
Fred
Saberhagen
What T and I Did (1965)
Μετάφραση: Αγγυ Ταμπουρά
Το πρώτο πράγμα που συνειδητοποιώ είναι ο χώρος. Βρίσκομαι σ' ένα μεγάλο κωνικό δωμάτιο, στο εσωτερικό κάποιου αχανούς οχήματος, που ξεχύνεται με φοβερή ορμή μες στο Διάστημα. Αν κι είμαι καινούριος, ο κόσμος μου φαίνεται γνωστός.
«Συνέρχεται», λεει μια μελαχρινή, νέα γυναίκα, ενώ με παρακολουθεί με μάτια φοβισμένα. Μισή ντουζίνα ανθρώπων - οι τρεις είναι άντρες αξύριστοι αρκετό καιρό - μαζεύεται σιγά - σιγά μες το χώρο που καλύπτει τ' οπτικό μου πεδίο.
Το οπτικό μου πεδίο; Το αριστερό μου χέρι
ανασηκώνεται να ψηλαφίσει το πρόσωπό μου, και τα
δάχτυλά του αισθάνονται ένα πανί να καλύπτει το
αριστερό μου μάτι.
«Μην το πειράζεις αυτό!» λεει ο ψιλότερος απ'
τους άντρες.
Πιθανότατα να ήταν κάποτε διακεκριμένη προσωπικότητα. Μιλάει κοφτά κι έχει μια φανερή διαφορά στους τρόπους του απέναντι μου, σα να απευθύνεται σε κάποιο σημαντικό πρόσωπο. Όμως εγώ είμαι μόνο... Ποιός;
«Τι έγινε;» ρωτάω. Η γλώσσα μου δυσκολεύεται να βρει ακόμα και τις πιο απλές λέξεις. Το δεξί μου χέρι κείτεται στο πλευρό μου, σα να 'χει ξεχαστεί εκεί, αλλά σ' αυτή τη σκέψη μου ταράζεται λίγο και με τη βοήθεια του ανακάθομαι. Ένα δυνατό κύμα πόνου και ζαλάδας ξεσπά στο κεφάλι μου. Δυο απ' τις γυναίκες αποτραβιούνται. Ένας γεροδεμένος νεαρός απλώνει προστατευτικά τα χέρια του γύρω από τη καθεμιά τους. Οι άνθρωποι αυτοί μου φαίνονται γνωστοί, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ τα ονόματά τους.
«Καλύτερα να ησυχάσεις», λεει ο ψηλός άντρας. Τα χέρια του, χέρια γιατρού, πιάνουν το ένα το κεφάλι μου, τ' άλλο το σφυγμό μου και με αργές κινήσεις με ξαπλώνει στο χειρουργικό τραπέζι.
Τώρα προσέχω πως, δυο ψηλά, ανθρωπόμορφα ρομπότ στέκονται δίπλα μου. Περιμένω από στιγμή σε στιγμή το γιατρό να τα διατάξει να με μεταφέρουν στο δωμάτιο μου, στο νοσοκομείο. Η αλήθεια θα πρέπει να είναι φριχτή, όταν θα αρχίσω να τη θυμάμαι.
«Πως αισθάνεσαι;» ρωτά ο τρίτος άντρας, ο
μεγαλύτερος σε ηλικία, κι έρχεται και σκύβει πάνω
μου.
«Νομίζω, εντάξει». Τα λόγια μου βγαίνουν
συλλαβιστά. «Τι έγινε;»
«Έγινε μια μάχη», λεει ο γιατρός. «Πληγώθηκες,
αλλά σου έσωσα τη ζωή».
«Ωραία, λοιπόν». Ο πόνος κι η ζαλάδα μου
υποχωρούν.
Ο γιατρός μ' έναν ικανοποιημένο τρόπο μου λεει: «Είναι επόμενο να έχεις δυσκολίες στην ομιλία. Για προσπάθησε να διαβάσεις αυτό εδώ». Σηκώνει μια κάρτα σημαδεμένη με ευδιάκριτες αράδες, από κάτι που υποθέτω πως είναι γράμματα ή αριθμοί. Βλέπω καθαρά τα σχήματα των συμβόλων, μα δε μου λένε τίποτα, τίποτα απολύτως.
«Όχι», λεω τελικά, κλείνοντας τα μάτια μου και
γέρνοντας πίσω. «Αισθάνομαι καθαρά πως όλοι εδώ
μέσα είσαστε εχθρικοί απέναντί μου. Για ποιο
λόγο; Τι έγινε;» ξαναρωτάω.
