
Smith
Cordwainer
Mother Hitton's Littul Kittons (1961)
Μετάφραση: Κατερίνα Ασβέστη
Οι κακές τηλεπικοινωνίες
αποτρέπουν την κλοπή'
οι καλές τηλεπικοινωνίες
προωθούν την κλοπή'
οι τέλειες τηλεπικοινωνίες
σταματούν την κλοπή.
Βαν Μπράαμ
Το φεγγάρι περιστρεφόταν. Η γυναίκα επαγρυπνούσε. Ολόγυρα στον ισημερινό του φεγγαριού υπήρχαν εικοσιένα έδρες γυαλισμένες σαν καθρέφτες. Η αποστολή της ήταν να τα εξοπλίζει. Ηταν η Μαμά Χίτον, η Αφέντρα των όπλων της Παλιάς Βόρειας Αυστραλίας.
Ηταν μια ροδοκόκκινη, ξανθιά, εύθυμη γυναίκα μιας κάποιας απροσδιόριστης ηλικίας. Είχε γαλάζια μάτια, στήθος βαρύ και δυνατά χέρια. Εμοιαζε με μάνα, αλλά το μοναδικό παιδί που είχε κάποτε αποκτήσει, είχε πεθάνει, εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Τώρα πια, ήταν η μάνα ενός πλανήτη, κι όχι ενός προσώπου. Οι Νορστριλιανοί κοιμόνταν ήσυχοι, γιατί ήξεραν πως αυτή αγρυπνούσε. Τα όλα κοιμόνταν το μακρύ, αρρωστημένο τους ύπνο. Αυτή τη νύχτα κοιτούσε για διακοσιοστή φορά τον πίνακα των σημάτων κινδύνου. Ο πίνακας έμενε σιωπηλός. Κανένα φωτεινό σήμα δεν άναβε. Κι όμως, ένιωθε κάποιον εχθρό, εκεί έξω, κάπου στο διάστημα - έναν εχθρό που παραμόνευε για να επιτεθεί σ' αυτήν και στον πλανήτη της, ν' αρπάξει τον αμύθητο πλούτο των Νορστριλιανών - και ρουθούνιζε με ανυπομονησία. «Ελα ανθρωπάκο», σκεφτόταν. «Ελα ανθρωπάκο και πέθανε. Μη με κάνεις να περιμένω».
Χαμογέλασε, όταν κατάλαβε πόσο παράλογη ήταν η
σκέψη της.
Εκείνη τον περίμενε.
Κι αυτός δεν τόξερε.
Αυτός, ο ληστής, ήταν ακόμα ήρεμος. Ηταν ο
Μπεντζάκομιν Μπόζαρτ, και ήταν σε ψηλό βαθμό
εκπαιδευμένος στις τέχνες της χαλάρωσης.
Κανείς στο Σανβέιλ, εδώ στον πλανήτη Τριόλε, δε μπορούσε να υποπτευθεί πως ένας Ανώτατος Αξιωματούχος της Συντεχνίας των Κλεφτών, μεγαλωμένος κάτω από το βιολετί φως εκείνου του μακρινού άστρου. Κανένας δε μπορούσε να ανακαλύψει πάνω του την οσμή της Βιόλα Σιντέρεα. « Η Βιόλα Σιντέρεα», είχε πει η Αρχόντισα Ρου, «ήταν κάποτε ο πιο όμορφος πλανήτης, και τώρα είναι ο πιο βρώμικος. Οι κάτοικοί του ήταν κάποτε τα πρότυπα της ανθρωπότητας, και τώρα κατάντησαν κλέφτες, ψεύτες και δολοφόνοι. Μπορεί κανείς να τους καταλάβει από τη μυρωδιά των βρώμικων ψυχών τους». Η Αρχόντισα Ρου είχε πεθάνει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Την εκτιμούσαν πάρα πολύ, αλλά είχε κάνει λάθος. Ο ληστής δεν μύριζε καθόλου. Και τόξερε. Δεν ήταν περισσότερο 'αφύσικος' από έναν καρχαρία που πλησιάζει ένα κοπάδι μπακαλιάρους. Είναι μες στη φύση της ζωής, το να θες να επιζήσεις, και αυτός είχε ανατραφεί για να επιβιώνει μ' αυτόν τον τρόπο - αναζητώντας τα θύματά του.
Πως αλλιώς μπορούσε να επιβιώσει; Η Βιόλα Σιντέρεα είχε χρεωκοπήσει εδώ και πάρα πολύ καιρό, όταν τα πλοία με τα φωτονικά ιστία είχαν εξαφανιστεί από το διάστημα, και τα διαστημόπλοια επιπεδοσχηματισμού είχαν αρχίσει να διασχίζουν σιωπηλά τους δρόμους, ανάμεσα στα άστρα. Οι πρόγονοί του είχαν εγκαταλειφτεί από την υπόλοιπη ανθρωπότητα, για να πεθάνουν σ' έναν πλανήτη που βρέθηκα απότομα μακρυά από τους εμπορικούς δρόμους. Αλλά αρνήθηκαν να πεθάνουν. Η οικολογία τους άλλαξε ολοκληρωτικά κι έγιναν αρπακτικά ζώα, που ζούσαν σε βάρος των άλλων ανθρώπων. Με το πέρασμα του χρόνου και με τη βοήθεια της γενετικής προσαρμόστηκαν στη θανάσιμη δουλειά τους. Κι αυτός, ο ληστής, ήταν ο πρωταθλητής του λαού του - ο καλύτερος μέσα από τους καλύτερους.
Ήταν ο Μπεντζάκομιν Μπόζαρτ. Είχε ορκιστεί να ληστέψει την Παλιά Βόρεια Αυστραλία ή να πεθάνει προσπαθώντας' και δεν είχε καμμιά πρόθεση να πεθάνει.
Η αμμουδιά στο Σάνβεϊλ ήταν ζεστή κι όμορφη. Η
ζωή στον πλανήτη Τριολέ ήταν ξένοιαστη κι
αμέριμνη. Τα όπλα του Μπόζαρτ ήταν η τύχη κι ο
ίδιος του ο εαυτός' σκόπευε να τα χρησιμοποιήσει
και τα δύο, όσο το δυνατόν καλύτερα.
Ο Νορστριλιανοί ήταν ικανοί να σκοτώσουν.
Το ίδιο και αυτός.
Αυτή τη στιγμή, σ' αυτό το μέρος, ήταν ένας ευτυχισμένος τουρίστας σε μια υπέροχη ακρογιαλιά. Κάπου αλλού, σε κάποιον άλλο χρόνο, θα μπορούσε να γίνει κουνάβι ανάμεσα σε κουνέλια, γεράκι ανάμεσα στα περιστέρια.
Ο Μπεντζάκομιν Μπόζαρτ, ο Κλέφτης κι ο Αξιωματούχος. Δεν ήξερε πως, κάποιος τον περίμενε. Κάποιος που, δεν ήξερε καν τ' όνομά του, ήταν έτοιμος να ξυπνήσει το Θάνατο αποκλειστικά γι' αυτόν. Ο ληστής ήταν ακόμα ήρεμος.
Η Μαμά Χίτον δεν ήταν ήρεμη. Ένιωθε τον ληστή με κάποιο αόριστο τρόπο, αλλά δεν μπορούσε ακόμα να τον εντοπίσει.
Ένα από τα όπλα της ροχάλιζε. Το γύρισε απ' την
άλλη μεριά.
Χίλια άστρα μακρύτερα ο Μπεντζάκομιν Μπόζαρτ
χαμογελούσε, καθώς περπατούσε προς την
ακρογιαλιά.
Ο Μπεντζάκομιν ένιωθε σαν τουρίστας. Το μαυρισμένο του πρόσωπο ήταν ήρεμο. Τα περήφανα, μικροσκυμμένα του ματια ήταν γαλήνια. Το καλοφτιαγμένο του στόμα, ακόμα και χωρίς το γοητευτικό του χαμόγελο, άφηνε να φανεί στις άκρες του μια υπόνοια ευχάριστης διάθεσης. Ηταν ελκυστικός, χωρίς να 'ναι καθόλου παράξενος. Φαινόταν πολύ πιο νέος από ότι ήταν στην πραγματικότητα. Περπατούσε με πηδηχτά, χαρούμενα βήματα στην ακρογιαλιά του Σάνβεϊλ. Τα κύματα έσπαζαν στην ακτή, σαν τα κύματα της Μητέρας Γης. Οι άνθρωποι στο Σάνβεϊλ ήταν περήφανοι για το πόσο ο κόσμος τους έμοιαζε με την Κατοικία του Ανθρώπου.
Ελάχιστοι από αυτούς είχαν δει ποτέ την Κατοικία του Ανθρώπου, αλλά όλοι ήξεραν λίγη Ιστορία, κι οι πιο πολλοί ένιωθαν μια παροδική ανησυχία όταν συλλογίζονταν την Αρχαία Κυβέρνηση που ασκούσε ακόμα την πολιτική της εξουσία μέσα από τα βάθη του Διαστήματος.
Δεν τους άρεσε η παμπάλαια Οργανικότητα της Γης, αλλά τη σέβονταν και τη φοβόνταν. Τα κύματα ίσως τους θύμιζαν την όμορφη πλευρά της Γης' δεν ήθελαν να θυμούνται την άσχημη πλευρά της. Αυτός ο άντρας ήταν σαν μια όμορφη πλευρά της παλιάς Γης. Δεν μπορούσαν να νιώσουν τη δύναμη που έκρυβε μέσα του. Οι άνθρωποι του Σάνβεϊλ του χαμογελούσαν αφηρημένα, καθώς περνούσε από μπροστά τους, περπατώντας κατά μήκος της παραλίας.
Η ατμόσφαιρα κι όλα γύρω του ήταν ήρεμα και
γλυκά. Έστρεψε το πρόσωπό του στον ήλιο κι
έκλεισε τα μάτια του.
Αφησε το ζεστό φως του ήλιου να χτυπάει πάνω στα
κλειστά του βλέφαρα και να τον ηρεμεί με το
καθησυχαστικό του άγγιγμα.
