John
Brunner
The Windows of Heaven, (1956)
Μετάφραση: Μαίρη Πανούτσου
Τη ημέρα ταύτη ερράγησαν πάσαι αι πηγαί της αβύσσου, και οι καταράκται του ουρανού ηνεώχθησαν. Και εγένετο υετός επί της γης τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύχτας.
Το κύκλωμα ήταν πολυθόρυβο. Από το μεγάφωνο ακούγονταν κάθε είδους θόρυβοι που κανονικά δε θα 'πρεπε να υπάρχουν. Ο Αρκραϊτ ένιωσε για μια στιγμή να τον πλημμυρίζει ο πανικός, κι έριξε μια γρήγορη ματιά πάνω από τον ώμο του, στο φινιστρίνι που τύχαινε να είναι στραμμένο προς τον ήλιο. Στην αριστερή πλευρά του ήλιου υπήρχε ένα ρηχό μα μεγάλο σε έκταση κοίλωμα.
Ύστερα οι ψηλοί, κάπως σχολαστικά προσεγμένοι τόνοι της φωνής του Κοστέλο ξεχώρισαν μέσα από ένα πανδαιμόνιο. «Εμπρός, Σελήνη Ένα! Αρκραϊτ μ' ακούς;»
Ο Αρκραϊτ άφησε ένα ηχηρό αναστεναγμό. «Ναι,
μόλις και μετά βίας».
«Τι συμβαίνει;» ήρθε η απάντηση. Η χρονική
καθυστέρηση βρισκόταν τώρα σχεδόν στο μέγιστο
της, γιατί το πλοίο κατέβαινε προς το σημείο
προσεδάφισης. «Δεν ελέγχεις τον πομπό σου;»
«Δε φταινε τα μηχανήματα», είπε στρυφνά ο
Αρκραϊτ. «Μήπως έτυχε να κοιτάξεις καθόλου τον
ήλιο τελευταία;»
«Από τότε που απογειώθηκες δεν έχω βγει έξω από
το κτίριο ελέγχου».
Μια έκρηξη από παρεμβολές έπνιξε την τελευταία
συλλαβή. «Μα γιατί, τι του συμβαίνει;»
«Η μεγαλύτερη ηλιακή κηλίδα που έχω δει ποτέ μου
έχει αρχίσει να ξεπροβάλλει στη μια του άκρη»,
αποκρίθηκε ο Αρκραϊτ. «Μπορείς να το ελέγξεις με
το αστεροσκοπείο;»
«Ναι, βέβαια, αλλά δεν καταλαβαίνω σε τι θα μας
ωφελούσε».
«Ίσως να μπορέσουν να μας πουν για πόσον καιρό
ακόμα πρόκειται να συνεχιστούν αυτές οι
καταραμένες παρεμβολές».
«Πολύ πιθανό. Εντάξει, θα το κάνω».
Ο Κοστέλο έμεινε για λίγο σιωπηλός, λες κι είχε σκεπάσει το μικρόφωνο για να μιλήσει με κάποιον άλλον.
«Πόσο απέχεις αυτή τη στιγμή από την
επιφάνεια;»
«Περίπου εξακόσια είκοσι δευτερόλεπτα», είπε ο
Αρκραϊτ, ρίχνοντας μια ματιά στο χρονόμετρο. «Η
διαδικασία επιβράδυνσης θα αρχίσει στα εκατόν
πενήντα».
«Ωραία. Πηγαίνεις σύμφωνα με το σχέδιο». Ακόμα
και η τυπική, ψυχρή φωνή του Κοστέλο δεν έκρυβε
την έντονη συγκίνηση που ένιωθε.
«Θα σε παρακολουθούμε και θα σε ακούμε. Καλή
τύχη!»
«Ευχαριστώ», είπε ο Αρκραϊτ και έσπρωξε το σώμα του μακριά από τις χειρολαβές που κρατούσε. Οι λουρίδες του καθίσματος επιτάχυνσης αιωρούνταν στον αέρα. Αρπαξε την πιο κοντινή και τράβηξε το σώμα του προς τα κάτω, πάνω στο γεμάτο αέρα μαξιλάρι. Ρίχνοντας μια τελευταία ματιά τριγύρω να βεβαιωθεί πως δεν είχε αφήσει τίποτα που να μπορούσε η επιβράδυνση να το ρίξει στο πάτωμα και να το σπάσει, πέρασε γύρω του τις λουρίδες και κλείδωσε τις αγκράφες. Λοιπόν, καλώς ή κακώς, αυτό ήταν.
Πίσω του, στην καρδιά του ατομικού αντιδραστήρα, αυτόματοι διακόπτες αποκρίνονταν στα σήματα που έστελνε κάθε δευτερόλεπτο το κεντρικό χρονόμετρο. Οι απορροφητικές ράβδοι ασφαλείας άρχισαν να αποσύρονται, κι η ένταση της ραδιενέργειας αυξανόταν εκτοξεύοντας έναν καταιγισμό από ακτίνες γάμα πάνω στο προστατευτικό κάλυμμα της καμπίνας του πιλότου. Με τέλεια ακρίβεια, ακριβώς στο εκατοστό πεντηκοστό δευτερόλεπτο, οι αντλίες ενεργοποιήθηκαν εκσφενδονίζοντας έναν καταρράκτη από καύσιμα στο κέντρο του κυλινδρικού κιβωτίου έναυσης. Η θερμοκρασία εκεί πλησιάζει τους 4.000 βαθμούς Κελσίου.
Αμέσως το καύσιμο, μεταπηδώντας σε κλάσματα του δευτερολέπτου, από την τρομαχτική παγωνιά που επικρατούσε στην αντίθετη από τον ήλιο πλευρά του διαστημοπλοίου στην τεράστια αυτή θερμοκρασία, εκτονώθηκε με μια τρομαχτική δύναμη και μια λευκοπυρωμένη γλώσσα από ελεύθερα μόρια ξεπήδησε προς τη γυμνή επιφάνεια του Φεγγαριού.