«Είμαστε όλοι φυλακισμένοι εδώ, στο εσωτερικό
της μηχανής», λεει η φωνή του γέρου. «Το θυμάσαι
καθόλου;»
Κάνω νεύμα πως 'ναι', ενώ αρχίζω να θυμάμαι κάτι,
αλλά οι λεπτομέρειες καλύπτονται από ομίχλη. «Το
όνομα μου;» ρωτάω.
Ο γέρος καγχάζει ξερά και φωνάζει
ανακουφισμένος: «Θαδ. Γιατί όχι Θαδ - απ΄το
Θαδδαίος;»
«Θαδ;» ρωτά ο γιατρός. Ανοίγω πάλι το μάτι μου.
Αισθάνομαι το γιατρό να πλημμυρίζει από δύναμη
και εμπιστοσύνη. Δεν ήξερα αν ήταν για κάτι που
είχα κάνει ή για κάτι που δεν έκανα. «Τ' όνομά σου
είναι Θαδ», μου λεει.
«Είμαστε κρατούμενοι... μιας μηχανής;» τον ρωτάω.
«Μιας μανιακής μηχανής» αναστενάζει. «Σου
λεει τίποτα αυτό;»
Βαθιά, μες στο μυαλό μου, μου λεει κάτι που δεν
τολμώ να συνειδητοποιήσω. Νιώθω εξαντλημένος και
κοιμάμαι.
Όταν ξυπνώ, αισθάνομαι δυνατότερος. Το τραπέζι έχει φύγει κι εγώ βρίσκομαι ξαπλωμένος στο μαλακό πάτωμα της καμπίνας ή του κελιού, αυτού του άσπρου σε κωνικό σχήμα χώρου, που χρησιμοποιείται για κρατητήριο. Τα δυο ρομπότ εξακολουθούν να στέκονται δίπλα μου, χωρίς να ξέρω γιατί. «Ατσογκ!» φωνάζω δυνατά, αρχίζοντας ξαφνικά να θυμάμαι.
Έτυχε να βρίσκομαι στον πλανήτη Ατσογκ όταν έκαναν επίθεση οι μανιακές μηχανές. Εμάς τους εφτά μας τράβηξαν μαζί με άλλους από ένα βαθύ καταφύγιο οι μηχανές επιδρομών. Η ανάμνηση είναι αόριστη και συγκεχυμένη, αλλά φριχτή.
«Ξύπνησε», ξαναλέει κάποιος. Οι γυναίκες απομακρύνονται πάλι. Ο γέρος ανασηκώνει το τρεμουλιάρικο κεφάλι του - από εκεί που κάθεται με το γιατρό και φαίνονται να συνεδριάζουν - για να με κοιτάξει. Ο γεροδεμένος νεαρός πετάγεται όρθιος, κοιτάζοντάς με κατάματα, με τις γροθιές σφιγμένες, λες και τον είχα απειλήσει.
«Πως είσαι Θαδ;» ρωτά ο γιατρός. Μετά από μια γρήγορη ματιά προς το μέρος μου, απαντά μόνος του: «Είναι εντάξει. Μια από εσάς κορίτσια ας τον βοηθήσει να φαει κάτι. 'Η εσύ Χάλστεντ».
«Να τον βοηθήσω; Θεέ μου!» Η μελαχρινή τραβιέται και κολλάει στον τοίχο, στην προσπάθειά της να είναι όσο το δυνατό μακριά μου. Οι άλλες δυο γυναίκες, σκυμμένες στο νεροχύτη της φυλακής μας, πλένουν κάποιου τα ρούχα. Μου ρίχνουν μια ματιά μόνο και γυρίζουν το βλέμμα πάλι στη πλύση. Θα υπάρχει κάποιος λόγος βέβαια, για να έχω τους επιδέσμους στο κεφάλι. Πρέπει, αλήθεια, να είμαι απαίσιος. Το πρόσωπό μου θα είναι τερατώδικα παραμορφωμένο, για να με κοιτάζουν με τόση αποστροφή αυτές οι τρεις γυναίκες.
Ο γιατρός είναι ανυπόμονος. «Ας τον ταΐσει
κάποιος, τέλος πάντων. Πρέπει να φαει».
«Εγώ πάντως δεν τον βοηθάω», λεει ο γεροδεμένος
νεαρός. «Υπάρχουν και όρια».
Η μελαχρινή κοπέλα άρχισε να διασχίζει την
κάμαρα προς το μέρος μου. Όλοι την παρακολουθούν.
«Εσύ; θα τον βοηθήσεις;» απορεί ο νεαρός και
κουνάει αποδοκιμαστικά το κεφάλι του.
Περπατά πολύ αργά - θαρρείς και πονάει στο κάθε
βήμα. Φαίνεται, πληγώθηκε κι αυτή στη μάχη.
