταν
άρρωστος».
«Από δω. Κάποιος πέρασε από δω».
Οι φωνές έσβησαν, ανακατεύτηκαν με τον ήχο των
νερών του ποταμού. Οι άντρες προχωρούσαν στο
μονοπάτι. Δεν βρήκαν την κρυψώνα του. Αλλά γιατί
τον έψαχναν; Δεν είχε πληγώσει σοβαρά τον ένα,
όταν σκόνταψε πάνω του. Σίγουρα, δε τον
υποψιάζονταν.
Αργά αργά, προετοιμάστηκε γι' αυτό που έπρεπε να
γίνει, έφερε τα ειδικευμένα μέρη του μπρος και
άρχισε να σκάβει το χώμα στο βάθος της σπηλιάς.
Εσκαβε όλο και πιο βαθιά, πετώντας έξω το χώμα,
για να φαίνεται πως είχε καταρεύσει η σπηλιά.
Προχώρησε έτσι δέκα μέτρα, και σταμάτησε. Το
απόθεμα ενεργείας του περιείχε αρκετή ενέργεια
για το επόμενο στάδιο. Γύρισε ανάσκελα,
σκορπίζοντας τα νεαρά μέρη των ποδιών και της
πλάτης του, ξεσκεπάζοντας τη βασίλισσα και τη
φρουρά της στο χώμα, κάτω από την από χιτίνη
σπονδυλική του στήλη.
Τρύπες άνοιξαν στους μηρούς του, και
ξεπετάχτηκε το υγρό του κουκουλιού, το πράσινο
κάλυμα που θα σκλήραινε και θα μεταβαλλόταν σε
προστατευτικό κέλυφος.
Αυτό σήμαινε νίκη: τα βασικά μέρη είχαν επιζήσει.
Αυτό που χρειαζόταν τώρα ήταν ο χρόνος -
εντεκάμισυ μέρες για να συγκεντρώσει νέα
ενέργεια, να περάσει το στάδιο της μεταμόρφωσης
και να διασκορπιστεί. Σύντομα, θα υπήρχαν
χιλιάδες σαν και αυτόν - ο καθένας με τα ίδια
ακριβώς ρούχα, την ίδια ακριβώς ταυτότητα και την
εξωτερική εμφάνιση του ανθρώπου.
Ιδιοι - όλοι τους.
Θα υπήρχαν και άλλα σημεία ελέγχου, αλλά όχι
τόσο δύσκολα - κι άλλα φράγματα, πιο ασήμαντα.
Αυτό το ανθρώπινο αντίγραφο ήταν καλό. Είχαν
μάθει πολλά πράγματα μελετώντας τους
αιχμαλώτους τους, κι απ' την περίεργη ομάδα που
καθοδηγούσε η κοκκινομάλλα γυναίκα που είχαν
πιάσει στο sertao. Πόσο περίεργη ήταν: σα βασίλισσα,
κι όχι ακριβώς σα βασίλισσα. Ηταν τόσο δύσκολο να
καταλάβεις τ' ανθρώπινα πλάσματα, ακόμα κι όταν
τους επέτρεπες κάποια περιορισμένη ελευθερία...
ήταν σχεδόν αδύνατο να συζητήσει κανείς μαζί
τους. Το ότι ήταν σκλάβοι του πλανήτη, θά 'πρεπε
να τους αποδειχτεί με δραματικό τρόπο, ίσως.
Η βασίλισσα σάλεψε κοντά στο δροσερό χώμα. Αυτή τη φορά είχαν μάθει καινούρια πράγματα για το πως θ' απέφευγαν την προσοχή των ανθρώπων. Ολες οι θυγατρικές κυψέλες - ομάδες θα μοιράζονταν αυτή τη γνώση. Μια απ' αυτές - τουλάχιστον θα έφτανε στην πόλη, κοντά στον Αμαζόνιο, απ' όπου ξεκινούσε ο θάνατος - για όλους. Μια έπρεπε να φτάσει εκεί.

Ο Σενιόρ Γκάμπριελ Μαρτίνιο, ο Νομάρχης της περιοχής του φράγματος του Μάτο Γκρόσο, βημάτιζε στο γραφείο του μονολογώντας, καθώς περνούσε δίπλα στο στενό, ψηλό παράθυρο που άφηνε να μπει το φως του απογευματινού ήλιου. Πότε πότε, σταματούσε για να κοιτάξει το γιο του Τζοάο, που καθόταν σ' ένα δερμάτινο σοφά, μπρος σε μια απ' τις ψηλές βιβλιοθήκες που γέμιζαν τους τοίχους του δωματίου. Ο γέρο Μαρτίνιο ήταν ένας μελαχροινός, αδύνατος άντρας, με γκρίζα μαλλιά και καστανά μάτια πάνω από μια γερακίσια μύτη, ένα λεπτό στόμα, και ένα μυτερό πηγούνι. Φορούσε μαύρα ρούχα παλιάς μόδας, που ταίριαζαν στη θέση τους, κάτασπρο πουκάμισο και χρυσά μανικετόκουμπα που έλαμπαν καθώς κουσούσε τα χέρια του.
«Εχω γίνει γελοίος!» μούγκρισε.
Ο Τζοάο, ένα νεώτερο αντίγραφο του πατέρα του, με
μαλλιά όμως ακόμα μαύρα και σγουρά, δέχτησε αυτή
τη δήλωση σιωπηλά. Φορούσε την ολόσωμη φόρμα των
bandeirantes που χανόταν στο ύψος των αστραγάλων του,
μέσα σε πλαστικές μπότες.
«Γελοίος!» ξαναείπε ο γέρο Μαρτίνιο.
Αρχισε να σκοτεινιάζει στο δωμάτιο, μ' αυτό το
γρήγορο πέσιμο της νύχτας των τροπικών, που
επιταχύνθηκε κι απ' τα σκούρα σύννεφα που
σκέπαζαν τον ορίζοντα. Μια αστραπή αυλάκωνε το
κομμάτι τ' ουρανού που φαίνονταν μεσ' από το
ψηλό παράθυρο και μια ηλεκτρική λάμψη γέμισε το
γραφείο. Ακούστηκαν μπουμπουνητά. Σα να 'ταν
αυτό το σινιάλο, οι αισθητήρες του σπιτιού άναψαν
τα φώτα σ' όσα δωμάτια υπήρχαν άνθρωποι. Ενας
κίτρινος φωτισμός πλημμύρισε το γραφείο.
Ο Νομάρχης σταμάτησε μπρος στο γιο του. «Γιατί ο ίδιος μου ο γιος, ένας bandeirante, ένας jefe των Irmandades, να ξεστομίσει αυτές τις Καρσονικές ανοησίες;» Ο Τοάο κοίταξε το πάτωμα ανάμεσα στις μπότες του. Ενιωθε ταυτόχρονα θυμωμένος και ντροπιασμένος που αναστάτωνε τον πατέρα του μ' αυτόν τον τρόπο, αυτό ήταν επικίνδυνο με την ευαίσθητη καρδιά του γέρο Μαρτίνιο. Αλλά ο γέρος ήταν τόσο τυφλός!
«Αυτοί οι βρωμοχωρικοί με περιγελούσαν», είπε ο
Μαρτίνιο. «Τους είπα πως θα αυξάναμε την εύφορη
περιοχή, κατά δέκα χιλιάδες εκτάρια αυτό το μήνα,
κι έσκασαν στα γέλια. "Ούτε ο ίδιος σου ο γιος δεν
το πιστεύει αυτό"! είπαν». «Και μου είπαν μερικά
απ' τα πράγματα που λες».
«Λυπάμαι αν σε στεναχώρησα πατέρα», είπε ο Τζοάο.
«Το γεγονός πως είμαι ένας bandeirante...», σήκωσε τους
ώμους του. «Πως αλλιώς θα είχα μάθει την αλήθεια
γι' αυτό το πρόγραμμα εξόντωσης;»
Ο πατέρας του ρίγησε.
«Τζοάο! Κάθεσαι εκεί και μου λες πως πήρες ένα
ψεύτικο όρκο όταν σχημάτισες την ομάδα Irmandades;»
«Τα πράγματα τότε δεν ήταν έτσι, πατέρα».
Ο Τζοάο τράβηκε το έμβλημα του ψεκαστή απ' τη
τσέπη του. «Το πίστευα... τότε. Πίστευα πως
μπορούσαμε να δημιουργήσουμε μεταλλαγμένες
μέλισσες για να καλύψουμε κάθε χάσμα στην
οικολογία των εντόμων. Αυτό το πίστεψα. Σαν τους
Κινέζους, είπα: "Μόνο οι χρήσιμοι θα ζήσουν"!
Αλλά αυτό συνέβει πριν αρκετά χρόνια, πατέρα, κι
από τότε συνειδητοποίησα, πως δεν έχουμε
διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη αντίληψη του τι
σημαίνει χρησιμότητα».
«Ηταν λάθος μου που σ' έστειλα να σπουδάσεις στη
Β. Αμερική», είπε ο πατέρας του. «Εκεί μολύνθηκες
απ' αυτή την Καρσονίτικη αίρεση. Αυτοί μπορούν
μ' όλη τους την άνεση ν' αρνούνται να ενωθούν με
τον υπόλοιπο κόσμο στην Οικολογική
Αναπροσαρμογή. Δεν έχουν τόσα εκατομμύρια
στόματα να θρέψουν. Αλλά ο ίδιος μου ο γιος!»
Ο Τζοάο μίλησε αμυντικά: «Εκεί έξω, στις
επικίνδυνες περιοχές, βλέπεις πολλά πράγματα
πατέρα. Είναι δύσκολο να τα εξηγήσει κανείς. Τα
φυτά φαίνονται υγιέστερα εκεί, και τα φρούτα
είναι...»
«Μια τελείως προσωρινή κατάσταση», είπε ο
πατέρας του. «Θα προσαρμόσουμε τις μέλισσες για
να αντιμετωπίσουμε οποιαδήποτε ανάγκη
παρουσιαστεί. Οι καταστροφείς παίρνουν την τροφή
μέσ' απ΄' το στόμα μας. Είναι πολύ απλό. Πρέπει
να πεθάνουν και να αντικατασταθούν από πλάσματα
που θα έχουν μια χρησιμότητα για την
ανθρωπότητα».
«Τα πουλιά πεθαίνουν πατέρα», είπε ο Τζοάο.
«Τα σώζουμε τα πουλιά! Εχουμε δείγματα από κάθε
είδος στα ειδικά άσυλα. Θα τους βρούμε νέες
τροφές για να...»
«Μα τι θα συμβεί αν τα φράγματά μας παραβιαστούν,
πριν προλάβουμε ν' αντικαταστήσουμε τον
πληθυσμό των αρπακτικών πουλιών, των φυσικών
εχθρών και κυνηγών των εντόμων; Τι θα συμβεί
τότε;»
Ο γέρο Μαρτίνιο κούνησε ένα λεπτό δάκτυλο κάτω
από τη μύτη του γιούτου. «Ανοησίες! Δε μπορώ να
τις ακούω άλλο πια! Ξέρεις τι άλλο είπαν αυτοί οι μαμελούκοι
οι χωρικοί; Είπαν πως έχουν δει τους ίδιους τους
bandeirantes να ξαναμολύνουν τις πράσινες περιοχές,
για να παρατείνουν τη δουλειά τους! Αυτό είπαν. Κι
αυτό είναι ανοησία - αλλά είναι ένα φυσιολογικό
επακόλουθο της ηττοπαθούς ομιλίας που άκουσα και
από σένα απόψε. Και κάθε αποτυχία κάνει όλο και
πιο έντονες αυτές τις κατηγορίες!»
«Αποτυχίες πατέρα!»
«Αυτό είπα: αποτυχίες!»
Ο Νομάρχης Μαρτίνιο γύρισε, και άρχισε να
πηγαινοέρχεται μπρος στο γραφείο. Σταμάτησε
μπρος στο γιο του, ακουμπώντας τα χέρια του στους
γοφούς του. «Αναφέρεσαι στην Πιρατινίγκα,
φυσικά!»
«Με κατηγορείς, πατέρα;»
«Οι Irmandades σου βρίσκονταν σ' αυτή την περιοχή».
«Ούτε ένας ψύλλος δεν πέρασε ανάμεσά μας!»
«Ομως, πριν μια βδομάδα η Πιρατινίγκα ήταν
πράσινη. Τώρα είναι γεμάτη μ' έντομα. Γεμάτη!»
«Δεν μπορώ να προσέχω κάθε bandeirante στο Μάτο Γρόσο»,
διαμαρτυρήθηκε ο Τζοάο. «Αν...»
