Brian
Stableford
The Engineer and the Executioner (1975)
Μετάφραση: Μαίρη Πανούτσου
«ΟΛΗ ΑΥΤΗ Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΗ ΜΟΥ», είπε ο μηχανικός. «Είναι δική μου. Μπορείς να το καταλάβεις αυτό;»
«Καταλαβαίνω» είπε ήρεμα ο εκτελεστής.
«Εγώ τη δημιούργησα» επέμενε ο μικρόσωμος
άντρας με τα γυαλιά και το νευρικό βλέμα. «Την
έφτιαξα με τα ίδια μου τα χέρια. Δεν ήταν βέβαια
δημιούργημα της δικής μου φαντασίας. Αλλο
μπορούν να υπερηφανεύονται για το πραγματικό
σχέδιο και για τη θεωρία που τους επέτρεψε να το
πετύχουν. Αλλά εγώ τη δημιούργησα. Εγώ έκανα το
συνδυασμό των γονιδίων, κι εγώ δόμησα τα
χρωμοσώματα. Εγώ συνένωσα το αρχικό κύτταρο. Η
δική μου δουλειά ήταν η πραγματική. Αφιέρωσα σ'
αυτό το έργο όλο μου το χρόνο, όλη μου την προσοχή,
κι όλη μου την αποφασιστικότητα. Οι άλλοι έπαιζαν
απλώς με τις ιδέες, εγώ όμως τις υλοποίησα' εγώ
έχτισα αυτό το ζωικό σύστημα. Εγώ έκανα το όνειρο
πραγματικότητα. Αλλά εσύ δεν μπορείς να
καταλάβεις πως νιώθω».
«καταλαβαίνω», επανέλαβε το ρομπότ. Τα κόκκινα
του μάτια έλαμπαν με απάθεια πάνω στο όλο γωνίες
κεφάλι του.
«Κοίταξέ την», είπε ο μικρόσωμος άντρας κουνώντας το χέρι του προς το μεγάλο κοίλο παράθυρο που κάλυπτε τον ένα τοίχο του δωματίου. «Κοίταξε και πες μου αν μπορείς, πως δεν αξίζει τίποτα. Θυμίσου το, είναι δική μου. Εξελίχτηκε απ' τα κύτταρα που εγώ δημιούργησα. Τώρα ακολουθεί το δρόμο της. Αυτό γίνεται εδώ και πολλά χρόνια. Εγώ όμως την έβαλα σ' αυτόν το δρόμο».
Ο άντρας και το ρομπότ κοίταξαν μέσ' απ' το γυαλί. Πέρα απ' το παράθυρο βρίσκονταν το κοίλο εσωτερικό του Αστεροειδή Λαμάρκ. Από το διάστημα ο Λαμάρκ φαινόταν όπως όλοι οι άλλοι αστεροειδείς. Ηταν γεμάτος κρατήρες, τεράστιους βράχους και πολλή σκόνη. Ηταν όμως κούφιος και στο εσωωτερικό του βρισκόταν ένα ερμητικά κλεισμένο και απόλυτα ελεγχόμενο περιβάλλον, παρόμοιο με το γήινο. Είχε αέρα και νερό - που είχα μεταφερθεί με μεγάλη προσοχή από τη Γη - και φως απ' τις μεγάλες ηλεκτρικές μπαταρίες, που παγίδευαν την ηλιακή ενέργεια στο εξωτερικό του πλανητοειδούς, για να την ελευθερώσουν και πάλι στο εσωτερικό.
Το φως ήταν χλωμό και μαργαριταρένιο. Η έντασή
του μεταβαλλόταν, καθώς ο αστεροειδής
περιστρεφόταν γύρω από τον άξονά του. Εκείνη τη
στιγμή βρισκόταν στη μεγαλύτερη του ένταση -
ήταν το μέσο της εσωτερικής λαμαρκιανής ημέρας.
Το φως έλουζε ένα μεγάλο δάσος από ασημένια,
λαμπερά πράγματα, που έμοιαζαν με δέσμες από ιστό
αράχνης. Ηταν τόσο λεπτά και μεμβρανώδη, που
νόμιζες ότι θα μπορούσες να βλέπεις σε μεγάλη
απόσταση ανάμεσά τους' στην πραγματικότητα όμως
μετά από μερικές εκατοντάδες μέτρα απ' το
παράθυρο του παρατηρητηρίου, τίποτε δε
διακρινόταν καθαρά.
Μισοκρυμμένες πίσω απ' αυτό το ασημένιο δίχτυ υπήρχαν άλλες καλλιέργειες, διαφορετικού είδους και χρώματος. Μερικές ήταν κόκκινες, σα θαλάσσιες ανεμώνες, κια κινούσαν τα πλοκάμια τους σ' ένα αργό, ρυθμικό χορό, λες κι αναζητούσαν τη λεία τους, την αόρατη για τα ανθρώπινα μάτια. Υπήρχαν κίτρινες σφαίρες με στίγματα από σκοτεινότερα χρώματα, που περιφέρονταν στον αέρα, μέσα στο δίκτυο των ασημένιων νημάτων. Υπήρχαν πάσαλοι διαφόρων χρωμάτων, που αναπτύσσονταν σε γεωμετρικά κανονικές συστάδες. Υπήρχαν επίσης πράγματα που κινούνταν. Θύσανοι που πετούσαν, και μικροσκοπικά όντα σαν τροπικά ψάρια, που έπλεαν μες στο γιγάντιαίο, αέρινο θόλο. Δεν φαινόταν να υπάρχει κανενός είδους ερπετό. Τίποτε δεν περπατούσε. Το καθετί που μπορούσε να κινηθεί, ή πετούσε ή έπλεε. Το κέλυφος του αστεροειδούς ήταν τόσο λεπτό, που δεν υπήρχε βαρύτητα μέσα στον τεράστιο χώρο. Δεν υπήρχε πάνω και κάτω. Υπήρχε μόνο επιφάνεια και φως.
«Αυτό το ζωικό σύστημα είναι κάπου ανάμεσα στην κοινότητα, στον οργανισμό και στο κύτταρο», είπε ο γενετιστής. «Εχει πάρει ορισμένα χαρακτηριστικά απ' το καθένα. Η μέθοδος της αναπαραγωγής που χρησιμοποιεί αυτό το ζωικό σύστημα, είναι μοναδική, έτσι που είναι αδύνατη η απόλυτη ταξινόμησή της, σύμφωνα με τους όρους που χρησιμοποιούμε για τα είδη των γήινων οργανισμών. Είναι ολοκληρωτικά κλειστό. Το φως είναι το μόνο πράγμα που έρχεται απ' έξω, για να προμηθεύσει την ενέργεια που διατηρεί τη λειτουργία του συστήματος. Γίνεται ανακύκλωση του νερού, του αέρα και των ορυκτών. Στο εσωτερικό του αστεροειδούς η ποσότητα της ύλης παραμένει σταθερή. Το καθετί χρησιμοποιείται και ξαναχρησιμοποιείται, καθώς το ζωικό σύστημα εξελίσσεται και τελειοποιείται. Καθώς αναπτύσεται, αλλάζει. Μέρα με τη μέρα εξελίσσεται. Είναι σχεδιασμένο να εξελίσσεται, να μεταμορφώνεται και να προσαρμόζεται μ' έναν τρομακτικό ρυθμό. Η εξελικτική πορεία των στοιχείων του είναι μάλλον σπειροειδές παρά κύκλος. Τίποτα δεν ξαναγυρίζει στην προηγούμενη κατάσταση. Κάθε γενιά είναι ένα καινούριο είδος, τίποτα δεν αναπαράγει τον εαυτό του. Αυτόπου έχω φτιάξει εδώ, είναι η έσχατη εξέλιξη - η εξέλιξη που δεν προκαλείται από φυσική επιλογή. Το ζωικό μου σύστημα ακολουθεί την πραγματική λαμαρκιανή εξέλιξη. Η ζωή μου είναι καλύτερη απ' τη ζωή που δημιουργήθηκε στη Γη. Δε βλέπεις γιατί είναι τόσο σπουδαίο, τόσο θαυμάσιο;»
«Βλέπω», είπε το ρομπότ.