Υπάρχουν παλιές, θεραπευμένες μελανιές στο πρόσωπό της. Γονατίζει δίπλα μου. Οδηγεί το αριστερό μου χέρι για να με βοηθήσει να φαω και μου δίνει νερό. Η δεξιά μου πλευρά δεν είναι παράλυτη, αλλά κατά κάποιον τρόπο δεν ανταποκρίνεται.
Όταν ο γιατρός ξαναπλησιάζει, τον ρωτάω: «Το
μάτι μου μπορεί να δει;»
Με γρήγορη κίνηση σπρώχνει τα δάχτυλά μου μακριά
απ' το κάλυμμα του ματιού.
«Προς το παρόν, πρέπει να χρησιμοποιείς μόνο τ'
αριστερό μάτι σου. Σου έχει γίνει χειρουργική
επέμβαση στον εγκέφαλο. Σε προειδοποιώ πως, αν
βγάλεις τώρα το κάλυμμα, οι συνέπειες μπορεί να
είναι καταστροφικές».
Μου φαίνεται πως κάτι μου κρύβει, σε σχέση με το
κάλυμμα στο μάτι. Γιατί όμως;
«Θυμήθηκες τίποτα άλλο;» με ρωτάει η μελαχρινή
κοπέλα.
«Ναι. Πριν πέσει ο πλανήτης Ατσογκ, ακούσαμε πως ο
Γιόχαν Κάρλεν οδηγούσε ένα στόλο για να
υπερασπιστεί το Ηλιακό Σύστημα».
Όλοι τους με παρακολουθούσαν με μεγάλη προσοχή.
Κρέμονται από τα χείλη μου. Θα έπρεπε όμως αυτοί
να ξέρουν καλύτερα από μένα τι έγινε.
«Κέρδισε τη μάχη ο Κάρλσεν;» ρωτάω ικετευτικά.
Αμέσως συνειδητοποιώ πως είμαστε ακόμα
κρατούμενοι και ξεσπάω σε κλάματα.
«Δεν έχουν φέρει καινούριους κρατούμενους εδώ»,
λεει ο γιατρός, παρακολουθώντας προσεκτικά.
«Νομίζω πως ο Κάρλστεν χτύπησε τις μανιακές
μηχανές και πως αυτή η μηχανή καταδιώκεται απ'
το Στόλο των Ανθρώπων αυτή τη στιγμή. Πως σου
φαίνεται αυτό;»
«Πώς;» Μήπως μαζί με τη διαλεκτική μου ικανότητα
μ' έχει εγκαταλείψει κι η αντίληψή μου; «Ωραίο,
βέβαια».
Όλοι δείχνουν κάπως ανακουφισμένοι. «Κατά τη διάρκεια της συμπλοκής, έσπασε το κεφάλι σου. Είσαι τυχερός που βρέθηκε εδώ ένας διάσημος χειρούργος», είπε ο γέρος, κουνώντας το κεφάλι του. «Η μηχανή θέλει να παραμείνουμε ζωντανοί, για να μπορέσει να μας μελετήσει. Έδωσε, λοιπόν στο γιατρό ότι χρειαζόταν για να χειρουργήσει, κι αν αυτός σε άφηνε να πεθάνεις ή να παραμείνεις παράλυτος, του έδωσε να καταλάβει, πως θα την είχε άσχημα. Αυτό μας το ξεκαθάρισε».
«Καθρέφτης!» δείχνω το πρόσωπό μου. «Πρέπει να
δω. Πόσο άσχημα».
«Δεν έχουμε καθρέφτη», λεει μια από τις γυναίκες
στο νιπτήρα, αλλά σε τόνο που με αφήνει να
καταλάβω πως είμαι τυχερός που δεν υπάρχει
καθρέφτης.
«Το πρόσωπό σου; Μα δεν είναι παραμορφωμένο»,
λεει ο γιατρός. Ο τόνος της φωνής του είναι
πειστικός, ή μάλλον θα μπορούσε να ήταν, αν εγώ
δεν ήμουν σίγουρος για την παραμόρφωση του
προσώπου μου.
Λυπάμαι, που οι καλοί αυτοί άνθρωποι εκτός απ'
τα δικά τους βάσανα, πρέπει να ανέχονται και τη
δική μου τερατώδικη εμφάνιση. «Συγγνώμη», τους
λεω, και γυρίζω απ΄ την άλλη μεριά, προσπαθώντας
να κρύψω το πρόσωπό μου.
«Αλήθεια, δεν ξέρεις», μου λεει η μελαχρινή
κοπέλα που με παρακολουθούσε πολλή ώρα αμίλητη.
«Δεν ξέρει», ξαναλέει η φωνή πνιγμένη. «Ω, Θαδ! Το
πρόσωπό σου είναι μια χαρά!»
