Περιπλανώμενοι και Ταξιδευτές

Strugatsky Arcady
The Time Wanderers (1986)
με τον Boris Strugatsky

Μετάφραση: Αντώνης Αϊδίνης

Το νερό κάτω απ' την επιφάνεια δεν ήταν πολύ κρύο, κι όμως ένιωθα παγωνιά. Πάνω από μια ώρα τώρα, καθόμουν στο βυθό της λίμνης κάτω από την απότομη όχθη, γυρνώντας προσεκτικά το κεφάλι μου δεξιά κι αριστερά, κοιτάζοντας ερευνητικά ανάμεσα στις πρασινόχρωμες σκιές.

Έπρεπε να κάθεται κανένας απόλυτα ακίνητος, γιατί τα σεπτόποδα είναι ζώα πολύ ευαίσθητα και δύσπιστα κι ο παραμικρός ήχος ή απότομη κίνηση μπορεί να τα τρομάξει. Τότε, εξαφανίζονται και δεν έρχονται πίσω, παρά μόνο τη νύχτα - και τότε είναι καλύτερα να μην ανοίγεις δουλειές μαζί τους.

Ένα χέλι πέρασε στριφογυρίζοντας κάτω από τα πόδια μου και μια φανταχτερή ριγωτή πέρκα κολυμπούσε μπρος πίσω. Κάθε φορά που με προσπερνούσε, σταματούσε για να με κοιτάξει με τα στρογγυλά, άδεια της μάτια. Όταν έφυγε, ένα κοπάδι από μικρά, ασημένια ψάρια φάνηκε, και άρχισε να βόσκει σ' ένα σημείο, πάνω ακριβώς από το κεφάλι μου. Οι ώμοι και τα γόνατά μου είχαν μουδιάσει αρκετά από το κρύο, και άρχιζα να ανησυχώ μήπως κι η Μάσσα, κουρασμένη πια να με περιμένει, βουτούσε στο νερό να με σώσει.

Θα με περίμενε τώρα, καθισμένη ακριβώς στην άκρη της λίμνης, ανήσυχη κι έτοιμη να αρχίσει να με αναζητάει. Αυτή η εικόνα ήταν τόσο ξεκάθαρη στο μυαλό μου, που σχεδόν αποφάσισα να βγω έξω. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ένα σεπτόποδο έκανε την εμφάνισή του πίσω από κάτι υδρόβια φυτά, μόνον είκοσι βήματα μακριά από μένα.

Ήταν κάπως μεγάλο σεπτόποδο. Εμφανίστηκε ξαφνικά, αθόρυβο σα φάντασμα, με το γκρίζο σώμα του να τινάζεται προς τα εμπρός. Ο λευκωπός του μανδύας παλλόταν απαλά, με ένα σχεδόν ασθενικό τρόπο, ρουφώντας κι εκτοξεύοντας το νερό, ενώ το ίδιο το σεπτόποδο λικνιζόταν ελαφρά από πλευρά σε πλευρά, καθώς προχωρούσε. Τα πλοκάμια του, που θύμιζαν έντονα τις ξεφτισμένες άκρες κάποιου παλιού γκρίζου κουρελιού, ανέμιζαν από πίσω του, ενώ η στενή σχισμή του θολού ματιού του, μισοκαλυμένη απ' το βλέφαρο, έλαμπε ασθενικά στο χλωμό φως. Κολυμπούσε αργά, όπως συνήθως κάνουν την ημέρα, σα να ήταν υπνωτισμένο, και δεν είχε ιδέα που και γιατί πήγαινε.

Χωρίς αμφιβολία θα το ωθούσε κάποια σκοτεινή και πρωτόγονη παρόρμηση, σαν αυτές που κυβερνάνε τις κινήσεις των αμοιβάδων.

Σήκωσα αργά το όπλο που χρησιμοποιούσα για το μαρκάρισμα και σκόπευσα τη φουσκωμένη πλάτη του σεπτόποδου. Τα μικρά, ασημένια ψάρια τινάχτηκαν στο πλάι και εξαφανίστηκαν. Μου φάνηκε σα να κινήθηκε το βλέφαρο που κάλυπτε το μάτι του ζώου. Τράβηξα τη σκανδάλη και τινάχτηκα αμέσως από το βυθό, για να αποφύγω το καυστικό μελάνι.