«Είναι το πιο θαυμάσιο πράγμα απ' όσα έχουμε
κάνει», συνέχισε ο μικρόσωμος άντρας με
ονειροπόλο ύφος. «Είναι το μεγαλύτερο απ' όλα τα
επιτεύγματά μας. Και το έφτιαξα εγώ. Είναι δικό
μου».
«Το ξέρω», είπε ο εκτελεστής με αδιαφορία.
«Δεν ξέρεις», είπε ο μικρόσωμος άντρας. «Τι
μπορεί να ξέρεις; Είσαι μέταλλο. Σκληρό, ψυχρό
μέταλλο. Δεν αναπαράγεσαι. Στο είδος σου δεν
υπάρχει εξέλιξη. Τι μπορείς να ξέρεις για ζωικά
συστήματα; Δεν ξέρεις τι είναι να ζεις και ν'
αλλάζεις, να ονειρεύεσαι και να κτίζεις. Πως
είναι δυνατό να ισχυρίζεσαι πως καταλαβαίνεις
αυτά που λέω;»
«Προσπαθώ να καταλάβω».
«Ηρθες για να τα καταστρέψεις όλα! Ηρθες για να
στείλεις το Λαμάρκ μέσα στον ήλιο, να κάνεις τον
κόσμο μου και τη ζωή μου στάχτη. Σ' έστειλαν να
κάνεις ένα έγκλημα. Πως μπορεί ένας δολοφόνος να
ισχυρίζεται ότι καταλαβαίνει τη ζωή; Η ζωή είναι
ιερή».
«Δεν είμαι 'γω ο δολοφόνος», είπε το ρομπότ ήρεμα. «Οι άνθρωποι που με έστειλαν πήραν την απόφαση. Πραγματικοί, ζωντανοί άνθρωποι. Πρέπει να είχαν καταλάβει, αλλά παρ' όλα αυτά πήραν την απόφαση. Τα μέταλλα δεν παίρνουν αποφάσεις. Τα μέταλλα δεν σκοτώνουν. Εγώ ήρθα να κάνω μόνο αυτό που μου είπαν να κάνω».
«Δεν έχουν το δικαίωμα να σου πουν να με
σκοτώσεις», είπε ο άντρας γυαλιά, με μια χαμηλή,
γεμάτη οργή φωνή. «Δεν έχουν το δικαίωμα να σε
βάλουν να καταστρέψεις τη δουλειά μου. Δεν
μπορούν να με πετάξουν στον ήλιο. Είναι ενάντια
στο νόμο να κάνεις έγκλημα. Τα ρομπότ δεν μπορούν
να καταπατήσουν το νόμο».
«Καμμιά φορά ο νόμος πρέπει να αγνοείται», δήλωσε
το ρομπότ. «Θεωρήθηκε υπερβολικά επικίνδυνο να
επιτρέψουν στον Αστεροειδή Λαμάρκ να υπάρχει.
Επικράτησε η γνώμη ότι, το επικίνδυνο πείραμα που
έχει γίνει εδώ, θα πρέπει να καταστραφεί όσο το
δυνατόν πιο γρήγορα, και ότι δε θα πρέπει να
υπάρξει καμιά πιθανότητα μόλυνσης».
«Επικράτησε η γνώμη ότι ο Αστεροειδής Λαμάρκ
είναι ένας κίνδυνος, που απειλεί την ύπαρξη της
ζωής πάνω στη Γη. Θεωρήθηκε ότι, υπάρχει κίνδυνος
σπόρων, που θα ξέφευγαν απ' το εσωτερικό του
πλανητοειδούς, και θα ήταν σε θέση να διασχίσουν
το διάστημα. Τονίστηκε ότι, αν μια τέτοια
πιθανότητα πραγματοποιόταν, δε θα υπήρχε
απολύτως κανένας τρόπος να εμποδιστεί το ζωικό
σύστημα του Λαμάρκ, απ' το καταστρέψει όλη τη ζωή
πάνω στη Γη».
«Βγήκε το συμπερασμα ότι, αν και είναι μικρή η
πιθανότητα ενός τέτοιου γεγονότος, όμως η πιθανή
καταστροφή θα ήταν πολύ μεγάλη, για να το
διακινδυνεύσουν. Ετσι, βγήκε η απόφαση ότι, ο
Αστεροειδής Λαμάρκ πρέπει να ριχτεί μες στον
ήλιο, και ότι δεν πρέπει να δοθεί άδεια να
επιστρέψει στη Γη οτιδήποτε έχει έρθει σ' επαφή
με τον Αστεροειδή».
Ο μικρόσωμος άντρας στην πραγματικότητα δεν
άκουγε. Ολα αυτά τα είχε ακούσει και πριν.
Κοιτούσε με σκληρό βλέμα πέρα από το παράθυρο, το
ασημένιο δάσος. Από τις γωνίες των αεικίνητων
ματιών του έτρεχαν μικρές σταγόνες δάκρυα. Δεν
έκλαιγε για τον εαυτό του, αλλά για τη ζωή που
είχε δημιουργήσει στο Λαμάρκ.
«Μα γιατί;» παραπονέθηκε. «Η ζωή μου - είναι
θαυμάσια, είναι όμορφη. Αξίζει για την επιστήμη,
περισσότερο από καθετί άλλο που έχουμε
δημιουργήσει ή κατασκευάσει. Ποιός πήρε αυτή την
απόφαση; Ποιος θέλει να την καταστρέψει;»
«Είναι επικίνδυνη», δήλωσε ο εκτελεστής με
πείσμα. «Πρέπει να καταστραφεί».
«Σ' έχουν προγραμματίσει να κρατήσεις
μυστικότητα», είπε ο γενετιστής. «Φοβούνται.
Φοβούνται ακόμα και να μου πουν ποιοί είναι. Αυτό
δεν είναι έργο τίμιων ανθρώπων - υπεύθυνων
ανθρώπων. Πολιτικοί σε έστειλαν, όχι
επιστήμονες».
«Τι φοβούνται στα αλήθεια; Φοβούνται, μήπως η ζωή
μου αναπτύξει νοημοσύνη; Μήπως γίνει πιο έξυπνη,
πιο ανώτερη σε κάθε σημείο απ' τον άνθρωπο; Αυτό
όμως είναι ανοησία».
«Δεν ξέρω τίποτα για το φόβο», είπε το ρομπότ.
«Ξέρω τι μου έχουν πει, και τι σκέπτεσαι εσύ για
όλα αυτά. Τα γεγονότα όμως δεν αλλάζουν. Υπάρχει
κίνδυνος μόλυνσης απ' τον Αστεροειδή Λαμάρκ. Οι
συνέπειες ενός τέτοιου κινδύνου είναι τόσο
φοβερές, ώστε δεν μπορεί να του επιτραπεί να
υπάρξει ούτε για ένα λεπτό περισσότερο από ότι
είναι αναγκαίο».
«Η ζωή μου δε θα μπορούσε ποτέ να φτάσει στη Γη».
«Επικρατεί η εντύπωση ότι υπάρχει ο κίνδυνος να
εξελιχθούν σπόροι του Αρένιους».
«Σπόροι του Αρένιους», γρύλισε ο μικρόσωμος άντρας. «Τι μπορούσε να ξέρει ο Αρένιους; Εχει πεθάνει εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Οι προβλέψεις του είναι ανοησίες. Η ιδέα του για τους ζωικούς σπόρους που φέρνουν τη ζωή στους νέους πλανήτες είναι απλοϊκή και ανόητη. Τίποτα δεν αποδεικνύει πως θα μπορούσαν ποτέ να υπάρξουν τέτοιοι σπόροι. Αν οι άνθρωποι που σε έστειλαν, χρησιμοποιούσαν τους σπόρους του Αρένιους για δικαιολογία, τότε, είναι ανόητοι».