Ονειρευόταν τη μεγαλύτερη κλοπή που είχε σχεδιάσει ποτέ άνθρωπος. Ονειρευόταν να κλέψει ένα μεγάλο θησαυρό από τον πλουσιότερο κόσμο που δημιούργησε ποτέ η ανθρωπότητα. Αναλογιζόταν τι θα συνέβαινε, όταν τελικά θάφερνε τα πλούτη στον πλανήτη Βιόλα Σιντέρεα, εκεί που είχε μεγαλώσει. Ο Μπεντζάκομιν γύρισε το κεφάλι του απ' την άλλη μεριά και κοίταξε αποχαυνωμένος τους άλλους ανθρώπους στην παραλία. Δεν είχε φανεί ακόμα κανένας Νορστριλιανός. Ήταν εύκολο να τους αναγνωρίσει κανένας. Μεγαλόσωμοι με κοκκινωπά χρώματα' θαυμάσιοι αθλητές και με τον τρόπο τους αθώοι, νέοι και σκληροί. Εκπαιδευόταν γι' αυτή τη κλοπή, εδώ και διακόσια χρόνια, η ίδια του η ζωή είχε παραταθεί γι' αυτό το σκοπό απ' τη Συντεχνία των Κλεφτών της Βιόλα Σιντέρεα. Στο πρόσωπό του συγκεντρώνονταν τα όνειρα του πλανήτη του, ενός φτωχού πλανήτη που ήταν κάποτε ένα εμπορικό σταυροδρόμι, και τώρα είχε καταντήσει ένα ασήμαντο κρυσφήγετο κλεφτών κι απατεώνων. Είδε μια Νορστριλιανή να κατεβαίνει απ' το ξενοδοχείο στην παραλία. Περίμενε, κοιτούσε κι ονειρευόταν. Έπρεπε να κάνει μια ερώτηση, κι ήξερε πως κανένας ενήλικας Αυστραλός δε θα του απαντούσε.
«Παράξενο», σκέφτηκε, «να τους λέμε 'Αυστραλούς' ακόμα και τώρα. Αυτό είναι το πανάρχαιο γήινο όνομά τους - πλούσιοι, γενναίοι, σκληροί άνθρωποι. Παιδιά - πολεμιστές που κυριαρχούσαν στο μισό πλανήτη...
... και τώρα είναι οι τύραννοι όλου του ανθρώπινου γένους. Κρατούν τον πλούτο. Έχουν στα χέρια τους το Σαντακλάρα, κι οι άλλοι λαοί ζουν ή πεθαίνουν ανάλογα με το εμπόριο που έχουν με τους Νορστριλιανούς. Αλλά αυτό δεν ισχύει για μένα. Ούτε για το λαό μου. Εμείς είμαστε άνθρωποι - λύκοι για τους άλλους ανθρώπους».
Ο Μπεντζάκομιν περίμενε υπομονετικά. Μαυρισμένος από το φως πολλών ήλιων, έμοιαζε σαράντα αν κι ήταν διακοσίων χρόνων. Ντυνόταν αφρόντιστα, σαν άνθρωπος που κάνει τις διακοπές του. Θα μπορούσε να ήταν ένας διαπλανητικός πλασιέ, ένας μεγάλος χαρτοπαίκτης ή ένας μάνατζερ αστρομεταφορών' κάποιος ντετέκτιβ που ασχολιόταν με εμπορικές υποθέσεις. Αλλά ήταν κλέφτης, που οι άνθρωποι εμπιστεύονταν την περιουσία τους στα χέρια του, επειδή ήταν καθησυχαστικός, ήρεμος, με μάτια γκριζωπά και ξανθά μαλλιά. Ο Μπεντζάκομιν περίμενε. Η γυναίκα τον κοίταξε με ένα γρήγορο βλέμμα, γεμάτο με ολοφάνερη υποψία. Αυτό που είδε θα πρέπει να την καθησύχασε. Τον προσπέρασε. Όταν πέρασε τον πρώτο αμμόλοφο, γύρισε πίσω και φώναξε: «Ελα Τζόννυ, θα κολυμπήσουμε εδώ». Ένα αγοράκι δέκα, δώδεκα χρόνων κατέβηκε τρέχοντας την αμμουδιά, προς τη μητέρα του.
Ο Μπεντζάκομιν τεντώθηκε σαν κόμπρα. Το βλέμμα του έγινε κοφτερό, τα μάτια του στένεψαν. Αυτή ήταν η λεία του. Ούτε πολύ μικρό, ούτε πολύ μεγάλο. Αν το θύμα ήταν πολύ μικρό, δε θάξερε την απάντηση' αν ήταν πολύ μεγάλο, ο Μπεντζάκομιν δε θα 'βγαζε τίποτα. Οι Νορστριλιανοί ήταν φημισμένοι για την πολεμική τους τέχνη' οι ενήλικες ήταν σωματικά και πνευματικά πάρα πολύ δυνατοί για να τους επιτεθεί κανένας. Ο Μπεντζάκομιν γνώριζε ότι, κάιε κλέφτης πούχε πλησιάσει τον πλανήτη των Νορστριλιανών - πούχε προσπαθήσει να επιτεθεί στον ονειρεμένο κόσμο της Παλιάς Βόρειας Αυστραλίας - είχε διακόψει την επαφή με το λαό του κι είχε πεθάνει. Κανένας δεν είναι αφήσει κάποιο ίχνος. Κι όμως ήξερε ότι εκατοντάδες χιλιάδων Νορστριλιανών σίγουρα, γνώριζαν το μυστικό. Που και που αστειευόνταν γι' αυτό μεταξύ τους. Είχε ακούσει αυτά τ' αστεία όταν ήταν νεαρός ακόμα, και τώρα ήταν παραπάνω από γέρος και ποτέ δεν είχε καν πλησιάσει την απάντηση.
Η ζωή ήταν ακριβή. Είχε πια μπει στην τρίτη του ζωή, κι αυτές οι ζωές είχαν αγοραστεί από το λαό του με τίμια μέσα. Όλοι τους ήταν καλοί κλέφτες, που πλήρωναν χρήματα που με δυσκολίες είχαν κλέψει, για να αποκτήσουν το φάρμακο που θα κρατούσε στη ζωή τον καλύτερό τους κλέφτη. Ο Μπεντζάκομιν αντιπαθούσε τη βία. Αλλά όταν η βία του άνοιγε το δρόμο για τη μεγαλύτερη κλοπή όλων των εποχών, ήταν πρόθυμος να την χρησιμοποιήσει.
Η γυναίκα τον ξανακοίταξε. Η μάσκα του κακού
εξαφανίστηκε αστραπιαία από το πρόσωπό του κι η
έκφρασή τους ξανάγινε ήρεμη.
Τον έπιασε σ' αυτή τη στιγμή της χαλάρωσης και
της άρεσε.
Χαμογέλασε και μ' αυτό τον αδέξιο δισταγμό, τον
τόσο χαρακτηριστικό για τους Νορστριλιανούς,
είπε: «Μπορείτε να προσέχετε το αγοράκι μου όσο
θα κολυμπάω; Νομίζω ότι έχουμε συναντηθεί και
άλλη φορά στο ξενοδοχείο».
«Ευχαρίστως. Ελα 'δω παιδί μου».
Ο Τζόννυ διάσχισε την ηλιοφώτιστη αμμουδιά και περπάτησε προς το θάνατό του. Έφτασε κοντά στον εχθρό της μητέρας του. Αλλά η μητέρα είχε κιόλας απομακρυνθεί.
Το έμπειρο χέρι του Μπεντζάκομιν άρπαξε το παιδί από τον ώμο. Το γύρισε προς το μέρος του και το ανάγκασε να καθήσει κάτω, του έμπηξε την βελόνα με το φάρμακο της αλήθειας. Η μόνη αντίδραση του Τζόννυ ήταν ο πόνος, και μετά ένα χτύπημα σαν από σφυρί μες στο ίδιο του το κρανίο, καθώς άρχιζε η ενέργεια του δυνατού φαρμάκου.
Ο Μπεντζάκομιν κοίταξε το νερό. Η μητέρα κολυμπούσε. Του φάνηκε ότι τους κοίταζε. Ήταν όμως φανερό ότι δεν ανησυχούσε. Πίστευε, μάλλον ότι το παιδί κοιτούσε ήσυχο κάτι που τού 'δειχνε ο ξένος.
«Τώρα, παιδί μου» είπε ο Μπεντζάκομιν «πες μου
ποια είναι η εξωτερική άμυνα».
Το αγόρι δεν απάντησε.
«Ποια είναι η εξωτερική άμυνα, παιδί μου; Ποια είναι η εξωτερική άμυνα;» επανέλαβε ο Μπεντζάκομιν. Το παιδί δεν απαντούσε. Κάτι πολύ κοντά στον τρόμο έκανε τον Μπεντζάκομιν Μπόζαρτ να αναριγήσει, καθώς συνειδητοποίησε πως είχε διακινδυνεύσει την ασφάλεια του σ' αυτό το πλανήτη' είχε ρισκάρει τα ίδια του τα σχέδια για μια ευκαιρία να εξιχνιάσει το μυστικό των Νορστριλιανών.
Τον είχαν σταματήσει μ' ένα εύκολο κι απλό
τρόπο. Το παιδί ήταν ήδη προετοιμασμένο για να
αντιμετωπίσει οποιαδήποτε επίθεση' οποιαδήποτε
βίαιη απόπειρα εξαγωγής πληροφοριών απ' το
παιδί, προκαλούσαν ένα εξαρτημένο
αντανακλαστικό πλήρους αλαλίας. Το αγόρι ήταν
κυριολεκτικά ανίκανο να μιλήσει.
Με το φως του ήλιου να λάμπει πάνω στα βρεγμένα
της μαλλιά, η μητέρα γύρισε και φώναξε: «Είσαι
εντάξει, Τζόννυ;»
Αντί για το παιδί, κούνησε το χέρι του ο Μπεντζάκομιν. «Του δείχνω τις φωτογραφίες μου. Του αρέσουν, Με την ησυχία σας». Η μητέρα δίστασε για λίγο, κι έπειτα γύρισε στο νερό και ξεμάκρυνε, κολυμπώντας αργά.
Ο Τζόννυ, κάτω από την πλήρη επήρεια του φαρμάκου, καθόταν μαλακά, σαν ανάπηρος στην αγκαλιά του Μπεντζάκομιν. Ο Μπεντζάκομιν είπε: «Τζόννυ, τώρα θα πεθάνεις, κι αν δεν μου πεις αυτό που θέλω να μάθω, θα πονέσεις αφάνταστα».
Τ' αγόρι πάλευε αδύναμα για να ξεφύγει από το κράτημά του. Ο Μπεντζάκομιν επανέλαβε: «Θα σε κάνω να υποφέρεις, αν δεν μου πεις αυτό που θέλω. Ποια είναι η εξωτερική άμυνα; Ποιά είναι;»
Το αγόρι αγωνιζόταν κι ο Μπεντζάκομιν κατάλαβε ότι προσπαθούσε μόνο και μόνο να εκτελέσει τις διαταγές του κι όχι να ξεφύγει. Το άφησε να γλυστρίσει μέσ' από τα χέρια του, κι εκείνο άρχισε να γράφει με το δάχτυλό του στην υγρή άμμο. Τα γράμματα ήταν ευδιάκριτα.
Η σκιά ενός ανθρώπου έπεσε πάνω στην άμμο. Ο Μπεντζάκομιν που ήταν σε συναγερμό, έτοιμος να πεταχτεί, να σκοτώσει ή να τρέξει, γλίστρησε στο έδαφος, δίπλα στο παιδί κι είπε: «Αυτό είναι ένα πολύ ωραίο αίνιγμα. Δείξε μου και άλλα». Χαμογέλασε στον περαστικό. Του ήταν άγνωστος. Ο ξένος του έριξε μια πολύ περίεργη ματιά, που έγινε αδιάφορη όταν είδε το ευχάριστο πρόσωπο του Μπεντζάκομιν, που έπαιζε τόσο όμορφα και τρυφερά με το παιδί.