Όταν κοίταξα ξανά, το σεπτόποδο δε φαινόταν πουθενά, ενώ το πυκνό γαλαζόμαυρο μελανώδες υγρό διαλυόταν στο νερό, στο βυθό της λίμνης. Ανέβηκα στην επιφάνεια και βγήκα στην ακτή.

Ήταν μια ζεστή, υπέροχη μέρα. Μια λεπτή, λευκή ομίχλη κρεμόταν πάνω από τη λίμνη κι ο ουρανός ήταν καθαρός και γαλάζιος. Λίγα γκρίζα σύννεφα είχαν αρχίσει μόνο να μαζεύονται πίσω από το δάσος. Κάποιος ξένος καθόταν στο γρασίδι μπροστά στη σκηνή μας. Φορούσε ένα ζωηρόχρωμο μαγιό και μια κορδέλα στο μέτωπό του. Ήταν ηλιοκαμένος κι έδινε την εντύπωση πολύ δυνατού ανθρώπου, σαν να μην είχε μυς, αλλά γερά σκοινιά κάτω από το δέρμα του.

Όρθια μπροστά του, με γαλάζιο μαγιό, στεκόταν η κόρη μου. Η όμορφή μου Μάσσα, με τα μαλλιά της να πέφτουν ελεύθερα πάνω στους λεπτούς της ώμους.

Όχι δεν περίμενε σκεπτική δίπλα στο νερό τον πατέρα της, όπως φανταζόμουν. Μιλούσε ζωηρά με εκείνον τον νευρώδη ξένο, χειρονομώντας και προσπαθώντας, όπως φαίνεται, να του εξηγήσει κάτι. Για μια στιγμή ένιωσα πληγωμένος που δεν πρόσεξε καθόλου την επανεμφάνισή μου.

Ο ξένος όμως με πρόσεξε. Γύρισε γρήγορα το κεφάλι του και με μελέτησε προσεκτικά' ύστερα χαμογέλασε και κούνησε το χέρι του. Η Μάσσα στράφηκε προς το μέρος μου και φώναξε χαρούμενα: «Α! Επιτέλους βγήκες»
Προχώρησα μέχρι το γρασίδι, έβγαλα τη μάσκα και σκούπισα το πρόσωπό μου. Ο ξένος συνέχισε να με περιεργάζεται χαμογελαστός.

«Πόσα σημάδεψες;» ρώτησε η Μάσσα μ' επίσημο ύφος.
«Ένα μόνο», αποκρίθηκα. Τα σαγόνια μου ήταν ακόμα μουδιασμένα από το κρύο.
«Ατυχία», είπε η Μάσσα. Με βοήθησε να βγάλω τη στολή των καταδύσεων κι έπειτα ξάπλωσα στο γρασίδι.

«Χθες σημάδεψε δύο σεπτόποδα», εξήγησε η Μάσσα, «και προχτές τέσσερα. Αν συνεχίσει έτσι, σε λίγο θα πρέπει να μετακινηθούμε σ' άλλη λίμνη». Πήρε μια πετσέτα κι άρχισε να με τρίβει. «Μοιάζεις με παγωμένη χήνα», είπε γελώντας. «Κι αυτός είναι ο Λεονίντ Αντρέιεβιτς Γκορμπόβσκυ, αστρο-αρχαιολόγος. Λεονίντ Αντρέιεβιτς, να σου γνωρίσω τον πατέρα μου, Στάνισλαβ Ιβάνοβιτς».

Ο Λεονίντ Αντρέιεβιτς κούνησε το κεφάλι του.
«Είστε παγωμένος;» ρώτησε. «Είναι όμορφα εδώ - καταπράσινο χορτάρι, ήλιος...»
«Θα συνέλθει σύντομα», είπε η Μάσσα, τρίβοντάς με με όλη της τη δύναμη.
«Γενικά, είναι εύθυμος τύπος. Μόνο που το νερό τον ξεπαγιάζει και...»