Ένα τίναγμα επιβράδυνσης, σα να τον κρατούσε κάποιο σχοινί έτοιμο να σπάσει από το βάρος του: ο Αρκραϊτ βούλιαξε ξεφυσώντας δυνατά στα μαξιλάρια. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο δείκτη καθετότητας που έδειχνε τη θέση του πλοίου, καθώς ταλαντευόταν επικίνδυνα πάνω σ' αυτό το αραιό σύννεφο των αερίων, και τα χέρια του ήταν έτοιμα να πυροδοτήσουν τον επιταχυντήρα έκτακτης ανάγκης αν τύχαινε να μη λειτουργήσουν τα γυροσκοπικά όργανα και το πλοίο άρχιζε να παίρνει κάποια επικίνδυνη κλίση. Ο δείκτης παρέμενε σταθερός. Μέτρο με μέτρο κι ύστερα εκατοστό με εκατοστό, το πλοίο κατέβαινε στην ομαλή επιφάνεια. Ο κύριος υδραυλικός βραχίονας προσεδάφισης συνάντησε σταθερό έδαφος. Το βάρος του πλοίου συμπίεσε το τηλεσκοπικό πάνω τμήμα του κεντρικού αυτού βραχίονα, κι έκλεισε έναν αυτόματο διακόπτη. Τέσσερα άλλα τηλεσκοπικά πόδια άνοιξαν και βρήκαν στήριγμα, ενώ ο βρυχηθμός της μηχανής έσβησε σ' ένα σφύριγμα, που κι αυτό σε λίγο σίγησε. Ένας άνθρωπος βρισκόταν πάνω στη σελήνη.
Μουδιασμένα - ύστερα από τέσσερις σχεδόν μέρες χωρίς βαρύτητα, ακόμα κι η σεληνιακή βαρύτητα ήταν δοκιμασία για τους μυς τους - ο Αρκραϊτ σηκώθηκε και περπάτησε αβέβαια σε ένα από τα φινιστρίνια.
Απ' αυτό που διάλεξε, φαινόταν η αυστηρή, ασπρόμαυρη όψη των τοιχωμάτων ενός κυκλικού κρατήρα, σκόρπια βουνά, λόφοι και βράχοι πριονωτοί - μα κι η Γη, σα γαλαζοπράσινος κάμπος με φόντο την αβάσταχτη σκοτεινιά του ουρανού.
«Τα κατάφερα!» ούρλιαξε μέσα στη καμπίνα, λες και το μικρόφωνο ήτανε ένας άνθρωπος που τον άκουγε. «Με ακούς; Τα κατάφερα!»
Ένας χείμαρρος ηλιακού στατικού θορύβου ακούστηκε, λες και τον κορόιδευε από το μεγάφωνο. Όταν ξεκαθάρισε, ο Κοστέλο και πολλοί άλλοι - φαίνεται πως όλοι όσοι είχαν λάβει μέρος σε αυτή την επιχείρηση φώναζαν και τραγουδούσαν μες στο κτίριο ελέγχου - του φώναζαν τα συγχαρητήριά τους μέσα από το κύκλωμα.
Τελικά, όταν τα πράγματα ησύχασαν κάπως, ο
Κοστέλο είπε:
«Εντάξει! Θα προχωρήσουμε και θα το
ανακοινώσουμε τώρα. Αρκραϊτ, πως νιώθεις που
είσαι ο πιο διάσημος άνθρωπος στον κόσμο;»
«Ρώτησέ με όταν γυρίσω», είπε ξερά ο Αρκραϊτ.
«Ακόμα δεν έχω ξεπεράσει το σοκ που βρέθηκε εδώ
πάνω ακέραιος».
Μια έκρηξη παρασίτων τον διέκοψε. Το μεγάφωνο φυσούσε και κροτάλιζε δυνατά. Ρίχνοντας το βλέμμα του ψηλά προς τον ήλιο, είδε πως η κηλίδα που είχε φανεί στην άκρη του ήλιου μετακινιόταν ορατά κατά μήκος του δίσκου. Ήταν τόσο καθαρή, που λες και περνούσε κάποιος πλανήτης μπρος από τον ήλιο - μα αυτός ήξερε πως κάτι τέτοιο δε συνέβαινε.
Ύστερα πάρα πολλά πράγματα που έπρεπε να γίνουν ώστε να του μείνει καιρός να σκεφτεί το κατόρθωμά του τις πρώτες εικοσιτέσσερις ώρες της παραμονής του πάνω στο φεγγάρι. Φόρεσε τη διαστημική του στολή και βγήκε έξω . πρώτα για να δοκιμάσει την αίσθηση της κίνησης κάτω από τη μειωμένη βαρύτητα κι ύστερα για να φροντίσει διάφορες σοβαρές εργασίες. Το μεγαλύτερο μέρος του φορτίου του το αποτελούσαν επιστημονικές συσκευές που συνδέονταν με έναν καταγραφέα και μια τηλεοπτική μονάδα. Έπρεπε να τις εγκαταστήσει αρκετά μακριά, ώστε να μην καταστραφούν αργότερα από τα αέρια της εκτόξευσης του πλοίου.
Προσανατόλισε τις κεραίες τους προς τη Γη και τις έβαλε σε λειτουργία. Ο Κοστέλο τον πληροφόρησε πως τα σήματά τους ήταν δυσδιάκριτα, κάτι που δεν του έκανε και μεγάλη έκπληξη - κι η δική του φωνή μόλις και μετά βίας ξεχώριζε μέσα από το θόρυβο των παρεμβολών. Με μια ανησυχία πως συνεχώς μεγάλωνε, ο Αρκραϊτ κοίταξε το κηλιδωμένο πρόσωπο του ήλιου.
«Τι συμβαίνει με το γέρο-ήλιο;» ρώτησε.
«Δεν ξέρουμε», ομολόγησε ο Κοστέλο. Ακόμα και το
τελευταίο αστεροσκοπείο πάνω στη Γη
πολιορκείται από χιλιάδες επισκέπτες που θέλουν
να δουν με τα ίδια τους τα μάτια το διαστημόπλοιό
σου - είναι ορατό με κάθε αστρονομικό τηλεσκόπιο
μετρίου μεγέθους. Πήγα στον Ντάτρεϋ του
Αστροφυσικού Ινστιτούτου, όμως, να δω αν θα
μπορούσε να μας πει» - φυσήματα και τριξίματα -
«να συνεχιστεί. Όλα αυτά τα φαινόμενα είναι πολύ
ενοχλητικά, και βρήκαν τη στιγμή που θα συμβούν».