Τα δάχτυλα συνέχιζαν να γράφουν τα γράμματα
πάνω στην άμμο. Ο γρίφος ήταν γραμμένος στην άμμο.
'Τα μικρά γατλάκια της Μαμάς Χίτον'.
Η γυναίκα έβγαινε από το νερό' η μητέρα που ήταν
γεμάτη ερωτήσεις.
Ο Μπεντζάκομιν χάιδεψε το μανίκι του πανωφοριού του κι έβγαλε τη δεύτερη βελόνα, ένα ασταθές δηλητήριο που θα χρειαζόταν μέρες ή βδομάδες εργαστηριακής ανάλυσης για να ανιχνευτεί. Το έχυσε κατευθείαν στο μυαλό του παιδιού, μπήγοντας τη βελόνα εκεί που άρχιζαν τα μαλλιά. Τα μαλλιά έκρυβαν τα μικροσκοπικό τσίμπημα. Η απίστευτα σκληρή βελόνα είχε περάσει το κόκκαλο του κρανίου και το παιδί ήταν νεκρό.
Ο φόνος είχε πια ολοκληρωθεί. Ο Μπεντζάκομιν έσβησε, χωρίς να βιάζεται, το μυστικό που ήταν γραμμένο πάνω στην άμμο. Η γυναίκα πλησίασε, κι αυτός της φώναξε με μια φωνή γεμάτη ανησυχία: «Ελάτε γρήγορα, κυρία μου, νομίζω πως ο γιος σας λιποθύμησε από τη ζέστη».
Έδωσε στη μάνα το σώμα του γιού της. Το πρόσωπό της πήρε μια έκφραση μεγάλης ανησυχίας. Φαινόταν έκπληκτη και τρομαγμένη. Δεν ήξερε πως να αντιμετωπίσει κάτι τέτοιο. Για μια τρομερή στιγμή τον κοίταξε μες στα μάτια. Τα διακόσια χρόνια της εκπαίδευσης έφεραν τ' αποτέλεσμά τους... Δε διάκρινε τίποτα. Ο φόνος δε διακρινόταν πάνω στο δολοφόνο. Το γεράκι ήταν κρυμμένο κάτω από το περιστέρι. Το πρόσωπο είχε μάθει να κρύβει τη καρδιά.
Ο Μπεντζάκομιν ηρέμησε. Ήταν προετοιμασμένος αν χρειαζόταν, να τη σκοτώσει κι εκείνη, αν δεν ήταν βέβαιος πως θα κατάφερνε να σκοτώσει μια ενήλικη Νορστριλιανή. Πολύ εξυπηρετικός, είπε: «Εσείς καθίστε εδώ, κοντά του. Εγώ θα τρέξω στο ξενοδοχείο για βοήθεια».
Αρχισε να τρέχει. Ένας φύλακας της πλαζ τον είδε
και άρχισε να τρέχει προς το μέρος του.
«Το παιδί είναι άρρωστο», φώναξε.
Γύρισε πίσω και πρόφτασε να δει στο πρόσωπο της
μητέρας τη σαστισμένη κι ωμή έκφραση του πόνου
και της οδύνης και ταυτόχρονα κάτι άλλο: την
αμφιβολία.
«Δεν είναι άρρωστος», είπε, «είναι πεθαμένος».
«Δεν είναι δυνατόν». Φαινόταν να συμμετέχει στο
πόνο της. Ανάγκασε τον εαυτό του να ακτινοβολήσει
τη συμπάθειά του από τη στάση του κορμιού του, από
τους μικρούς μυς του προσώπου του. «Δεν είναι
δυνατό. Πριν ένα λεπτό μόλις, του μιλούσα. Λύναμε
αινιγματάκια πάνω στην άμμο».
Η μητέρα μιλούσε με μια υπόκοφη, σπασμένη φωνή που αντηχούσε, λες και δε θα ξανάβρισκε ποτέ τους σωστούς ανθρώπινους τόνους, αλλά θα συνέχιζε πάντα να ακούγεται με αυτή την περίεργη μονοτονία που φέρνει στη φωνή η απροσδόκητη λύπη.
«Είναι πεθαμένος», είπε, «τον είδες να πεθαίνει και πιστεύω πως και εγώ τον είδα να πεθαίνει. Δε μπορώ να καταλάβω πως έγινε. Το παιδί ήταν γεμάτο από Σαντακλάρα. Είχε ακόμα να ζήσει χίλια χρόνια, και τώρα είναι πεθαμένος. Πως σε λένε;»
Ο Μπεντζάκομιν απάντησε: « Ελντον. Είμαι ο Ελντον ο πωλητής, κυρία μου. Έρχομαι πολύ συχνά εδώ».
«Τα μικρά γατλάκια της Μαμάς Χίτον. Τα μικρά γατλάκια της Μαμάς Χίτον».
Γυρόφερνε αυτή την ανόητη φράση στο μυαλό του. Ποια ήταν η Μαμά Χίτον; Ποιανού μητέρα ήταν; Τι ήταν τα γατλάκια; Μήπως ήταν κάποια ανορθογραφία; Μήπως ήταν κάτι το τελείως διαφορετικό:
Είχε σκοτώσει έναν τρελλό για να πάρει μία
τρελή απάντηση. Πόσες μέρες ακόμα έπρεπε να
μείνει εδώ, μαζί με αυτή την κλονισμένη, τη γεμάτη
αμφιβολίες γυναίκα; Πόσες μέρες έπρεπε να
περιμένει; Ήθελε να γυρίσει στη Βιόλα Σιντέρεα'
να μεταφέρει το παράξενο μυστικό στο λαό του, για
να το μελετήσουν. Ποιά ήταν η Μαμά Χίτον!
Βγήκε βιαστικά έξω από το δωμάτιο και κατέβηκε
τις σκάλες.
Αυτή η ευχάριστη μονοτονία στο μεγάλο ξενοδοχείο έκανε τους άλλους πελάτες να τον κοιτάζουν με ενδιαφέρον. Ήταν ο άνθρωπος που, μπροστά στα μάτια του είχε πεθάνει το παιδί στη παραλία.
Μερικοί σκανδαλοθήρες, που σύχναζαν στο σαλόνι του ξενοδοχείου, είχαν επινοήσει φανταστικές ιστορίες, ότι είχε σκοτώσει το παιδί. Αλλοι αντιδρούσαν έντονα σε αυτές τις ιστορίες, λέγοντας πως ήξεραν πολύ καλά ποιος ήταν ο Ελντον. Ήταν ο Ελντον ο πωλητής. Ήταν γελοίο! Οι άνθρωποι δεν είχαν αλλάξει πολύ, ακόμα και τώρα, που τα διαστημόπλοια ταξίδευαν ψιθυριστά ανάμεσα στα άστρα, κι οι άνθρωποι μετακινούνταν από τον έναν κόσμο στον άλλο - όταν είχαν τα χρήματα να πληρώνουν τα εισιτήρια - σα φύλλα που κινούνται παιχνιδιάρικα από έναν απαλό άνεμο.
Ο Μπεντζάκομιν αντιμετώπιζε ένα τραγικό δίλημμα. Ήξερε πολύ καλά ότι, κάθε προσπάθεια να αποκρυπτογραφήσει την απάντηση, θα επισημαινόταν από τους προστατευτικούς μηχανισμούς των Νορστριλιανών.
Η Παλιά Βόρεια Αυστραλία είχε τεράστιο πλούτο. Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, όλων των άστρων, ήταν γνωστό ότι οι Νορστριλιανοί είχαν εκατομμύρια μισθοφόρους, αμυντικούς κατασκόπους, μυστικούς πράκτορες και συστήματα συναγερμού.
Ακόμα και η κατοικία του Ανθρώπου - η ίδια η Μητέρα Γη, που το χρήμα ήταν αδύνατο να την αγοράσει - εξαγοραζόταν με το φάρμακο της ζωής. Μια ουγγιά από την ουσία Σαντακλάρα που, τελείως αποκαθαρισμένη και στην κρυσταλλική της μορφή ονομαζόταν Στρούν, έδινε σαράντα με εξήντα χρόνια ζωής. Το Στρουν κινιόταν στον υπόλοιπο κόσμο σε ουγγιές και λίβρες, αλλά στη Βόρεια Αυστραλία επεξεργαζόταν τόνους από αυτό το φάρμακο της ζωής. Με ένα τέτοιο θησαυρό, οι Νορστριλιανοί ήταν κύριοι ενός πλούτου αφάνταστου, του οποίου οι πλουτοπαραγωγικές πηγές ξεπερνούσαν κατά πολύ τα πιο πιθανά όρια του χρήματος. Μπορούσαν να αγοράσουν τα πάντα. Και πλήρωναν με ανθρώπινη ζωή.
Επί εκατοντάδες χρόνια διάθεταν μυστικά
κονδύλια για να εξαγοράζουν ξένες μυστικές
υπηρεσίες, ώστε να διαφυλάξουν την ασφάλειά τους.
Ο Μπεντζάκομιν στεκόταν στο σαλόνι του
ξενοδοχείου.
«Τα μικρά γατλάκια της Μαμάς Χίτον».
Μες στο μυαλό του είχε τη σοφία και τον πλούτο
χίλιων κόσμων, κι όμως δεν τολμούσε να ρωτήσει
πουθενά, τι σήμαινε!
Ξαφνικά το πρόσωπό του έλαμψε. Έμοιαζε με άνθρωπο πούχε σκεφτεί ένα όμορφο παιχνίδι, μια διασκέδαση, που είχε θυμηθεί ένα σύντροφο, που ήθελε να δοκιμάσει μια γεύση καινούρια. Μια πολύ ευχάριστη σκέψη είχε περάσει από το μυαλό του. Υπάρχει κάποια πηγή που θα του έδινε την πληροφορία χωρίς να μιλήσει. Η βιβλιοθήκη. Μπορούσε τουλάχιστο να ελέγξει τα απλά, προφανή πράγματα και να εξακριβώσει τι υπήρχε ήδη σε αυτό το βασίλειο της Δημόσιας γνώσης, σχετικά με το μυστικό πούχε αποσπάσει από το πεθαμένο αγόρι.
Ούτε η ασφάλειά του, ούτε η ζωή του Τζόννυ θα είχαν χαθεί άδικα, αν μπορούσε να βρει το μυστικό σε κάποια από τις λέξεις αυτής της παράξενης φράσης. Ίσως να τα κατάφερνε να ληστέψει τους Νορστριλιανούς.