Θα πρέπει να είχε πει στον ξένο πολλά πράγματα για μένα και τώρα ανυπομονούσε να με βγάλει ασπροπρόσωπο. Ας κάνει ό,τι νομίζει, σκέφτηκα. Δεν μου έμενε καιρός να ασχοληθώ ο ίδιος - ήμουν αρκετά απασχολημένος προσπαθώντας να ξαναζεσταθώ.

«Η Μάσσα κι εγώ είχαμε κάπως ανησυχήσει για σας που βρισκόσαστε εκεί κάτω», είπε ο Γκορμπόβσκυ. «Θέλαμε μάλιστα να βουτήξουμε να σας βρούμε, μόνο που εγώ δεν ξέρω από αυτά. Υποθέτω πως δε θα μπορούσατε να φανταστείτε κάποιον που η δουλειά του να μην έχει καμία απολύτως σχέση με τις καταδύσεις».

Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα, και τώρα γύριζε στο πλάι, στηρίζοντας το κεφάλι του με το χέρι. «Θα πετάξω αύριο», είπε εμπιστευτικά. «Ένας θεός ξέρει πότε θα ξαναβρεθώ έτσι, ξαπλωμένος δίπλα στην όχθη μιας λίμνης, κι αν ποτέ ξαναβρώ την ευκαιρία να καταδυθώ με μια αυτόνομη συσκευή...»

«Εμπρός, λοιπόν, δοκίμασε», του πρότεινα.
Εξέτασε προσεκτικά την καταδυτική συσκευή και την άγγιξε με το ελεύθερο χέρι του.

«Ναι», είπε, και κύλησε πάλι ανάσκελα. Έβαλε τα χέρια του κάτω από το κεφάλι κι έμεινε έτσι να με κοιτά κάτω από τις λεπτές τους βλεφαρίδες. Υπήρχε κάτι πολύ γοητευτικό πάνω του. Δεν μπορώ να πω τι ακριβώς, ξέρω μόνο πως υπήρχε. Ίσως να ήταν τα μάτια του - που ήταν τόσο γεμάτα με εμπιστοσύνη και με μια υποψία θλίψης. Ή ίσως να ήταν τα αυτιά του που ξεπρόβαλαν με τόσο αστείο τρόπο πίσω από τη κορδέλα του μετώπου του. Αφού με κοίταξε όση ώρα χρειάστηκε να χορτάσει την καρδιά του, γύρισε το βλέμμα του σε μια γαλάζια λιβελούλη, που ισορροπούσε σε ένα φύλλο χόρτου.

Της μίλησε μαλακά: «Μικρή λιβελούλη, τι όμορφη που είσαι! Τόσο γαλανή... τόσο διάφανη... Περιμένεις εκεί ήσυχα να καταβροχθίσεις το θύμα σου...»
Τέντωσε το χέρι του, μα το έντομο πέταξε προς τα βούρλα. Ο Γκορμπόβσκυ την ακολούθησε με το βλέμμα για λίγο, κι ύστερα ξάπλωσε πάλι ανάσκελα στο γρασίδι.

«Πόσα περίπλοκα είναι όλα φίλοι μου», είπε στοχαστικά, κι η Μάσσα κάθισε αμέσως κάτω έτοιμη να ακούσει, με μάτια ορθάνοιχτα. «Πάρτε για παράδειγμα αυτή τη λιβελούλη. Τόσο τέλεια, τόσο χαριτωμένη και σε τόση αρμονία με τα πάντα! Καταβροχθίζει καμία μύγα, φέρνει στον κόσμο μερικούς απογόνους κι ύστερα είναι έτοιμη να πεθάνει. Όλα είναι λογικά, απλά και κομψά. Ούτε πνευματική σύγχυση, ούτε ερωτικές αναστατώσεις, ούτε αυτοσυνείδηση, ούτε σκοπός στη ζωή...»

«Είναι μόνο μια μηχανή», είπε ξαφνικά η Μάσσα, «μια ανιαρή, κυβερνητική μηχανή!»