«Πως πηγαίνουν» - κχχρ - «πως πηγαίνουν τα
πράγματα μ' εσάς εκεί κάτω;»
«Ασχημα! Οι συνηθισμένες ραδιοφωνικές εκπομπές
είναι ανεκτές, οι τηλεοπτικοί σταθμοί όμως είναι
υποχρεωμένοι να σταματήσουν τη λειτουργία τους.
Το μόνο που βλέπεις στις οθόνες της τηλεόρασης
είναι παράσιτα - κι όταν λεω το μόνο, το εννοώ».
Αυτή τη φορά ο θόρυβος ήταν σαν παλιρροιακό κύμα. Έμοιαζε να ξεχύνεται από το μεγάφωνο και να χτυπά τον Αρκραϊτ με μια φυσική σχεδόν δύναμη. Περίμενε να κοπάσει.
«Δεν έχει νόημα να συνεχίσουμε έτσι», είπε
κουρασμένα. «Θα κοιτάξω, αν μπορώ, να βρω» -
θόρυβος - «να βρω κάποια ώρα που να μην εκπέμπει
τόσο δυνατά αυτή η κηλίδα. Αφησε» - θόρυβος -
«άφησε κάποιον να ακροάζεται μήπως εκπέμψω».
«Φυσικά. Μην ανησυχείς γι' αυτό».
Οι παρεμβολές δυνάμωναν, ακούγονταν πια σαν ένας σταθερός παλμός μ΄ απότομα ξεσπάσματα στο βάθος του. Ο Αρκραϊτ έκλεισε και κοίταξε τον ήλιο. Έμοιαζε με πουτίγκα, σκέφτηκε αφηρημένα - παραγεμισμένη με τεράστιες, μαύρες σταφίδες.
Δε μπορούσε ν' απομακρυνθεί για τις εξερευνήσεις του πολύ μακριά από το πλοίο στο χρόνο που είχε στη διάθεση του. Πάντως, όμως, διέθετε ένα μετρητή Γκάιγκερ που τον κουβαλούσε μαζί του για κάθε ενδεχόμενο, κι ένα σχετικά πλήρες και υπερβολικά συμπαγές εργαστήριο στο ένα άκρο της καμπίνας του, έτσι που να μπορούσε να κάνει πρόχειρες αναλύσεις σε δείγματα πετρωμάτων που θα φαίνονταν ενδιαφέροντα.
Οποιαδήποτε πληροφορία αποκτιόταν από πρώτο χέρι γύρω από τη σύνθεση της σελήνης ήταν σημαντική, φυσικά, αλλά αν ανακάλυπτε για παράδειγμα πετρώματα που περιείχαν ένυδρους κρυστάλλους, αυτό θα μπορούσε να σημαίνει τη δυνατότητα της δημιουργίας μιας μόνιμης και αυτοτελούς Σεληνιακής βάσης.
Η θύελλα της ηλιακής ακτινοβολίας πλησίαζε αργά στο μέγιστό της. Είχε προσεδαφιστεί μια βδομάδα περίπου πριν τη σεληνιακή δύση του ήλιου, κι από τότε δε σταματούσε να εύχεται ανώφελα να πέσει νωρίς η σεληνιακή νύχτα, έτσι που η δύση του ήλιου να εξασθενίσει τις ασταμάτητες παρεμβολές.
Ήταν μαρτύριο να ακούει τις αχνές, δυσδιάκριτες φωνές που έφταναν ως αυτόν από τη Γη. Πολλές φορές παρατούσε την προσπάθεια ανήμπορος να ξεδιαλύνει τα μπερδεμένα κομμάτια των ήχων. Είχε ελπίσει σε μια σταθερή και συνεχή επαφή με τους ανθρώπους της βάσης για να ανακουφιστεί από την ανία που ίσως εμφανιζόταν κατά τη διάρκεια της παραμονής του. Πολύ λίγα θα του έμεναν να κάνει όταν θα είχε πια εξερευνήσει την αμέσως γειτονική περιοχή. Τα όργανα φρόντιζαν μόνα τους για τη λειτουργία τους.
Παρ' όλα αυτά είχε ακόμα μερικά δείγματα πετρωμάτων που έπρεπε να αναλύσει μες στους δοκιμαστικούς σωλήνες, κι όταν ανακάλυψε το νερό που έψαχνε, εγκατέστησε ένα μικρό ηλιακό διυλιστήριο για να επαληθεύσει κι έμπρακτα πως το νερό θα μπορούσε να βγει απ' τα πετρώματα.
Ξαναγύριζε συνέχεια στον πομποδέκτη του, ελπίζοντας να βρει μια τουλάχιστον ήσυχη στιγμή μες στο πανδαιμόνιο. Όταν βρήκε την ευκαιρία που ζητούσε, μίλησε για τη μελαγχολία του στο Κοστέλο, που προσπάθησε να τον ευθυμήσει.
«Στο κάτω - κάτω δε θα κρατήσει για πάντα»,
ακούστηκαν με δυσκολία τα λόγια του από το
μεγάφωνο που τσίριζε ασταμάτητα. «Φτάσαμε μια
φορά στο φεγγάρι, και θα είναι στη θέση του για το
επόμενο ταξίδι. Δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία
αν οι μόνες πληροφορίες που θα αποκτήσουμε είναι
μόνο ό,τι μπορέσεις να φέρεις πίσω μαζί σου. Μα» -
θόρυβος.
«Επανέλαβε παρακαλώ! Επανέλαβε!» Φώναζε ο
Αρκραϊτ, μα το μεγάφωνο άρχισε να σφυρίζει σα
θυμωμένη γάτα. Αφού περίμενε πέντε λεπτά,
σταμάτησε τις προσπάθειες.