«Η Δ.Ο.Ο. μας δίνει διωρία μόνον έξη μήνες για την
εκκαθάριση», είπε ο πατέρας του. Σήκωσε τα χέρια
του, με τις παλάμες προς τα πάνω, το πρόσωπό του
είχε κοκκινίσει. «Εξι μήνες! Μετά θα κάνουν
εμπορικό αποκλεισμό στη Βραζιλία - όπως έκαναν
στη Β. Αμερική». Χαμήλωσε τα χέρια του. «Μπορείς
να φανταστείς τις πιέσεις που δέχομαι; Τα
πράγματα που υποχρεώνομαι ν' ακούω για τους
bandeirantes και ιδιαίτερα για το γιο μου;»
Ο Τζοάο έξυσε με το έμβλημα του ψεκαστή το
πηγούνι του. Η αναφορά στο Διεθνή Οργανισμό
Οικολογίας τον έκανε να σκεφτεί την Δρ. Ριν Κέλυ,
την όμορφη διευθύντρια του Δ.Ο.Ο: Την έφερε στο
νού του όπως την είχε δει για τελευταία φορά στο
κέντρο «Α' Τσίγκουα» στη Μπαχία - κοκκινομάλλα,
πρασινομάτα... τόσο θαυμάσια και παράξενη. Αλλά
είχε εξαφανιστεί εδώ και έξι βδομάδες - κάπου
στο sertao, κι υπήρχαν μερικοί, που έλεγαν πως πρέπει
να είναι νεκρή.
Ο Τζοάο κοιτούσε τον πατέρα του. Αν δεν ήταν
τόσο ευέξαπτος τουλάχιστον ο γέρος...
«Εκνευρίζεσαι χωρίς λόγο, πατέρα», είπε. «Η
Πιρατινίγκα δεν ήταν ένα πλήρες φράγμα, απλώς και
μόνο ένα...»
«Εκνευρίζομαι!»
Τα ρουθούνια του Νομάρχη ανοιγόκλεισαν' έσκυψε
προς το μέρος του γιού του. «Εχουμε ήδη ξεπεράσει
δύο προθεσμίες. Πετύχαμε μια αναβολή όταν
ανακοίνωσαν πως εσύ κι οι bandeirantes του Ντιόγκο
Αλβαρέζ είχατε εκκαθαρίσει την Πιρατινίγκα. Πως
θα τους εξηγήσω τώρα ότι έχει ξαναμολυνθεί και
πως πρέπει να ξανακάνουμε την ίδια δουλειά;»
Ο Τζοάο έβαλε το έμβλημα στην τσέπη του. Ηταν ολοφάνερο' δε μπορούσε να συζητήσει με τον πατέρα του απόψε. Απ' τον εκνευρισμό, ένα νεύρο άρχισε να τρέμει στο πηγούνι του. Πάντως έπρεπε να του το πει. Κάποιος έπρεπε να του το πει. Και κάποιος με το αξίωμα του πατέρα του έπρεπε να πάει στην κυβέρνηση, να τους ταρακουνήσει και να τους κάνει να ακούσουν.
Ο Νομάρχης πήγε προς το γραφείο του, και κάθησε.
Σήκωσε ένα αρχαίο σταυρό που είσε σκαλίσει στο
ελεφαντόδοντο ο μεγάλος γλύπτης Αλεϊχαντίνο. Τον
σήκωσε, προσπαθώντας ν' ανακτήσει την ηρεμία του
- αλλά τα μάτια του γούρλωσαν. Αργά, έβαλε το
σταυρό στη θέση του, με τα μάτια του καρφωμένα
πάνω του.
«Τζοάο», ψιθύρισε.
Είναι η καρδιά του! Σκέφτηκε ο Τζοάο.
Πετάχτηκε όρθιος, κι έτρεξε στο πλευρό του πατέρα
του. «Πατέρα! Τι συμβαίνει;»
Ο γέρος Μαρτίνιο του έδειξε, μ' ένα χέρι που
έτρεμε.
Μέσα απ' το αγκαθωτό στεφάνι, κατά μήκος του γεμάτου αγωνία προσώπου από ελεφαντόδοντο πάνω στους τεντωμένους μυς της φιγούρας του Χριστού, σερνόταν ένα έντομο. Είχε το χρώμα του ελεφαντόδοντου, κι έμοιαζε αόριστα με σκαθάρι, αλλά είχε μια σειρά από οδοντωτές προεξοχές ολόγυρα στα φτερά του και στο θώρακα, και λεπτές θυσανωτές άκρες στις ασυνήθιστα μακριές του κεραίες.
Ο γέρο Μαρτίνιο, δοκίμασε να πιάσει ένα ρολό από χαρτιά, για να το λιώσει, αλλά ο Τζοάο άπλωσε το χέρι του και τον εμπόδισε. «Περίμενε. Αυτό είναι κάτι το καινούριο. Δεν έχω δει ποτέ μου κάτι παρόμοιο. Δώσε μου ένα φακό. Πρέπει να τ' ακολουθήσουμε, να βρούμε τη φωλιά του».
Ο Σενιόρ Μαρτίνιο μουρμούρισε κάτι, έβγαλε ένα
μικρό φακό από ένα συρτάρι, και τον έδωσε στο γιό
του.
Ο Τζοάο κοιτούσε το έντομο, χωρίς να χρησιμοποιεί
το φακό. «Πόσο παράξενο είναι!» είπε. Κοίταξε πόσο
όμοιο είναι στο χρώμα με το ελεφαντόδοντο!»
Το έντομο σταμάτησε, και γύρισε τις κεραίες του
προς το μέρος τους.
«Συμβαίνουν περίεργα πράγματα», είπε ο Τζοάο.
«Κυκλοφορούν ιστορίες. Βρήκαν κάτι παρόμοιο
κοντά σ' ένα απ' τα χωριά του Φράγματος τον
περασμένο μήνα. Ηταν μέσα στην πράσινη περιοχή,
σ' ένα μονοπάτι, δίπλα στο ποτάμι. Δύο χωρικοί το
βρήκαν, την ώρα που έψαχναν για ένα άρρωστο». Ο
Τζοάο κοίταξε τον πατέρα του. «Προσέχουν πολύ τις
αρρώστειες στις καινούριες πράσινες περιοχές,
ξέρεις. Είχαν επιδημίες...»
«Δεν υπάρχει σχέση», είπε απότομα ο πατέρας του.
«Χωρίς έντομα, για να μεταδίδουν τις ασθένειες,
θα υπάρχουν λιγότερες αρρώστειες».
«Ισως», είπε ο Τζοάο, κι ο τόνος της φωνής του
έδειχνε πως δεν το πίστευε.
Ο Τζοάο έστρεψε την προσοχή του στο έντομο. «Δε
νομίζω πως οι οικολόγοι μας γνωρίζουν όλα όσα
ισχυρίζονται. Και δεν εμπιστεύομαι τους Κινέζους
συμβούλους μας. Μιλάνε με τέτοιο τρόπο για τα
ωφέλη της εξόντωσης των άχρηστων εντόμων, αλλά
δεν μας αφήνουν να μπούμε στις δικές τους
πράσινες περιοχές και να κάνουμε παρατηρήσεις.
Δικαιολογίες! Πάντα δικαιολογίες. Νομίζω πως
έχουν ορισμένα προβλήματα, που δεν θέλουν να τα
μάθουμε -»
«Βλακείες», μούγγρισε ο πατέρας τους, αλλά ο
τόνος του έδειξε πως δεν ήθελε να υποστηρίξει
αυτή τη γνώμη. «Είναι έντιμοι άνθρωποι. Ο τρόπος
της ζωής τους πλησιάζει περισσότερο το
σοσιαλισμό μας, παρά τον παρακμασμένο
καπιταλισμό της Β. Αμερικής. Το πρόβλημα σου
είναι πως τους βλέπεις με τα μάτια αυτών που σε
μόρφωσαν».
«Βάζω στοίχημα, πως αυτό το έντομο είναι μια απ'
τις αυτόματες μεταλλάξεις» είπε ο Τζοάο. «Λες κι
εμφανίστηκαν σύμφωνα με κάποιο σχέδιο. Βρες μου
κάτι για να πιάσω αυτό το έντομο και να το πάρω
στο εργαστήριο».
Ο γέρο Μαρτίνιο έμεινε ακίνητος δίπλα στη
καρέκλα του. «Που θα πεις ότι το βρήκες;»
«Εδώ», είπε ο Τζοάο.
«Δε διστάζεις, λοιπόν να με εκθέσεις και πάλι!»
«Μα, πατέρα...»
«Δε μπορείς να το καταλάβεις τι θα πούνε; Αυτό το
έντομο βρέθηκε στο ίδιο του το σπίτι. Είναι ένα
περίεργο καινούριο είδος. Ισως να τα μεγαλώνει
εκεί για να κατακλύσουν πάλι τις πράσινες
περιοχές».
«Τώρα λες εσύ ανοησίες, πατέρα. Οι
μεταλλάξεις είναι κάτι το συνηθισμένο σ' ένα
είδος που απειλείται. Και δεν μπορούμε να
αρνηθούμε πως απειλείται το είδος των εντόμων -
τα δηλητήρια, οι κυμάνσεις των φραγμάτων, οι
παγίδες. Δώσε μου μια θήκη πατέρα. Δε μπορώ ν'
αφήσω αυτό το έντομο, διαφορετικά θα την έφερνα
εγώ».
«Και θα πεις που το βρήκες;»
«Δε μπορώ να κάνω διαφορετικά. Πρέπει να
αποκλείσουμε αυτή τη περιοχή, να την ερευνήσουμε.
Αυτό που συνέβει, θα μπορούσε να είναι... ένα
ατύχημα...»
«Ή μια εσκεμένη απόπειρα για να με φέρουν σε
δύσκολη θέση».
Ο Τζοάο σταμάτησε να προσέχει το έντομο και
κοίταξε εξεταστικά τον πατέρα του. Αυτό ήταν
πιθανό, βέβαια. Οι Καρσονίτες είχαν φίλους σε
πολλά μέρη... και μερικοί ήταν τόσο φανατικοί, που
θα συμφωνούσαν με κάθε σχέδιο. Ομως...
Ο Τζοάο αποφάσισε. ΄Εστρεψε την προσοχή του στο
ακίνητο έντομο.
Έπρεπε να πει στον πατέρα του, να το συζητήσει
μαζί του με κάθε τρόπο. Κάποιος που η γνώμη του θα
είχε κύρος, έπρεπε να κατέβει στη Πρωτεύουσα και
να τους κάνει να ακούσουν.
«Τα πρώτα μας δηλητήρια σκότωσαν τ' αδύνατα
έντομα, κι έτσι ξεχώρισαν κατά κάποιο τρόπο
εκείνα που ήταν απρόσβλητα απ' αυτή την απειλή»,
είπε ο Τζοάο. «Μόνο τα απρόσβλητα έμειναν, για να
πολλαπλασιαστούν. Τα δηλητήρια που
χρησιμοποιούμε τώρα... μερικά απ' αυτά, δεν
αφήνουν τέτοια περιθώρια και οι θανατηφόροι
κραδασμοί των φραγμάτων...» Σήκωσε τους ώμους του.
«Αυτό είναι ένα είδος σκαθαριού, πατέρα. Θα σου
δείξω κάτι».
Ο Τζοάο τράβηξε μια μακριά, λεπτή σφυρίχτρα απ'
τη τσέπη του.
«Κάποτε αυτό το σφύριγμα καλούσε στο θάνατο
αμέτρητα σκαθάρια. Το μόνο που είχα να κάνω, ήταν
να το συντονίσω στο ηχητικό φάσμα που τα
προσέλκυε». Εβαλε τη σφυρίχτρα στα χείλια του και
φύσηξε, ενώ έστριβε την άκρη της.
Δεν έφτασε κανένας ήχος στα ανθρώπινα αυτιά, αλλά
η κεραία του σκαθαριού σάλεψε.
Ο Τζοάο έβγαλε τη σφυρίχτρα απ' το στόμα του.
Η κεραία σταμάτησε να σαλεύει.
«Βλέπεις, άντεξε», είπε ο Τζοάο. «Και υπάρχουν
ενδείξεις για μια κακόβουλη νοημοσύνη ανάμεσά
τους. Τα έντομα κάθε άλλο παρά εξοντώνονται
πατέρα... κι έχουν αρχίσει να αντεπιτίθενται».
«Κακόβουλη νοημοσύνη, χα - χα!»
«Πρέπει να με πιστέψεις πατέρα», είπε ο Τζοάο.
«Κανένας άλλος δεν ακούει. Γελάνε και λένε πως
αυτό συμβαίνει επειδή μένουμε πολύ καιρό μόνοι
μας στη ζούγκλα. Και που είναι οι αποδείξεις μας;
Και λένε πως θα περίμενε κανένας ν' ακούσει
τέτοιες ιστορίες από αμαθείς χωρικούς κι όχι από
bandeirantes. Πρέπει να ακούσεις, πατέρα, και να
πιστέψεις. Γι΄αυτό διάλεξα να έρθω εδώ... επειδή
είσαι πατέρας μου και μπορείς να ακούσεις το γιο
σου».