Είναι αλήθεια πως, η επιδερμίδα του προσώπου μου φαίνεται μαλακιά και λεία στο άγγιγμα των δαχτύλων μου. Η μελαχρινή γυναίκα με κοιτάζει με οίκτο. Μέσ' απ' το φόρεμά της, γύρω στον ώμο της, διακρίνονται μισοκλεισμένα σημάδια, σαν ουλές από μαστίγωμα.
«Κάποιος σε χτύπησε», της λεω φοβισμένος. Μια από τις γυναίκες, γελάει νευρικά. Ο νεαρός κάτι μουρμουρίζει. Σηκώνω το αριστερό μου χέρι, για να κρύψω το αποκρουστικό μου πρόσωπο. Περνώ το δεξί μου χέρι πάνω από το αριστερό, έτσι που τα δάχτυλά του ν' αγγίξουν τα κάλυμμα του ματιού μου. Ξαφνικά ο νεαρός αρχίζει να βλαστημάει δυνατά και δείχνει τον τοίχο, στο μέρος που άνοιξε η πόρτα.
«Η Μηχανή χρειάζεται τη συμβουλή σου για κάτι», μου λεει απότομα. Ο τρόπος του έδειχνε άνθρωπο, που ήθελε να θυμώσει, αλλά δεν τολμούσε.
Ποιος είμαι, τέλος πάντων, τι είμαι εγώ, που με
μισούν τόσο πολύ αυτοί οι άνθρωποι;
Ορθώνομαι στα πόδια μου και τα νιώθω αρκετά
δυνατά για να περπατήσουν. Θυμάμαι, πως είμαι ο
μοναδικός άνθρωπος, που η Μηχανή του μιλάει
ιδιαίτερα.
Σ' ένα μοναχικό διάδρομο η Μηχανή μου
παρουσιάζει δύο φακούς λήψης κι ένα μικρόφωνο.
Αυτό είναι το μοναδικό ορατό πρόσωπό της. Ξέρω
πως βρίσκομαι μες στον όγκο των κυβικών μιλίων
της τεράστιας Μανιακής Μηχανής, που
ταξιδεύει μες στο διάστημα. Θυμάμαι πως
στεκόμουνα στο ίδιο σημείο ακριβώς, λίγο πριν τη
μάχη και μιλούσα μαζί της, αλλά δεν έχω ιδέα για
το τι ειπώθηκε.
Πραγματικά μου είναι αδύνατο να ξαναφέρω στη
μνήμη μου τις λέξεις οποιασδήποτε συζήτησης, που
είχε γίνει στο παρελθόν.
«Το σχέδιο που πρότεινες, απέτυχε, κι έτσι ο
Κάρλσεν εξακολουθεί να είναι κίνδυνος», είπε η
Μηχανή με φωνή σπασμένη που σφύριζε και
γρατζούναγε στο ύφος του 'κακού' του σινεμά.
Τι θα μπορούσα να είχα προτείνει ποτέ εγώ σ'
αυτό το φρικιαστικό πράγμα;
«Θυμάμαι πολύ λίγα πράγματα», λεω.
«Τραυματίστηκα στον εγκέφαλο».
«Αν λες ψέματα για τη μνήμη σου, κατάλαβε πως δεν ξεγελιέμαι εύκολα», λεει η μηχανή. «Η τιμωρία σου για την αποτυχία, δε θα εξυπηρετούσε τον τελικό μου σκοπό. Ξέρω πως ζεις στο περιθώριο των νόμων της ανθρώπινης κοινωνίας και πως αρνιέσαι ακόμα και να χρησιμοποιήσεις ολόκληρο ανθρώπινο όνομα. Επειδή σε ξέρω, σε εμπιστεύομαι να με βοηθήσεις ενάντια στις κοινωνίες της διανοητικής ζωής. Θα εξακολουθήσεις να είσαι επικεφαλής των άλλων φυλακισμένων. Φρόντισε να επουλωθούν οι πληγές σου, όσο γίνεται καλύτερα. Σύντομα θα ξαναεπιτεθούμε στη Ζωή, με καινούρια σχέδια».
Επικρατεί ησυχία, μα εγώ δεν έχω να πω τίποτα. Το θορυβώδες μεγάφωνο αποσυνδέεται με μερικά παράσιτα κι οι μηχανές λήψης σβήνουν. Μήπως με παρακολουθεί ακόμα μυστικά; Είπε όμως πως με εμπιστεύεται. Αυτός ο εφιαλτικός εχθρός εμπιστεύεται στο διάβολο μου, να με κάνει σύμμαχό του. Τώρα έχω αρκετή μνήμη, για να καταλαβαίνω πως, όσα είπε για το άτομό μου είναι αλήθεια. Νιώθω μεγάλη απογοήτευση, γιατί είμαι σίγουρος πως, ο Κάρλσεν δεν κέρδισε τη μάχη. Δεν υπάρχει πια καμία ελπίδα, εξαιτίας της φρίκης που έχω μέσα μου. Πρόδωσα τη ζωή. Σε τι βάθος κακού έχω φτάσει;
Καθώς γυρίζω απ' τις νεκρές μηχανές λήψης, το μάτι μου πιάνει μια κίνηση' την αντανάκλασή μου στο γυαλιστερό μέταλλο. Βλέπω το επίπεδο γυαλιστερό, μεγάλο κεφάλι, να με κοιτάζει.