Ωραία! Μα δεν ήταν λοιπόν έξυπνη η κορούλα μου; Παραλίγο να ξεσπάσω σε γέλια, μα κατάφερα να συγκρατηθώ πάνω στην ώρα - και μόνον ένας πνιγμένος καγχασμός ακούστηκε. Η Μάσσα με κοίταξε αποδοκιμαστικά.

«Ναι, είναι ανιαρή», συμφώνησε ο Γκορμπόβσκυ. «Αλλά φανταστείτε μόνο, σύντροφοι, μια γιγάντια λιβελούλη με άνοιγμα φτερών κάπου επτά μέτρα, με ένα δηλητηριώδες πρασινοκίτρινο χρώμα, που διακόπτεται από κόκκινες λουρίδες, και με ένα βρωμερό κατάμαυρο βλεννώδες υγρό να πέφτει από τα σαγόνια της...»

Σήκωσε τα φρύδια του και κοίταξε προς το μέρος μας περίεργα. «Ωραία, βλέπω πως έχετε αρκετά καθαρά στο μυαλό σας την εικόνα της. Παρόλο που ήμουν οπλισμένος, θυμάμαι που έτρεξα μακριά της σαν τρελός... Νομίζετε ότι έχουν τίποτα κοινό αυτές οι δύο λιβελούλες;»
«Η πράσινη λιβελούλη πρέπει να ανήκει σε άλλον πλανήτη, υποθέτω», ρώτησα.
«Ναι, φυσικά».
«Απ' την Πανδώρα;»
«Ακριβώς».
«Θέλετε να μάθετε τι κοινό έχουν;»
«Ναι».
«Μα είναι αρκετά ξεκάθαρο», είπα εγώ. «Οι διαδικασίες χειρισμού των πληροφοριών που διαθέτουν βρίσκονται στο ίδιο στάδιο ανάπτυξης. Οι αντιδράσεις τους κυβερνούνται από το ένστικτο».

«Λόγια», αναστέναξε εκείνος. «Δεν θέλω να σας προσβάλλω, μα αυτά δεν είναι παρά λόγια. Δε με βοηθάνε ούτε στο ελάχιστο. Η Αποστολή μου είναι να ανακαλύπτω ορισμένα ίχνη Λογικής στο Σύμπαν, μα κι εγώ ο ίδιος, δεν έχω ακόμα ξεκαθαρίσει τι είναι Λογική. Μου μιλούν συνέχεια για διαφορετικά στάδια ανάπτυξης των διαδικασιών χειρισμού πληροφοριών. Ξέρω πως αυτή η λιβελούλη κι εγώ βρισκόμαστε σε διαφορετικά στάδια, μα το ξέρω μόνο διαισθητικά. Βρίσκω, ας πούμε, μια φωλιά τερμιτών. Πως μπορώ να ξέρω αν κατασκευάστηκε από μια διάνοια ή όχι; Στον Λεονίντα βρήκαν ορισμένα κτίρια που δεν έχουν ούτε παράθυρα ούτε πόρτες. Αυτά είναι κατασκευάσματα όντων με νοημοσύνη; Τι πρέπει να ερευνώ; Ερείπια; Επιγραφές; Ή μήπως βρώμικα νύχια; Τι γνωρίζω για τα ίχνη που άλλα πλάσματα αφήνουν πίσω τους; Ας υποθέσουμε πως ο μοναδικός σκοπός τους στη ζωή είναι να καταστρέφουν, όπου συναντούν ατμόσφαιρες... Ποιός ξέρει; Ή να κατασκευάζουν δακτυλίους γύρω από πλανήτες... ή να διασταυρώνουν είδη ζώων... ή να δημιουργούν νέα ζωή. Απ' όσα ξέρω, αυτή η λιβελούλη μπορεί να είναι μια κυβερνητική μηχανή που πριν από πολλά χρόνια κάποιοι της έδωσαν τη δύναμη της αυτο-αναπαραγωγής. Δε μιλώ τώρα για τους ίδιους τους φορείς της Λογικής. Θα μπορούσες να περάσεις δεκάδες φορές δίπλα από κάποιο βρωμερό, γλοιώδες τέρας που λούφαζε μέσα στο χώμα, χωρίς καν να το προσέξεις, ενώ αυτό δεν ξεκολλάει από πάνω σου τα κίτρινα ολοστρόγγυλα μάτια του - και σκέπτεται: Τι ενδιαφέρον! Θα πρέπει να είναι νέο είδος! Θα ξαναγυρίσω εδώ πάλι κάποια μέρα, με μια οργανωμένη αποστολή και θα προσπαθήσω να πιάσω ένα...»