«Να πιστέψ τι;» ρώτησε ο γέρο Μαρτίνιο, κι ήταν
τώρα πια ο Νομάρχης που στεκόταν ατάραχος,
κοιτάζοντας ψυχρά το γιο του.
«Στο sertao του Γκογιάζ, την περασμένη εβδομάδα»,
είπε ο Τζοάο, «ο Αντονίλ Λισμπόα έχασε τρεις
άντρες που...»
«Ατυχήματα».
«Σκοτώθηκαν με μυρμηγκικό οξύ και λάδι κοπαχού».
«Ηταν απρόσεχτοι με τα δηλητήρια. Οι άντρες
γίνονται απρόσεχτοι, όταν...»
«Πατέρα! Το μυρμηγκικό οξύ ήταν ενός ιδιαίτερου
δυνατού τύπου, ενός τύπου που εκκρίνουν μόνο τα
έντομα. Κι οι άντρες που βρέθηκαν, ήταν
κυριολεκτικά μουλιασμένοι στο οξύ, ενώ το λάδι
κοπαχού...»
«Θέλεις να πεις πως κάτι τέτοια έντομα...» Ο
Νομάρχης έδειξε το ακίνητο πλάσμα που ήταν πάνω
στο σταυρό. «... κάτι τυφλά πλάσματα σαν κι αυτό...»
«Δεν είναι τυφλά, πατέρα».
«Δεν εννούσα τυφλά στην κυριολεξία, αλλά χωρίς
νοημοσύνη», είπε ο γέρο Μαρτίνιο. «Δε μπορείς να
εννοείς στα σοβαρά πως τέτοια πλάσματα
επιτέθηκαν σ' αυτούς τους ανθρώπους και τους
σκότωσαν».
«Δεν έχουμε ακόμα ανακαλύψει πως ακριβώς
σκοτώθηκαν οι άντρες», ειπε ο Τζοάο. «Εχουμε μόνο
τα σώματά τους και τις υπόλοιπες ενδείξεις που
βρέθηκαν στον τόπο του θανάτου. Αλλά υπήρχαν και
άλλοι θάνατοι, πατέρα, κι έχουν χαθεί άντρες και
γινόμαστε όλο και περισσότερο βέβαιοι πως...»
Σταμάτησε, καθώς το έντομο κατέβηκε απ' το
σταυρό στο τραπέζι. Αμέσως πήρε ένα καφέ χρώμα,
ταιριάζοντας με την ξύλινη επιφάνεια.
«Σε παρακαλώ, πατέρα. Δώσε μου μια θήκη».
Το έντομο έφτασε στην έκρη του τραπεζιού'
δίστασε. Η κεραία του μαζεύτηκε προς τα πίσω, μετά
απλώθηκε προς τα μπρός.
«Θα σου φέρω μια θήκη, μόνο αν μου υποσχεθείς
απόλυτη εχεμύθεια σχετικά με το που βρέθηκε αυτό
το έντομο», είπε ο Νομάρχης.
«Μα, πατέρα...»
Το έντομο πήδηξε απ' το τραπέζι μακριά, προς το
κέντρο του δωματίου, πλησίασε τον τοίχο,
σκαρφάλωσε πάνω του και μπήκε σε μια σχισμή δίπλα
στο παράθυρο.
Ο Τζοάο πίεσε το διακόπτη του φακού, και
κατεύθυνε τη δέσμη του φωτός στην τρύπα, μές στην
οποία είχε χαθεί το περίεργο έντομο.
«Πόσον καιρό υπάρχει εδώ, αυτή η τρύπα, πατέρα;»
«Χρόνια. Υπήρχε μια ρωγμή στο κτίριο... από κάποιο
σεισμό μου φαίνεται».
Ο Τζοάο γύρισε, διάσχισε το δωμάτιο με τρία
βήματα, πέρασε από μια πόρτα, κατέβηκε μια σειρά
μαρμάρινα σκαλοπάτια, πέρασε άλλη μια πόρτα κι
ένα μικρό χωλ, μια καγκελόπορτα, και βγήκε στον
εξωτερικό κήπο. Δυνάμωσε την ένταση του φακού, κι
άρχισε να ψάχνει τον τοίχο, δίπλα στο παράθυρο
του γραφείου.
«Τζοάο, τι κάνεις;»
«Τη δουλειά μου, πατέρα», είπε ο Τζοάο. Κοίταξε
πίσω του, είδε πως ο γέρο Μαρτίνιο είχε βγει και
στεκόταν δίπλα στην καγκελόπορτα.
Ο Τζοάο έστρεψε την προσοχή του στον εξωτερικό
τοίχο, στις πέτρες κάτω από το παράθυρο. Εσκυψε,
κι έριξε το φως στο έδαφος, διαλύοντας όλες τις
σκιές.
Η έρευνα προχώρησε, ψάχνοντας το χώμα, τους
θάμνους, την αλέα.
Ο Τζοάο άκουσε τον πατέρα του να τον πλησιάζει
από πίσω.
«Το βλέπεις, γιε μου;»
«Οχι, πατέρα».
«Επρεπε να με αφήσεις να το λυώσω».
Από τον εξωτερικό κήπο, δίπλα στο δρόμο και την πέτρινη μάντρα, ακούστηκε ένα διαπεραστικό τρίξιμο. Γέμισε την ατμόσφαιρα μ' ένα σχεδόν χειροπιαστό κυματισμό, κάνοντας τον Τζοάο να θυμηθεί την κυνηγετική κραυγή των αρπακτικών θηρίων της ζούγκλας. Μια ανατριχίλα ανέβηκε στη ραχοκοκαλιά του. Γύρισε προς την είσοδο, όπου είχε παρκάρει το αεροφορτηγό του' έστειλε προς τα εκεί τη δέσμη του φωτός.
«Τι είναι αυτό;» φώναξε, κοιτάζοντας την αλέα.
Το έδαφος φαινόταν να κινείται, να απλώνεται προς
το μέρος τους, σαν τα μικρά κύματα στην παραλία.
Ηδη, είχαν αποκοπει απ' το σπίτι. Τα κύματα
βρίσκονταν ακόμα κάπου δέκα βήματα μακριά, αλλά
προχωρούσε γρήγορα.
Ο Τζοάο σηκώθηκε, άρπαξε το μπράτσο του πατέρα
του. Μίλησε ήρεμα, ελπίζοντας να μην τον ταράξει
περισσότερο.
«Πρέπει να φτάσουμε στο φορτηγό μου, πατέρα.
Πρέπει να περάσουμε ανάμεσά τους».
«Ανάμεσά τους;»
«Είναι σαν το έντομο που είδαμε μέσα, πατέρα'
εκατομμύρια απ' αυτά. Ισως να μην είναι τελικά
σκαθάρια. Ισως να είναι κάτι σαν τα μυρμήγκια -
στρατιώτες. Πρέπει να φτάσουμε στο φορτηγό. Εκεί
έχω όργανα κι εφόδια. Θα είμαστε ασφαλισμένοι
εκεί μέσα. Είναι ένα φορτηγό των bandeirantes πατέρα.
Πρέπει να τρέξεις μαζί μου. Θα σε βοηθήσω».
Αρχισαν να τρέχουν κι ο Τζοάο, κρατώντας τον
πατέρα του απ' το μπράτσο, έδειχνε το δρόμο με το
φακό.
Κάνε την καρδιά του να τ' αντέξει,
προσευχήθηκε ο Τζοάο.
Μετά βρέθηκαν μες το κύμα των εντόμων, αλλά τα
ζωύφια έβγαιναν απ' το δρόμο τους ανοίγοντας ένα
μονοπάτι, που έκλεινε πίσω τους καθώς περνούσαν.
Ο άσπρος όγκος του φορτηγού έλαμπε στις σκιές στη
στροφή του δρόμου, κάπου δεκαπέντε μέτρα μακρυά.
«Τζοάο... η καρδιά μου», φώναξε ο γέρο Μαρτίνιο.
«Θα τα καταφέρεις», είπε ο Τζοάο λαχανιασμένα.
«Πιο γρήγορα!»
Σηκωσε σχεδόν το πατέρα του στα τελευταία λίγα
μέτρα.
Τώρα βρίσκονταν μπροστά στην πλατιά πίσω πόρτα, που οδηγούσε στο εργαστήριο του φορτηγού. Ο Τζοάο την άνοιξε, χτύπησε το διακόπτη του φωτός, άπλωσε το χέρι τους για να πιάσει το σπρέυ και το όπλο με το δηλητήριο. Σταμάτησε, όταν κοίταξε μέσα στο φωτισμένο με κίτρινο φως χώρο.
Δυο άντρες κάθονταν εκεί - έμοιαζαν, να είναι
Ινδιάνοι του sertao, με λαμπερά μάτια και κομμένα σε
αφέλειες κάτω απ΄τα ψάθινα καπέλα τους. Εμοιαζαν
σα δίδυμοι - ακόμα και τα γκρίζα ρούχα και
σαντάλια τους ήταν ίδια, οι δερμάτινες τσάντες
τους. Τα έντομα στριμώχτηκαν γύρω τους, στους
τοίχους, πάνω στα όργανα και τους δοκιμαστικούς
σωλήνες' είχαν πλημμυρίσει τα πάντα.
«Τί στο διάβολο;» φώναξε ο Τζοάο.
Ο ένας κουβαλούσε μια φλογέρα. Την κούνησε,
μιλώντας με μια διαπεραστική βραχνή φωνή: «Μπες.
Δε θα πάθεις τίποτα αν υπακούσεις».
Ο Τζοάο αισθάνθηκε το σώμα του πατέρα του να
βαραίνει, το κράτησε στα χέρια του. Πόσο ελαφρός
ήταν! Ανέβηκε στο φορτηγό, κουβαλώντας τον πατέρα
του. Ο γέρο Μαρτίνιο ανάπνεε με δυσκολία. Το
πρόσωπό του είχε μελανιάσει και σταγόνες ιδρώτα
είχαν γεμίσει το μέτωπό του.
«Τζοάο», ψιθύρισε. «Πονάω... στο στήθος μου».
«Φάρμακα, πατέρα», είπε ο Τζοάο. «Που είναι τα
φάρμακά σου;»
«Στο σπίτι», είπε ο γέρος.
«Φαίνεται πως πεθαίνει», είπε ο ένας Ινδιάνος.
Κρατώντας ακόμα τον πατέρα του στα χέρια ο
Τζοάο στράφηκε προς το μέρος τους. «Δεν ξέρω
ποιοι είστε ούτε γιατι αμολύσατε εδώ αυτά τα
έντομα, αλλά ο πατέρας μου πεθαίνει και
χρειάζεται βοήθεια. Βγείτε απ' το δρόμο μου!»
«Υπάκουσε ή θα πεθάνετε κι οι δύο», είπε ο
Ινδιάνος με τη φλογέρα.
«Χρειάζεται τα φάρμακά του κι ένα γιατρό»,
παρακάλεσε ο Τζοάο. Δεν του άρεσε ο τρόπος που ο
Ινδιάνος τέντωνε τη φλογέρα προς το μέρος του. Η
κίνηση αυτή φανέρωνε πως το όργανο ήταν στην
πραγματικότητα κάποιο είδος όπλου.
«Τι μέρος δεν λειτουργεί;» ρώτησε ο άλλος
Ινδιάνος. Κοίταξε περίεργος τον πατέρα του Τζοάο.
Η αναπνοή του γέρου είχε γίνει γρήγορη και βαθιά.
«Η καρδιά του», είπε ο Τζοάο. «Ξέρω πως εσείς οι
χωρικοί νομίζετε πως δεν ενέργησε αρκετά γρήγορα
για...»
«Οχι χωρικοί», είπε εκείνος με τη φλογέρα.
«Καρδιά;»
«Αντλία», είπε ο άλλος.
«Αντλία». Ο Ινδιάνος με τη φλογέρα σηκώθηκε απ'
το κάθισμα στην άκρη του εργαστηρίου, έκανε μια
κίνηση με το χέρι του.
«Βάλε... πατέρα εδώ».
Ο άλλος σηκώθηκε κι αυτός, και στάθηκε δίπλα του.
Παρά το φόβο του για την τύχη του πατέρα του, ο Τζοάο ξαφνιάστηκε απ' την εμφάνιση αυτού του ζευγαριού με τις λεπτές γραμμές, που έμοιαζαν με λέπια πάνω στο δέρμα τους, και με τη γυαλάδα των ματιών τους.
«Βάλε τον πατέρα εδώ», ξαναείπε εκείνος με την
φλογέρα, δείχνοντας το κάθισμα. «Βοήθεια μπορεί
να...»
«Βρεθεί», είπε ο άλλος.
«Βρεθεί», είπε εκείνος με τη φλογέρα.
Ο Τζοάο συγκέντρωσε τώρα την προσοχή του στη μάζα
των εντόμων που πλημμύριζαν τους τοίχους.
Ηταν σαν κι εκείνο το έντομο στο γραφείο.
Η αναπνοή του γέρου είχε γίνει πιο αδύναμη, πιο
γρήγορη.