Προχώρησε ανάλαφρα και χαρούμενα προς την αίθουσα του μπιλιάρδου, πίσω από την οποία βρισκόταν η βιβλιοθήκη., Μπήκε μέσα. Το ξενοδοχείο ήταν πολύ ακριβό και πολύ παλιάς μόδας. Είχε ακόμα και βιβλία φτιαγμένα από χαρτί, με γνήσιο δέσιμο. Ο Μπεντζάκομιν διάσχισε το δωμάτιο. Είδε ότι είχαν τη Γαλαξιακή Εγκυκλοπέδεια με τους 200 τόμους. Κατέβασε τον τόμο με την ένδειξη «Από Χ, έως Χλ», και τον ξεφύλισσε από το τέλος, ψάχνοντας το όνομα Χίτον και το βρήκε. «Χίτον Μπέντζαμιν - άποικος της Παλιάς Βόρειας Αυστραλίας. Λέγεται ότι επινόησε μέρος του συστήματος άμυνας. Έζησε από το 10.719 - 17.213». Αυτό ήταν όλο. Ο Μπεντζάκομιν πήρε έναν άλλο τόμο. Η λέξη 'Γατλάκια' με αυτή την περίεργη ορθογραφία δεν υπήρχε πουθενά, ούτε στην εγκυκλοπαίδεια, ούτε σε κανέναν από τους καταλόγους της Βιβλιοθήκης. Ανέβηκε πάλι στο δωμάτιο του. Έκανε κάτι παράτολμο. Η μητέρα, μισοτυφλωμένη από πίκρα και αγωνία, καθόταν σε μια καρέκλα στην άκρη της βεράντας. Οι άλλες γυναίκες της μιλούσαν. Ήξεραν ότι ο άντρας της ερχόταν. Ο Μπεντζάκομιν την πλησίασε και την χαιρέτησε. Αλλά εκείνη δεν τον είδε.
«Φεύγω τώρα, κυρία μου. Πηγαίνω στον επόμενο πλανήτη, αλλά θα γυρίσω σε δυο - τρεις βδομάδες. Κι αν με χρειαστείτε θα αφήσω τις διευθύνσεις μου στην αστυνομία!!»
Ο Μπεντζάκομιν άφησε τη μητέρα που θρηνούσε. Αφησε το ήσυχο ξενοδοχείο. Κατάφερε να πάρει ένα εισιτήριο προτεραιότητας. Η ανεκτική Αστυνομία του Σάνβεϊλ δεν έφερε αντίρρηση στην αίτησή του για βίζα επείγουσας αναχώρησης. Εξάλλου είχε ταυτότητα, είχε δικά του χρήματα, κι η Αστυνομία δε συνήθιζε να ενοχλεί τους επισκέπτες του Σάνβεϊλ.
Ο Μπεντζάκομιν μπήκε στο διαστημόπλοιο, και καθώς προχωρούσε προς τη καμπίνα για να ξεκουραστεί για λίγο, ένας άντρας ήρθε δίπλα του. Ήταν ένας νέος, με χωρίστρα στη μέση, χαμηλό ανάστημα και γκρίζα μάτια.
Αυτός ήταν ο τοπικός πράκτορας της Νορστριλιανής μυστικής αστυνομίας.
Ο Μπεντζάκομιν, αυτός ο τόσο καλά εκπαιδευμένος κλέφτης, δεν αναγνώρισε τον αστυνόμο. Ποτέ δεν του πέρασε από το μυαλό η σκέψη ότι η βιβλιοθήκη ήταν έτσι ρυθμισμένη ώστε, η λέξη 'Γατλάκια' με την περίεργη Νορστριλιανή ορθογραφία ήταν ένα σύνθημα. Όταν έψαχνε τη λέξη, είχε προκαλέσει ένα μικρό συναγερμό.
Ο άγνωστος τον χαιρέτησε με ένα κούνημα του κεφαλιού. Ο Μπεντζάκομιν του το ανταπόδωσε. «Η δουλειά μου με υποχρεώνει να ταξιδεύω συχνά. Αυτό το καιρό περιμένω καινούριες εντολές, αλλά δεν τα πάω πολύ καλά. Εσύ πως τα πας;»
«Εντάξει, εγώ είμαι μισθωτός. Είμαι τεχνικός. Τ' όνομα μου είναι Λίβεραντ».
Ο Μπεντζάκομιν τον εξέτασε προσεχτικά. Ναι, ήταν σίγουρα τεχνικός. Έδωσαν το χέρι, ο ένας στον άλλο, μηχανικά. Ο Λίβεραντ είπε: «Θα σε βρω αργότερα στο μπαρ. Πρέπει να ξεκουραστώ λίγο πρώτα».
Ξάπλωσαν κι οι δύο και δεν μίλησαν σχεδόν καθόλου, όταν η στιγμιαία λάμψη του επιπεδοσχηματισμού άστραψε μες στο διαστημόπλοιο και ύστερα έσβησε. Από βιβλία κι από μαθήματα ήξεραν ότι, το πλοίο ταξίδευε πια σε δυο διαστάσεις, ενώ η τρομαχτική ένταση του συστρεμμένου χώρου τροφοδοτούσε τους ηλεκτρονικούς εγκεφάλους - κι ότι αυτοί με τη σειρά τους ρυθμίζονταν από το Κυβερνήτη που οδηγούσε το διαστημόπλοιο. Τα γνώριζαν όλα αυτά, αλλά δε μπορούσαν να τα αισθανθούν. Το μόνο που ένιωσαν ήταν το τσίμπημα ενός αμυδρού πόνου.
Το ηρεμιστικό βρισκόταν ήδη στον αέρα που ανάπνεαν μέσα από το σύστημα εξαερισμού. Κι οι δύο περίμεναν να μεθύσουν λίγο. Ο κλέφτης Μπεντζάκομιν Μπόζαρτ είχε μάθει να αντιστέκεται στη μέθη και τη σύγχυση. Η παραμικρή ένδειξη ότι κάποιος με τηλεπαθητικές ικανότητες προσπαθούσε να διαβάσει τις σκέψεις του, θα αντιμετωπιζόταν με μια άγρια, ζωώδικη αντίσταση, φυτεμένη στο υποσυνείδητό του κατά τα πρώτα χρόνια της εκπαίδευσής του. Ο Μπόζαρτ δεν είχε εκπαιδευτεί για να μπορεί να αντιμετωπίσει έναν τεχνίτη της απάτης. Ποτέ δεν σκέφτηκε η Συντεχνία των κλεφτών της Βιόλα Σιντέρεα ότι θάπρεπε οι άνθρωποί της να μάθουν πως να αντιμετωπίζουν, όντας απατεώνες οι ίδιοι τους απατεώνες. Ο Λίβεραντ είχε κιόλας έρθει σε επαφή με τη Νορστρίλια - τη Νορστρίλια που τα χρήματά της έφταναν σε όλα τα άστρα, τη Νορστρίλια που είχε θέσει σε κατάσταση συναγερμού χιλιάδες κόσμους, μόνο και μόνο, γιατί κάποιος είχε σκεφτεί να την καταπατήσει.
Ο Λίβεραντ άρχισε να κουβεντιάζει: «Μακάρι να
μπορούσα να πάω μακρύτερα σε αυτό το ταξίδι.
Μακάρι να μπορούσα να πάω στην Ολύμπια. Εκεί
μπορείς να αγοράσεις τα πάντα».
«Τόχω ξανακούσει αυτό», είπε ο Μπόζαρτ, «είναι
ένας πλανήτης, όπου οι επιχειρηματίες δεν έχουν
και πολλές ευκαιρίες, έτσι δεν είναι;»
Ο Λίβεραντ γέλασε, και το γέλιο του ήταν
χαρούμενο κι αληθινό.
«Εμπορικός; Δεν εμπορεύονται. Κάνουν ανταλλαγές.
Παίρνουν όλα τα κλοπιμαία από χιλιάδες κόσμους
και τα ξαναπουλάνε, τ' αλλάζουν, τα βάφουν και
τους αλλάζουν αριθμούς. Αυτή είναι η δουλειά
τους. Οι άνθρωποι είναι τυφλοί. Είναι ένας
παράξενος κόσμος, και το μόνο πούχεις να κάνεις
είναι, να πας εκεί και να βρεις ότι θέλεις», είπε ο
Λίβεραντ. «Τι θα μπορούσα να καταφέρω εκεί μέσα
σε ένα χρόνο! Όλοι είναι τυφλοί, εκτός από μένα
και μερικούς τουρίστες. Εκεί βρίσκεται όλος ο
πλούτος, τα μισά από τα διαστημόπλοια, όλα τα
υλικά από τις ξεχασμένες αποικίες - όλα
πηγαίνουν στην Ολύμπια».
Η Ολύμπια δεν ήταν βέβαια τόσο καλή, κι ο Λίβεραντ δεν ήξερε γιατί έπρεπε να οδηγήσει το δολοφόνο εκεί. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι, είχε ένα και μοναδικό καθήκον, το καθήκον να τον οδηγήσει στην Ολύμπια.
Πολλά χρόνια πριν γεννηθούν αυτοί οι δύο άντρες, η λέξη - σύνθημα είχε τοποθετηθεί κρυφά σε καταλόγους διευθύνσεων, σε βιβλία, σε διάφορες βιβλιοθήκες, σε τιμολόγια. Η λέξη Γατλάκια. Αυτό ήταν το μοναδικό κωδικό όνομα του εξωτερικού φεγγαριού της Νορστριλιανής άμυνας.
Η χρήση του συνθηματικού ονόματος έθετε σε ενέργεια μια τρομαχτική επιφυλακή, ένα τεράστιο σύστημα ασφαλείας.
Μέχρι να πάνε στο μπαρ και να πάρουν αναψυχτικά, ο Μπεντζάκομιν είχε μισοξεχάσει ότι ήταν η νέα του γνωριμία που του είχε προτείνει την Ολύμπια. Έπρεπε να πάει στη Βιόλα Σιντέρεα, για να πάρει χρήματα για την πτήση που θα τον έφερνε στον πλούτο του κόσμου της Ολύμπια.
Γυρνώντας στον τόπο του, στον πλανήτη Βιόλα Σιντέρεα, εκεί που είχε γεννηθεί ο Μπεντζάκομιν ήταν το κεντρικό πρόσωπο ενός μικρού, αλλά πραγματικά ειλικρινούς εορτασμού.
Οι Ανώτατοι Αξιωματούχοι της Συντεχνίας των Κλεφτών τον καλωσόρισαν. Του έδωσαν συγχαρητήρια. «Ποιος άλλος θα μπορούσε να πετύχει αυτό που κατάφερες εσύ; Έκανες την πρώτη κίνηση σε μια καινούρια παρτίδα σκακιού. Πότε δεν ξανάγινε τέτοιο παιχνίδι. Έχουμε ένα όνομα κι ένα ζώο. Θα δοκιμάσουμε τώρα αμέσως».