Σκέπασε με το χέρι τα μάτια του και άρχισε να μουρμουρίζει ένα τραγούδι. Η Μάσσα καθόταν κοιτάζοντάς τον και περιμένοντας να συνεχίσει. Περίμενα κι εγώ, ενώ σκεφτόμουν με συγκατάβαση, πόσο δύσκολο είναι να επεξεργάζεται κανένας ένα πρόβλημα που δεν έχει ακόμα καθοριστεί με σαφήνεια. Το να περιπλανιέται κανένας στα σκοτάδια μη βρίσκοντας ευχαρίστηση σ' αυτό που κάνει. Είχα ακούσει για αυτούς τους αστρο-αρχαιολόγους. Κανένας δεν τους παίρνει στα σοβαρά.

«Κι όμως στο Σύμπαν υπάρχει Λογική», είπε ξαφνικά ο Γκορμπρόβσκυ. «Δεν υπάρχει αμφιβολία γι αυτό. Μόνο που είναι αρκετά διαφορετική από ότι περιμένουμε, κι εμείς απλώς συνεχίζουμε να ψάχνουμε σε λάθος κατεύθυνση, μην έχοντας μια συγκεκριμένη ιδέα του τι ψάχνουμε να βρούμε...»
«Αυτό είναι αλήθεια», σκέφτηκα.
«Χωρίς συγκεκριμένη ιδέα, σε λάθος κατεύθυνση... όλη η υπόθεση είναι τρομερά παιδιάστικη. Προσπαθώντας να ανακαλύψεις τα ίχνη ιδεών που κάποτε αιωρούνται στον αέρα».
«Πάρτε, για παράδειγμα, τη Φωνή του Κενού Διαστήματος», συνέχισε.

«Έτυχε ποτέ να ακούσετε γι' αυτήν; Ίσως όχι. Κάπου πενήντα χρόνια πριν έγραφαν πολλά γι αυτό το θέμα, μα ύστερα τα παράτησαν - δεν μπορούσαν να ανακαλύψουν τίποτα. Έχουμε ακόμα μερικούς 'επιστήμονες' που, εξαιτίας της δικιάς τους τεμπελιάς ή αμορφωσιάς, υποστηρίζουν ένα είδος φτηνού ανθρωποκεντρισμού. Από κάπου κόλλησαν την ιδέα πως ο άνθρωπος είναι παντοδύναμος και δεν μπορούν να επιτρέψουν στους εαυτούς τους να παραδεχτούν πως είναι ανίκανοι να λύσουν το πρόβλημα της Φωνής. Έτσι νομίζουν πως είναι καλύτερα να λένε πως δεν υπάρχει καμία απολύτως Φωνή...»

«Μα, τι είναι η 'Φωνή του Κενού Διαστήματος';» ρώτησε χαμηλόφωνα η Μάσσα.