«...πεθαίνει», σκέφτηκε μ' επελπισία ο Τζοάο.
«Βοήθεια μπορεί να βρεθεί», επανέλαβε εκείνος με
τη φλογέρα. «Αν υπακούσεις, δεν θα κάνουμε κακό».
Ο Ινδιάνος σήκωσε τη φλογέρα και σημάδεψε μ'
αυτήν τον Τζοάο, σαν να ήταν όπλο. «Υπάκουσε».
Η κίνηση ήταν ξεκάθαρη.
Αργά αργά ο Τζοάο προχώρησε, άφησε το σώμα του
πατέρα του μαλακά στο κάθισμα.
Ο άλλος Ινδιάνος έσκυψε πάνω απ' το κεφάλι του
γέρο Μαρτίνιο και του σήκωσε ένα βλέφαρο. Υπήρχε
μια επαγγελματική αμεσότητα στην κίνησή του. Ο
Ινδιάνος έσπρωξε μαλακά το διάφραγμα του άντρα,
έβγαλε τη ζώνη του Νομάρχη, χαλάρωσε το κολάρο
του. Ενα καφέ δάχτυλο ακούμπησε την αρτηρία στο
λαιμό του γέρου.
«Πολύ αδύνατη», είπε ο Ινδιάνος.
Ο Τζοάο από πιο κοντά αυτό τον Ινδιάνο, γεμάτος
απορία. Γι' αυτό τον χωρικό του sertao, που
συμπεριφερόταν σα γιατρός.
«Πρέπει να τον πάμε νοσοκομείο», είπε ο Τζοάο.
«Και τα φάρμακά του είναι στο ...»
«Νοσοκομείο», συμφώνησε ο Ινδιάνος.
«Νοσοκομείο;» ρώτησε εκείνος με τη φλογέρα.
Ενα χαμηλό, διαπεραστικό τρίξιμο ήρθε από τη
μεριά του άλλου Ινδιάνου. «Νοσοκομείο», είπε
εκείνος με τη φλογέρα.
Αυτός ο διαπεραστικός ήχος! Ο Τζοάο κοίταξε τον
Ινδιάνο που βρισκόταν δίπλα στο Νομάρχη. Ο ήχος
ήταν ίδιος με το περίεργο κάλεσμα που είχε
ακουστεί στον κήπο.
Εκείνος με την φλογέρα τον έσπρωξε: «Θα πας
εμπρός και θα οδηγήσεις αυτό το...», είπε.
«Οχημα», είπε ο άλλος.
«Στο νοσοκομείο», παρακάλεσε ο Τζοάο.
«Νοσοκομείο», συμφώνησε εκείνος με τη φλογέρα.
Ο Τζοάο κοίταξε άλλη μια φορά τον πατέρα του. Ο
άλλος Ινδιάνος τον έδενε ήδη στο κάθισμα,
ετοιμάζοντάς τον για μετακίνηση. Πόσο επιδέξιος
ήταν, παρά την εμφανισή του.
«Υπάκουσε», είπε εκείνος με τη φλογέρα.
Ο Τζοάο άνοιξε την πόρτα που οδηγούσε στο
μπροστινό χώρισμα, πέρασε και κατάλαβε πως ο
άλλος τον ακολουθούσε. Λίγες σταγόνες βροχής
έπεσαν πάνω στα τζάμια. Ο Τζοάο κάθησε στη θέση
του οδηγού, πρόσεξε πως πίσω του κάθησε ο
Ινδιάνος με τη φλογέρα στραμμένη πάνω του.
Ενα άγνωστο όπλο κάποιου περίεργου τύπου,
σκέφτηκε ο Τζοάο.
Πίεσε το κουμπί της ανάφλεξης, δέθηκε, και
περίμενε να πάρουν στροφές οι τουρμπίνες.
Ο Ινδιάνος βρισκόταν ακόμα πίσω του, τρωτός τώρα
σε περίπτωση που θα ξεκινούσε με μεγάλη ταχύτητα.
Ο Τζοάο άνοιξε το διακόπτη επικοινωνίας και
κοίταξε τη μικρή οθόνη που του έδινε μια εικόνα
του εργαστηρίου. Οι πίσω πόρτες ήταν ανοιχτές.
Τις έκλεισε αυτόματα. Ο πατέρας του ήταν δεμένος
με τις ζώνες ασφαλείας στο κάθισμα - παρατήρησε
ο Τζοάο - αλλά το ίδιο κι ο άλλος Ινδιάνος.
Οι τουρμπίνες έφτασαν τις κανονικές στροφές
τους. Ο Τζοάο άναψε τα φώτα. Το όχημα σηκώθηκε
λίγους πόντους, κατευθύνθηκε προς τα πάνω, καθώς
ο Τζοάο αύξησε την ταχύτητα. Γύρισε προς τ΄
αριστερά στο δρόμο, σηκώθηκε άλλα δύο μέτρα για
να μπορέσει να αυξήσει την ταχύτητά και
κατευθύνθηκε προς τα φώτα της λεωφόρου.
Ο Ινδιάνος μίλησε δίπλα στο αυτί του. «Θα
γυρίσεις προς το μέρος του βουνού, εκεί κάτω». Ενα
χέρι ήρθε προς τα εμπρός, δείχνοντάς προς τα
δεξιά.
Η κλινική Αλετζάντρο βρίσκεται εκεί, στους
πρόποδες του βουνού, σκέφτηκε ο Τζοάο.
Εκανε μια στροφή και κατευθύνθηκε προς τη
λεωφόρο.
Αύξησε κι άλλο την ταχύτητα και σηκώθηκε άλλο
ένα μέτρο. Με την ίδια κίνηση, άναψε το σύτημα
ενδοεπικοινωνίας, που ήταν συνδεδεμένο με τον
ανισχυτή και το μικρόφωνο που βρισκόταν κάτω από
το κάθισμα του πατέρα του.
Το μικρόφωνο, ικανό να κάνει μια καρφίτσα που
πέφτει να ακούγεται σαν κανόνι, του έδωσε μόνο
έναν ελαφρό, διαπεραστικό θόρυβο. Ο Τζοάο αύξησε
την ένταση. Το όργανο θάπρεπε να του μεταδίδει
τους χτύπους τις καρδιάς του γέρου. Δεν ακούστηκε
τίποτα.
Τα μάτια του Τζοάο θόλωσαν από δάκρυα, και
κούνησε το κεφάλι του για να τα καθαρίσει.
Ο πατέρας μου είναι νεκρός, σκέφτηκε. Τον
σκότωσαν αυτοί οι τρελλοί χωρικοί.
Πρόσεξε στην οθόνη πως ο Ινδιάνος, εκεί πίσω,
είχε το ένα του χέρι κάτω από την πλάτη του γέρου.
Ο Ινδιάνος φαινοταν σαν να έκανε μασάζ στην πλάτη
του νεκρού, κι ένα ρυθμικό τρίξιμο ταίριαζε μ'
αυτή την κίνηση.
Θυμός κυρίεψε τον Τζοάο. Ενιωθε την επιθυμία να
γκρεμίσει το αεροφορτηγό, να σκοτώσει και τον
εαυτό του κι αυτούς τους τρελλούς ανθρώπους.
Πλησίαζαν στα περίχωρα της πόλης τώρα. Μια
περιοχή με μικρούς κήπους και σπιτάκια, που
προστατεύονταν από ειδικές εναέριες συσκευές.
Ο Τζοάο σήκωσε το όχημα, για να περάσει από πάνω
τους, κατευθυνόμενος προς τη λεωφόρο.
Στην κλινική, ναι, σκέφτηκε. Αλλά είναι πολύ
αργά.
Αυτή τη στιγμή συνειδητοποίησε πως δεν
ακουγόνταν καθόλου χτύποι καρδιάς απ' το πίσω
μέρος, μόνο αυτό τ' αργό, ρυθμικό τρίξιμο, ένα
αμυδρό σφύριγμα και κάτι που έμοιαζε με το
τετέρισμα των γρύλλων.
«Στα βουνά, εκεί», είπε ο Ινδιάνος πίσω του.
Πάλι, το χέρι σηκώθηκε κι έδειξε προς τα δεξιά.
Ο Τζοάο, με το χέρι κοντά στα μάτια του και
φωτισμένο απ' το φως, είδε τα μέρη ενός δαχτύλου
που έμοιαζαν με λέπια, να αλλάζουν ελαφρά θέση.
Σ' αυτή την κίνηση αναγνώρισε τα σχήματα απ' τις
κεραίες τους.
Τα σκαθάρια!
Το χέρι απαρτιζόταν από συνδεδεμένα σκαθάρια,
που ενεργούσαν λες και αποτελούσαν μια
συγκεκριμένη ενότητα.
Ο Τζοάο γύρισε, κοίταξε τα μάτια του Ινδιάνου,
καταλαβαίνοντας τώρα γιατί έλαμπαν μ' αυτόν τον
τρόπο: αποτελούνταν από χιλιάδες μικροσκοπικές
έδρες.
«Νοσοκομείο, εκεί», είπε δείχνοντας, το πλάσμα
που βρισκόταν δίπλα του.
Ο Τζοάο έστρεψε την προσοχή του πίσω, στα όργανά
του, κάνοντας μεγάλη προσπάθεια να κρατήσει την
ψυχραιμία του. Δεν ήταν Ινδιάνοι... δεν ήταν καν
άνθρωποι. Ηταν έντομα - κάποιο περίεργο είδος
σμήνους - κυψέλης που ήταν κατά τέτοιο τρόπο
διαμορφωμένο κι οργανωμένο, ώστε να μιμείται τον
άνθρωπο. Οι συνέπειες αυτής της ανακάλυψης
πλημμύρισαν το μυαλό του. Πώς συγκρατούσαν το
βάρος τους; Με ποιο τρόπο τρέφονταν' και πώς
ανέπνεαν; Πως μιλούσαν;
Κανένα άλλο γεγονός δεν είχε πια σημασία, και δεν
υπήρχε τίποτα πιο επιτακτικό απ' το να
επιστρέψει μ΄ αυτές τις πληροφορίες και τις
αποδείξεις τους σε κάποιο απ' τα μεγάλα
εργαστήρια, όπου θα μπορούσαν να εξετάσουν με
προσοχή όλα αυτά τα στοιχεία.
Ακόμα και το θάνατο του πατέρα του, δεν έπρεπε
να λάβει υπόψη του αυτή τη στιγμή. Επρεπε να
αιχμαλωτίσει ένα απ' αυτά τα πράγματα για να το
σκάσει μαζί του.
Απλωσε το χέρι του προς τα μπρός, άνοιξε το πομπό
του κι έστειλε το σήμα συγκέντρωσης. Κάνε
μερικούς απ' τους Irmao μου να είναι ξύπνιοι και ν'
ακροάζονται τις συσκευές τους, προσευχήθηκε.
«Πιο δεξιά», είπε το πλάσμα πίσω του.
Πάλι ο Τζοάο διόρθωσε την πορεία του. Το φεγγάρι
βρισκόταν τώρα ψηλά, από πάνω τους, φωτίζοντας
μια γραμμή από πύργους των bandeirantes προς τα
αριστερά. Το πρώτο φράγμα. Θα έβγαιναν σύντομα
απ' την πράσινη περιοχή και θα έμπαιναν στη
γκρίζα - μετά, πέρα απ' αυτήν, υπήρχε άλλο ένα
φράγμα κι έπειτα η κόκκινη περιοχή που απλωνόταν
μες στο Γκογιάζ και το Μάτο Γκρόσο. Ο Τζοάο έβλεπε
τα σκόρπια φώτα από τ' αγρόκτημα του Σδεδίου
Επανεγκατάστασης και πέρα από αυτά στο σκοτάδι.
Το όχημα πήγαινε πολύ πιο γρήγορα απ' ότι ήθελε ο
Τζοάο, αλλά δεν τόλμησε να ελαττώσει την
ταχύτητά.
«Πρέπει να πας ψηλότερα», είπε το πλάσμα πίσω του.
Ο Τζοάο σήκωσε τη μύτη του σκάφους κι άρχισε την
άνοδο. Οταν έφτασε στα τριακόσια μέτρα,
οριζοντίωσε το όχημα.
Κι άλλοι πύργοι των bandeirantes φάνηκαν μπροστά τους,
τοποθετημένοι σε κανονικά διαστήματα. Ο Τζοάο
έπιασε ένα από τα σινιάλα των φραγμάτων στα
όργανά του, κοίταξε πίσω τον Ινδιάνο. Οι
κραδασμοί φαίνονταν να μην τον επηρεάζουν.
Ο Τζοάο κοίταξε κάτω από το πλαϊνό παράθυρο. Κανείς δεν θα τον εμπόδιζε, αυτό το ήξερε. Το όχημά του ήταν ένα αεροφορτηγό των bandeirantes που κατευθυνόταν προς την κόκκινη ζώνη... έχοντας ανοιχτό τον πομπό και στέλνοντας το σήμα συγκέντρωσης. Οι άντρες εκεί κάτω, θα νόμιζαν πως ήταν ένας αρχηγός ομάδας, που είχε κλείσει μια καλή δουλειά και καλούσε τους άντρες του, για να την αρχίσουν.