Κανένας δεν ήξερε ότι θα έβρισκαν μια λανθασμένη οδηγία που είχε τοποθετηθεί από κάποιον πράκτορα στον κόσμο τους. Τον πράκτορα αυτόν τον είχαν υπνωτίσει πριν από χρόνια, τον είχαν παρασύρει στη μέση της καριέρας του, τον είχαν εξαναγκάσει να ζήσει προσωρινά τίμια κι έπειτα τον εκβίασαν και τον έστειλαν πίσω. Όλα αυτά τα χρόνια που περίμενε το φοβερό αντάλλαγμα - ένα αντάλλαγμα που δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα του το ζητούσαν οι Νορστριλιανοί - ποτέ δεν τόλμησε να ονειρευτεί ότι θα πλήρωνε το χρέος του στον έξω κόσμο, τόσο εύκολα. Το μόνο που είχαν κάνει, ήταν να του στείλουν μια σελίδα για να την προσθέσει στην εγκυκλοπαίδεια. Την πρόσθεσε και γύρισε στο σπίτι του αποκαμωμένος. Τα χρόνια της αναμονής και του φόβου ήταν κάτι που ξεπερνούσε την αντοχή του. Ήπιε πάρα πολύ, από το φόβο ότι θα μπορούσε να αυτοκτονήσει. Στο μεταξύ, οι σελίδες έμεναν στη θέση τους, μαζί με την καινούρια, την κάπως αλλαγμένη για τους συντρόφους του.
Η εγκυκλοπαίδεια έδειχνε την αλλαγή σαν μια συνηθισμένη αναθεώρηση, αν κι όλη η καταχώρηση ήταν καινούρια και ψεύτικη:
ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ: Χρονολογία: 24ος χρόνος της δεύτερης έκδοσης. «Τα αναφερόμενα 'Γατλάκια' της Νορστρίλια δεν είναι, παρά η χρήση οργανικών μέσων για να προκληθεί μια ασθένεια σε γήινα πρόβατα που έχουν υποστεί γενετικές μεταβολές των χαρακτηριστικών τους, η οποία παράγει έναν ιό, και αυτός με τη σειρά του δίνει με μια ορισμένη επεξεργασία, το φάρμακο Σαντακλάρα.
Ο όρος 'Γατλάκια' υπήρξε για ένα διάστημα δημοφιλής, σαν όρος αναφοράς, τόσο για την ασθένεια, όσο και για την καταστρεπτικότητα της ασθένειας. Πιστεύεται ότι αυτός ο όρος έχει κάποια σχέση με τον Μπέντζαμιν Χίτον, έναν από τους πρώτους άποικους της Νορστράλια».
Το Συμβούλιο των Κλεφτών το διάβασε, κι ο
Πρόεδρος του Συμβουλίου είπε: «Τα χαρτιά σου
είναι έτοιμα. Που θέλεις να πας; Θα περάσεις από
το Νεαμβούργκ;»
«Όχι», είπε ο Μπεντζάκομιν. «Σκέφτηκα να δοκιμάσω
την Ολυμπία».
«Εντάξει», είπε ο Πρόεδρος. «Να είσαι ήρεμος.
Υπάρχει μόνο μια πιθανότητα στις χίλιες ν'
αποτύχεις. Αλλά αν αποτύχεις, αυτό θα πρέπει να το
πληρώσουμε», χαμογέλασε στραβώνοντας τα χείλια
του, κι έδωσε στον Μπεντζάκομιν μιαν ασυμπλήρωτη
υποθήκη για όλη την εργασία και όλο το πλούτο της
Βιόλα Σιντέρεα. Ο Πρόεδρος γέλασε με ένα παράξενο
γέλιο «Θάναι πολύ σκληρό για μας, αν θα πρέπει να
δανειστείς πολλά σε αυτόν τον εμπορικό πλανήτη,
ώστε να αναγκαστούμε να γίνουμε τίμιοι - και
μετά να τα χάσεις».
«Δεν υπάρχει τέτοιος φόβος», είπε ο Μπεντζάκομιν.
Υπάρχουν μερικοί κόσμοι όπου, τα όνειρα πεθαίνουν, αλλά η Ολύμπια με τα τετράγωνα σύννεφα δεν είναι ένας από αυτούς. Τα μάτια των ανδρών και των γυναικών, στην Ολύμπια είναι φωτεινά, γιατί δε βλέπουν τίποτα.
«Η φωτεινότητα ήταν το χρώμα του πόνου», είχε πει ο ποιητής Νάχτιγκαλ, «όταν μπορούμε να δούμε. Αν τα μάτια σου σε προσβάλουν μ' αυτό που βλέπουν, εξόντωσε τον εαυτό σου, γιατί το λάθος βρίσκεται στην ψυχή σου και όχι στα μάτια».
Αυτές οι κουβέντες ήταν κάτι το κοινό στην Ολύμπια, όπου οι άποικοι είχαν τυφλωθεί εδώ και πολύ καιρό. Και τώρα θεωρούσαν τους εαυτούς τους ανώτερους από τους ανθρώπους που είχαν όραση. Βλέπουν χρησιμοποιώντας ραντάρ που διεγείρουν κατευθείαν τον εγκέφαλό τους.
Αντιλαμβάνονται ακόμα και το αόρατο φάσμα της ακτινοβολίας. Τα κτίριά τους υψώνονται σε απίθανες γωνίες. Τα τυφλά παιδιά τους τραγουδούν, καθώς το προγραμματισμένο κλίμα τους προχωρεί σύμφωνα με τους αριθμούς, γεωμετρικό σαν καλειδοσκόπιο.
Εκεί πήγε ο Μπόζαρτ. Ανάμεσα στους τυφλούς πετούσαν τα όνειρά του, και πλήρωνε χρήματα για πληροφορίες που κανένας άνθρωπος δεν είπε ποτέ αντικρίσει.
Η Ολύμπια με τα γωνιώδη σύννεφα και το γαλάζιο σα θάλασσα ουρανό, περνούσε μπροστά από τα μάτια του σαν τ' όνειρο κάποιου άλλου. Δε σκόπευε να χάσει τον καιρό του σε αυτό το πλανήτη, γιατί είχε ραντεβού με το θάνατο στο γλοιώδες αστραφτερό διάστημα γύρω από τη Νορστρίλια.
Στην Ολύμπια ο Μπεντζάκομιν, έκανε τις προετοιμασίες του για να επιτεθεί στην Παλιά Βόρεια Αυστραλία. Τη δεύτερη μέρα, στον πλανήτη, υπήρξε πολύ τυχερός. Συνάντησε κάποιον που τον έλεγαν Λαβέντερ, κι ήταν σίγουρος ότι κάπου είχε ξανακούσει το όνομά του. Δεν ήταν μέλος της Συντεχνίας των Κλεφτών, αλλά ήταν ένας τολμηρός απατεώνας με κακή φήμη σ' όλα τα άστρα.
Δεν ήταν τυχαίο που είχε συναντήσει τον Λαβέντερ. Το μαξιλάρι του του είχε πει την ιστορία του Λαβέντερ δεκαπέντε φορές καθώς κοιμόταν την περασμένη βδομάδα. Κι όταν ονειρευόταν, ονειρευόταν τα όνειρα που είχε φυτέψει στο μυαλό του η Νορστριλιανή Αντικατασκοπεία. Τον είχαν οδηγήσει πρώτα στην Ολύμπια, κι ήταν έτοιμοι να τον ξεπληρώσουν με το νόμισμα που του άξιζε.
Η Νορστριλιανή Αστυνομία δεν ήταν σκληρή, αλλά
είχε καθήκον να υπερασπίσει το λαό της. Κι είχε
επίσης καθήκον να τιμωρήσει το φόνο ενός παιδιού.
Η τελευταία συνάντηση που είχε ο Μπεντζάκομιν με
τον Λαβέντερ, για να κλείσουν μια συμφωνία, ήταν
δραματική.
Ο Λαβέντερ αρνήθηκε να προχωρήσει.
«Δεν πρόκειται να πάω πουθενά. Δεν πρόκειται να
επιτεθώ πουθενά. Δεν πρόκειται να κλέψω τίποτα.
Υπήρξα σκληρός, δε το αρνιέμαι. Αλλά δεν πάω να
σκοτωθώ γιατί αυτό μου ζητάς, πανάθεμά σε».
«Σκέψου τι θ' αποκτήσουμε! Τον πλούτο! Στο λέω,
υπάρχουν περισσότερα χρήματα από όσα μπορεί
κανένας να διανοηθεί».
Ο Λαβέντερ γέλασε. «Νομίζεις ότι πρώτη φορά τ'
ακούω όλα αυτά; Είσαι απατεώνας, το ίδιο και εγώ.
Αλλά δεν κάθομαι να ονειρεύομαι. Θέλω τα λεφτά
μου προκαταβολικά. Εγώ είμαι πολεμιστής κι εσύ
είσαι κλέφτης, και δεν πρόκειται να σε ρωτήσω τι
ακριβώς κυνηγάς... αλλά, πρώτα θέλω τα λεφτά μου».
«Δεν τάχω», είπε ο Μπεντζάκομιν.
Ο Λαβέντερ σηκώθηκε.
«Τότε δε θάπρεπε να μου μιλήσεις. Γιατί τώρα, είτε
με προσλάβεις, είτε όχι, η σιωπή μου θα σου
στοιχίσει αρκετά».
Αρχισαν τα παζαρέματα.
Ο Λαβέντερ ήταν πραγματικά άσχημος. Ήταν ένας μαλακός, συνηθισμένος άνθρωπος, που πέρασε πολλά για να γίνει κακός. Η αμαρτία χρειάζεται πολύ δουλειά. Η προσπάθεια και μόνο που απαιτεί, πολύ συχνά αφήνει τα σημάδια της στο ανθρώπινο πρόσωπο.
Ο Μπεντζάκομιν τον κοίταξε χαμογελώντας, αλλά
όχι περιφρονητικά.
«Κάλυπτέ με ενώ θα βγάζω κάτι από την τσέπη μου»,
είπε ο Μπόζαρτ.
Ο Λαβέντερ δεν έδειξε καν πως άκουσε τα λόγια του.
Δεν έβγαλε όπλο. Απλούστατα ο αριστερός του
αντίχειρας κινήθηκε αργά προς την έξω γωνία του
χεριού του.
Ο Μπεντζάκομιν αναγνώρισε αυτή την κίνηση, αλλά
δεν δίστασε καθόλου.
«Βλέπεις», είπε. «Μια πλανητική πίστωση».
Ο Λαβέντερ γέλασε. «Το ξέρω κι αυτό το κόλπο».
«Πάρτην», είπε ο Μπόζαρτ.
Ο τυχοδιώκτης πήρε τη χωρισμένη σε λεπτά φύλλα κάρτα. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα.
«Είναι αληθινή», ανάσανε βαριά, «είναι
αληθινή!»