Το κρανίο μου είναι δεμένο με επιδέσμους, καθώς και τ' αριστερό μου μάτι. Αυτό ήδη το ήξερα. Γύρω από το δεξί μου μάτι το χρώμα είναι άσχημο, αλλά δεν είναι κάτι το τρομερά αποκρουστικό. Από ότι μπορώ να δω, τα φωτεινά καστανά μαλλιά μου ταιριάζουν με τα εδώ και δυο μήνες αχτένιστα γένια μου. Η μύτη, το στόμα και το σαγόνι μου είναι αρκετά φυσιολογικά. Δεν υπάρχει τίποτα το φρικιαστικό στο πρόσωπό μου. Η φρίκη βρίσκεται μέσα μου. Υπηρέτησα πρόθυμα μια Μανιακή Μηχανή. Όπως η επιδερμίδα γύρω από το δεξί μάτι, έτσι κι αυτή γύρω απ' το κάλυμμα του αριστερού, ήταν απαλά χρωματισμένη μπλε και πρασινοκίτρινη. Υγρά μαζεμένα κάτω από το δέρμα, κυλούσαν. Ήταν σίγουρα αποτέλεσμα της δουλειάς που είχε κάνει ο χειρούργος στον εγκέφαλο μου.
Θυμήθηκα την προειδοποίησή του, αλλά το κάλυμμα είχε για τα χέρια μου την ίδια πρόκληση που έχει ένα χαλασμένο δόντι για τη γλώσσα, κι ακόμα μεγαλύτερη.
Η φρίκη είχε συγκεντρωθεί γύρω από το διαβολικό
αριστερό μου μάτι, και δεν μπορώ να πάψω να το
εξετάζω προσεχτικά. Το δεξί μου χέρι δρα
αστραπιαία και τραβά μακριά το κάλυμμα.
Ανοιγοκλείνω το μάτι μου κι όλα θολώνουν. Βλέπω
και με τα δυο μάτια, και τότε πεθαίνω.
O Θ. Κλονίστηκε στο διάδρομο, μουγκρίζοντας και βογκώντας με λύσσα και κρατώντας το μαύρο κάλυμμα του ματιού του σφιχτά στα δάχτυλά του. Είχε γλώσσα τώρα, είχε ένα βρώμικο χείμαρρο από λέξεις, και τις χρησιμοποιούσε, ώσπου να επανέρθει ο ρυθμός της αναπνοής του. Σκόνταψε πάνω στη βιασύνη τους να προσπεράσει το διάδρομο, που οδηγούσε στο κελί. Ήταν έξαλλος να πάει σε αυτούς τους έξυπνους αλήτες που επινόησαν ένα τόσο γλυκανάλατο κόλπο για να τον ξεφορτωθούν. Νάρκωση ή ποιος ξέρει τι άλλο. Του άλλαξαν και το όνομα. Θα τους έδειχνε τώρα τον Θαδδαίο.
Ο Θ. έφτασε την πόρτα, την έσπρωξε να ανοίξει,
ασθμαίνοντας από αδυναμία, και μπήκε στο κελί των
κρατουμένων. Το ταραγμένο πρόσωπο του γιατρού
έδειχνε πως, καταλάβαινε ότι ο Θ ξαναβρήκε τον
εαυτό του.
«Πού είναι το μαστίγιό μου;» Ο Θ κοίταξε γύρω του
ερευνητικά. «Ποιος εξυπνάκιας το 'κρυψε;»
Οι γυναίκες ούρλιαξαν. Ο νεαρός Χάλστεντ κατάλαβε πως, το σχέδιο 'Θαδδαίος' είχε αποτύχει. Έβγαλε μια κραυγή απελπισίας κι επιτέθηκε γρονθοκοπώντας σαν τρελός. Βέβαια, τα ρομπότ - σωματοφύλακες του Θ. ήταν πολύ πιο γρήγορα από οποιοδήποτε άνθρωπο. Ένα από αυτά μπλόκαρε τη γροθιά του Χάλστεντ με τη μεταλλική του παλάμη, κι έτσι ο σωματώδης άντρας ούρλιαξε και διπλώθηκε κρατώντας το πονεμένο χέρι του.
«Φέρε το μαστίγιο μου».