Μπορούσε να διακρίνει το ασημωμένο απ' το
φεγγάρι φίδι του ποταμού Σάο Φρανσίσκο να
ξετυλίγεται στα αριστερά του και τους
μικρότερους παραπόταμους που ξεχώριζαν σα
κλωστές στους πρόποδες των λόφων.
Πρέπει να βρω τη φωλιά - εκεί που πάμε,
σκέφτηκε ο Τζοάο.
Αναρωτήθηκε αν έπρεπε ν' ανοίξει το δέκτη του -
αλλά αν οι άντρες του άρχιζαν να στέλνουν
αναφορές... Οχι. Αυτό μπορεί να έκανε τα πλάσματα
να τον υποπτευθούν' μπορεί να έκαναν τίποτα
βίαιο.
Οι άντρες μου θα καταλάβουν πως κάτι δεν πάει
καλά, όταν δεν απαντήσω, σκέφτηκε. Θα με
ακολουθήσουν.
Αν ακούσει κανένας τους το κάλεσμά μου!.
Ωρες πέρασαν μονότονα. Τίποτ' άλλο δε βρισκόταν από κάτω τους τώρα, παρά μόνο ζούγκλα και το φεγγάρι είχε πια χαμηλώσει στον ορίζοντα' κόντευε να δύσει. Αυτή ήταν η βαθιά κόκκινη περιοχή, όπου είχαν χρησιμοποιήσει αναμεταδιδόμενα δηλητήρια στην αρχή, με καταστρεπτικά αποτελέσματα. Από δω είχαν ξεκινήσει οι πρώτες άγριες μεταλλάξεις. Κι εδώ έλεγαν οι αναφορές πως είχε χαθεί η Ριν Κέλυ. Γι αυτήν την περιοχή φύλαγαν την τελευταία επίθεση, στην οποία θα χρησιμοποιούσαν ένα κινητό φράγμα, όταν βέβαια η γραμμή του μετώπου θα γινόταν αρκετά μικρή.
Ο Τζοάο όπλισε τον εκρηκτικό μηχανισμό
έκτακτης ανάγκης, που θα διαχώριζε το μπρος απ'
το πίσω μέρος του οχήματος, όταν θα πίεζε το
διακόπτη. Τα φτερά του μπροστινού μέρους κι ο
βοηθητικός πυραυλοκινητήρας, θα τον έφερναν
πίσω, στην περιοχή που έλεγχαν οι bandeirantes.
Και μ' αυτό το δείγμα που βρισκόταν πίσω του σώο,
ευχήθηκε ο Τζοάο. Κοίταξε μπρος, μέσ' απ' το
παρμπίζ, ερεύνησε τον ορίζοντα όσο πιο μακριά
μπορούσε. Ηταν αυτή η λάμψη, το φως του φεγγαριού
που γυάλιζε πάνω σ' ένα φορτηγό πίσω στα δεξιά;
Δεν μπορούσε να είναι βέβαιος.
«Πόσο πιο πέρα;» ρώτησε ο Τζοάο.
«Μπροστά», αποκρίθηκε το πλάσμα.
Τώρα που ήταν προετοιμασμένος ο Τζοάο διέκρινε
το μεταβαλλόμενο διαπεραστικό τρίξιμο κάτω από
αυτή τη φωνή.
«Μα για πόση ώρα;» ρώτησε. «Ο πατέρας μου...»
«Νοσοκομειο για.. για τον πατέρα μπροστά», είπε το
πλάσμα.
Θα φώτιζε σύντομα, συνδειδητοποίησε ο Τζοάο. Μπορούσε να δει την πρώτη γραμμή του φωτός κατά μήκος του ορίζοντα πίσω του. Αυτή η νύχτα είχε περάσει τόσο γρήγορα. Ο Τζοάο αναρωτήθηκε αν αυτά τα πλάσματα του είχαν κάνει κάποια ένεση που παραμόρφωνε την αίσθηση το χρόνου, δίχως να το πάρει είδηση. Σκέφτηκε, πως όχι. Είχε όλες τις αισθήσεις του, κι ανταποκρινόταν στις ανάγκες της στιγμής. Δεν του είχε μένει καιρός για να ξεκουραστεί ή να βαρεθεί, όταν έπρεπε να προσέχει κάθε σημάδι που μισοφαινόταν και να προσπαθήσει να καταλάβει οτιδήποτε σχετικό μ' αυτά τα πλάσματα που τον συντρόφευαν.
Πως συντονίζαν όλα αυτά τα ξεχωριστά μέρη;
Φαίνονταν να έχουν κάποια επίγνωση του εαυτού
τους. Ηταν κι αυτό μίμηση; Τι χρησιμοποιούσαν για
εγκέφαλο;
Ηρθε η αυγή, αποκαλύπτοντας το υψίπεδο του Μάτο Γκρόσο. Ο Τζοάο κοίταξε απ' τα παράθυρα. Γνώριζε πως αυτή η περιοχή απλωνόταν σε μια έκταση που κάλυπτε πέντε μοίρες γεωγραφικού πλάτους, κι έξη μοίρες γεωγραφικού μήκους. Κάποτε, ήταν μια περιοχή απομονωμένων fazenoas που καλιεργούσαν απελευθερωμένοι μαύροι και sertanistas, σύμφωνα με το σύστημα encomendero. Ηταν ζούγκλες με δέντρα από σκληρό ξύλο, στενούς ποταμούς με όχθες γεμάτες οργιώδεις θάμνους και φτελιές, σαβάνες και αδιάβατες απ' τη βλάστηση περιοχές.
Ακόμα και σ' αυτή την εποχή παρέμενε πρωτόγονη,
και γι' αυτό το γεγονός έφταιγαν περισσότερο τα
έντομα και οι επιδημίες. Ηταν ένα απ' τα
τελευταία οχυρά των εντόμων, αν μπορούσε να
πιστέψει κανείς τις αναφορές της Διεθνούς
Οικολογικής Οργάνωσης.
Τα εφόδια για τους bandeirantes, που έκαναν την επίθεση
σ' αυτό το όχυρό των εντόμων, έρχονταν μέσω του
Σάο Πάολο, απ' τον αέρα ή απ' τις πολύ-επίπεδες
λεωφόρους, κι έπειτα με παλιά βενζινοκίνητα
τραίνα μέχρι την Ιταπίρα, με ποταμόπλοια μέχρι το
Μπάζους και με αεροφορτηγά στο Ρετζίστο και τη
Λεοπολντίνα στην Αραγκουάγια.
Αυτή η περιοχή ήταν πλημμυρισμένη από έντομα:
σκουλίκια στις ρίζες των χόρτων της σαβάνας,
κολεόπτερα που έσκαβαν το υγρό μαύρο χώμα,
σκαθάρια, μύγες, σφήκες, ψύλλοι, αράχνες,
τριζόνια, λευκοί τερμίτες, μυρμήγκια, κουνούπια,
κατσαρίδες, εξωτικές πεταλούδες, σκορπιοί - και
αμέτρητες, αφύσικες μεταλλαγές απ' όλ' αυτά.
Αυτή θα ήταν μια μάχη με μεγάλες απώλειες, εκτός
αν σταματούσε... επειδή ήταν ήδη χαμένη.
Δεν πρέπει να σκέφτομαι έτσι, μονολόγησε νοερά
ο Τζοάο. Από σεβασμό για τον πατέρα μου.
Οι χάρτες της Δ.Ο.Ο. έδειχναν αυτή την περιοχή με διάφορες αποχρώσεις του κόκκινου. Γύρω απ' το κόκκινο βρισκόταν ένας γκρίζος κύκλος, με ροζ σκιές στα σημεία όπου μια ή δυο επίμονες μορφές εντόμων αντιστέκονταν στα δηλητήρια του ανθρώπου, στις εμπρηστικές βόμβες, στα ηχοτοξικά - στο συνδυασμό των καυστικών δηλητηρίων και των ηπερήχων που έβγαζε τα έντομα από τις φωλιές τους και τα οδηγούσε στο θάνατο - και σ' όλες τις μηχανικές παγίδες που υπήρχαν στο οπλοστάσιο των bandeirantes.
Αυτή η περιοχή θα χωριζόταν σε τετράγωνα χιλίων
στρεμμάτων, τα οποία μοιράζονταν μ' λενα
μειοδοτικό διαγωνισμό στις ανεξάρτητες ομάδες,
οι οποίες θα αναλάμβαναν να τα εκκαθαρίσουν απ'
τα έντομα.
Εμείς οι bandeirantes είμαστε ένα είδος υπέρτατου
αρπακτικού ζώου, σκέφτηκε ο Τζοάο. Δεν είναι
πολύ περίεργο το ότι μας μιμούνται αυτά τα
πλάσματα.
Μα πόσο καλή, πράγματι, ήταν η μίμηση; ρώτησε τον
εαυτό του. Και πόσο θανατηφόρα για μας, τα
αρπακτικά ζώα;
«Εκεί», είπε το πλάσμα πίσω του, και το από -
χιλιάδες - κομμάτια χέρι ήρθε μπροστά να δείξει
προς ένα σκούρο γκρεμό που φαίνονταν μπρος στο
γκρίζο φως του πρωϊνού.
Το πόδι του Τζοάο χτύπησε ένα διακόπτη στο
πάτωμα, που ελευθέρωσε ένα τεράστιο νέφος απο
πορτοκαλί εξαερωμένη μπογιά κάτω από το φορτηγό,
για να σημαδέψει το έδαφος και το δάσος σ' έναν
κύκλο ενός χιλιομέτρου κάτω από το σημείο. Καθώς
κλωτσούσε το διακόπτη, ο Τζοάο άρχισε να μετρά
αντίστροφα τα πέντε δευτερόλεπτα που θα
περνούσαν μέχρι να χωριστεί απ' το πίσω μέρος.
Η αποκόλληση έγινε μ' έναν τρομακτικό θόρυβο,
που ο Τζοάο ήξερε πως θα διέλυε το πλάσμα πίσω
του, χτυπώντας το με δύναμη στο πίσω τοίχωμα.
Ανοιξε τα πλαϊνά φτερά, έδωσε περισσότερα
καύσιμα στον κινητήρα κι έκανε μιαν απότομη
στροφή προς τα πίσω. Είδε το αποσπασμένο πίσω
μέρος να κατευθύνεται αργά προς τη γη, πάνω απ'
το σύννεφο της μπογιάς, με την πτώση του να
ρυθμίζεται από αυτόματα μηχανήματα.
Θα επιστρέψω αργότερα, πατέρα, σκέφτηκε ο Τζοάο.
Θα σε θάψω μαζί με τους συγγενείς και τους φίλους.
Στερέωσε το πηδάλιο, και στριφογύρισε στο
κάθισμα του, για να δει τι είχε πάθει ο αιχμάλωτός
του. Μια κραυγή ξέφυγε απ' τα χείλια του.
Το πίσω τοίχωμα ήταν σκεπασμένο από έντομα, που
ήταν συγκεντρωμένα γύρω από κάτι λευκό που
παλλόταν. Το γκρίζο πουκάμισο και το παντελόνι
είχαν ξεσκιστεί, αλλά τα έντομα τα επιδιόρθωναν
ήδη, βγάζοντας ίνες που ενώνονταν μεταξύ τους
μόλις έρχονταν σε επαφή. Υπήρχε κάτι κίτρινο, που
έμοιαζε με σάκο, κάτω απ' αυτό το παλλόμενο λευκό
πράγμα, και ένας σκούρος καφέ σκελετός με μια
πολύ γνώριμη διάθρωση. Εμοιαζε με τον ανθρώπινο
σκελετό - αλλά ήταν από χιτίνη!
Μπρος στα μάτια του το πράγμα ξανασχηματιζόταν,
οι μακριές τρίχινες κεραίες εισχωρούσαν στη δομή
και ενώνονταν.
Η φλογέρα - όπλο δεν φαινόταν πουθενά, κι η
δερμάτινη τσάντα του πλάσματος ήταν ριγμένη στην
πίσω γωνία, αλλά τα μάτια του βρίσκονταν στη θέση
τους, μέσα σε σκούρες καφέ κόγχες και τον
κοιτούσαν. Το στόμα ξανασχηματιζόταν.
Ο κίτρινος σάκος σάλεψε, και μια φωνή ακούστηκε
απ' το μισοσχηματισμένο στόμα.
«Πρέπει ν' ακούσεις», είπε.
Ο Τζοάο ξεροκατάπιε, γύρισε πίσω στο ταμπλώ
ελέγχου κι έκανε μια τρελή, απότομη στροφή.
Ενα διαπεραστικό βουητό ακούστηκε πίσω του.