Τον κοίταξε ανυπολόγιστα πιο φιλικά. «Μέχρι τώρα
δεν είχα δει καν κάτι τέτοιο. Ποιοί είναι οι όροι
σου;»
Στο μεταξύ οι Ολυμπιανοί φωτεινοί, ζωηροί, περπατούσαν πάνω - κάτω μπροστά τους, με τα άσπρα και μαύρα ρούχα τους. Απίστευτα γεωμετρικά σχέδια έλαμπαν στους μανδύες τους και στα καπέλα τους. Οι δυο διαπραγματευτές αγνοούσαν τους κατοίκους του πλανήτη. Ήταν συγκεντρωμένοι στο παζάρεμα.
Ο Μπεντζάκομιν ένιωθε αρκετά ασφαλής. Υποθήκευσε την υπηρεσία ενός χρόνου, ολόκληρου του πλανήτη της Βιόλα Σιντέρεα, με αντάλλαγμα τις πλήρεις κι απεριόριστες υπηρεσίες του Κυβερνήτη Λαβέντερ, που κάποτε ανήκε στην Αυτοκρατορική Περίπολο του Διαστήματος. Έδωσε την υποθήκη. Μέσα βρισκόταν η γραπτή εγγύηση ενός χρόνου. Ακόμα και στην Ολύμπια υπήρχαν λογιστικές μηχανές, που έστελναν τη συμφωνία στην ίδια τη Γη, όπου επικυρωνόταν η υποθήκη κι ολόκληρος ο πλανήτης των Κλεφτών δεσμευόταν.
«Αυτό», σκέφτηκε ο Λαβέντερ, «ήταν το πρώτο βήμα της εκδίκησης».
Όταν ο δολοφόνος θα εξαφανιζόταν, ο λαός του θα έπρεπε να πληρώσει με απόλυτη τιμιότητα. Ο Λαβέντερ κοίταξε τον Μπεντζάκομιν με ένα είδος κλινικού ενδιαφέροντος.
Στον Μπεντζάκομιν, αυτό το βλέμμα φάνηκε φιλικό και χαμογέλασε με το γοητευτικό χαμόγελό του. Εκείνη τη στιγμή άπλωσε το δεξί του χέρι στον Λαβέντερ, θέλοντας να επιβεβαιώσει τη συμφωνία. Οι δυο άντρες χαιρετήθηκαν κι ο Μπόζαρτ ποτέ δεν έμαθε ποιανού έσφιξε το χέρι.
«Γκρίζα γη. Γκρίζο χορτάρι από ουρανό σ' ουρανό. Μην πάς κοντά στο φράχτη. Ούτε ένα βουνό δεν υπάρχει, ούτε ψηλό ούτε χαμηλό - μόνο λόφοι και γκρίζο, γκρίζο. Δες το λαμπύρισμα των άστρων.
»Αυτή είναι η Νορστρίλια.
»Η δουλειά, η αναμονή, ο πόνος πάνε, τελείωσαν.
»Καφέ πρόβατα σε γκριζογάλανο χορτάρι, σύννεφα που περνούν χαμηλά πάνω απ' το κεφάλι μας σαν σιδερένιοι σωλήνες στην σκέπη του κόσμου.
»Διάλεξε τα άρρωστα πρόβατα, τα άρρωστα είναι πολύτιμα. Δώσε μου μια στάλα αθανασίας. Αυτός ο τόπος είναι πολύ καλός για βλάκες και τρωγλοδύτες σαν κι εσένα.
»Αυτά λέει το βιβλίο, αγόρι μου.
»Αν δεν είχεις δει τη Νορστρίλια, δεν τα έχεις δει. Αν τα είδες, δε θα τα πίστεψες.
»Οι χάρτες τη λένε Παλιά Βόρεια Αυστραλία».
Εδώ, στη καρδιά του πλανήτη βρισκόταν το αγρόκτημα που φρουρούσε αυτό τον κόσμο. Ήταν το σπίτι των Χίτον.
Το περιτριγύριζαν πύργοι και σύρματα από πύργο σε πύργο. Μερικά κρέμονταν μ' ένα τρελό τρόπο, και μερικά έλαμπαν με μια λάμψη, που δεν είχε κανένα μέταλλο από αυτά που έφτιαξαν ποτέ οι άνθρωποι της Γης. Μέσα απ' τους πύργους απλωνόταν η χέρσα γη. Και στο κέντρο αυτής της χέρσας γης υπήρχαν δώδεκα χιλιάδες εκτάρια τσιμέντου. Ραντάρ κάλυπταν όλη αυτή την περιοχή, σαρώνοντας όλο το γύρω χώρο χιλιοστό προς χιλιοστό. Στο κέντρο της φάρμας υπήρχε ένα συγκρότημα κτιρίων. Εκει ακριβώς εξασκούσε τα καθήκοντά της η Κάθριν Χίτον. Η οικογένειά της είχε αναλάβει την άμυνα του κόσμου τους. Ούτε μικρόβιο δε μπορούσε να μπει ή να βγει από τα κτίρια. Η τροφή όλη έφτανε με διαστημομεταβιβαστή. Εκεί μέσα ζούσαν ζώα, ζώα που εξαρτιώνταν αποκλειστικά από αυτή. Αν πέθαινε ξαφνικά, από ατύχημα ή από την επίθεση κάποιου ζώου, οι αρχές του κόσμου της διαθέτανε πιστά αντίγραφά της, με τα οποία θα εκπαίδευαν τους αντικαταστάτες της.
Σ' αυτό το μέρος ο γκρίζος άνεμος ερχόταν απ' τους λόφους κι έφτανε μέχρι το γκρίζο τσιμέντο και τους πύργους των ραντάρ. Οι γυαλιστερές όψεις του αιχμάλωτου φεγγαριού κρέμονταν πάντα από πάνω τους. Ο άνεμος χτυπούσε δυνατά τα κτίρια, που ήταν κι αυτά γκρίζα, κι ύστερα γύριζε σφυρίζοντας στους λόφους.
Εκτός από τα κτίρια, η κοιλάδα δε χρειάστηκε πολύ καμουφλάζ. Ηταν σαν την υπόλοιπη Νορστρίλια. Το τσιμέντο ήταν ελαφρά χρωματισμένο, για να δίνει την εντύπωση ενός φτωχού, δίχως ζωή εδάφους. Αυτή ήταν η φάρμα κι η γυναίκα. Μαζί, αποτελούσαν την εξωτερική άμυνα του πλουσιότερου κόσμου που είχε δημιουργήσει η ανθρωπότητα.
Η Κάθριν Χίτον κοίταξε έξω από το παράθυρο και σκέφτηκε: «Σαρανταδυό μέρες για να πάω στην αγορά και τι όμορφα θάναι όταν βρεθώ εκεί, και ακούσω τη χαρούμενη μουσική».
Ω! Να περπατώ στην αγορά
Και να βλέπω το λαό μου
Περήφανο και ευτυχισμένο!
Ανάσανε βαθιά. Αγαπούσε τους γκρίζους λόφους - αν κι είχε δει τόσους πολλούς κόσμους στα νιάτα της. Μετά, μπήκε στο κτίριο, όπου την περίμεναν τα ζώα και τα καθήκοντά της. Ήταν η μοναδική Μάνα Χίτον, κι αυτά ήταν τα μικρά γατλάκια της. Πήγε ανάμεσά τους.
Εκείνη και ο πατέρας της τα είχαν εκθρέψει από γήινα μινκ, απ' τα αγριότερα, τα μικρότερα, τα πιο τρελλά μινκ που τους είχαν φέρει τα διαστημόπλοια από την Κατοικία του Ανθρώπου. Με τα μινκ αυτά, κρατούσαν μακριά τα αρπακτικά ζώα που μπορούσαν να ενοχλήσουν τα πρόβατα, από τα οποία έπαιρναν το Στρουν. Αλλά τα μινκ αυτά είχαν γεννηθεί τρελλά. Γενιές ολόκληρες από αυτά είχαν ανατραφεί ψυχωτικά μέχρι το κόκκαλο. Ζούσαν μόνο για να πεθάνουν και πέθαιναν για να μείνουν ζωντανά. Αυτά ήταν τα γατλάκια της Νορστρίλια. Ζώα, στα οποία ο φόβος, η λύσσα, η πείνα και το σεξ ήταν αφάνταστα συνδεδεμένα' μπορούσαν να φάνε τον εαυτό τους ή τ' άλλα ζώα' μπορούσαν να φάνε τα μικρά τους ή τους ανθρώπους, ή οτιδήποτε άλλο οργανικό υλικό' ζώα που ούρλιαζαν από φονική μανία, όταν ένιωθαν έρωτα' ζώα γεννημένα να απεχθάνονται την ίδια τους την ύπαρξη μ' ένα άγριο μίσος και που επιζούσαν μόνο και μόνο γιατί τις λίγες στιγμές που ξύπναγαν, έμεναν ξαπλωμένα, δεμένα σφιχτά με λουριά, για να μη μπορούν να πληγώσουν το ένα το άλλο ή τον εαυτό τους.
Η Μάνα Χίτον τ' άφηνε να ξυπνήσουν μόνο για ελάχιστα λεπτά σ' ολη τους την ζωή. Ζευγάρωναν και σκότωναν. Τα ξυπνούσε δυο - δυο.
Εκείνο το απόγευμα γυρνούσε από κλουβί σε κλουβί. Τα ζώα κοιμόνταν βαθιά. Θρεπτικές ουσίες χύνονταν αυτόματα στις φλέβες τους' μερικές φορές ζούσαν πολλά χρόνια χωρίς να ξυπνήσουν. Τα ζευγάρωνε όταν ήταν μισοξύπνια. Έπρεπε η ίδια να απομακρύνει τα νεογέννητα μόλις τα γεννούσαν οι κοιμισμένες μάνες τους. Μετά τα μεγάλωνε για μερικές ευτυχισμένες βδομάδες, μέχρι την ενηλικίωσή τους. Τότε τα μάτια τους κοκκίνιζαν από τρέλλα και μανία κι οι τσιριχτές, αηδιαστικές κραυγές τους αντηχούσαν σε ολόκληρο το κτίριο, φανερώνοντας τα συναισθήματά τους. Στριφογύριζαν τα τριχωτά πρόσωπά τους, όπου έλαμπαν τα τρελά τους μάτια κι έσφιγγαν τα μυτερά τους νύχια. Δεν ξύπνησε κανένα αυτή τη φορά. Αντίθετα, έσφιξε τα λουριά τους περισσότερο. Σταμάτησε την παροχή των θρεπτικών στοιχείων. Τους έδωσε ένα διεγερτικό επιβραδυνόμενης δράσης, που θα τα ξυπνούσε κατευθείαν, χωρίς το στάδιο της σύγχυσης που προηγείται του ξυπνήματος.