Ένα ρομπότ έτρεξε πίσω από το νιπτήρα, τράβηξε το
γεμάτο κόμπους πλαστικό σκοινί και το έφερε στον
κύριό του.
Ο Θ. χτύπησε εύθυμα το ρομπότ και χαμογέλασε στο τρομοκρατημένο πλήθος των συγκρατουμένων του. Γλίστρησε το μαστίγιο ανάμεσα στα δάχτυλά του κι αισθάνθηκε ναρκωμένα τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού. Το κούνησε ανυπόμονα. «Τι συμβαίνει εκεί, κ. Χάλστεντ; Κάτι δεν πάει καλά με το χέρι σου; Δε θέλεις να μου σφίξεις το χέρι καλωσορίζοντάς το γυρισμό μου; Έλα, ας σφίξουμε τα χέρια». Ο τρόπος, που ο Χάλστεντ κουλουριάστηκε στο πάτωμα, ήταν τόσο αστείος, που ο Θ. αναγκάστηκε να σταματήσει την ομιλία του, για να ξεσπάσει σε γέλια.
«Ακούστε, κύριοι», είπε όταν ξαναβρήκε την αναπνοή του, «εξαιρετικοί φίλοι μου. Βλέπετε, η μηχανή λεει πως, ακόμα διατάζω εγώ εδώ μέσα. Αυτή η μικρή πληροφορία που της έδωσα για τον Κάρλσεν έκανε το θαύμα της. Μπουμ! Χο! Χο! Είναι καλύτερα για σας να με διασκεδάζετε, γιατί ακόμα υποστηρίζομαι, εκατό στα εκατό, από τη Μηχανή. Και συ γιατρέ!» Το αριστερό χέρι του Θ άρχισε να τρέμει ακυβέρνητο, και το κούνησε με δύναμη. «Προσπαθούσες να με αλλάξεις, ε; Τι έκανες για να με διορθώσεις;»
Ο γιατρός κρατούσε πίσω απ' την πλάτη του τα
χέρια του, αυτά που εγχείρησαν τον Θ. λες κι
έλπιζε πως έτσι θα τα προστάτευε. «Ακόμα κι αν
είχα προσπαθήσει, δεν θα κατάφερνα ν' αλλάξω
ολοκληρωτικά το χαρακτήρα σου - εκτός αν,
εξαντλώντας όλα τα περιθώρια, σε μετέτρεπα σε
φυτό. Αυτό μπορούσα να το είχα κάνει».
«Τώρα εύχεσαι να το είχες κάνει. Αλλά φοβόσουνα,
τι θα σου έκανε μετά η Μηχανή. Αλλά, ωστόσο,
προσπάθησες κάτι, έτσι;»
«Ναι, για να σώσω τη ζωή σου». Ο γιατρός ορθώθηκε.
«Ο τραυματισμός σου προκάλεσε μια σοβαρή και
σχεδόν συνεχή κρίση επιληψίας, η οποία δε
σταμάτησε ούτε με την αφαίρεση του αιματώματος
απ' τον εγκέφαλό σου. Έτσι διαίρεσα το 'corpus
colosoum' δηλαδή το μεσολόβιο».
Ο Θ χτύπησε ελαφρά το μαστίγιό του. «Τι σημαίνει αυτό;»
«Πρόσεξε! Το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου,
διευθύνει ουσιαστικά την αριστερή πλευρά του
σώματος. Ενώ το αριστερό ημισφαίριο, που είναι
και το επικρατέστερο στους περισσότερους
ανθρώπους, κυβερνά τη δεξιά πλευρά και σε αυτό
εδρεύουν τα κέντρα των αποφάσεων και της
Συμβολικής σκέψης».
«Ξέρω. Όταν παθαίνεις την κρίση, το αιμάτωμα
είναι στην αντίθετη πλευρά απ' την παράλυση».
«Σωστά». Ο γιατρός ύψωσε το πηγούνι του. «Θ,
μετάφερα τις νοητικές σου λειτουργίες απ' την
αριστερή πλευρά, στη δεξιά. Αυτό είναι αρκετά
απλό, και μπόρεσα να το κάνω. Είναι ένας παλιός,
αλλά αποτελεσματικός τρόπος για τη θεραπεία της
σοβαρής επιληψίας, και το καλύτερο που μπορούσα
να κάνω για σένα, εδώ μέσα. Μπορώ να πάρω όρκο γι'
αυτό, ακόμα και ορό αλήθειας -»
«Σκάσε! Θα σου κάνω ορό αλήθειας». Ο Θ τρέμοντας
βημάτισε μπροστά. «Τι πρόκειται να μου συμβεί;»
«Σα χειρούργος, μπορώ να πω μόνο, πως μπορείς
κάλλιστα να ζήσεις πολλά χρόνια ουσιαστικά
φυσιολογικής ζωής».