Ήξερε πως ο κόσμος όλος θα είχε αναστατωθεί από το νέο της προσεδάφισης του. Ο Κοστέλο του είχε διαβάσει αποσπάσματα από άρθρα κι αναφορές γύρω από αυτόν.
Ήταν βέβαια πολύ ωραίο και μεγαλόπρεπο να σε χαιρετίζουν σαν τον δεύτερο Κολόμβο, μα ο Αρκραϊτ έβρισκε πως ο θόρυβος στις ραδιοεπικοινωνίες του έδινε στα νεύρα. Τα υπόλοιπα θα μπορούσαν να περιμένουν ως την επιστροφή του. Έφερε έξω το βιολογικό εργαστήριο που αποτελούσε μέρος του εξοπλισμού του και πήγε να δει αν μια παράξενη κηλίδα που είχε προσέξει πάνω στους βράχους θα μπορούσε να είναι κάποιος ζωντανός οργανισμός.
Το επείγον σήμα ήρθε έξι περίπου ώρες πριν τη δύση. Έλειπε από το πλοίο, δουλεύοντας ακόμα γύρω από 'κείνη την κηλίδα, κι είχε μόλις φτάσει στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν παρά μια διαβρωμένη, ανόργανη ένωση. Έκλεισε το βιολογικό του εργαστήριο και γύρισε πίσω στην καμπίνα.
Ήταν αδύνατο σχεδόν να διακρίνει τα λόγια από τους θορύβους και τις εκρήξεις που παρεμβάλλονταν στο κύκλωμα. Διέκρινε αρκετά όμως για να καταλάβει πως ήταν ο Κοστέλο και πως έμοιαζε βιαστικός.
«Τι είναι;» ρώτησε δυνατά και καθαρά.
«Δε λαμβάνουμε πια στοιχεία από τους
φασματογράφους σου», απάντησε φωνάζοντας ο
Κοστέλο.
«Δεν μου κάνει μεγάλη έκπληξη!» είπε ο Αρκραϊτ.
Ήταν μια σαρωτική μετάδοση τηλεοπτικού τύπου.
«Μπορείς να διαβάσεις ένα φασματογράφημα;»
«Δεν ξέρω αν θα τα κατάφερνα χωρίς χάρτη
αναφοράς. Γιατί θέλετε να μάθετε;»
«Δε βγαίνεις πάντως έξω να δεις τι μπορείς να
κάνεις;»
«Γιατί τόση βιασύνη; Όταν δύσει ο ήλιος, σε λίγες
ώρες, οι παρεμβολές θα εξασθενίσουν αρκετά, ώστε
να μπορείτε να λαμβάνετε τις φασματικές
πληροφορίες».
«Αυτό είναι ακριβώς αυτό που δε μπορούμε να
περιμένουμε. Χρειαζόμαστε ένα φασματογράφημα
ελεύθερου διαστήματος του ηλιακού φωτός».
Ο Αρκραϊτ έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή.
«Φαντάζομαι πως θα έχεις μιλήσει με τον Ντάτρεϋ.
Ποια είναι η γνώμη του;»
«Θέλει αυτό το φασματογράφημα για να μπορέσει να
καταλήξει σε ένα συμπέρασμα. Μπορείς να
σημειώσεις αυτά που θέλει να κοιτάξεις;»
Ο Αρκραϊτ πήρε χαρτί και μολύβι και άρχισε να
σημειώνει τις δεκάδες των κωδικών αριθμών που
του διάβαζε ο Κοστέλο. Για πολλούς από αυτούς
χρειάστηκε να ζητήσει από τον Κοστέλο να τους
επαναλάβει. Στο τέλος σφύριξε. «Πες στον Ντάτρεϋ
να μην είναι ανόητος», παρατήρησε. «Απλούστατα,
στο ηλιακό φως δεν υπάρχουν τόσες πολλές
γραμμές υδρογόνου!»
«Σ' ένα φασματογράφημα που γίνεται στο ελεύθερο
διάστημα μπορεί να υπάρχουν», αποκρίθηκε μετά
από μια παύση ο Κοστέλο. «Από ό,τι φαίνεται αν
υπάρχουν, αυτό θα σημαίνει κάτι το ιδιαίτερο».
«Εντάξει», συμφώνησε ο Αρκραϊτ. «Εσύ είσαι ο
υπεύθυνος. Θα πρέπει να κάνω γρήγορα - ο ήλιος
σύντομα θα δύσει».
Έβαλε πίσω στη θέση του το κράνος της στολής του και βγήκε και πάλι έξω.
Υπήρχαν τέσσερις φασματογράφοι. Ο ένας από αυτούς ήταν εστιασμένος στον ήλιο, κι οι άλλοι σε διάφορα άλλα άστρα, τα φάσματα των οποίων θα παρείχαν πολύτιμα δεδομένα γύρω από τη φύση των αστρικών διαδικασιών. Φυσικά, σκέφτηκε ξερά ο Αρκραϊτ, έπρεπε να βάλω τον ηλιακό φασματογράφο μακρύτερα από όλους τους άλλους».
Μπήκε στη σκιά του οργάνου και σήκωσε τη σκιασμένη προσωπίδα μπροστά από το γυαλί του κράνους του, για να κοιτάξει το εκτυφλωτικά φωτεινό διάγραμμα που βρισκόταν στην οθόνη του οργάνου. Αφησε ένα γρύλισμα έκπληξης, καθώς άρχισε να διακρίνει καθαρά το διάγραμμα.
Ο Ντάτρεϋ είχε δίκιο. Υπήρχαν πράγματι τόσες πολλές γραμμές. Στήριξε το σημειωματάριό του στο γόνατο κι άρχισε να ψάχνει για τους σημειωμένους αριθμούς πάνω στο ορατό φάσμα. Όταν τους έβρισκε τους έσβηνε και πρόσθετε και μερικούς άλλους ακόμα, που ο Κοστέλο δεν τους είχε δώσει. Κάτι σ' αυτούς τους αριθμούς κέντρισε τη μνήμη του κι ανακάθισε, ξύνοντας με το μολύβι το κράνος του.
Αν θυμόταν καλά, δε θα έπρεπε να υπάρχουν
καθόλου αυτές οι γραμμές. Όταν γύρισε στο πλοίο
ήταν συνοφρυωμένος.