Αυτός ο ήχος έμοιαζε να μπαίνει σε κάθε κόκκαλο
στο σώμα του και να το τραντάζει. Κάτι σερνόταν
στο λαιμό του. Το χτύπησε, το αισθάνθηκε να
λιώνει.
Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί τώρα ο Τζοάο
ήταν, πως να ξεφύγει. Κοίταξε απεγνωσμένα τη γη
από κάτω, βλέποντας ένα λευκό κομμάτι σε μια
σαβάνα στα δεξιά του, και, ταυτόχρονα,
αναγνωρίζοντας ένα άλλο αεροφορτηγό δίπλα του,
με τα αρχικά της δικιάς του ομάδας των Irmandades στην
πλευρά του.
Το άσπρο κομμάτι στη σαβάνα φαινόταν τώρα πως
ήταν μια ομάδα σκηνές με την πορτοκαλιά και
πράσινη σημαία της Δ.Ο.Ο. ν' ανεμίζει δίπλα τους.
Ο Τζοάο κατευθύνθηκε προς τις σκηνές, κάνοντας την προσευχή να τον ακολουθήσει το άλλο αεροφορτηγό.
Κάτι τον τσίμπησε στο μάγουλο. Βρίσκονταν στα μαλλιά του - δάγκωναν, τσιμπούσαν. Ανοιξε τις ρουκέτες που φρενάριζαν, και κατευθύνθηκε προς ένα ξέφωτο κάπου πενήντα μέτρα μακριά απ' τις τέντες. Τα έντομα έιχαν σκεπάσει τελείως τα τζάμια τώρα πια, κλείνοντας εντελώς την ορατότητα. Ο Τζοάο προσευχήθηκε σιωπηλά, τράβηξε ένα μοχλό, αισθάνθηκε το όχημα να ακουμπάει, να τρέχει πάνω στη σαβάνα. Προτού σταματήσει, χτύπησε το διακόπτη που ελευθέρωνε το κάθισμά του, έβγαλε την ασφάλεια και πετάχτηκε έξω, στο χορτάρι.
Κυλίστηκε στο χορτάρι, νοιώθοντας τα τσιμπίματα των εντόμων σα φωτιά σε κάθε ακάλυπτο μέρος του κορμιού του. Χέρια τον άρπαξαν, κι ένιωσε να του σκεπάζουν το πρόσωπο με μια προσωπίδα από πηχτή ζελατίνα για να το προστατέψουν. Μια φωνή που αναγνώρισε ότι ήταν του Θομ, ενός απ' την ομάδα του, είπε: «Από δω, Τζόνυ! Τρέξε!». Ετρεξαν.
Ακουσε ένα οπλο-σπρέυ να ρίχνει:
«Πουούσσσ!»
Και ξανά.
Και ξανά.
Χέρια τον πήραν κι ένιωσε να σηκώνεται στον αέρα.
Επεσαν σ' ένα σωρό όλοι μαζί, και μια φωνή είπε:
«Παναγιά μου! Κοιτάξτε!»
Ο Τζοάο τράβηξε την προσωπίδα από το πρόσωπό του και σηκώθηκε για να κοιτάξει πέρα στη σαβάνα. Το χορτάρι κόχλαζε κι έβραζε κυριολεκτικά απ' τα έντομα, ολόγυρα στο αναποδογυρισμένο όχημα και το αεροφορτηγό που είχε προσγειωθεί δίπλα του.
Ο Τζοάο κοίταξε γύρω του, μέτρησε επτά απ' τους Irmaos του, και το Θομ, τον αρχιψεκαστή της ομάδας του. Πίσω του βρισκόταν άλλα πέντε άτομα, μια κοκκινομάλλα κάπως πιο μπροστά απ' τους άλλους, μισογυρισμένη, για να βλέπει ταυτόχρονα τη σαβάνα και τον ίδιο. Την αναγνώρισε αμέσως: η Ριν Κέλυ, του Δ.Ο.Ο. Οταν είχαν συναντηθεί στο κλαμπ «Α' Τσίγκουα» της Μπαχία, είχε φανεί εξωτική, και ελκυστική στον Τζοάο. Τώρα φορούσε μια στολή εκστρατείας αντί για την τουαλέττα και τα κοσμήματα, και τα μάτια της δεν έκρυβαν καμμιά πρόκληση.
«Βλέπω ένα είδος ποιητικής δικαιοσύνης σ'
αυτό... προδότες», είπε.
Ο Τζοάο σηκώθηκε, πήρε ένα πανί που του πρόσφερε
ένας απ' τους άντρες του, κι έβγαλε και τα
τελευταία υπολλείματα της ζελατίνας απ' το
πρόσωπό του. Αισθάνθηκε χέρια να τον σκουπίζουν,
βγάζοντας τα νεκρά έντομα απ' τα ρούχα του. Ο
πόνος στο δέρμα του υποχωρούσε, και τώρα
συνειδητοποιούσε τα χιλιάδες ερωτήματα που
γέμιζαν το μυαλό του, καθώς πρόσεχε τις κακές
διαθέσεις του προσωπικού της Δ.Ο.Ο.
Ηταν εξαγριωμένοι κι ο θυμός τους στρεφόταν εναντίον του... και πάνω στους Irmandades του.
Ο Τζοάο παρατήρησε τη γυναίκα΄πρόσεξε πως τον
κοιτούσαν τα πράσινα μάτια της, το ρόδινο χρώμα
στο δέρμα της.
«Δρ. Κέλυ;» είπε ο Τζοάο.
«Ο Τζοάο Μαρτίνιο, ο Jefe των Irmandades, ασφαλώς», είπε
«ο προδότης της Πιρατινίνγκα».
«Μου φαίνεται πως είναι τρελλοί, αυτό είναι όλο»,
είπε ο Θομ.
«Ωστε τα αγαπημένα σου ζωάκια στράφηκαν εναντίον
σου, έτσι δεν είναι;» ρώτησε εκείνη. «Αλλά μήπως
δεν είναι αναπόφευκτο;»
«Θα είχες την καλωσύνη να μου εξηγήσεις» είπε ο
Τζοάο.
«Δεν χρειάζεται να σου εξηγήσω», είπε. «Θα σου
εξηγήσουν οι φίλοι σου, εκεί κάτω!» Εδειξε προς τη
ζούγκλα, πέρα απ' τη σαβάνα.
Ο Τζοάο κοίταξε εκεί που του έδειξε, και μια σειρά από άντρες με τις λευκές στολές των bandeirantes να στέκονται απείραχτοι, ανάμεσα στην τεράστια μάζα των εντόμων που πλημμύριζε τη ζούγκλα. Πήρε τα κυάλια ενός απ' τους άντρες του και κοίταξε προσεκτικά τις φιγούρες. Επειδή ήξερε καλά τι έπρεπε να προσέξει, τους αναγνώρισε αμέσως.
«Τόμμυ!» είπε ο Τζοάο.
Ο Θομ, ο αρχιψεκαστής του πλησίασε τρίβοντας ένα
τσίμπημα από έντομο στο μάγουλό του. Χαμηλόφωνα,
ο Τζοάο του εξήγησε τι ήταν οι φιγούρες στη
ζούγκλα.
«Αιιιιιιι!» είπε ο Θομ.
Ενας Irmandade στ' αριστερά του Τζοάο
σταυροκοπήθηκε.
«Πάνω από τι πηδήξαμε την ώρα που ερχόμασταν
εδώ;» ρώτησε ο Τζοάο.
«Ενα χαντάκι», είπε ο Θομ. «Φαινόταν γεμάτο με
δηλητηριώδη ζελατίνη, κάποιο είδος φράγματος για
τα έντομα».
Ο Τζοάο κούνησε το κεφάλι του. Αρχισε να έχει
δυσάρεστες υποψίες σχετικά με τη θέση τους εκεί.
Κοίταξε τη Ριν Κέλυ. «Δρ. Κέλυ, που είναι οι
υπόλοιποι άνθρωποί σας; Σίγουρα υπάρχουν
περισσότεροι από πέντε σε μια εξερευνητική ομάδα
του Δ.Ο.Ο.».
Τα χείλη της κινήθηκαν, αλλά έμεινε σιωπηλή.
«Λοιπόν;» Ο Τζοάο κοίταξε τις σκηνές, είδε την
κατάστασή τους. «Και που είναι ο εξοπλισμός σας,
τα φορτηγά, το εργαστήριο;»
«Είναι αστείο που ρωτάς», είπε, αλλά υπήρχε μια
αβεβαιότητα πίσω απ' το σαρκαστικό τόνο της
φωνής της. «Κάπου ένα χιλιόμετρο πιο πέρα, μέσα
στα δέντρα...» Εδειξε προς τα αριστερά.
«...βρίσκεται ένα καταστραμμένο φορτηγό που
περιέχει το μεγαλύτερο μέρος του εξοπλισμού μας,
όπως τον αποκαλείς. Οι άξονες του φορτηγού μας
καταστράφηκαν από κάποιο οξύ.
«Οξύ;»
«Μυρίζει σαν οξαλικό», είπε ένας απ' τους
συναδέλφους της, ένας ξανθός Σκανδιναβός με μια
ουλή κάτω από το δεξί του μάτι.
«Αρχισε απ' την αρχή», είπε ο Τζοάο.
«Αποκοπήκαμε εξώ, πριν έξι εβδομάδες» είπε ο
ξανθός. «Κάτι κατέστρεψε τους ασυρμάτους, και τα
φορτηγά μας - έμοιαζαν με γιγάντιους ψύλλους και
μπορούσαν να ρίχνουν ένα οξύ από απόσταση 15
μέτρων.
«Υπάρχει μια γυάλινη θήκη, που περιέχει τρία
νεκρά δείγματα, στη σκηνή μου», είπε η Δρ. Κέλυ.
Ο Τζοάο σούφρωσε σκεφτικά τα χείλια του,
«Λοιπόν;»
«Ακουσα μερικά απ' αυτά που έλεγες στους άντρες
σου», είπε.
«Περιμένεις να τα πιστέψουμε;»
«Δεν έχει σημασία για μένα το τι πιστεύετε», είπε
ο Τζοάο. «Πως φτάσατε εδώ;»
«Ανοίξαμε δρόμο, χρησιμοποιώντας ψεκαστήρες
ψυχρής φλόγας με καραμούρου...», είπε ο ξανθός.
«Κουβαλήσαμε μαζί μας όσα εφόδια μπορούσαμε,
σκάψαμε ένα χαντάκι γύρω απ' την περίμετρό μας,
το γεμίσαμε με δηλητήριο κουρόκ σε σκόνη, ρίξαμε
το πηκτικό υγρό κι από πάνω όλο το λάδι κοπαχού
που είχαμε... και περιμένουμε».
«Πόσοι είστε;» ρώτησε ο Τζοάο.
«Κάποτε είμαστε δεκατέσσερεις», είπε ο άντρας.
Ο Τζοάο έτριψε το πίσω μέρος του λαιμού του, εκεί που τα τσιμπήματα των εντόμων άρχιζαν πάλι να τον τσούζουν. Κοίταξε γύρω τους άντρες του, υπολογίζοντας την κατάσταση και τον εξοπλισμό τους, μέτρησε τέσσερα όπλα-ψεκαστήρες, κι είδε πως οι άντρες κουβαλούσαν πρόσθετους κυλίνδρους σε ειδικές θήκες κρεμασμένες απ' τους ώμους τους.
«Το αεροφορτηγό θα μας χωρέσει», είπε.
«Καλύτερα να φύγουμε από δω».
Η Δρ. Κέλυ κοίταξε προς τη σαβάνα. «νομίζω πως
ήταν ήδη πολύ αργά, απ' τη στιγμή που
προσγειώθηκες. Και νομίζω πως σε μια δυο μέρες θα
υπάρχουν λιγότεροι προδότες γύρω μας. Πιάστηκες
στην ίδια σου την παγίδα».
Ο Τζοάο γύρισε για να κοιτάξει το αεροφορτηγό'
φώναξε: «Τόμυ! Βίνς! Πιάστε...»
Σταμάτησε, μόλις το όχημα έγειρε στα αριστερά.
«Δε θα ήταν άδικο να σε προειδοποιήσω», είπε ο Δρ.
Κέλυ, «να μην πλησιάζεις την άκρη του χαντακιού,
εκτός κι αν ραντίσεις πρώτα την απέναντι μεριά.
Μπορούν να ρίξουν ένα κύμα από οξύ, από απόσταση
δεκαπέντε μέτρων... κι όπως βλέπεις...» Εδειξε το
όχημα, «...το οξύ τρώει το μέταλλο».
«Είσαι τρελλή», είπε ο Τζοάο. «Γιατί δεν μας
προειδοποίησες αμέσως;»
«Να σας προειδοποιήσω;»
Ο ξανθός συνάδελφός της είπε: «Ριν, ίσως να...»
«Ησύχασε, Χογκερ», είπε, και στράφηκε προς τον
Τζοάο. «Χάσαμε εννιά άντρες εξαιτίας των
συντρόφων σας». Κοίταξε τη μικρή ομάδα των Irmandades.