Τελικά πήρε ένα ισχυρό ηρεμιστικό η ίδια, κάθισε σε μια πολυθρόνα και περίμενε το κάλεσμα που θα ερχόταν. Όταν θα έφτανε το κάλεσμα και το σοκ, θα έπρεπε να κάνει αυτό που είχε κάνει χιλιάδες φορές πριν. Θα χτυπούσε ένα κουδούνι μ' έναν αφόρητα δυνατό ήχο σε ολόκληρο το εργαστήριο. Εκατοντάδες από αυτά τα μεταλλαγμένα μινκ θα ξυπνούσαν. Με το ξύπνημα θα ορμούσαν στη ζωή με πείνα, με μίσος, με οργή, με σεξουαλική μανία θα ορμούσαν για να ξεσκίσουν τα λουριά τους, θα ορμούσαν να σκοτωθούν, να σκοτώσουν τα μικρά τους κι αυτήν.
Θα πάλευαν παντού με οτιδήποτε, θάκαναν τα πάντα ασταμάτητα.
Αυτό τόξερε.
Στη μέση του δωματίου υπήρχε ένας δέκτης. Ο δέκτης αυτός ήταν ένας άμεσος αναμεταδότης εμπαθείας, ικανός να συλλαμβάνει το απλούστερο φάσμα τηλεπαθητικής επικοινωνίας. Σ' αυτό το δέκτη συγκεντρώνονταν τα συναισθήματα από όλα τα μικρά γατλάκια της Μαμάς Χίτον. Η λύσσα, το μίσος, η πείνα, το σεξ, ξεπέρναγαν κατά πολύ τα όρια του υποφερτού κι έπειτα ενισχύονταν αφάνταστα.
Η μπάντα των συχνοτήτων, πάνω στην οποία μεταδίδονταν τα τηλεπαθητικά αυτά σήματα ενισχύονταν ακόμα περισσότερο πέρα από το στούντιο, στους ψηλούς πύργους που βρίσκονταν στην κορφή του βουνού μακριά από την κοιλάδα όπου βρίσκονταν το εργαστήριο. Και το φεγγάρι που στριφογύριζε γεωμετρικά, αντανακλούσε αυτά τα σήματα, δημιουργώντας μια προστατευτική σφαίρα ολόγυρα στον πλανήτη. Από τις γυαλισμένες έδρες του φεγγαριού έφτανε στους δεκάξι δορυφόρους - οι οποίοι αποτελούσαν τμήμα του συστήματος του κλιματικού ελέγχου. Αυτοί κάλυπταν, όχι μόνο το διάστημα, αλλά και το κοντινό υποδιάστημα.
Οι Νορστριλιανοί είχαν σκεφτεί τα πάντα.
Ξαφνικά ακούστηκε ο συναγερμός από το πίνακα
διαβιβάσεων της Μαμάς Χίτον. Τα δάχτυλά της
μούδιασαν.
Ένας τρομερός θόρυβος ακούστηκε. Τα μινκ
ξύπνησαν.
Αμέσως το δωμάτιο γέμισε φωνές, γρατσουνίσματα, σφυρίγματα, στριγγλίσματα κι ουρλιαχτά.
Κάτω από το θόρυβο των κραυγών των ζώων υπήρχε ένας άλλος θόρυβος: Ένας θόρυβος που έμοιαζε με γρατσούνισμα, σα χαλάζι που πέφτει στην επιφάνεια μιας παγωμένης λίμνης. Ήταν τα νύχια καθενός από τα εκατοντάδες μινκ που προσπαθούσαν να απελευθερωθούν από τα μεταλλικά τους πλαίσια.
Η Μαμά Χίτον άκουσε ένα γουργουρητό. Ένα από τα μινκ είχε κατορθώσει να απελευθερώσει ένα του πόδι κι έσκιζε με τα νύχια του τον ίδιο του το λαιμό.
Αναγνώρισε το κομμάτιασμα της γούνας, το ξέσκισμα των αγγείων. Περίμενε να ακούσει το σταμάτημα αυτού ειδικά του θορύβου, αλλά δε μπορούσε να είναι βέβαιη. Τα άλλα έκαναν πάρα πολύ θόρυβο. Ένα μινκ λιγότερο.
Εκεί που καθόταν ήταν αρκετά προφυλαγμένη από τον τηλεπαθητικό αναμεταδότη, αλλά όχι εντελώς. Κι αυτή η ίδια, αν κι ήταν γριά πια, ένιωθε παράξενα όνειρα να τη διαπερνούν. Αναγάλλιασε από το μίσος στη σκέψη ότι ζωντανά πλάσματα υπέφεραν δίπλα της - υπέφεραν τρομακτικά, μια και δεν τους κάλυπτε η άμυνα του τηλεπικοινωνιακού Συστήματος της Νορστρίλια. Ένιωσε τον άγριο παλμό του από πολύ καιρό ξεχασμένου πόθου. Λαχταρούσε για πράγματα που δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι θυμόταν. Οι σπασμοί του φόβου που ένιωθαν τα ζώα σπάραζαν το κορμί της. Κάτω από όλα αυτά, το λογικό της μυαλό ρωτούσε: «Πόσο μπορώ να τ' αντέξω ακόμα; Πόσο μπορώ να τ' αντέξω ακόμα; Θεέ μου, να είσαι καλός με τους ανθρώπους αυτού του κόσμου! Να είσαι καλός μαζί μου!»
Το πράσινο φως άναψε. Πάτησε το κουμπί της άλλης άκρης της καρέκλας. Το αέριο ελευθερώθηκε με στο δωμάτιο. Καθώς ναρκωνόταν, ήξερε ότι και τα γατλάκια της είχαν ναρκωθεί αυτόματα.
Θα ξυπνούσε πριν από αυτά, και τότε θα άρχιζαν τα καθήκοντά της: θα έλεγχε ποια ήταν ζωντανά, θα έβγαζε όσα είχαν ξεσκίσει μόνα τους το λαιμό τους, θα έβγαζε αυτά που είχαν πεθάνει από καρδιακές προσβολές, θα τα ξανατακτοποιούσε, θα περιποιόταν τις πληγές τους, θα τα φρόντιζε ζωντανά και κοιμισμένα - κοιμισμένα κι ευτυχισμένα - μέχρι τον επόμενο συναγερμό που θα τα ξυπνούσε για να υπερασπιστούν τους θησαυρούς που ήταν ευχή και κατάρα για τον κόσμο της.
Ολα είχαν πάει καλά. Ο Λαβέντερ είχε βρει ένα παράνομο διαστημόπλοιο επιπεδοσχηματισμού. Δεν ήταν και μικρό κατόρθωμα, μια και τα επιπεδοσχηματικά διαστημόπλοια είχαν πολύ αυστηρούς κανόνες κυκλοφορίας και το να βρει κανένας ένα παράνομο πλοίο, ήταν ένα κατόρθωμα για το οποίο ένας πλανήτης γεμάτο απατεώνες θα έπρεπε να δουλεύει μια ολόκληρη ζωή.
Ο τίμιος πλούτος του πλανήτη των Κλεφτών είχε πληρώσει τις παραποιήσεις και τα μεγάλα χρέη, τις φανταστικές μεταβιβάσεις που είχαν τροφοδοτήσει τους ηλεκτρονικούς εγκεφάλους, τις καταστάσεις εμπορευμάτων και επιβατών, που ήταν ανεξιχνίαστα χαμένες μες τις εμπορικές συναλλαγές δέκα χιλιάδων πλανητών.
«Ας τον να πληρώσει», είπε ο Λαβέντερ σε έναν
από τους συναδέλφους τους, ένα γνωστό εγκληματία
που ήταν στην πραγματικότητα Νορστριλιανός
πράκτορας.
«Ξόδεψε όσο περισσότερα μπορείς».
Ακριβώς πριν φύγει ο Μπεντζάκομιν Μπόζαρτ, ο
Λαβέντερ έστειλε ένα συμπληρωματικό μήνυμα.
Το έστειλε κατευθείαν μέσω του Κυβερνήτη του
διαστημοπλοίου, που συνήθως δε μετέφερε
μηνύματα. Ο κυβερνήτης ήταν πλωτάρχης
επικοινωνιών του Νορστριλιανού Διαστημικού
Στόλου, αλλά είχε εντολές να μην το δείχνει.
Το μήνυμα αφορούσε την άδεια
'επιπεδοσχηματισμού' - κόστιζε άλλες είκοσι
ταμπλέτες Στρουν, οι οποίες θα υποθήκευαν τον
πλανήτη Βιόλα Σιντέρεα για εκατοντάδες
εκατοντάδων χρόνια.
Ο Κυβερνήτης είπε: «Δεν χρειάζεται καν να το
στείλεις. Η απάντηση είναι ναι».
Ο Μπεντζάκομιν μπήκε στο θάλαμο ελέγχου.
Αυτό ήταν αντίθετο με τους κανονισμούς, αλλά
είχε νοικιάσει το διαστημόπλοιο ακριβώς για να
παραβαίνει τους κανονισμούς. Ο Κυβερνήτης τον
κοίταξε άγρια: « Είσαι επιβάτης, βγες έξω».
Ο Μπεντζάκομιν είπε: « Είμαι ο μόνος στο
διαστημόπλοιο, εκτός από το πλήρωμά σου. Έχω τη
μικρή μου διαστημάκατο στο διαστημόπλοιο».
«Βγες έξω. Θα πληρώσεις πρόστιμο αν σε πιάσουν
εδώ».
«Δεν πειράζει», απάντησε ο Μπεντζάκομιν, «θα
πληρώσω».
«Αλήθεια;» ρώτησε ο Κυβερνήτης. «Δε θα πλήρωνες
είκοσι ταμπλέτες Στρουν. Αυτό είναι γελοίο.
Κανένας δεν έχει τόσο πολύ Στρουν!»
Ο Μπεντζάκομιν γέλασε καθώς σκέφτηκε τις χιλιάδες ταμπλέτες Στρουν που θα είχε σύντομα. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν, να φύγει με το διαστημόπλοιο, να χτυπήσει, να περάσει απ' τα γατλάκια και να γυρίσει πίσω.
Η δύναμη και ο πλούτος του προέρχονταν από το γεγονός ότι τώρα πια, ήξερε πως να φτάσει στο θησαυρό.
Η υποθήκη των είκοσι ταμπλετών Στρον ήταν μικρό τίμημα μπρος τις χιλιάδες που θα αποκτούσε. Ο Κυβερνήτης απάντησε: «Δεν αξίζει τον κόπο να διακινδυνεύσεις είκοσι ταμπλέτες για να βρίσκεσαι εδώ. Αλλά μπορώ να σου πω πως να μπεις στο δίκτυο επικοινωνιών της Νορστρίλια για εικοσιεπτά ταμπλέτες».
Τα νεύρα του Μπεντζάκομιν τεντώθηκαν. Για μια στιγμή νόμιζε πως θα πέθαινε. Όλος ο κόπος, όλη η εκπαίδευση - το νεκρό αγόρι στην παραλία, το ρισκάρισμα με την υποθήκη και τώρα αυτός ο απρόβλεπτος ανταγωνιστής!
Αποφάσισε να το αντιμετωπίσει.