«Δεν είναι επιτρεπτός κανένας κίνδυνος, όσο
μικρός κι αν είναι», επέμενε το ρομπότ.
«Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος», τόνισε ο
γενετιστής. «Χωριζόμαστε μ' ένα γυάλινο τοίχο
απ' αυτές τις μορφές ζωής. Ολ' αυτά τα χρόνια που
δουλεύω εδώ, αυτή η ζωή δεν έχει διαπεράσει αυτό
τον τοίχο. Σύμφωνα μ΄αυτά που λες, θάπρεπε να
είναι σε θέση να διαπεράσει την επιφάνεια του
πλανητοειδούς, να διασχίσει τριακόσια
δισεκατομμύρια χιλιόμετρα στο πλανήτη στο
διάστημα, να βρει ένα σχετικά μικρό πλανήτη και
να εγκατασταθεί». Η φωνή του μικρόσωμου άντρα
είχε υψωθεί απότομα, και τα λόγια του
μπερδεύονταν.
«Λυπάμαι», είπε το ρομπότ.
«Λυπάσαι!» Πως μπορείς να λυπάσαι; Δεν είσαι
ζωντανός. Πως μπορείς να ξέρεις τι σημαίνει η ζωή;
Η έστω, να νιώσεις αυτά που νιώθω εγώ;»
«Είμαι ζωντανός» διαμαρτυρήθηκε ο εκτελεστής.
«Είμαι τόσο ζωντανός, όσο εσύ ή όσο ο κόσμος που
βρίσκεται πίσω απ' το παράθυρό σου».
«Δε μπορείς να νιώσεις τη λύπη», είπε ξερά ο
μικρόσωμος άντρας. «Είσαι μέταλλο. Δεν μπορείς να
καταλάβεις».
«Η παράφορη αποφασιστικότητα που χρησιμοποιείς
για ν' αποδείξεις τη δική μου έλλειψη
κατανόησης, είναι λανθασμένη», είπε το ρομπότ, με
κάποιο ίχνος μεταλλικής πικρίας. «Ξέρω πολύ καλά
τι είναι το ζωικό σου σύστημα. Ξέρω πολύ καλά τι
είσαι. Ξέρω πολύ καλά τι είσαι. Ξέρω πολύ καλά τι
αισθάνεσαι».
«Δε μπορείς όμως να το αισθανθείς κι εσύ».
«Οχι».
«Τότε δεν καταλαβαίνεις». Ο μικρόσωμος άντρας
είχε ηρεμήσει, καθώς ο θυμός του συνάντησε την
ψυχρότητα του εκτελεστή.
«Καταλαβαίνω απόλυτα τι έκανες, και γιατί το
έκανες», είπε υπομονετικά το ρομπότ.
«Τότε ξέρεις ότι δεν υπάρχει κίνδυνος», είπε ο
γενετιστής.
«Αν έφτανε ποτέ το ζωικό σου σύστημα στη Γη θα
κατάστρεφε τον πλανήτη. Το ζωικό σου σύστημα δεν
αναπαράγεται με πανομοιότυπα. Κάθε οργανισμός
είναι μοναδικός, κι έχει δυο χρωματοσώματα, το
καθένα απ' τα οποία είναι ένας ολοκληρωμένος
γονότυπος. Το ένα χρωματόσωμα καθορίζει τον
οργανισμό, και στ' άλλο βρίσκεται ο γενετικός
κώδικας ενός ιού. Αυτό το δεύτερο χρωματόσωμα
βρίσκεται σε λήθαργο, ωσότου ο
οργανισμόςγεράσει, οπότε καταλαμβάνει τον
έλεγχο της πρωτεϊνικής σύνθεσης απ' το
χρωματόσωμα του οργανισμού. Δισεκατομμύρια και
δισεκατομμύρια μόρια ιού παράγονται, κι ο
οργανισμός πεθαίνει απ' την εσωτερική αυτή
αρρώστεια. Τα μόρια του ιού ελευθερώνονται και
προσβάλλουν τα πάντα. Κάθε σύστημα πρωτεϊνικής
σύνθεσης μπορεί να προσβληθεί απ' αυτόν τον ιό.
Με την προσβολή, τα χρωματόσωμα του οργανισμού
του υποδοχέα συντήκονται, και προσαρμόζονται το
ένα με τ' άλλο. Εξελίσσονται με μια διαδικασία
κατευθυνόμενης αλλαγής. Επειτα, το νέο
χρωματόσωμα επιφέρει μεταμόρφωση του σώματος
που το φιλοξενεί, κι εμφανίζεται ένα πλάσμα που,
στην αρχή είναι παρασιτικό, αργότερα όμως, ζει
μόνο του, ελεύθερα. Το νέο ον μεταφέρει το
λανθάνον χρωματόσωμα του ιού μες στα δικά του
κύτταρα».
«Το σπουδαιότερο χαρακτηριστικό αυτού του
ζωικού συστήματος είναι το γεγονός πώς, ο ιός
μπορεί να προσβάλλει κάθε ζωντανό πλάσμα, άσχετα
απ' το αν αυτό είναι ή δεν είναι ήδη, μέρος του
ζωϊκού συστήματος. Δεν υπάρχει ανοσοποίηση. Ετσι,
σιγά σιγά, όλη η ζωή σε κάθε συνεχές θα γίνει
τμήμα του ζωικού συστήματος. Κι η ενσωμάτωση
σημαίνει αναπόφευκτα κι ολοκληρωτική απώλεια
του κάθε οργανισμού».
Ο μικρόσωμος άντρας κούνησε το κεφάλι του.
«Ωστε τα ξέρεις όλα», παραδέχτηκε. «Ξέρεις τι
είναι και πως δουλεύει. Κι όμως, κάθεσαι εκεί και
με κατηγορείς ότι, δημιούργησα κάποιο τέρας
τύπου Φραγκεστάιν που, περιμένει να με
καταστρέψει και να κατακτήσει τη Γη. Δεν βλέπεις
πόσο παιδιάστικο και γελοίο είναι αυτό;»
«Υπάρχει κίνδυνος», είπε το ρομπότ επίμονα.
«Τέλεια ανοησία! Το ζωικό μου σύστημα είναι
απόλυτα συνδεδεμένο με το εσωτερικό του
Αστεροειδούς Λαμάρκ. Δεν υπάρχει καμμιά
πιθανότητα να φτάσει στο εξωτερικό. Αν γινόταν
κάτι τέτοιο, δε θα ζούσε. Ούτε ένα σύστημα τόσο
πολύμορφο σαν το δικό μου δε θα μπορούσε να ζήσει
εκεί, χωρίς αέρα ή νερό. Μόνο τα ρομπότ μπορούν να
το κάνουν. Το σύστημα δε μπορεί να ξεφύγει απ' το
Λαμάρκ».
«Αν, όπως ισχυρίζεσαι στις αναφορές σου, η εξέλιξη του λαμαρκιανού ζωικού συστήματος είναι κατευθυντήρια και τελειοποιείται συνέχεια, τότε είναι λάθος να περιορίζεις τις υποθετικές δυνατότητες του συστήματος. Υπάρχει μια περιορισμένη πιθανότητα ότι, θα βρει το δρόμο για το εξωτερικό μέρος του Λαμάρκ κι ότι θα αναπτύξει ένα μηχανισμό εξωπλανητικής διασποράς».