«Λοιπόν;» ρώτησε ο Κοστέλο με μια ανυπομονησία
που μόλις κατάφερνε να κρύψει. «Τι βρήκες;»
«Όλα όσα ζήτησες κι ακόμα περισσότερα», είπε ο Αρκραϊτ και του φάνηκε πως άκουσε ένα ηχηρό αναστεναγμό ανάμεσα από το φύσημα των παρεμβολών. «Δεν ξέρω ακριβώς τι συνέβη, μα κάτι θα πρέπει να χτύπησε τον ήλιο ακριβώς στο ηλιακό του πλέγμα».
Αναρωτήθηκε αν βρήκε ευχάριστο το αστείο του ο
Κοστέλο. «Ορισμένες από αυτές τις φασματικές
γραμμές ανήκουν στις ζώνες με θερμοκρασία της
τάξης των εκατομμυρίων βαθμών. Τι στο διάβολο
γυρεύουν στην επιφάνεια;»
«Δεν ξέρω», είπε ο Κοστέλο, «ελπίζω να ξέρει ο
Ντάτρεϋ όμως».
Ο,τι άλλο κι αν πρόσθεσε μετά, χάθηκε μες στο
πανδαιμόνιο του θορύβου.
Ο Αρκραϊτ γύρισε ανήσυχος στο φασματογράφο κι εξέτασε και πάλι προσεκτικά τις ενδείξεις του, ώσπου βούλιαξε τελικά ο ήλιος πίσω από τα βουνά που σχημάτιζαν τον κρατήρα ολόγυρά του. Φαινόταν πια σαν κάποιο μυθικό ζώο να είχε ξεκινήσει να καταβροχθίσει τον ήλιο, έτσι όπως οι εκλείψεις έκοβαν μεγάλα κομμάτια από τον ηλιακό δίσκο.
Μόλις ο ήλιος εξαφανίστηκε τελείως, ευθυγράμμισε και πάλι τον ηλιακό φασματογράφο προς το επόμενο στον κατάλογο αστέρι. Ήταν μια μακρόχρονη εργασία, έπρεπε να ξαναρυθμιστεί το χρονόμετρο που ακολουθούσε το άστρο στις μετακινήσεις του και να προσαρμοστεί ένας μεγαλύτερος φακός με ευρύτερη εστίαση. Το έντονο κρύο είχε αρχίσει να διαπερνά ακόμα και την μονωμένη στολή του την ώρα που τελείωσε, μα αυτό δεν τον έκανε να αφήσει τη δουλειά. Είχαν περάσει δύο ώρες μετά τη δύση όταν γύρισε πίσω στο πλοίο.
Οι ηλιακές παρεμβολές θα πρέπει να έχουν καλυφθεί ως ένα βαθμό από τη σελήνη τώρα, σκέφτηκε. Κάλεσε τον Κοστέλο και με ικανοποίηση είδε πως ο θόρυβος ήταν πια λιγότερο εκνευριστικός.
«Λοιπόν, τι έχει να πει ο Ντάτρεϋ;» ρώτησε.
«Υπομονή φίλε! Πόσο καιρό νομίζεις είχε να
αναλύσει τις πληροφορίες; Ήρθε να μας ρωτήσει κι
ο Γουάλντ του Πάλομαρ. Του έδωσα τις ίδιες
πληροφορίες. Φαίνεται πως η αναταραχή που
προκάλεσε στις διεθνείς τηλεπικοινωνίες,
απέσπασε τελικά την προσοχή του κόσμου από σένα.
Και γίνεται ο συνηθισμένος θόρυβος γιατί δεν
κάνει κάτι η κυβέρνηση...»
«Τα περίμενα όλα αυτά», είπε ο Αρκραϊτ. «Λοιπόν,
πληροφόρησέ με για ό,τι πουν ε; Μ' έχει
ανησυχήσει αυτό το φάσμα».
Έκλεισε το κύκλωμα για να πάρει κάτι να φαει. Αφησε ανοιχτό το σημειωματάριό του καθώς έτρωγε, και κοιτούσε τα σύμβολά του προσπαθώντας να ανακαλύψει μέσα τους κάποιο νόημα.
Όταν τελείωσε, αποφάσισε να βγει έξω και να ρίξει μια ματιά στη Γη. Η φωτεινή μορφή του πλανήτη ήταν εκτυφλωτική, χάρη στη λαμπρότητα που της χάριζε ο αέρας και το νερό. Τώρα που είχε δύσει ο ήλιος, φάνταζε με μια λάμψη ανάλογη μ' εκείνη του φεγγαριού όπως φαίνεται από τη Γη. Ο Αρκραϊτ γνώριζε, διανοητικά τουλάχιστον, τη διαφορά μα πάλι το να το βλέπεις ήταν κάτι ολότελα διαφορετικό.
Έμεινε να κοιτά έτσι για πολλή ώρα. Και τότε, το ίδιο ξαφνικά όπως πέφτει ένας διακόπτης, ένα φως άναψε και το φωτισμένο τμήμα του δίσκου έγινε εκτυφλωτικά, απίστευτα φωτεινό.
Η λάμψη τον έκανε να αφήσει μια κραυγή και να σηκώσει το χέρι του να καλύψει τα μάτια του. Ένα πορφυρό μεταίσθημα έκαιγε σα φωτιά στον αμφιβληστροειδή του. Μόνον όταν κατάφερε να ξανακοιτάξει σαστισμένος την εικόνα πίσω από τη σκοτεινόχρωμη προσωπίδα, τότε μόνο συνειδητοποίησε τι θα μπορούσε - τι θα έπρεπε να είχε συμβεί.
Γύρισε και έτρεξε στη σκάλα που έβγαζε στο θάλαμο αποπίεσης, βλαστημώντας τη βραδύτητα με την οποία λειτουργούσε ο μηχανισμός του. Μόλις άνοιξε η πόρτα, ξεχύθηκε στην καμπίνα φωνάζοντας στο αδυσώπητο μαύρο στόμιο του μικροφώνου.