«Τι ξέρεις;» είπε ο Μπεντζάκομιν.
«Τίποτα», απάντησε ο Κυβερνήτης.
«Είπες 'Νορστρίλια'».
«Αυτό ναι», είπε ο Κυβερνήτης.
«Αν είπες Νορστρίλια, πρέπει να το μάντεψες.
Ποιος στο είπε;»
«Που αλλού θα πήγαινε κάποιος που γυρεύει
αμύθητα πλούτη; Αν βέβαια τα καταφέρεις. Οι
είκοσι ταμπλέτες δε θάναι τίποτα για κάποιον σαν
κι εσένα».
«Πρόκειται για δουλειά διακοσίων χρόνων από
τριακόσιες χιλιάδες ανθρώπους», είπε ο
Μπεντζάκομιν βλοσυρά.
«Όταν θα τα καταφέρεις, θάχεις περισσότερες από
είκοσι ταμπλέτες, το ίδιο και ο λαός σου».
Κι ο Μπεντζάκομιν σκέφτηκε τς χιλιάδες
ταμπλέτες. «Ναι το ξέρω αυτό».
«Αν δεν τα καταφέρεις, έχεις τη κάρτα».
«Εντάξει. Σύμφωνοι. Βάλε με στο δίκτυο. Θα πληρώσω
τις εικοσιεπτά ταμπλέτες».
«Δος μου την κάρτα».
Ο Μπεντζάκομιν αρνήθηκε. Ηταν ένας εκπαιδευμένος κλέφτης και βρισκόταν πάντα σε επιφυλακή. Μετά το ξανασκέφτηκε. Αυτή ήταν η κρίσιμη στιγμή της ζωής του. Έπρεπε να το διακινδυνεύσει. «Θα τη σημαδέψω, και μετά θα στην επιστρέψω».
Τόση ήταν η ταραχή του Μπεντζάκομιν, που δεν
πρόσεξε ότι η κάρτα μπήκε σ' έναν αναπαραγωγέα,
ότι η συμφωνία καταγράφηκε, ότι το μήνυμα πήγε
στο Ολυμπιακό Κέντρο, και ότι η υποθήκη στο
πλανήτη της Βιόλα Σιντέρεα μεταβιβάστηκε σε
ορισμένα εμπορικά πρακτορεία της Γης για τα
τριακόσια επόμενα χρόνια.
Ο Μπεντζάκομιν πήρε την κάρτα πίσω και
αισθάνθηκε σαν τίμιος κλέφτης.
Αν τελικά πέθαινε, η κάρτα θα χανόταν, κι ο λαός
του δεν θα χρειαζόταν να πληρώσει. Αν κέρδιζε, θα
μπορούσε να πληρώσει αυτό το μικρό ποσό από την
τσέπη του.
Ο Μπεντζάκομιν κάθισε κάτω. Ο Κυβερνήτης έγνεψε στους φωτοεντοπιστές, και το διαστημόπλοιο άλλαξε ξαφνικά πορεία.
Ταξίδευαν μισή υποκειμενική ώρα.
Ο Κυβερνήτης φορούσε το φωτοεντοπιστικό του κράνος, ψάχνοντας και μαντεύοντας το δρόμο, βήμα προς βήμα, γυρίζοντας προς την πατρίδα του. Έπρεπε να προσποιείται ότι έψαχνε το δρόμο, γιατί διαφορετικά ίσως ο Μπεντζάκομιν να μάντευε ότι ήταν στα χέρια διπλών πρακτόρων.
Αλλά ο Κυβερνήτης ήταν καλά εκπαιδευμένος. Τόσο
καλά όσο ο Μπετζάκομιν.
Πράκτορες και κλέφτες ταξίδευαν μαζί.
Επιπεδομεταφέρθηκαν στο δίκτυο επικοινωνιών. Ο
Μπετζάκομιν έσφιξε τα χέρια με τον Κυβερνήτη:
«Σου επιτρέπω να υλοποιηθείς μόλις σε
ειδοποιήσω».
«Καλή τύχη, κύριε», είπε ο Κυβερνήτης.
«Καλή μου τύχη», είπε ο Μπετζάκομιν.
Μπήκε στη διαστημάκατό του. Για λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο στο πραγματικό διάστημα φάνηκε αμυδρά η γκρίζα έκταση της Νορστρίλια.
Το διαστημόπλοιο που έμοιαζε σαν αποθήκη εξαφανίστηκε, και η άκατος έμεινε μόνη της.
Η διαστημάκατος άρχισε να κατεβαίνει. Καθώς έπεφτε, ο Μπετζάκομιν ένιωσε μια φρικιαστική στιγμή τρόμου και σύγχισης. Ποτέ δεν έμαθε για τη γυναίκα που τον περίμενε εκεί κάτω, αλλά εκείνη τον αισθάνθηκε, καθώς ο Μπετζάκομιν δεχόταν τη μανία των ξετρελαμένων γατλακιών.
Το συνειδητό του σείστηκε από το χτύπημα. Με μια παράταση της υποκειμενικής εμπειρίας που έκανε τα δυο δευτερόλεπτα να φαίνονται σα μήνες ανυπόφορης, μεθυσμένης σύγχυσης, ο Μπετζάκομιν παρασυρόταν από την πλημμύρα της ίδιας του της προσωπικότητας.
Ο αναμεταδότης του Φεγγαριού έστελνε εναντίον του ζωώδικα μυαλά. Οι συνάψεις του μυαλού του μετασχηματίστηκαν για να εξορκίσουν τις παραισθήσεις, τρομερά πράγματα, που ποτέ δεν είχαν συμβεί σε κανέναν άνθρωπο.
Μετά, το λογικό του έσβησε κάτω από αυτή τη τρομακτική συναισθηματική ένταση.
Η υποσυνείδητη προσωπικότητά του έζησε λίγο περισσότερο. Το σώμα του πάλευε για αρκετά λεπτά. Τρελό από τη μανία και την πείνα σχημάτισε ένα τόξο στη θέση του πιλότου, με τα δόντια βαθιά χωμένα στο ίδιο του το χέρι. Οδηγημένο από τη λύσσα το αριστερό χέρι, ξέσκισε το πρόσωπό του κι έβγαλε το αριστερό του μάτι. Ούρλιαζε με κτηνώδικη μανία, καθώς προσπαθούσε να καταβροχθίσει τον ίδιο του τον εαυτό... κάτι που κατόρθωσε εν μέρει να κάνει. Το τηλεπαθητικό μήνυμα από τα μικρά γατλάκια της Μαμάς Χίτον είχε πλημμυρίσει το μυαλό του.
Τα μεταλλαγμένα μινκ ήταν τελείως ξύπνια.
Οι δορυφόροι αναμετάδοσης είχαν δηλητηριάσει το διάστημα γύρω του, με την τρέλα των μινκ.
Το σώμα του Μπόζαρτ δεν έζησε πολύ. Μετά από μερικά λεπτά, άνοιξαν οι αρτηρίες, το κεφάλι έπεσε μπροστά κι η διαστημάκατος έπεσε αβοήθητη προς τις αποθήκες που είχε θελήσει να λεηλατήσει. Τη μάζεψε η Νορστριλιανή Αστυνομία.
Οι ίδιοι οι αστυνομικοί ήταν άρρωστοι. Τα πρόσωπά τους ήταν χλωμά. Μερικοί είχαν κάνει εμετό. Είχαν περάσει την τηλεπαθητική μπάντα στο λεπτότερο κι ασθενέστερο σημείο της. Αυτό ήταν αρκετό για να τους αρρωστήσει. Δεν ήθελαν να ξέρουν. Ήθελαν να ξεχάσουν.
Ένας από τους νεώτερους αστυνομικούς κοίταξε το πτώμα και είπε: «Τι στην ευχή μπόρεσε να κάνει κάτι τέτοιο σ' έναν άνθρωπο;»
«Διάλεξε λάθος δουλειά», είπε ο διοικητής της
αστυνομίας.
Ο νεαρός αστυνόμος είπε: «Ποια ήταν η λάθος
δουλειά;»
«Ήταν ότι προσπάθησε να μας ληστέψει αγόρι μου.
Έχουμε την άμυνά μας και δε θέλουμε να ξέρουμε τι
είναι αυτή».
Ο νεαρός αστυνομικός ταπεινωμένος και μισοθυμωμένος, φάνηκε να θέλει να αντιμιλήσει στον ανώτερό του, καθώς έστρεφε τα μάτια του μακρυά από το πτώμα του Μπετζάκομιν Μπόζαρτ.
Ο μεγαλύτερος άντρας είπε: «Έλα τώρα. Δεν άργησε
να πεθάνει, και εξάλλου αυτός είναι ο δολοφόνος
του μικρού Τζόννυ».
«Αυτός; Πιάστηκε τόσο γρήγορα;»
«Εμείς τον φέραμε εδώ». Ο γέρος αξιωματικός
κούνησε το κεφάλι του. «Τον αφήσαμε να βρει το
θάνατό του μόνος του. Έτσι ζούμε. Σκληρό ε; Έτσι
δεν είναι;»
Οι εξαεριστές ψιθύριζαν απαλά, σιγανά. Τα ζώα κοιμήθηκαν πάλι. Ένα ρεύμα αέρα έπεσε πάνω στη Μαμά Χίτον. Η τηλεπαθητική σύνδεση λειτουργούσε ακόμα. Μπορούσε να αισθάνεται την όψη του φεγγαριού, τους μικρούς δορυφόρους, τον ίδιο της τον εαυτό, τ' απομεινάρια όλων όσων είχαν συμβεί. Δεν υπήρχε όμως κανένα ίχνος ληστή.
Παραπάτησε.
Τα ρούχα της ήταν βρεμένα από τον ιδρώτα. Της
χρειαζόταν ένα ντους και καθαρά ρούχα...
Πίσω στην κατοικία του Ανθρώπου, το Εμπορικό
Κύκλωμα Πιστώσεων έδινε σήματα που προκάλεσαν
την ανθρώπινη προσοχή.
Ένας νεώτερος υπαρχηγός της Οργανικότητας πήγε κοντά στη μηχανή, κι άπλωσε το χέρι του. Η μηχανή έριξε μια κάρτα μες στα δάχτυλά του.
«Χρέωσις: Βιόλα Σιντέρεα - πίστωσις: Γήινη Ηπειρο - Ομάς - υποπίστωσις: Νορστριλιανός λογαριασμός - τέσσερα εκατομμύρια ανθρωπομεγαχρόνια»
Παρ' όλο που ήταν ολομόναχος, σφύριξε μόνος του στο άδειο δωμάτιο. «Θάχουμε πεθάνει όλοι, με Στρουν ή χωρίς Στρουν μέχρι να ξεπληρώσουν το χρέος τους!»
Βγήκε για να πει τα παράξενα νέα στους φίλους
του.
Η μηχανή, καθώς δεν πήρε την κάρτα της πίσω,
έφτιαξε μιαν άλλη.