«Οι σπόροι του Αρένιους!» μούγκρισε ο
μικρόσωμος άντρας. «Πώς; Πες μου πώς; Πως
μπορεί ένα κλειστό σύστημα, μέσα σε έναν
αστεροειδή να οδηγήσει σπόρους στη Γη ενάντια
στον ηλιακό άνεμο; Σίγουρα ακόμα κι οι ανόητοι
που σ' έστειλαν, θα καταλαβαίνουν ότι οι σπόροι
του Αρένιους θα πρέπει να παρασύρονται προς τα
έξω, μακριά απ' τη Γη. Αν βέβαια υπήρχε, έστω
και μια απίθανα μικρή πιθανότητα να μπορούν να
σχηματιστούν τέτοιου είδους σπόροι».
«Είναι αδύνατο να κάνεις προβλέψεις για τους
τρόπους της διασποράς μέσα στο ηλιακό σύστημα»,
δήλωσε το ρομπότ αμείλικτα.
«Νομίζεις πως είμαι ηλίθιος;»
«Οχι».
«Τότε γιατί αρνείσαι να παραδεχτείς οτιδήποτε κι
αν πω. Τα ρομπότ είναι λογικά όντα ουσιαστικά.
Σίγουρα υπάρχει λογική σ' όσα λέω».
«Οσα λογικά επιχειρήματα κι αν αντιτάξεις, δεν
είναι δυνατό να σωθείς. Ο μηχανισμός έχει
τοποθετηθεί κι έχει αρχίσει να λειτουργεί. Ο
Αστεροειδής Λαμάρκ κατευθύνεται προς τον ήλιο.
Αυτή η απόφαση δεν αναθεωρείται».
«Δεν αναθεωρείται», γέλασε ειρωνικά ο
γενετιστής. «Δεν αναθεωρείται, γιατί δεν
τόλμησαν να μ' αφήσουν να μιλήσω. Δεν υπάρχει
δικαιοσύνη σ' αυτή την απόφαση. Υπάρχει μόνο
φόβος».
«Υπάρχει φόβος», παραδέχτηκε το ρομπότ.
«Προσπαθείς να με πείσεις ότι υπάρχει λογική
πίσω απ' αυτή τη θανατική καταδίκη. Μιλάς με τους
ψυχρούς, κι ακριβείς όρους της πιθανότητας και
του κινδύνου. Προσπαθείς να με πείσεις για να
καλύψεις την αλήθεια και την ενοχή».
«Αν μπορείς, μίλα με ειλικρίνεια. Πες μου την
αλήθεια - ότι έχω καταδικαστεί σε θάνατο από
έναν τρελό, παράλογο φόβο - το φόβο ενός
τερατώδους φαντάσματος που, δε μπορεί ποτέ ν'
αναπτυχθεί μέσ' από το ζωικό μου σύστημα. Αυτό
είναι όλο - ένας τρελλός, ηλίθιος, παθολογικός
φόβος για κάτι που δε μπορούν να το καταλάβουν ή
να το εκτιμήσουν. Φόβος, που μπορεί να γεννήσει
φόβο, να προσβάλλει και άλλους. Ο φόβος που μπορεί
να χρησιμοποιηθεί σαν αφορμή για να παρθούν
θανατικές καταδίκες. Λένε ότι ο ιός μου, που
μπορεί να προσβάλει τα πάντα, ίσως φτάσει και στη
Γη. Μα βρίσκεται εκεί κιόλας. Ο φόβος προσβάλλει
τα πάντα, και το δεύτερο στάδιό του είναι το
έγκλημα».
«Ο φόβος είναι φυσικός», είπε ο εκτελεστής.
«Φυσικός!» Ο μικρόσωμος άντρας σήκωσε τα μάτια
του, που τα έκρυβαν τα γυαλιά, προς το ταβάνι, κι
άνοιξε διάπλατα τα χέρια του. «Ποιο φυσικό είδος
φοβάται την ίδια τη φύση;»
«Η ανθρώπινη φύση», είπε το ρομπότ, με μηχανική
πονηριά.
«Αυτή με καταδίκασε», είπε ο γενετιστής. «Η
ανθρώπινη φύση. Οχι το λογικό - ούτε οι
περιορισμένες πιθανότητες. Η ανθρώπινη φύση, η
ανθρώπινη ματαιότητα κι ο ανθρώπινος φόβος. Αυτό
όμως που φοβούνται, είναι οι ίδιοι οι εαυτοί
τους».
«Οι άνθρωποι σχεδίασαν αυτόν τον ιό. Βιοχημικοί
και γενετιστές συνέλαβαν την ιδέα. Γενετικοί,
μηχανικοί και χειρούργοι ανέλαβαν την
πραγματοποίησή της. Ολο το σύστημα είναι προϊόν
της ανθρώπινης εμπνευσης, της ανθρώπινης
εφευρετικότητας, της ανθρώπινης ικανότητας. Τι
πρόκειται να μου πεις τώρα; Οτι υπάρχουν ορισμένα
πράγματα που, ο άνθρωπος δεν έπρεπε να μάθει; Οτι
η δημιουργία είναι προνόμιο της θεότητας;»
«Οχι», είπε ο εκτελεστής. «Θα πω αυτό, μόνο:
επειδή ένας άνθρωπος μπορεί να κάνει κάτι, δεν
υπάρχει κανένας απολύτως λόγος, πως πρέπει και να
το κάνει. Αυτό που δημιούργησες, εμπεριέχει έναν
τέτοιο κίνδυνο που, δε μπορεί να του επιτραπεί να
συνεχίσει να υπάρχει».
«Αυτοί σου είπαν να το πεις αυτό;»
«Αυτά είναι δικά μου λόγια», επέμενε το ρομπότ.
«Κάνω ό,τι μου είπαν. Λέω αυτό που μου είπαν να πω.
Ομως πιστεύω. Είμαι μέταλλο, αλλά είμαι ζωντανό.
Πιστεύω στον εαυτό μου. Ξέρω τι κάνω».
«Η θανατική καταδίκη αφορά κι εσένα επίσης», είπε
ο γενετιστής.
«Δέχομαι την αναγκαιότητα».
«Αυτό υποτίθεται ότι θα με κάνει και μένα να τη
δεχτώ; Είσαι ένα ρομπότ. Δε δίνεις στη ζωή την
ίδια αξία που δίνω εγώ. Είσαι προγραμματισμένος
να πεθάνεις. Ασχετα με το τι πιστεύει το
μεταλλικό σου μυαλό, δε μπορείς να δεχτείς τις
ανθρώπινες αξίες. Είσαι μόνο μια μηχανή».
«Ναι», είπε το ρομπότ σοβαρά, «είμαι μια μηχανή».
Ο μικρόσωμος άντρας κοίταξε μέσα απ' το
γυάλινο τοίχο, πνίγοντας τη ναυτία, την
απογοήτευσή του - και το φόβο.
«Δεν είμαι μόνο εγώ», είπε ο άντρας. «Είναι κι όλη
μου η ζωή. Είναι όλα όσα έχω κάνει - όλα όσα
πιστεύω. Δε θέλω να πεθάνω, αλλά, δε θέλω να
πεθάνουν κι όλα αυτά. Είναι τόσο σπουδαία για
μένα. Εγώ τα έφτιαξα. Αυτό δε μπορείς να το
καταλάβεις».
«Αφού το λες εσύ», παραδέχτηκε κουρασμένα ο
εκτελεστής.
«Ούτε εγώ το καταλαβαίνω» ομολόγησε ο μικρόσωμος
άντρας.
«Οχι», είπε το ρομπότ. «Δεν μπορείς. Δεν είναι η
επιστήμη σου. Είναι το παιδί σου».