«Κοστέλο! Κάποιος τέλος πάντων! Μ' ακούτε; Τι
συνέβη;»
Η φωνή που ήρθε στο μεγάφωνο, μέσα σε ένα
πανδαιμόνιο θορύβων μεγαλύτερο από κάθε
προηγούμενο, ανήκε σε κάποιον άγνωστο.
Ήταν μια φωνή υστερική, μια φωνή που μάταια γκρεμιζόταν στο κενό.
«Έκρηξη στον ήλιο!»
Η ανελέητη λάμψη του διογκωμένου ήλιου έπαιζε σαν φλογοβόλο πάνω στο πρόσωπο της γης. Μουδιασμένα, χωρίς να κουνιέται ούτε να φαει, να πιει ή να κοιμηθεί, ο Αρκραϊτ καθόταν και κοιτούσε.
Για λίγο τις λίγες πρώτες ώρες, όσο υπήρχαν ακόμα τόποι πάνω στην επιφάνεια του πλανήτη απείραχτοι από το άγγιγμα της φλόγας - κατάφερε να ταιριάξει μερικές αναφορές από ανθρώπους που μες στην καταστροφή, είχαν μείνει ήρεμοι αρκετά, ώστε να μιλήσουν γι' αυτά που συνέβαιναν - χωρίς να νοιάζονται ποιος τους ακούει, χωρίς καν να είναι σίγουροι πως υπήρχε κάποιος για να τους ακούσει.
Μιλούσαν για φοβερές θύελλες που ερήμωναν τις ηπείρους καθώς η ατμόσφαιρα στον ισημερινό θερμάνθηκε στιγμιαία ως το σημείο βρασμού. Μιλούσαν για την επιφάνεια της θάλασσας που εξατμιζόταν και ξεσπούσε σε έναν αργό, θλιβερό κοχλασμό, σαν να ήταν ο βυθός των ωκεανών ένα γιγάντιο τηγάνι για παλιρροιακά κύματα που ορμούσαν στις ακτές για να ξεχυθούν είκοσι, πενήντα, εκατό μίλια πάνω στη στεριά. Μιλούσαν για τεράστιες εκτάσεις, πεδιάδες και δάση που μέσα σε μια στιγμή τυλίγονταν στις φλόγες, για πόλεις που συντρίβονταν, και για ανθρώπους που έβρισκαν απανθρακωμένοι το θάνατο πιο σίγουρα από ότι θα γινόταν με μια ατομική βόμβα.
Μετά την πρώτη πλήρη περιστροφή, οι πάγοι στους πόλους εξαφανίστηκαν. Το επίπεδο των θαλασσών είχε ανέβει τρομακτικά. Τα αιώνια παγωμένα νερά των Αβύσσων θα πρέπει να είχαν φτάσει στο σημείο βρασμού. Στα βουνά δεν είχαν μείνει χιόνια, μα ούτε και νερό στους ρηχούς ποταμούς...
Λίγο αργότερα η ατμόσφαιρα ήταν πολύ φορτωμένη με σύννεφα υδρατμών, για να μπορεί να διακρίνει περισσότερα από ένα άμορφο δίσκο, τόσο λευκό κι απογυμνωμένο, όσο και η Αφροδίτη.
Κοιτάζοντας το σεληνιακό ορίζοντα την πρώτη φορά, είχε δει τις πιο απόμακρες σεληνιακές κορυφές να αντανακλούν σε αυστηρό κόκκινο την ηλιακή λάμψη. Μερικές από αυτές είχαν θρυμματιστεί. Σεισμικές δονήσεις έδειχναν ακόμα και πως στην πλευρά που κανένας άνθρωπος δεν είχε μέχρι τότε δει, ο δορυφόρος της Γης είχε και αυτός απανθρακωθεί από την ασυγκράτητη θερμότητα.
Περίμενε πως το κύμα του εκτονούμενου αερίου από τον ήλιο θα τύλιγε και θα απορροφούσε το σύστημα Γης - Σελήνης - μα αν ήταν να συμβεί κάτι τέτοιο θα είχε συμβεί τις λίγες πρώτες ώρες. Στην κλίμακα των εκρήξεων Νόβα, αυτή εδώ ήταν μικρή.
Η διογκωμένη επιφάνεια του ήλιου θα σκέπαζε τον Ερμή, ίσως ακόμα και την Αφροδίτη, αλλά δε θα προχωρούσε περισσότερο.
Κι όμως το αποτέλεσμα ήταν τόσο τελειωτικό όσο χρειαζόταν. Το θερμοζεύγος που είχε μαζί του δεν ήταν όργανο κατάλληλο για χρήση σε αποστάσεις πάνω από διακόσιες πενήντα χιλιάδες μίλια, έκανε όμως μια προσπάθεια, κι ο δείκτης του είπε σιωπηλά πως η θερμοκρασία στον ισημερινό της Γης είχε ανέβει εξακόσιους βαθμούς.
Στο τέλος αποκοιμήθηκε στη θέση του. Με το κεφάλι γερμένο πίσω, τ' άκρα μουδιασμένα, βούλιαξε στην αναισθησία της απόλυτης εξάντλησης.
Μετά από αυτά ο χρόνος πέρασε σε ένα είδος παραζάλης. Κοιτούσε ψηλά τη λαμπερή, άμορφη σφαίρα με τα σύννεφα και δεν θυμόταν αληθινά τι σήμαινε. Ακουγε τους στατικούς θορύβους χωρίς την παραμικρή ελπίδα πια πως ίσως να υπάρχει κάποια φωνή που τον καλούσε.
Αναρωτιόταν κι αυτός ο ίδιος γιατί έμπαινε στον κόπο να μένει ζωντανός και θυμήθηκε πως όταν ο ήλιος θα ανάτελλε και πάλι πάνω από το φεγγάρι, θα του αρνιόταν κάθε πιθανότητα ζωής.