«Αξίζει να θυσιάσουμε τη ζωή μας για να σας
ξεπαστρέψουμε όλους σας... προδότες!».
«Είσαι τρελλή», είπε ο Τζοάο.
«Σταμάτα να παριστάνεις τον αθώο bandeirante», του
είπε. «Είδαμε τους συντρόφους σου, εκεί έξω.
Είδαμε τους καινούριους προστατευόμενους που
φτιάξατε... και καταλαβαίνουμε ότι είσασταν πολύ
άπληστοι, τώρα, το παιχνίδι ξέφυγε απ' τα χέρια
σας».
«Δεν είδες τους δικούς μου Irmao να κάνουν αυτά τα
πράγματα», είπε ο Τζοάο. Κοίταξε τον Θομ. «Τόμυ,
πρόσεχε αυτούς τους τρελλούς». Πήρε το όπλο ενός
απ' τους άντρες του και τα εφόδιά του, κι έγνεψε
στους άλλους τρεις οπλισμένους άντρες. «Εσείς -
ελάτε μαζί μου».
«Τζόνυ, τι κάνεις;» ρώτησε ο Θομ.
«Θα φέρω τον εξοπλισμό του φορτηγού», είπε ο
Τζοάο.
Προχώρησε προς το σημείο του χαντακιού, που
ήταν πιο κοντά στο φορτηγό, ψέκασε την απέναντι
μεριά, έκανε νόημα στους άλλους ν' ακολουθήσουν
και πήδηξε το χαντάκι.
Σε κάτι παραπάνω από μια ώρα, όλοι τους, μ'
εγκαύματα από οξύ - κι οι δύο απ' αυτούς σοβαρά,
οι Irmandades επέστρεψαν. Είχαν καταφέρει να
διασώσουν λιγότερο απ' ένα τέταρτο του όλου
εξοπλισμού, και μέσα σ' αυτά που έφεραν πίσω, δεν
συμπεριλαμβανόταν κάποιος πομποδέκτης.
«Είναι φανερό, πως αυτοί οι μικροί διαόλοι
επιτέθηκαν πρώτα στον εξοπλισμό επικοινωνίας»,
είπε ο Θομ.
«Μα πως τον ξεχώρισαν;»
«Δε θέλω να μαντέψω», είπε ο Τζοάο.
Ανοιξε ένα κουτί πρώτων βοηθειών κι άρχισε να
περιποιείται τους άντρες του. Του ενός είχε καεί
άσχημα το μάγουλο και ο ώμος. Του άλλου έφευγε το
δέρμα απ' την πλάτη.
Η Δρ. Κέλυ πλησίασε, τον βοήθησε, αλλ' αρνήθηκε
να μιλήσει, να απαντήσει, ακόμα και στην πιο απλή
ερώτηση. Τέλος ο Τζοάο άγγιξε ένα σημείο στο δικό
του ώμο, εξουδετέρωσε την επίδραση του οξέως και
κάλυψε το κάψιμο με λευκοπλάστ. Εσφιξε τα δόντια
του απ' τον πόνο, κοίταξε την Ριν Κάλυ, «Πού είναι
τα δείγματα που βρήκες;»
«Πήγαινε βρες τα μόνος σου!» του φώναξε.
«Είσαι μια τυφλή, ασυνείδητη μεγαλομανής!»
είπε ο Τζοάο στον ίδιο τόνο. «Μη με ζορίζεις
περισσότερο».
Το πρόσωπό της χλώμιασε και τα πράσινα μάτια της
άστραψαν.
Ο Τζοάο άρπαξε το μπράτσο της, την έσπρωξε
απότομα προς τις σκηνές.
«Δείξε μου αυτά τα δείγματα».
Τίναξε το χέρι της, ανέμισε τα μαλλιά της, τον
κοίταξε προκλητικά.
Ο Τζοάο της αντιγύρισε το βλέμα, κοιτάζοντάς την
από πάνω μέχρι κάτω, σε μια υπολογισμένη, αργή
κίνηση.
«Εμπρός, λοιπόν, κακοποίησέ με», του είπε. «Είμαι
σίγουρη, πως δε θα μπορούσα να σε σταματήσω».
«Κάνεις σαν μια γυναίκα που θέλει... που
χρειάζεται βία», είπε ο Τζοάο. «Θέλεις να σε δώσω
στους άντρες μου; Σε έχουν βαρεθεί μ' όλα αυτά τα
καπρίτσια σου».
Το προσωπό της άναψε. «Δε θα τολμήσεις!»
«Μην είσαι τόσο μελοδραματική!» της είπε. «Δεν
πρόκειται να σου δώσω αυτή την ευχαρίστηση!»
«Θρασύτατε... θα...»
Ο Τζοάο χαμογέλασε' μετά είπε: «Τίποτα απ' όσα
λες δε με κάνει να σε παραδώσω στους άντρες μου!»
«Τζόνυ!»
Τον κοίταξε ο Θόμ.
Ο Τζοάο γύρισε' είδε τον Θομ να μιλάει στο
Σκανδιναβό που τους είχε δώσει πληροφορίες πιο
πριν. Πως τον έλεγαν; Χόγκαρ.
Ο Θομ του έγνεψε.
Ο Τζοάο τους πλησίασε' έκρυψε να ακούσει.
«Ο κύριος, εδώ, λέει πως τη γυναίκα τη τσίμπησε
ένα έντομο που κατάφερε να περάσει τις
δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις του Φράγματος».
«πριν δυο βδομάδες», ψιθύρισε ο Χόγκαρ.
«Αλλαξε από τότε», είπε ο Θομ.
«Δεν την παίρνουμε στα σοβαρά Jefe...»
Ο Τζοάο έβρεξε τα χείλια του με τη γλώσσα του.
Ενιωσε ξαφνικά ζαλισμένος και πολύ ζεστός.
«Το έντομο που τη δάγκωσε, έμοιαζε μ' αυτά που
ήταν πάνω σου», είπε ο Χόγκαρ, μ' ένα απολογητικό
τόνο.
Με κοροϊδεύουν! σκέφτηκε ο Τζοάο.
«Εγώ δίνω διαταγές εδώ!» φώναξε.
«Εντάξει Jefe», είπε ο Θόμ. «Αλλά εσύ...»
«Τι σημασία έχει ποιος δίνει διαταγές;»
Ηταν η Δρ. Κέλυ δίπλα του.
Ο Τζοάο στράφηκε, την κοίταξε επίμονα. Πόσο
απαίσια φαινόταν παρά την ομορφιά της.
«Ποια είναι η διαφορά;» ρώτησε. «Θα είμαστε όλοι
νεκροί σε λίγες μέρες έτσι και αλλιώς». Κοίταξε
προς τη σαβάνα. «Εχουν έρθει και άλλοι απ' τους
φίλους σου».
Ο Τζοάο κοίταξε προς τη σκιά του δάσους, είδε
πως έφταναν κι άλλες ανθρώπινες φιγούρες.
Φαίνονταν γνωστοί, κι αναρωτήθηκε τι ήταν, αλλά
το κεφάλι του πονούσε. Μετά συνειδητοποίησε πως
έμοιαζαν με τους Ινδιάνους του sertao, σαν το
ζευγάρι που τον είχε παρασύρει εδώ. Ηταν
τουλάχιστον εκατό απ' αυτούς, κι ήταν όλοι τους
απαράλλαχτα όμοιοι, από κάθε άποψη. Ολο και
περισσότεροι έφταναν.
Ο καθένας τους κουβαλούσε μια φλογέρα qena.
Υπήρχε κάτι σχετικό με τις φλογέρες, που ο Τζοάο
ένιωσε πως έπρεπε να θυμηθεί.
Μια άλλη φιγούρα προπορεύτηκε, μέσα απ' τους Ινδιάνους,
ένας αδύνατος άντρας μ' ένα μαύρο κουστούμι, με
τα μαλλιά του ν' ασημίζουν στο φως του ήλιου.
«Πατέρα!» κραύγασε ο Τζοάο.
Είμαι άρρωστος, σκέφτηκε. Πρέπει να παραληρώ.
«Αυτό μοιάζει με το Νομάρχη» είπε ο Θομ. «Ετσι δεν
είναι Ραμόν;»
Ο άλλος Irmandade είπε: «Αν δεν είναι ο Νομάρχης,
πρέπει να είναι ο δίδυμος αδερφός του. Ελα Τζόνυ,
κοίταξε με τα κυάλια».
Ο Τζοάο πήρε τα κυάλια, τα έστρεψε προς το μέρος
της φιγούρας που προχωρούσε προς το μέρος τους
μέσ' απ' το χορτάρι. Τα κυάλια ήταν τόσο βαριά.
Ετρεμαν στα χέρια του κι η φιγούρα που ερχόταν
προς το μέρος τους δεν ήταν καθαρή.
«Δεν μπορώ να δω!» μουρμούρισε ο Τζοάο, και
κόντεψε να ρίξει τα κυάλια.
Ενα χέρι τον συγκράτησε, και συνειδητοποίησε πως
παραπατούσε. Σε μια στιγμή διαύγειας είδε, πως η
γραμμή των Ινδιάνων είχε σηκώσει τις φλογέρες
της και τις είχε στρέψει προς τον καταυλισμό του
Δ.Ο.Ο. Το διαπεραστικό τρίξιμο που είχε
ταρακουνήσει τα κόκκαλα του στο σκάφος, γέμισε
την ατμόσφαιρα γύρω τους. Είδε τους συντρόφους
του να πέφτουν.
Προτού σκοτεινιάσει ο κόσμος του, ο Τζοάο άκουσε
τη φωνή του πατέρα του να του φωνάζει δυνατά:
«Τζοάο! Μην αντιστέκεσαι! Αφήστε τα όπλα σας!»
Ο Τζοάο είδε πως το γρασίδι ερχόταν προς τα
πάνω, για να συναντήσει το πρόσωπό του.
Δε μπορεί να είναι ο πατέρας μου, σκέφτηκε. Ο
πατέρας μου είναι νεκρός και τον έχουν
αντιγράψει... μιμηθεί, τίποτα περισσότερο.
Σκοτάδι.
Είχε ένα όνειρο πως τον κουβαλούσαν.
Ενα όνειρο δακρύων και κραυγών, ένα όνειρο βίαιων
διαμαρτυριών κι απείθειας, κι απόριψης.
Ξύπνησε κάτω απ' το κίτρινο - πορτοκαλί φως, κι
η φιγούρα που δε μπορούσε να είναι ο πατέρας του,
έσκυβε από πάνω του, άπλωνε ένα χέρι, έλεγε: «Τότε
εξέτασε το χέρι μου, αν δεν πιστεύεις!»
Αλλά η προσοχή του Τζοάο είχε στραφεί σ' ένα
πρόσωπο που βρισκόταν πίσω απ' τον πατέρα του.
Ηταν ένα γιγάντιο πρόσωπο, απαίσιο κάτω απ' το
περίεργο φως, με μάτια που γυάλιζαν κι έλαμπαν, με
κόρες μες σ΄ άλλες κόρες. Το πρόσωπο γύρισε, κι ο
Τζοάο είδε πως δεν ήταν περισσότερο από δύο
εκατοστά σε πάχος. Γύρισε πάλι, και τα μάτια
καρφώθηκαν στα πόδια του Τζοάο.
Ο Τζοάο πίεσε τον εαυτό του να κοιτάξει προς τα κάτω, κι άρχισε να τρέμει όταν είδε πως ήταν τυλιγμένος μέχρι τη μέση σ' ένα πράσινο κουκούλι, και πως το δέρμα του είχε μια πρασινωπή απόχρωση.
«Εξέτασε το χέρι μου!» Πρόσταξε η γέρικη
φιγούρα δίπλα του.
«Ονειρευόταν». Ηταν μια ηχηρή φωνή, που αντήχησε
γύρω του, φαινόταν να έρχεται κάτω από το
γιγάντιο πρόσωπο. «Ονειρευόταν», επανέλαβε η
φωνή. «Δεν έχει ξυπνήσει ακόμα, τελείως».
Με μια απότομη, βίαιη κίνηση, ο Τζοάο άπλωσε το
χέρι του, άρπαξε το τεντωμένο χέρι.
Ηταν ζεστό... ανθρώπινο.
Για λόγους που δεν μπορούσε να εξηγήσει, δάκρυα
πλημμύρισαν τα μάτια του.
«Ονειρεύομαι;» ψιθύρισε. Κούνησε το κεφάλι του
για να διώξει τα δάκρυα.
«Τζοάο, γιε μου», είπε η φωνή του πατέρα του.
Ο Τζοάο κοίταξε το γνώριμο πρόσωπο. Ηταν ο
πατέρας του, δεν υπήρχε αμφιβολία. «Μα... η
καρδιά σου», είπε ο Τζοάο.
«Η αντλία μου», είπε ο γέρος.