Ο άντρας αντέδρασε. «Ποιος είσαι εσύ, που θα
κρίνεις; Τι είσαι εσύ για να κρίνεις; Πως
μπορεί ένα μεταλλικό πλάσμα να λέει τέτοια
πράγματα; Ποια είναι η διαφορά για μένα; Η
επιστήμη μου είναι το παιδί μου. Επειδή αγαπάω το
σύστημα που δημιούργησα, χάνει την αξία της η
λογική μου; Θα πρέπει τα επιχειρήματά μου να
περιφρονηθούν, επειδή έχω συνδεθεί προσωπικά
μαζί τους;»
«Τα επιχειρήματά σου δεν έχουν καμμία σημασία. Το
θέμα έχει κιόλας κλείσει».
«Κι αποφασίστηκε η καταδίκη. Ποιος μίλησε εκ
μέρους μου; Ποιός παρουσίασε τα επιχειρήματά μου,
την υπεράσπισή μου;»
«Παρουσιάστηκαν», είπε το ρομπότ μουδιασμένα.
«Και καταριφτήκανε. Σα να μην είχαν καμιά αξία».
«Η απόφαση πάρθηκε. Εξετάστηκαν όλα τα γεγονότα.
Μελετήθηκε κάθε δυνατή πορεία δράσης. Αλλά δε
μπορούμε να το διακινδυνέψουμε. Ο Αστεροειδής
Λαμάρκ, και καθετί που έχει έρθει σε επαφή μαζί
του, πρέπει να καταστραφεί. Ο κίνδυνος της
μόλυνσης πρέπει να εξαφανιστεί».
«Πρέπει να είναι τρελλοί», είπε ο μικρόσωμος
άντρας αφηρημένα. «Αυτός ο παράλογος φόβος δεν
είναι δυνατό να εξαπλώθηκε τόσο πολύ. Δεν τους
είναι αρκετό, να καταστρέψουν μόνο τη ζωή που
δημιούργησα. Πρέπει να με σκοτώσουν και εμένα
μαζί της. Πρέπει να δολοφονήσουν και να
καταστρέψουν. Σίγουρα, αυτό σημαίνει ότι με
φοβούνται - φοβούνται το τι μπορώ να πω. Πόσο
αδύνατα πρέπει να είναι τα επιχειρήματά τους, για
να μην αφήσουν τη φωνή μου ν' ακουστεί;»
«Φοβούνται τους σπόρους», είπε το ρομπότ. «Εσύ
έχεις έρθει σε στενή επαφή με το σύστημα. Αν σου
επέτρεπαν να γυρίσεις στη Γη, θα ήταν σαν να
προσκαλούσαν τον κίνδυνο απ' τον οποίο θέλουν να
προφυλαχτούν».
«Είσαι σίγουρος; Το πιστεύεις κι εσύ αυτό; Γιατί
δεν ισχυρίστηκαν ότι κι η γνώση μου ήταν πολύ
επικίνδυνη; Δεν θα ήταν πιο διπλωματικό να με
κάνουν να πεθάνω σε κάποιο ατύχημα;» «Ή μήπως αυτό
θα πούνε;» πρόσθεσε ο γενετιστής, καθώς αυτή η
σκέψη περνούσε απ' το μυαλό του.
«Δεν έχει καμμιά διαφορά», είπε το ρομπότ.
«Ποιος σ' έστειλε;» απαίτησε να μάθει ο
μικρόσωμος άντρας, ξέροντας πολύ καλά ότι δεν ια
έπαιρνε απάντηση. «Ποιος άρχισε το φόβο;»
«Ποιο φόβο;» ρώτησε, κάνοντας πως δεν
καταλαβαίνει το ρομπότ.
«Αυτόν τον πανικό. Ποιος άφησε να εξαπλωθεί ο
φόβος που κρύβεται πίσω απ' αυτή την απόφαση; Δε
δημιουργήθηκε μόνος του. Δε γεννήθηκε αυθόρμητα
μέσα στα μυαλά σοβαρών ανθρώπων. Κάποιος τον
έβαλε εκεί. Κάποιος ξεκίνησε μια σταυροφορία.
Κάποιος ήθελε μιαν αφορμή. Είναι φανερό».
«Δεν είμαι τόσο ανόητος να πιστεύω ότι κάποιος με
μισεί, ή ότι ένας ψυχοπαθής πιστεύει πράγματι
στον κίνδυνο της μόλυνσης. Κάποιος ήθελε τη
δύναμη. Κάποιος ήθελε εξαπλώσει το φόβο, να κάνει
μια σταυροφορία, όπου θα ήταν αυτός ο αρχηγός. Η
πολιτική διαμόρφωσε αυτή διαστρεβλωμένη σου
λογική. Η πολιτική δε σ' αφήνει να μιλήσεις. Μόνο
η πολιτική χρησιμοποιεί το φόβο για όπλο. Ετσι
δεν είναι;»
«Δεν ξέρω».
«Εγώ ξέρω! Ο φόβος ποτέ δε γεννιέται, έχοντας
σχηματισμένη τελική μορφή. Πρέπει να εξαπλωθεί
όπως ο ιός. Πρέπει να καλλιεργηθεί, να μεγαλώσει.
Ο φόβος είναι ένα από τα μέσα της πολιτικής.
Φυτεύεται, μεγαλώνει, αγοράζεται και πουλιέται».
«Λες ανοησίες», είπε ψυχρά το ρομπότ.
«Θα μου πεις τώρα πως δεν καταλαβαίνω», είπε ο
μικρόσωμος άντρας και γέλασε. Το ρομπότ δε
γέλασε.
«Δεν υπάρχει λόγος», είπε το ρομπότ, «να
προσπαθείς να με πεταπείσεις. Δεν μπορείς ν'
αμφισβητήσεις την αξία των επιχειρημάτων μου,
γιατί η απόφαση έχει κιόλας παρθεί. Η καταδίκη
έχει ήδη αρχίσει να πραγματοποιείται».
Ο μικρόσωμος άντρας απομακρύνθηκε απ' το
γυάλινο τοίχο και προχώρησε προς τη πόρτα.
«Ο,τι και να κάνεις, δε θα σε βοηθήσει», είπε το
ρομπότ. «Αν έχεις σκοπό να πάρεις το όπλο απ' το
γραφείο σου, μην το πάρεις. Δεν υπάρχει τίποτα που
να μπορείς να κάνεις. Ο μηχανισμός εγκαταστάθηκε
κι άρχισε να λειτουργεί, πριν έρθω εγώ εδώ. Ο
Λαμάρκ είναι ήδη νεκρός».
Ο μικρόσωμος άντρας σταμάτησε, και γύρισε το
κεφάλι του. «Δεν είχα σκοπό να πάρω το όπλο», είπε.
Το ρομπότ δε μπορούσε να χαμογελάσει. «Πήγαινε»,
είπε ο εκτελεστής. «Πήγαινε, και κάνε ό,τι
θέλεις».
Ο μικρόσωμος άντρας έφυγε, και το ρομπότ γύρισε τα κόκκινα μάτια του προς το γυάλινο τοίχο. Στεκόταν βυθισμένο στις σκέψεις, κοιτώντας το μεταξένιο δάσος. Πέρα και μέσα στο ασημένιο δίκτυ - που ήταν όλο ένας οργανισμός - βρίσκονταν άλλοι οργανισμοί, άλλα τμήματα οργανισμών. Το ρομπότ δεν προσπάθησε να τα δει. Δεν τον ενδιέφεραν.
Ο Αστεροειδής Λαμάρκ άρχισε να χάνει τροχιακή ταχύτητα και ξεκίνησε με μια μακριά, αργή, σπειροειδή κίνηση προς τον ήλιο.
Ο μικρόσωμος άντρας κρατούσε το όπλο και με τα
δυο του χέρια. Είχε μικρά, λεπτά χέρια και
μικροκαμωμένα μπράτσα. Το όπλο ήταν βαρύ.
«Τι θα κάνεις;» ρώτησε το ρομπότ ήρεμα.
Ο μικρόσωμος άντρας κοίταξε μέσα απ' τα γυαλιά
με το λεπτό σκελετό το αντικείμενο που κρατούσε.