«Είναι ένα περίεργο φαινόμενο, που παρατηρείται σ' ορισμένα μέρη του Σύμπαντος. Αν ρυθμίσεις τον ασύρματο του διαστημοπλοίου σου για αυτόματο συντονισμό, αργά ή γρήγορα θα ακούσεις μια ήρεμη, αδιάφορη φωνή να επαναλαμβάνει ακατάπαυστα μια πρόταση, την ίδια πάντα, σε κάποια άγνωστη γλώσσα. Επί πολλά χρόνια την ελάμβαναν και πολλοί την έχουν ακούσει, μα δεν τους αρέσει να το συζητάνε... Δεν είναι, βλέπετε, και τόσο ευχάριστη εμπειρία. Φανταστείτε τον εαυτό σας σε ένα διαστημόπλοιο, μόνο στο παρατηρητήριο, κάπου αφάνταστα μακριά από τη Γη. Ο αιθέρας είναι ελεύθερος κι έτσι δεν υπάρχουν παράσιτα, μόνον ένας ασθενικός θόρυβος. Και ξαφνικά, ακούγεται η Φωνή. Όλοι οι άλλοι κοιμούνται και είστε ολομόναχος στο διάστημα μαζί της. Είναι πραγματικά τρομακτικό, σε κάνει να ανατριχιάζεις. Έχουν γίνει μερικές μαγνητοφωνήσεις της Φωνής. Πολλοί επιστήμονες προσπάθησαν να την αποκρυπτογραφήσουν, και μερικοί δεν τόχουν βάλει κάτω ακόμα, μα νομίζω πως χάνουν τον καιρό τους. Υπάρχουν και μερικά άλλα άλυτα προβλήματα επίσης, εκτός από τη Φωνή. Υπάρχουν άνθρωποι του διαστήματος που θα μπορούσαν να σας διηγηθούν πολλές ενδιαφέρουσες ιστορίες, μα δεν τους αρέσουν τα πολλά λόγια...»

Σταμάτησε και πρόσθεσε μ' ένα ύφος θλιμμένης επιμονής:

«Πρέπει να καταλάβετε πως δεν πρόκειται για κάποιο απλό ζήτημα. Δεν ξέρουμε καν τι να περιμένουμε. Μπορούμε να τους συναντήσουμε κάθε στιγμή, να σταθούμε πρόσωπο με πρόσωπο. Και, ξέρετε, μπορεί να αποδειχτούν πολύ ανώτεροί μας. Πολλά λέγονται για διαμάχες, γύρω από μια διαφορετική κατανόηση του τι είναι καλό και ανθρώπινο, μα δεν είναι αυτό που φοβάμαι. Φοβάμαι την ταπείνωση της ανθρωπότητας. Αν ήταν να συμβεί κάτι τέτοιο, θα είναι ένα τεράστιο συναισθηματικό σοκ. Είμαστε συνηθισμένοι να είμαστε τόσο περήφανοι για τους εαυτούς. Έχουμε δημιουργήσει ένα τόσο υπέροχο κόσμο, ξέρουμε τόσα πολλά, έχουμε ξεχυθεί στο αχανές Σύμπαν και το ανακαλύπτουμε, το εξερευνούμε σα να ήταν κάτι το ολότελα καινούριο, ενώ για εκείνους το Σύμπαν είναι η πατρίδα τους. Εκείνοι ζουν σ' αυτό εκατομμύρια χρόνια ακριβώς όπως εμείς ζούμε στη Γη κι ίσως η μόνη τους αντίδραση στην εμφάνισή μας να είναι μια απλή απορία: «Από που ξεφύτρωσαν αυτά τα παράξενα πλάσματα;»

Σταμάτησε ξαφνικά και σηκώθηκε όρθιος, προσέχοντας για να ακούσει κάτι. Ξαφνιάστηκα.
«Είναι κεραυνοί», είπε ήσυχα η Μάσσα. Τον κοίταξε με ανοιχτό στόμα. «Είναι κεραυνοί», επανέλαβε. «θα έχουμε θύελλα σύντομα...»
Εκείνος αφουγκραζόταν συνέχεια, ψάχνοντας προσεκτικά τον ουρανό με το βλέμμα.
«Όχι, δεν είναι κεραυνός», είπε στο τέλος, και κάθισε κάτω. «Είναι το επιβατικό διαστημόπλοιο της γραμμής. Δεν το βλέπετε εκεί πέρα;»

Μια λαμπερή λουρίδα από φως άστραψε ανάμεσα στα σκοτεινά σύννεφα κι εξαφανίστηκε. Ένας αμυδρός θόρυβος σαν κεραυνός ακούστηκε.
«Τώρα δεν έχω παρά να καθίσω εδώ και να περιμένω», είπε αόριστα.

Με κοίταξε με ένα βλέμμα ευχάριστο, γεμάτο λύπη κι έντονη προσδοκία. Την επόμενη στιγμή όλα εξαφανίστηκαν, χαλάρωσε, και τα μάτια του απέκτησαν και πάλι την πρώτη τους λάμψη της εμπιστοσύνης.