«Κοίτα». Κι απομάκρυνε το χέρι του, γύρισε να δείξει το σημείο όπου στην πλάτη του είχαν κόψει το κουστούμι του, οι άκρες έμεναν στη θέση τους με κάποια κολλητική ουσία, κι υπήρχε μια επιφάνεια κίτρινη, που πάλλοταν ανάμεσα στις κομμένες άκρες.
Ο Τζοάο είδε τις γραμμές απ' τα λέπια, τα
πολλαπλά σχήματα, και αναπήδησε.
Ωστε ήταν ένα αντίγραφο, άλλο ένα απ' τα κόλπα
τους.
Ο γέρος στράφηκε, για να τον αντικρύσει. «Η παλιά
αντλία δε λειτουργούσε και μου έδωσαν μια
καινούρια», είπε. «Μοιράζεται το αίμα μου και ζει
από μένα, και θα μου δώσει χρόνια ακόμα. Τι γνώμη
νομίζεις πως θα έχουν όλοι αυτοί οι έξυπνοι
ειδικοί του Δ.Ο.Ο., για τη χρησιμότητα αυτού
του πράγματος;»
«Είσαι στ' αλήθεια εσύ;» ρώτησε ο Τζοάο.
«Απόλυτα, αν εξαιρέσεις την αντλία», είπε ο γέρος.
«Αναγκάστηκαν να δώσουν σ' εσένα και σε μερικούς
απ' τους άλλους ένα καινούριο αιμοπηκτικό
σύστημα, εξαιτίας της μεγάλης δόσης του
δηλητηρίου που απορροφήσατε».
Ο Τζοάο σήκωσε τα χέρια του, τα κοίταξε.
«Γνωρίζουν ιατρικά κόλπα, που ούτε καν τα
έχουμε ονειρευτεί», είπε ο γέρος. «Είχα να
αισθανθώ τέτοια έξαψη απ' όταν ήμουν παιδί. Δε
μπορώ να περιμένω να γυρίσω και να... Τζοάο! Τι
συμβαίνει;»
Ο Τζοάο είχε πεταχτεί όρθιος, κοιτούσε το γέρο.
«Μα, δεν είμαστε πια άνθρωποι αν... Δεν είμαστε
ανθρώπινοι!»
«Ησύχασε, γιέ μου!» πρόσταξε ο γέρος.
«Αν είναι αλήθεια αυτό», διαμαρτυρόταν ο Τζοάο,
«τότε, αυτά μας ελέγχουν». Εγνεψε προς το
γιγάντιο πρόσωπο πίσω απ' τον πατέρα του. «Θα μας
κυβερνούν!» Σωριάστηκε, μουρμουρίζοντας. «Θα
είμαστε σκλάβοι τους».
«Ανοησίες!» φώναξε η δυνατή φωνή.
Ο Τζοάο κοίταξε το γιγάντιο πρόσωπο, είδε τα
έντομα που φωτοβολούσαν από πάνω του, είδε πως τα
έντομα ήταν γατζωμένα στο ταβάνι της σπηλιάς,
πρόσεξε τελικά ένα κομμάτι νυχτερικού ουρανού,
κι άστρα, εκεί που τελείωναν τα φωτεινά έντομα.
«Τι είναι σκλάβος;» φώναξε η φωνή.
Ο Τζοάο κοίταξε κάτω απ' το πρόσωπο, από εκεί που ερχόταν η φωνή, είδε μια άσπρη μάζα, κάπου τέσσερα μέτρα, ένα παλλόμενο κίτρινο σάκο να εξέχει απ' αυτήν, έντομα να σέρνονται πάνω του, μέσ' από σχισμές στην επιφάνειά του, πίσω στο έδαφος, από κάτω. Το πρόσωπο φαινόταν να στηρίζεται πάνω στη λευκή μάζα με δεκάδες στρογγυλά στελέχη, που η γεμάτη γραμμές επιφάνειά του πρόδινε πως ήταν κατασκευασμένη απ' τα γνωστά έντομα.
«Τη σκέψη σου την αποσχολεί, ακόμα ο τρόπος που αντιμετωπίσαμε την απειλή σας», ακούστηκε η φωνή, κι ο Τζοάο είδε πως ο ήχος ερχόταν απ' τον παλλόμενο κίτρινο σάκο. «Αυτός είναι ο εγκέφαλός μας. Είναι τρωτός, πολύ τρωτός, αδύναμος, κι όμως δυνατός... ακριβώς σαν τον δικό σας εγκέφαλο. Τώρα, πες μου τι είναι σκλάβος;»
Ο Τζοάο συγκράτησε ένα ανατρίχιασμα
αποστροφής, μετά είπε: «Τώρα είμαι σκλάβος σας'
είμαι υποδουλωμένος σε σας».
«Δεν είναι αλήθεια», είπε η φωνή. «Σκλάβος είναι
κάποιος που πρέπει να παράγει πλούτο για κάποιον
άλλον, κι υπάρχει ένας μόνο αληθινός πλούτος σ'
όλο το σύμπαν - ο χρόνος που ζει κανένας. Είμαστε
εμείς οι σκλάβοι, επειδή δώσαμε στον πατέρα σου
περισσότερο χρόνο να ζήσει;»
Ο Τζοάο κοίταξε τα γιγάντια λαμπερά μάτια, νόμισε
πως είδε κάποια έκφραση ευθυμίας μέσα τους.
«Οι ζωές όλων αυτών που βρίσκονταν μαζί σου,
έχουν σωθεί ή έχουν παραταθεί», είπε η φωνή.
«Αυτός μας κάνει εμάς σκλάβους σας, έτσι δεν
είναι;»
«Τι παίρνετε σ' αντάλλαγμα;»
«Α, χα!» γέλασε η φωνή. «Πράγματι είστε κι εσείς
σκλάβοι μας. Είμαστε δεμένοι μεταξύ μας μ' ένα
δεσμό αμοιβαίας σκλαβιάς που δε μπορεί να σπάσει
- δε θα μπορεί ποτέ να σπάσει».
«Είναι πολύ απλό μόλις το καταλάβεις», είπε ο
πατέρας του Τζοάο.
«Τι να καταλάβω;»
«Μερικοί του είδους μας έζησαν καποτε σε
θερμοκήπια και τα κύτταρά τους θυμόντουσαν την
εμπειρία», είπε η φωνή. «Τα ξέρεις τα θερμοκήπια,
φυσικά!». Στράφηκε για να κοιτάξει το στόμιο της
σπηλιάς, όπου η αυτή άρχιζε να λούζει τον κόσμο
στο γκρι. «Αυτό, εκεί έξω, είναι ένα θερμοκήπιο».
Πάλι, κοίταξε τα πόδια του Τζοάο, τα τεράστια
μάτια έλαμπαν. «Για να συντηρεί τη ζωή, ένα
θερμοκήπιο πρέπει να διατηρεί μια λεπτή
ισορροπία - αρκετή απ' αυτή τη χημική ουσία,
αρκετή απ' την άλλη, μια κάποια άλλη ουσία όποτε
χρειάζεται.
Εκείνο που είναι δηλητήριο τη μια μέρα, μπορεί να
είναι τροφή την άλλη».
«Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τη σκλαβιά;» ρώτησε ο
Τζοάο.
«Η ζωή αναπτύσσεται εδώ και εκατομμύρια χρόνια
σ΄αυτό το θερμοκήπιο, που αποκαλούμε Γη», είπε η
φωνή. «Μερικές φορές αναπτύχθηκε μες τις
δηλητηριώδεις εκκρίσεις μιας άλλης μορφής ζωής...
και μετά, αυτό το δηλητήριο της έγινε αναγκαίο.
Χωρίς την ουσία που παράγει κάποιο σκουλήκι, αυτή
η χλόη της σαβάνας θα πέθαινε... με τον καιρό.
Χωρίς τις ουσίες που παράγουν τα... έντομα, το δικό
σας είδος ζωής θα πέθαινε. Μερικές φορές, μόνο μια
ασήμαντη ποσότητα της ουσίας χρειάζεται, όπως
αυτή η ειδική ένωση του χαλκού που παράγουν τα
αραχνίδια. Μερικές φορές η ουσία πρέπει να
αλλάζει ελαφρά, κάθε φορά, προτού να μπορέσει να
χρησιμοποιηθεί από μια μορφή ζωής στην άλλη άκρη
της οικολογικής αλυσίδας. Οσο περισσότερες
διαφορετικές μορφές ζωής υπάρχουν, τόσο
περισσότερη ζωή μπορεί να συντηρεί το
θερμοκήπιο. Αυτό είναι το μάθημα του θερμοκηπίου.
Στο πετυχημένο θερμοκήπιο πρέπει να υπάρχουν
πάρα πολλές διαφορετικές μορφές ζωής. Οσο
περισσότερες μορφές ζωής έχει, τόσο πιο υγιεινό
είναι».
«Λες πως πρέπει να σταματήσουμε να σκοτώνουμε τα
έντομα», είπε ο Τζοάο. «Λες πως πρέπει να σας
αφήσουμε να κυριαρχήσετε».
«Αυτό που λέμε εμείς, είναι πως, πρέπει να
σταματήσετε να σκοτώνετε τον εαυτό σας», είπε η
φωνή. «Ηδη οι Κινέζοι... όπως θα το έλεγες εσύ: επαναμολύνουν
τη χώρα τους. Ισως να προλάβουν, ίσως όχι. Εδώ, δεν
είναι πολύ αργά. Εκεί... ήταν γρήγοροι και
μεθοδικοί... και μπορεί να χρειαστούν βοήθεια».
«Εσύ... δε μας δίνεις αποδείξεις», είπε ο Τζοάο.
«Θα έρθει ο καιρός για αποδείξεις, αργότερα», είπε η φωνή. «Τώρα, βρες τη φίλη σου έξω, άσε τον ήλιο να ενεργήσει πάνω στο δέρμα σου και πάνω στη χλωροφύλλη που υπάρχει στο αίμα σου, κι όταν γυρίσεις πες μου αν ο ήλιος είναι σκλάβος σου».
O Frank Herbert γεννήθηκε το 1920 και το
πρώτο μυθιστόρημα κυκλοφόρησε το 1956. Ηταν το «Dragon
in the Sea» στο οποίο περιγράφεται η με ψυχολογικά
μέσα προσπάθεια ανακάλυψης ενός σαμποτέρ σ' ένα
υποβρύχιο. Τη δεκαετία του '60 έγραψε πάρα πολλά
διηγήματα για τ' αμερικάνικα περιοδικά Ε.Φ.
Συνδυάζοντας κι επεκτείνοντας δυό απ' τα
διηγήματα που είχαν δημοσιευτεί στο περιοδικό
Astounding έγραψε και δημοσίευσε το 1965 το υπέροχο
μυθιστόρημα "Dune", το οποίο τιμήθηκε με βραβείο
nebula τον ίσιο χρόνο, και με το βραβείο Hugo το 1966. Σ'
αυτό περιγράφεται, μέσ' απ' τις μηχανογραφίες,
τις επαναστάσεις και τους πολέμους μιας
φεουδαρχικής διαστρικής κοινωνίας, η άνοδος στην
κοσμική και θρησκευτική εξουσία του Paul Muad`Dib, ενός
προφήτη με υπερφυσικές δυνάμεις, που είναι το
αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης διαδικασίας
γενετικής επιλογής, σ' ένα άνυδρο και γεμάτο
ερήμους πλανήτη.
Η βαθιά ανάλυση κι απόδοση των
χαρακτήρων και η λεπτομερέστατη περιγραφή της
οικολογίας του πλανήτη, εντάσσουν αυτό το
μυθιστόρημα στα καλύτερα έργα Ε.Φ. του αιώνα μας.
Το 1969 δημοσιεύτηκε το "Dune Messiah", η συνέχεια του
"Dune", Και με το "Children of Dune" (1976) συμπληρώθηκε η
τριλογία. Αλλα μυθιστορήματά του είναι το "The Eyes
of Heisemberg" (1966), το "The Green Brain" (1966) στο οποίο
διηγείται την κατάκτηση της γης από
μεταλλαγμένες μορφές γήινης ζωής, το "Whipping Star"
(1970), στο οποίο περιγράφει διαστρικά ταξίδια με τη
χρήση των 'τηλεμεταφορικών θυρών' κι όλους τους
κινδύνους που συνεπάγεται η χρήση αυτών των
μέσων, το "Heaven Makers" (1968), το "Santaroga Barrier" (1968) και
το "Hellstroms Hive" (1973).
Τα διηγήματά του έχουν
κυκλοφορήσει στις συλλογές "the Worlds of Frank Herbert"
(1970), και "The Book of Frank Herbert" (1973).
Το μόνο διήγημα του Frank Herbert που έχει
δημοσιευτεί στη χώρα μας είναι το "The Being Machine" (Η
Μηχανή του Είναι) 3ος τόμος Χρονολογικής
Ανθολογίας του Εξάντα.
Το διήγημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1964, κι αποτελεί
την πρώτη μορφή του μυθιστορήματος "The Green Brain".