«Δε θα βοηθήσει σε τίποτα να με πυροβολήσεις»,
είπε το ρομπότ.
«Τι σ' ενδιαφέρει αν σε πυροβολήσω ή όχι», ρώτησε
ο μικρόσωμος άντρας. Η φωνή του ήταν απότομη και
γεμάτη πάθος. «Είσαι μέταλλο. Δεν καταλαβαίνεις
τη ζωή. Σκοτώνεις, αλλά δεν ξέρεις τι είναι
αυτό που κάνεις».
«Ξέρω τι είναι να ζεις», είπε το ρομπότ.
«Υπάρχεις» γρύλισε ο γενετιστής. «Δεν ξέρεις τι
σημαίνει η ανθρώπινη ζωή. Δεν ξέρεις τι σημαίνει αυτό
-» έδειξε προς το παράθυρο του τοίχου «-για μένα,
για την επιστήμη. Εσύ θέλεις μόνο να σκοτώσεις. Να
σκοτώσεις τη ζωή, τη γνώση, την επιστήμη. Για το
φόβο».
«Τα ξανάπαμε όλα αυτά».
Τι άλλο υπάρχει να κάνουμε από το να τα ξαναπούμε;
Τι άλλο υπάρχει απ' το να μιλάμε ωσότου ο Λάμαρκ
πέσει μες στον ήλιο κι εσύ κι εγώ γίνουμε στάχτες;
Τι θέλεις εσύ να κάνεις;»
«Η συζήτηση είναι μάταιη».
«Το κάθετι είναι μάταιο. Είμαι ένας
καταδικασμένος άνθρωπος. Ο,τι και να κάνω, είναι
χάσιμο χρόνου. Είμαι ένας νεκρός άνθρωπος. Είσαι
ένα νεκρό ρομπότ. Εσένα όμως δε σε ενδιαφέρει».
Ο εκτελεστής έμεινε σιωπηλός.
Ο μικρόσωμος άντρας σήκωσε το όπλο και σημάδεψε
ένα από τα κόκκινα μάτια του ρομπότ. Για λίγα
λεπτά άνθρωπος και μέταλλο κοιτάχτηκαν. Το
ρομπότ είδε ένα λεπτό, τρεμάμενο δάχτυλο να
πατάει τη σκανδάλη του όπλου.
Τα χέρια που κρατούσαν το όπλο τινάχτηκαν, καθώς
το όπλο κλώτσησε το γενετιστή. Ακούστηκε ένας
δυνατός θόρυβος. Η σφαίρα χτύπησε το μεταλλικό
κάλυμα, εξοστρακίστηκε πάνω στο παράθυρο, αλλά το
γυαλί δεν έσπασε.
«Είναι άσκοπο», είπε το ρομπότ μαλακά. Μετά τον
πυροβολισμό είχε ένα ήρεμο, παραπονεμένο ύφος.
Ο μικρόσωμος άντρας πυροβόλησε πάλι,
τεντώνοντας τους μυς γύρω από τα μάτια και το
στόμα του, καθώς προσπαθούσε να κρατήσει τα χέρια
του ακίνητα. Η σφαίρα σκόρπισε το ηλεκτρονικό
μάτι του ρομπότ σε κόκκινα θραύσματα. Ο
μεταλλικός άνθρωπος μούγκρισε κι οπισθοχώρησε.
Για μια στιγμή οι διπλές αρθρώσεις του ποδιού του
κράτησαν την ισορροπία του παρά το χτύπημα, και
το ρομπότ κρατήθηκε σε μια γυρτή θέση.
Επειτα το μουγκρητό σταμάτησε με έναν απότομο
μεταλλικό ρόγχο, και ο γενετιστής έκανε έναν
μορφασμό πόνου, καθώς το είδε να σωριάζεται στο
πάτωμα.
Το νεκρό ρομπότ άφησε ένα κοροϊδευτικό γέλιο,
που αντήχησε βραχνά, έτσι, καθώς έβγαινε απ' τη
αποσυντονισμένη φωνητική του συσκευή. Ο
γενετιστής κοίταξε τον άμορφο σωρό του μετάλλου.
Δεν ήταν πια μια παρωδία του ανθρώπινου σχήματος.
Ηταν μόνο μέταλλο. Ηταν νεκρό.
Ο μικρόσωμος άντρας περπάτησε αργά προς το
μεγάλο παράθυρο. Πυροβόλησε, στρεώνοντας τ' όπλο
στη μέση του. Η σφαίρα εξοστρακίστηκε πάνω στο
γυαλί, και τον χτύπησε στον μηρό. Χλώμιασε κι
έκανε ένα μορφασμό πόνου, αλλά δεν έπεσε.
Πυροβόλησε ακόμα τρεις φορές, και την τρίτη το
γυαλί ράγισε. Δεν υπήρχε όμως κανένα άνοιγμα στο
γυάλινο τοίχο.
Ο γενετιστής αισθάνθηκε δάκρυα να τρέχουν απ' τα μάτια του, κι ένα ρυάκι αίμα στο πόδι του. Χτύπησε με τον υποκόπανο του όπλου πολλές, πολλές φορές το γυαλί. Οι ραγισματιές απλώθηκαν, και τελικά το παράθυρο εγκατέλειψε τον αγώα και κομματιάστηκε. Από τη στιγμή που υπήρχε ένα άνοιγμα, ήταν πολύ εύκολο να το μεγαλώσει. Ο μικρόσωμος άντρας άφησε την τεχνητή βαρύτητα του εργαστηρίου να τον τραβήξει προς το πάτωμα, ξεκουράζοντας το πληγωμένο του πόδι, ενώ συγχρόνως χτυπούσε το κάτω άκρο της τρύπας, ωσότου στον τοίχο δημιουργήθηκε ένα πέρασμα.
Σύρθηκε μέσ' από αυτό, και πέρασε στον κόσμο
του ζωικού του συστήματος. Μόλις βρέθηκε εκεί,
πέρα από το πεδίο βαρύτητας, το πόδι του
σταμάτησε να τον πονάει και το σώμα του γέμισε
από μια ευχάριστη αίσθηση.
Ανέπνευσε τον αέρα, και φαντάστηκε ότι τον
έβρισκε καθαρότερο και πιο φρέσκο απ' τον ψυχρό
αποστειρωμένο αέρα του δικού του κόσμου μες στο
Λαμάρκ. Δε θα αισθανόταν τίποτα, ήξερε όμως ότι με
τον αέρα που ανέπνεε, και μέσα από την πληγή του
ποδιού του, ο ιός πρόσβαλε το σώμα του.
Αρχισε να σέρνεται μακριά απ' το παράθυρο, για να απομακρυνθεί, μακριά απ' το δολοφονημένο ρομπότ κι ανακάλυψε ότι μπορούσε να σέρνεται με καταπληκτική ταχύτητα και χωρίς μεγάλο κόπο. Ο γενετιστής απομακρύνθηκε απ' το παράθυρο, γιατί ήταν ένα παράθυρο, προς έναν κόσμο που είχε στείλει έναν εκτελεστή για να του πάρει τη ζωή. Συνέχισε να προχωράει όλο και πιο μακριά, μπήκε μές στο σώμα του ασημένιου δάσους, και προχωρούσε, προχωρούσε. Βρήκε ένα άλλο δάσος - ένα άλλο μοναδικό ον με πολλές διαφορετικές όψεις. Αυτό ήταν ένα σύμπλεγμα από δενδρομορφές, που αποτελούνταν απο στριφογυριστούς, γεμάτους κλαδιά κορμούς. Ο καθένας τους φαινόταν να είχε δημιουργηθεί από μια διαδικασία διακλάδωσης και αποχωρισμού, με σπειροειδή τρόπο, από μια κοινή αρχή ή ένα κοινό σημείο. Το κάθε κλαδί τελείωνε σ' ένα μικρό, σαν το ανθρώπινο μάτι, σφαιροειδές. Τα κλαδιά είχαν το ίδιο πάχος και την απαλότητα και τη σκληρότητα, όπως του γυαλιού. Το δάσος κοιτάζοντάς το στην αρχή, έμοιαζε απολιθωμένο' υπήρχε όμως ζωή και εξέλιξη εκεί.