Η μακριά σεληνιακή νύχτα περνούσε. Όταν τον πληροφόρησε το χρονόμετρο πως είχε σχεδόν τελειώσει, φόρεσε και πάλι τη διαστημική στολή του, με τα χέρια του να κινούνται πάνω στις αγκράφες σα να ανήκαν σε κάποιον άλλον, και άφησε το πλοίο για να αντικρίσει την τελειωτική ανατολή. Του φαίνονταν λογικό να πεθαίνει με αυτόν τον τρόπο, αντί να μένει κουλουριασμένος στην άχρηστη προστασία του πλοίου του ή να κρυφτεί σε κάποιο σπήλαιο ανάμεσα στους βράχους.
Στάθηκε πάνω στο έδαφος της σεληνιακής θάλασσας, και γύρισε και πάλι. Ήταν τόσο λαμπερή μέσα στην καινούρια αμφίεσή της, με τα σύννεφα, που φαινόταν σαν ένα νέο γιγάντιο αστέρι στον ουρανό, κι όχι σαν πλανήτης.
Σκέφτηκε πράγματα που είχε κάνει, τόπους που είχε δει κι ανθρώπους που θεωρούσε φίλους του - και που δε θα ξανάβλεπε ποτέ πια. Ευχήθηκε να ήταν ποιητής, ίσως να έγραφε έναν επιτάφιο, να δημιουργούσε ένα αριστούργημα που κάποιο άγνωστο απόκοσμο ον θα έβρισκε και θα αποκρυπτογραφούσε σ' ένα εκατομμύριο χρόνια για να μάθει πως πέθανε μια φυλή...
Καλύτερα ή χειρότερα; αναρωτήθηκε. Κι αυτό ήταν το τέλος του Χίτλερ και του Ναπολέοντα, του Αττίλα και του Τσέγκις Χαν - τόσο το καλύτερο. Μα ήταν ακόμα το τέλος του Ιησού, του Βούδα και του Κομφούκιου. Του Γαλιλαίου και του Νεύτωνα και του Αϊνστάιν. Του Μπετόβεν, του Κράυσλερ και του Αρμστρονγκ. Του Φειδία, του Μικαελάντζελο και του Πικάσο. Του Όμηρου και του Σαίξπηρ...
Πως μπορούσε να πάρει κανείς μια πένα και να γράψει ΤΕΛΟΣ σε μια ιστορία που κράτησε πάνω από δυο εκατομμύρια χρόνια;
Είχε σταθεί τόση ώρα βυθισμένος στις σκέψεις του και τις αναμνήσεις που πέρασε αρκετή ώρα πριν καταφέρει να φτάσει στο θλιμμένο του νου ένα μοναδικό γεγονός. Κοίταξε γύρω του ξαφνιασμένος.
Το τοπίο λουζόταν στο φως. Μακριές πρωινές σκιές έγερναν στον ορίζοντα. Μα ήταν ακόμα ζωντανός.
Μην πιστεύοντας στις αισθήσεις του, στράφηκε και κοίταξε ίσια στον ανατέλλοντα ήλιο. Ήταν παραμορφωμένος, περιτριγυρισμένος από τα αέρια που λίγο πριν είχε εκσφενδονίσει, και φαινόταν μεγαλύτερος από πριν. Μα δεν ήταν όμως πια αρκετά φωτεινός για να τον σκοτώσει.
Μετά από μια τόσο μακρόχρονη παραίτηση στον αναπόφευκτο θάνατο, του χρειάστηκε λίγος καιρός ώσπου να συνηθίσει στην ιδέα πως ήταν ζωντανός. Όταν έγινε αυτό, ξόδεψε αρκετή ώρα σε ξέφρενες, χαρούμενες φωνές, ώσπου η εξάντληση και η σκέψη του σε τι θα μπορούσε να του χρησιμέψει αυτή η αποστολή τον σοβάρεψαν. Γιατί δε μπορούσε, παρά να ήταν αναστολή της θανατικής του καταδίκης. Η απελευθέρωση του από τα δεσμά της Γης ήταν προσωρινή. Δεν μπορούσε να περάσει τη ζωή του ολόκληρη εκεί πάνω χωρίς τροφή, νερό, οξυγόνο...
Ίσως να υπήρχαν άνθρωποι που να επέζησαν από αυτή τη κόλαση της έκρηξης του ήλιου σε υπόγεια καταφύγια, σε βαθιά ορυχεία και σε πυρηνικά καταφύγια. Ίσως.
Μόνο ένας τρόπος υπήρχε να μάθει. Θα έπρεπε να γυρίσει πίσω.
Η επιφάνεια της Γης είχε γίνει αγνώριστη. Οι φουσκωμένες ελαιώδεις θάλασσες. Οι καρβουνιασμένες, κομματιασμένες πόλεις που ξεπρόβαλαν τις κορυφές τους από τα νερά νεοπλημμυρισμένων λεκανοπεδίων - ήταν μια εικόνα Κόλασης, καλυμμένη από πυκνά, σπειροειδή σύννεφα ατμών και από μεγάλες μαύρες μάζες καπνού, που διαλύονταν αργά.
Πετώντας το διαστημόπλοιο με απλωμένα τα ειδικά φτερά προσγείωσης, κοιτούσε κάτω με αγωνία, όποτε του επέτρεπαν τα απότομα κύματα του βασανισμένου αέρα, αναζητώντας κάποιο σημάδι ζωής. Μα τι είδους ζωή θα μπορούσε να είχε επιζήσει σε αυτή τη θύελλα της θερμότητας και της ακτινοβολίας που ξεχύθηκε από τον ήλιο;
Αποφάσισε να προσγειωθεί σε μια έκταση που κάποτε θα έπρεπε να ήταν έλος. Το έδαφος, υπερθερμασμένο, είχε μετατραπεί σε απαλή αποξηραμένη λάσπη που διακοπτόταν μόνο από τα υπολείμματα λίγων σκόρπιων δέντρων που είχαν απανθρακωθεί από τη θερμότητα. Τρομαχτικές ηλεκτρικές θύελλες λυσσομανούσαν στον ορίζοντα. Δεν τόλμησε να συνεχίσει την πτήση του και να τις αντιμετωπίσει.