«Φυσιολογικής;» Ο Θ έκανε ένα βήμα υψώνοντας το
μαστίγιό του. «Γιατί μου έκλεισες το μάτι που
ήταν εντάξει, κι άρχισες να με φωνάζεις Θαδδαίο;»
«Αυτό ήταν δική μου ιδέα», διέκοψε ο γέρος με σπασμένη φωνή. «Σκέφτηκα πως - σ' έναν άνθρωπο σαν και σένα - έπρεπε να υπάρχει κάποιος, κάποια άλλη προσωπικότητα σαν τον Θαδ. Κάτω απ' την ψυχολογική βία που έχουμε εδώ, σκέφτηκα πως, ο Θαδ ίσως εμφανιζόταν στο δεξί σου ημισφαίριο, αν του δίναμε μια ευκαιρία. Αν σε πλήγωσα καθόλου, φταιω μόνο εγώ».
«Θα το κάνω». Αλλά ο Θ φαινόταν, προς το παρόν,
περισσότερο ενδιαφερόμενος να μάθει, παρά
εξοργισμένος. «Ποιος είναι αυτός ο Θαδδαίος;»
«Ιούδας Θαδδαίος», είπε ο γέρος. «Ήταν κάποιος
σύγχρονος του Ιούδα του Ισκαριώτη. Μια ομοιότητα
ονομάτων, αλλά -» Σήκωσε τους ώμους του
αποδοκιμαστικά.
Ο Θ ρουθούνισε ένα μοναδικό χαμογελάκι. «Νόμιζες ότι υπάρχει και καλό μέσα μου, ε; Δεν μπορούσε, παρά να εμφανιστεί κάποτε, ε; Γιατί; Θάλεγα πως είστε τρελοί - αλλά δεν είστε. Ο Θαδδαίος υπήρξε. Υπήρξε μες στο κεφάλι μου για λίγο. Ίσως να είναι ακόμα εκεί κάπου, κρυμμένος. Πως να τον βρω;»
Ο Θ σήκωσε το δεξί του χέρι κι έδειξε με το
δάχτυλό του τη γωνία του δεξιού του ματιού. «Α! Δε
μου αρέσει να πληγώνομαι' έχω πολύ ευαίσθητο
νευρικό σύστημα. Γιατρέ, πως γίνεται να είναι το
μάτι του Θαδδαίου στη δεξιά πλευρά, αφού όλα
διασταυρώνονται; Κι αν είναι το δικό του μάτι, πως
γίνεται κι αισθάνομαι ότι συμβαίνει σ' αυτό;»
«Το μάτι του είναι δεξιά, επειδή άλλαξα και τις
απολήξεις των οπτικών νεύρων. Είναι κάπως
πολύπλοκο -»
«Δεν πειράζει. Θα δείξουμε στο Θαδδαίο ποιος
είναι το αφεντικό. Μπορεί να παρακολουθήσει μαζί
με σας τους υπόλοιπους. Ε! Μπλάκυ, έλα δω. Έχουμε
αρκετό καιρό να παίξουμε εμείς οι δύο, έτσι δεν
είναι;»
«Όχι», ψιθύρισε η κοπέλα. Τύλιξε τα χέρια της
γύρω της, σχεδόν λιποθυμώντας. Αλλά περπάτησε
προς τον Θ. Δύο μήνες τώρα που ήταν σκλάβοι του,
έμαθαν πως η υπακοή ήταν ο εύκολος δρόμος.
«Σ' αρέσει αυτός ο αλήτης ο Θαδ, ε;» ψιθύρισε,
όταν η κοπέλα σταμάτησε μπροστά του. «Βρίσκεις το
πρόσωπό του εντάξει, ε; Πως σου φαίνεται το δικό
μου πρόσωπο; Κοίταξέ με!»
Ο Θ παρακολούθησε τ' αριστερό του χέρι να σηκώνεται και να χαϊδεύει το μάγουλο του κοριτσιού με τρυφερότητα και αγάπη. Έβλεπε πως, η κοπέλα ένιωθε το χέρι του Θαδδαίου στο τρομαγμένο της πρόσωπο. Ποτέ πριν δεν είχε κοιτάξει μ' αυτόν τον τρόπο τον Θ. Ο Θ ούρλιαξε και σήκωσε το μαστίγιο να τη χτυπήσει, μα το αριστερό του χέρι πετάχτηκε να αιχμαλωτίσει το δεξί καρπό, ακριβώς όπως ένα τερριέ σφίγγει στα σαγόνια του το φίδι.