Τίποτα δεν απολιθωνόταν στο λαμαρκιανό ζωικό σύστημα. Μέσα στις σφαίρες που κρέμονταν στην άκρη των κλαδιών, ο γενετιστής μπορούσε να διακρίνει κίνηση και, όταν σταμάτησε για να δει από πιο κοντά, είδε έναν καπνό, που στριφογύριζε και μεταβαλλόταν, και που δε θα μπορούσε να είναι τίποτα άλλο από κυτταροπλαστική ροή. Διέκρινε πιο σκοτεινές περιοχές, που ήταν πυρήνες ή οργανίδια. Εβγαλε το συμπέρασμα ότι οι σφαίρες ήταν τα ζωντανά στοιχεία ενός αποικιακού όντος ή μιας κυψέλης, που κατασκεύασε τους κορμούς από καθαρά ανόργανα υλικά. Συνέχισε να προχωράει μισοπετώντας ανάμεσα από το μικρό δάσος, μπήκε σ' ένα άλλο και σ' άλλο. Δεν έβλεπε πια το σπασμένο παράθυρο, ούτε τις ηλεκτρικές στήλες τω ηλιακών κυττάρων, τη μόνη ένδειξη της ανθρώπινης επέμβασης στο λαμαρκιανό ζωικό σύστημα. Ηταν μόνος, ένας ξένος μέσα στον κόσμο που είχε φτιάξει. Σταμάτησε, και βυθίστηκε αργά σ' ένα χαλί από μικροσκοπικούς οργανισμούς. Ξάπλωσε εξαντλημένος, ακούγοντας το χτύπο της καρδιάς του, και θαυμάζοντας τα θαύματα που είχε παράγει η ικανότητά του, η γνώση του της γενετικής.
Είδε ένα τεράστιο φυτό, όχι πολύ μακριά, που θα
πρέπει να κάλυπτε μια πολύ μεγαλύτερη περιοχή
απ' ότι τα συνηθισμένα 'δάση'. Ηταν τόσο
σύνθετο, που απλωνόταν σε πολλά διαδοχικά
στρώματα, στον αέρα. Το κάτω στρώμα σχημάτιζε μια
πυκνή συστάδα ανοιχτόχρωμων πλοκαμιών με
ομοιόμορφη υφή, που δε διέφεραν και πολύ απ' τα
νήματα του μεταξένιου δάσους. Οι λεπτές ίνες,
πλεγμένες, σου έδιναν την εντύπωση ενός
μαξιλαριού, που παρουσίαζε ποικιλίες στο πάχος.
Πάνω απ' αυτό υπήρχε ένα πιο χαλαρό στρώμα, από
στοιχεία που ήταν πιο σκούρα στο χρώμα, της ίδιας
όμως υφής με τα προηγούμενα. Οι ίνες κουνιόνταν
ελαφρά κι έμοιαζαν πολύ ευκίνητες.
Απ' αυτό το εναέριο στρώμα, εκτείνονταν υψώματα
μικρών, σφαιρικών στοιχείων, που μια μυστική
συγκολλητική δύναμη τα συγκρατούσε κατακόρυφα.
Αυτά τα σφαιρικά κύτταρα παράγονταν συνέχεια
απ' τα νήματα που βλάσταιναν. Οι σφαίρες που
βρίσκονταν πιο ψηλά, έχαναν τη μυστιριώδη
σταθερότητά τους και ξεκολλούσαν, πέφτοντας κάτω
αργά αργά. Υστερα από λίγο, άνοιγαν, και
δημιουργούσαν σύννεφα γεμάτα απ' τα αόρατα
μικρά μόρια του ιού. Προς την αντίθετη
κατεύθυνση, ο μηχανικός μπορούσε να δει ένα άλλο
τεράστιο φυτό, που είχε την εμφάνιση ενός
δέντρου, γεμάτο καρπούς, που δεν ήταν πολύτιμες
πέτρες. Το φυτό υψωνόταν από ένα βαθούλωμα
μεγάλο, που δε θα μπορούσε να φιλοξενήσει κανένα
είδος ζωής, αν δεν ήταν βέβαια τμήμα του
λαμαρκιανού ζωικού συστήματος. Καθώς κοίταξε με
την άκρη του ματιού του φευγαλέα, ο μικρόσωμος
άνθρωπος μπορούσε να διακρίνει χιλιάδες
ραμβοειδή σώματα να κινούνται με τυχαίο τρόπο
μέσα στο λασπώδες όν.
Το δέντρο ήταν λεπτό κι εξαιρετικά όμορφο, έτσι που λύγιζε κι άφηνε τα κλαδιά του να ξετυλιχτούν. Τα κλαδιά ήταν διάφανα, όχι όμως τελείως καθαρά, γιατί σε ορισμένα σημεία περιείχαν ραβδοειδή σώματα, που φαίνονταν θαμμένα, όπως οι μύγες μες στο κεχριμπάρι. Ο γενετιστής φαντάστηκε, ότι το δέντρο ήταν φτιαγμένο από μια κρυσταλλική λάσπη. Στην άκρη κάθε κλαδιού υπήρχε ένα μεγάλο σφαιρικό ή ελλειψοειδές κόσμημα, κλεισμένο μέσα σε μια λεπτή μεμβράνη. Υπήρχε μια κάποια κίνηση μέσα σε κάθε κόσμημα, κι όλα μαζί έμοιαζαν με τα πολυεδρικά μάτια κάποιου παράξενου τέρατος.
Ο γενετιστής κοίταξε, θαύμασε, κι αγάπησε.
Ο Αστεροειδής Λαμάρκ πέρασε μες στην τροχιά του Αρη.
Ο γενετιστής κοιμήθηκε, και καθώς κοιμόταν, πέθανε.
Ο ιός βρισκόταν μέσα του και δούλευε. Πρόσβαλε κύτταρα, διείσδυσε μες σε πυρήνες. Κατέλαβε το μηχανισμό της πρωτεϊνικής παραγωγής. Σκότωνε. Κι ενώ ακόμα σκότωνε, άρχισε να ξαναφτιάχνει και να ξαναγεννά. Το δεύτερο χρωματόσωμα του ιού και τα σαρανταέξι ανθρώπινα χρωματοσώματα έγιναν έναν σύνολο. Το DNA που βρισκόταν μέσα τους άρχισε να υφίσταται μια σειρά από χημικές μεταμορφώσεις, καθώς η βάση άλλαζε, και τα γονίδια επανασχηματίζονταν, σύμφωνα με άλλο κώδικα.
Καθώς είχαν αρχίσει να δημιουργούνται οι νέοι γονότυποι, ο ιός έφτιαχνε νέες δομές, δεχόταν ερεθίσματα κι αντιδρούσε. Πάθαινε μεταλλάξεις και δοκίμαζε. Ο δρόμος της δημιουργίας του νέου όντος βελτιωνόταν συνέχεια...
Με τη χημική μεταμόρφωση ήρθε κι η φυσική αλλαγή. Το σώμα του γενετιστή άρχισε να λιώνει και να παραμορφώνεται. Ενα νέο ον γεννιόταν μέσα του, ένα ον που αναπτυσσόταν απ' αυτόν, τρεφόταν απ' αυτόν. Ο ιός δοκίμαζε την ικανότητα επιβίωσης του όντος που δημιουργούσε η δεύτερη ομάδα των χρωματοσωμάτων. Το ον που ξεπρόβαλλε, ήταν τέλεια σχεδιασμένο για να εκπληρώσει το έργο του. Η διαδικασία που γινόταν μέσα στο σώμα του μικρόσωμου άντρα, ήταν πολύ πιο προηγμένη απ' τη στοιχειώδη διαδικασία που είχε δημιουργήσει ο γενετιστής. Ο ρυθμός της εξέλιξης του Λαμαρκιανού συστήματος ζωής είχε από καιρό αυξήσει την ταχύτητα, την ευκολία και την αποτελεσματικότητα της μεταμόρφωσης.