Σαν προσγείωση ήταν καλή. Κύλησε λίγες χιλιάδες γυάρδες, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή να πέσουν οι τροχοί του σε κάποιο χάσμα, στέλνοντάς τον να συντριβεί στο χώμα, αλλά κατάφερε να σταματήσει σώος. Μόλις μπόρεσε να αφήσει τα όργανα ελέγχου, πήρε το πρόχειρο χημικό του εργαστήριο κι άρχισε να κάνει ορισμένες δοκιμές. Αυτές κατάφεραν το τελικό χτύπημα στις ελπίδες του, πως ίσως είχαν επιζήσει άνθρωποι. Δεν υπήρχε οξυγόνο στην ατμόσφαιρα.
Υδρατμοί και διοξείδιο του άνθρακα σε απίστευτες ποσότητες, απ' τη γιγάντια καύση που είχε συμβεί, αποτελούσαν την ατμόσφαιρα μαζί με άζωτο κι υδρογόνο. Χωρίς οξυγόνο δε μπορούσε να υπάρξει κανένα ζώο. Χωρίς ζώα η βλάστηση ήταν καταδικασμένη.
Έβαλε τη διαστημική στολή του και βάδισε κοπιαστικά ως την άκρη της θάλασσας που έλαμπε μεταλλικά ένα μίλι πιο πέρα. Ήταν πενήντα μίλια πιο μακριά πριν λιώσουν οι πάγοι - αν είχε σωστά αναγνωρίσει την τοποθεσία. Οι ακτές είχαν τόσο πολύ αλλάξει, που του ήταν δύσκολο να ξεχωρίσει.
Η θάλασσα κυλούσε ατμίζοντας προς την ακτή, γεμάτη ψοφίμια. Κομμάτια ψαριών τινάζονταν ψηλά από το κύμα, για να τα πάρει πίσω το επόμενο. Κοίταξε τη θερμοκρασία. Ήταν γύρω στους δέκα βαθμούς κάτω από το σημείο βρασμού, ακόμα και τώρα.
Χωρίς να ελπίζει πραγματικά, άφησε έξω πλακίδια καλλιέργειας μικροοργανισμών με τη σκέψη, πως ίσως να ανακάλυπτε τουλάχιστον αναερόβια σπορίδια. Καθώς κάθισε περιμένοντας τα αποτελέσματα, έριξε το βλέμμα του προς τον καλυμμένο με ατμούς ορίζοντα.
«Και το ύδωρ επεκράτει σφόδρα σφόδρα επί της γης», μουρμούρισε. Κάπως έτσι θα πρέπει να ήταν η Αρχή - η ατμόσφαιρα γεμάτη διοξείδιο του άνθρακα από τα ηφαίστεια που έσβηναν κι ατμούς από τους ωκεανούς που κρύωναν. Κι ωστόσο οι ήπειροι, όσο και οι ωκεανοί, γυμνοί από κάθε ζωή. «Αυτά όλα συνέβησαν και πριν», είπε, «στον κόσμο». «Και πάντα, όσα έχει πνoήν ζωής, και παν, ο ην επί της κηράς, απέθανε...» Από που το θυμήθηκε αυτό τώρα; Σκέφτηκε για μια στιγμή, κι ύστερα θυμήθηκε. Φυσικά: ήταν από την περιγραφή του Κατακλυσμού του Νώε.
Είχε αλήθεια συμβεί ο κατακλυσμός; αναρωτήθηκε. Ήξερε πως αυτός ο μύθος ήταν διαδομένος - σχεδόν υπερβολικά διαδομένος για νάναι μύθος. Οι Εβραίοι τον έλεγαν Νώε. Οι Έλληνες Δευκαλίωνα. Οι Βαβυλώνιοι που η ιστορία τους για το κατακλυσμό ήταν η πιο αρχαία, τον ήξεραν σαν Ουτ-Ναπιστίμ. Ναι, έπρεπε να ήταν ένας μεγάλος κατακλυσμός - μα αυτός εδώ ήταν πιο τελειωτικός. Ο Νώε είχε πάρει μαζί του την οικογένειά του κι αντιπροσώπους από κάθε είδος πουλιού, ζώου και εντόμου. Ήταν έτοιμος να αρχίσει από την αρχή. Ενώ αυτός - και κοίταξε στα πλακίδια για τις καλλιέργειες, για να τα βρει γυμνά - ήταν μόνος.
Αργότερα, μπροστά στον πάγκο του εργαστηρίου του, αντιμετώπισε τα γεγονότα. Η θάλασσα ήταν αποστειρωμένη. Η ατμόσφαιρα ακατάλληλη για αναπνοή, η γη έρημη. Δεν ήταν μόνο το τελευταίο πλάσμα. Ήταν το τελευταίο ζωντανό πλάσμα της Γης.
Πήρε από κάτω, αδιάφορα, ένα από τα πλακίδια κι άφησε μια απίστευτη κραυγή. Μια μικροσκοπική αποικία βακτηριδίων κηλίδωνε την επιφάνειά του.
Σε τι μέσον είχε εκθέσει αυτό το πλακίδιο; έψαξε ανυπόμονα στις σημειώσεις του, μα έπεσε απογοητευμένος πίσω στο κάθισμα. Ήταν κενό όταν το έφερε μέσα στο πλοίο.
Ήταν κενό όταν το έφερε μέσα στο πλοίο.
Δεν ήταν λοιπόν το μόνο ζωντανό πλάσμα στη Γη.
Κι εκεί έξω τα πράγματα ήταν όπως και στην Αρχή, όταν εμφανίστηκε ζωή πάνω στη Γη: η θάλασσα στείρα, ο αέρας ακατάλληλος για αναπνοή, το έδαφος γυμνό - μα περίμεναν.
Χαμογελώντας, σίγουρος πια για το τι έπρεπε να κάνει, ο Αρκραϊτ σηκώθηκε όρθιος κι άνοιξε την πόρτα του θαλάμου υποπίεσης.
Και εξήλθε Νώε και γυνή αυτού και οι υιοί αυτού και αι γυναίκες των υιών αυτού μετ' αυτού. Και πάντα τα θηρία, και πάντα τα κτήνη, και παν πετεινόν, και παν ερπετόν κινούμενον επί της γης κατά γένος αυτών, εξήλθοσαν εκ της κιβωτού