Το δεξί χέρι του Θ εξακολουθούσε να κρατάει το
μαστίγιο, αλλά αισθάνθηκε τα κόκαλα του καρπού
του να τρίζουν. Τα πόδια του μπερδεύτηκαν μεταξύ
τους κι έπεσε. Προσπάθησε να φωνάξει βοήθεια, μα
το μόνο που κατάφερε να βγάλει, ήταν ένα
μούγκρισμα.
Τα ρομπότ του στέκονταν και τον παρακολουθούσαν.
Του φάνηκε πως πέρασε πολύς καιρός ως τη στιγμή
που το πρόσωπο του γιατρού ορθώθηκε πάνω του, κι
ένα μαύρο κάλυμμα τοποθετήθηκε απαλά στο
αριστερό του μάτι.
Τώρα καταλαβαίνω το πράγμα στο βάθος του και το δέχομαι. Στην αρχή ζήτησα απ' το γιατρό να μου αφαιρέσει το αριστερό μάτι. Συμφωνούσε κι ο γέρος, αναφέροντας πως, ένα κολασμένο μάτι πρέπει να αποβάλλεται, σύμφωνα με κάποια αρχαία Βίβλο Πιστών. Ένα μάτι θα ήταν ένα μικρό τίμημα, για να μπορέσω να απαλλαγώ από τον Θ.
Ο γιατρός όμως, μετά από πολλή σκέψη αρνήθηκε.
«Ο Θ είναι ο εαυτός σου», είπε στο τέλος. «Δε μπορώ
να τον εντοπίσω με το νυστέρι μου και να τον
αποκόψω, παρ' όλο που φαίνεται πως βοήθησα να
διαχωριστούν οι δύο εαυτοί σου. Τώρα ελέγχεις και
τις δύο πλευρές του κορμιού σου. Κάποτε τις
έλεγχε αυτός».
Ο γιατρός χαμογέλασε κουρασμένα. «Φαντάσου μια
επιτροπή από τρεις, μια τρόικα, μες στο κρανίο
σου. Ο ένας είναι ο Θαδδαίος, ο άλλος είναι ο Θ -
κι ο τρίτος είναι το άτομο, η δύναμη που δίνει την
αποφασιστική ψήφο. Εσύ. Δεν μπορώ να στο πω πιο
απλά».
Ο γέρος κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.
Τον περισσότερο καιρό τα καταφέρνω και χωρίς το κάλυμμα στο μάτι τώρα. Το διάβασμα και η ομιλία είναι ευκολότερα, όταν χρησιμοποιώ τον κατά πολύ επικρατέστερο αριστερό μου εγκέφαλο, κι εξακολουθώ να είμαι ο Θαδδαίος - ίσως επειδή το διάλεξα να είμαι ο Θαδδαίος. Ήταν λοιπόν, ένα τόσο απλό πράγμα;
Περιοδικά μιλάω με τη Μανιακή Μηχανή, που εξακολουθεί να εμπιστεύεται την άπληστη παρανομία του Θ. Θέλει να παραχαράξει αρκετά χρήματα, κέρματα και χαρτονομίσματα, για να πάρω μαζί μου σε μια αποστολή, σ' έναν υψηλού πολιτισμού πλανήτη. Και βασίζεται στο διαβολικό εαυτό μου, να παρασύρω εκεί τους κατοίκους και να τους κάνω να στραφούν ο ένας ενάντια του άλλου.
Αλλά αυτή η Μανιακή Μηχανή ή έχει πάθει ζημιές, και δεν μπορεί να παρακολουθεί τους κρατούμενους συνέχεια ή δε νοιάζεται. Με την ελευθερία που έχω να κινούμαι έλιωσα μερικά από στα ασημένια κέρματα, φτιάχνοντας ένα δαχτύλιο, τον οποίο αργότερα έψυξα, μετατρέποντάς τον έτσι, σε υπεραγωγό, σε ένα δωμάτιο κοντά στην άψυχη καρδιά της Μανιακής Μηχανής.
Ο Χάλστεντ μου λεει πως, χρησιμοποιώντας αυτό το δαχτύλιο, και φορτίζοντάς το με συνεχές ηλεκτρικό ρεύμα, θα μπορέσουμε να βάλουμε σε λειτουργία τον κινητήρα, κι έτσι η φυλακή μας, που είναι στην πραγματικότητα ένα μικρό διαστημόπλοιο, θα εκτοξευτεί, τρυπώντας απ' τα μέσα προς τα έξω τη Μανιακή Μηχανή. Μπορεί να καταφέρουμε να σωθούμε, μπορεί ναι να σκοτωθούμε όλοι.
Όσο όμως ζω εγώ, ο Θαδδαίος, κυβερνώ τον εαυτό μου κι είναι και τα δύο μου χέρια τρυφερά, όταν χαϊδεύουν μαύρα, μακριά μαλλιά.