Το νέο ον απορρόφησε τη γενετιστή κι άρχισε αργά - αργά ωριμάζει.
Ο Αστεροειδής Λαμάρκ πέρασε την τροχιά της Γης.
Το σώμα του μικρόσωμου άντρα είχε χάσει το μεγαλύτερο μέρος των ουσιών του. Το πρόσωπο είχε ανοίξει γύρω απ' το κόκκαλο του κρανίου, και εκείνο το γελοίο ζευγάρι τα γυάλια κρεμόταν στο πλάι, πάνω απ' το αστραφτερό, λεύκο κόκκαλο της μυτής. Από το κοίλωμα του κρανίου είχε ολότελα χαθεί ο εγκέφαλος, όπως είχε χαθεί και το κάτω μέρος της κοιλιάς. Τα ποδιά δεν ήταν πια, παρά λεπτά καλάμια καταστραμμένων μυών. Τα πλευρά δεν ήταν πια, παρά λεπτά κλαδάκια κολλημένα σ' αυτό που κάποτε ήταν η σπονδυλική στήλη. Μόνο σκόνη έμενε πια εκεί, που κάποτε λειτουργούσαν τα εσωτερικά όργανα.
Πάνω από το πτώμα, ένα φτερωτό ον έκανε κύκλους σα νυχτερίδα, δοκιμάζοντας τη δύναμή του. Ηταν μικρόσωμο, μα το κρανίο του ήταν αρκετά μεγάλο. Το πρόσωπό του ήταν παράξενα ανθρώπινο, με ζαρωμένα χαρακτηριστικά και χωρίς μάτια. Εκανε ασταμάτητους μορφασμούς, σα να ζητούσε να εκφράσει άγνωστα συναισθήματα, κι άφηνε σιγανές λεπτές κραυγές, που θύμιζαν γέλιο. Πέταξε μακριά τα υπολείμματα του πατέρα του, κάνοντας πελώριους κύκλους ανάμεσα στα παράξενα δάση του εσωτερικού τμήματος του Λαμάρκ. Κάποτε βρήκε το ασημένιο δάσος, και κάθησε σ' ένα κλαδί πολύ κοντά στον καταστραμμένο γυάλινο τοίχο. Εμεινε ακίνητο. Δεν είχε φάει τίποτα. Δεν είχε όργανα για να τρέφεται. Γεννήθηκε μόνο για να προσφέρει μια μικρή υπηρεσία στο Λαμαρκιανό σύστημα ζωής, κι ύστερα να πεθάνει.
Εντωμεταξύ, τα φυτά του εσωτερικού τμήματος του Λαμάρκ είχαν περάσει από το άνοιγμα που τους είχε κάνει ο γενετιστής. Είχαν εξερευνήσει τα εργαστήριά του, τη βιβλιοθήκη του, την κρεβατοκάμαρά του, το γραφείο του. Είχαν γλιστρήσει κάτω απ' τις πόρτες και μέσα απ' τις κλειδαριές. Εναν μόνον τόπο δεν μπορούσαν να φτάσουν, κι αυτός ήταν η εξωτερική περιοχή του Λαμάρκ, η περιοχή πίσω απ' το μέγα, αεροστεγές τείχος, που δεν είχε ούτε πόρτα ούτε σχισμή. Φυτά πέθαιναν και ξαναγεννιόνταν. Νέα είδη φυτών σχηματίζονταν γύρω και πάνω στο ατσάλινο τείχος - φυτά που σχημάτιζαν τα κυτταρικά τους τοιχώματα από καθαρό σίδηρο. Μ' ευκολία καταπληκτική, άρχισαν να διαλύουν το μέταλλο των τοιχωμάτων.
Το φτερωτό πλάσμα άρχισε να εκτοξεύει απ' τη κοιλιά του μικρά, ελάχιστα μικρά, αντικείμενα. Ενας σφιγκτήρας μυς παλλόταν αδιάκοπα, παλλόταν εκατοντάδες φορές το λεπτό, και σε κάθε παλμό ελευθερωνόταν ένα σωματίδιο. Οι κόκκοι αυτοί έμειναν να αιωρούνται στην ατμόσφαιρα, αφού η μικρή βαρύτητα ήταν ανίκανη να τους συγκρατήσει στο έδαφος. Ο αέρας στο ασημένιο δάσος γέμισε απ' αυτά.
Ο Αστεροειδής Λαμάρκ πέρασε την τροχιά της Αφροδίτης.
Μικρές τρυπούλες άρχισαν να σχηματίζονται στο εξωτερικό περίβλημα του ατσάλινου τείχους. Το εσωτερικό είχε ήδη εξαφανιστεί. Ο αέρας άρχισε να διαφεύγει στο εξωτερικό κενό, μα πριν η διαροή πάρει διαστάσεις, οι τρύπες είχαν μεγαλώσει αρκετά. Οπως κι όλα τα υπόλοιπα μέλη του Λαμαρκιανού συστήματος ζωής, οι σιδηροφάγοι ήταν γρήγοροι κι αποτελεσματικοί. Η διαροή, έγινε ένα ισχυρό ρεύμα. Ενα ρεύμα που παράσερνε μαζι του τις εκατοντάδες εκατομμυρίων τα σωματίδια που είχε παράγει το φτερωτό πλάσμα.
Ο Λαμάρκ ήταν πολύ μικρός σε μάζα για να συγκρατήσει γύρω του τον αέρα που ξέφευγε στο κενό, ύστερα απ' το τρύπημα του εξωτερικού στεγανού περιβλήματος. Ο αέρας χάθηκε στο διάστημα, παίρνοντας μαζί του τα σωματίδια. Κι ενώ ο Λαμάρκ ακολουθούσε αναπόφευκτα τη σπειροειδή τροχιά του προς τον ήλιο, άφησε πίσω του ένα μακρύ, μακρύ σύννεφο από σπόρους του Αρένιους που, παρασυρμένο απ' τον ηλιακό άνεμο, άρχισε ένα μακρύ ταξίδι.
Ενα αργό, μακρύ ταξίδι προς την τροχιά της Γης.
Ο Brian Stableford γεννήθηκε το 1948 στο Γιόρκσάιρ της Αγγλίας, και το πρώτο του μυθιστόρημα «Cradle of the Sun» δημοσιεύτηκε το 1969. Ακολούθησαν το «Blind Worm» (1970), η τριλογία «Dies Irae» μια διαστημική όπερα που περιγράφει τον πόλεμο των ανθρώπων με τα "Κτήνη", μια τεχνητά δημιουργημένη φυλή όντων, που αποτελείται απ' τα μυθιστορήματα «Days of Glory», «Ιn the Kingdom of the Beast» και «Day of Wrath» όλα το 1971, το «Challence Chaos» (1972) στο οποίο περιγράφει έναν πλανήτη του οποίου το ένα ημισφαίριο υπάρχει σε μιαν άλλη διάσταση, κι η σειρά των μυθιστορημάτων με ήρωα τον ατρόμητο αστροναύτη Γκράντζερ, που αποτελείται απ' τα βιβλία «The Halcyon Drift» (1972), «Rhapsody in Black» (1973), «The Paradise Game» (1974), «The Fenris Device» (1974) και «Swan Song» (1975). Το τελευταίο του μυθιστόρημα είναι το «Man in a Cage» (1975). Το διήγημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1975 στο περιοδικό Amazing Fiction Stories.