«Και πάνω σε τι δουλεύετε, Στανισλαβ Ιβάνοβιτς;» με ρώτησε.

Κατάλαβα πως ήθελε να αλλάξουμε θέμα κι άρχισα να του μιλώ για τα σεπτόποδα. Του είπα πως τα ζώα αυτά ανήκουν στην υπο-ομοταξία των διβραγχίων κεφαλόποδων μαλακίων και αντιπροσωπεύουν μια ειδική και άγνωστη ως προς τα τώρα φυλή της τάξεως των χταποδιών. Έχουν τα ακόλουθα αποκλειστικά χαρακτηριστικά: ατροφικό τρίτο αριστερό πλόκαμο που συνδέεται με τον τρίτο δεξιό εκτοκοδυλεδοναλικό πλόκαμο, τρεις σειρές μυζητήρων σε κάθε πλόκαμο, μια εξαιρετική ισχυρή φλεβική καρδιά και τέλεια έλλειψη θόλου. Του εξήγησα ακόμα πως διαθέτουν ένα πυκνό και πολύ εξελιγμένο νευρικό σύστημα, που ξεχωρίζει τα σεπτόποδα από όλους τους άλλους αντιπροσώπους της οικογένειας των κεφαλόποδων.

Υπάρχουν ορισμένες πρόσθετες λεπτομέρειες, μικρότερης σημασίας, που δεν άξιζαν να τις αναφέρω. Τα σεπτόποδα ανακαλύφθηκαν αρκετά πρόσφατα, όταν ορισμένα από αυτά εμφανίστηκαν στις ανατολικές και νοτιοανατολικές ακτές της Ασίας.

Ένα χρόνο αργότερα βρέθηκαν στις εκβολές των ποταμών Μεκόωγκ, Γιανγκτσέ, Χουάνγκ Χο και Αμουρ, καθώς και σε ορισμένες μικρές λίμνες που βρίσκονταν σε αρκετή απόσταση από την ακτή, όπως για παράδειγμα, αυτή εδώ η λίμνη. Αυτό είναι πολύ εκπληκτικό, γιατί τα κεφαλόποδα δε μπορούν να ζήσουν χωρίς αλάτι, και έτσι τείνουν να αποφεύγουν ακόμα και τα αρκτικά νερά με τη χαμηλή περιεκτικότητα σε αλάτι. Και σχεδόν ποτέ δεν βγαίνουν στην ξηρά. Ενώ, τα σεπτόποδα, νιώθουν άνετα στα γλυκά νερά, όπως αυτής της λίμνης, και δεν φοβούνται να βγουν κι έξω στις όχθες. Ανεβαίνουν σε βάρκες και σκαρφαλώνουν σε γέφυρες, ενώ αρκετά πρόσφατα δύο από αυτά βρέθηκαν σε ένα δάσος κάπου τριάντα χιλιόμετρα από εδώ...

Η Μάσσα δεν άκουγε. Τα είχε ακούσει όλα αυτά δεκάδες φορές πριν. Πήγε στη σκηνή και γύρισε πίσω, κουβαλώντας τον ασύρματό μας. Τον ρύθμισε για αυτόματο συντονισμό και προσπαθούσε φανερά να πιάσει τη Φωνή.

Ο Γκορμπόβσκυ, πάντως, έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

«και ήταν αυτά τα δύο ζώα ζωντανά;» ρώτησε.

«Όχι, βρέθηκαν νεκρά. Βλέπετε, το δάσος είναι προστατευμένη ζώνη και τα σεπτόποδα είχαν δεχτεί επίθεση και μισοφαγωθεί από αγριογούρουνα. Ηταν όμως ζωντανά, όταν ήταν τριάντα χιλιόμετρα μακριά από τη λίμνη. Η κοιλότητα του χιτώνα τους βρέθηκε γεμάτη από υγρά υδρόβια φυτά. Είναι πιθανό να διατηρούν νερό με αυτό τον τρόπο τα σεπτόποδα για τις μετακινήσεις τους στην ξηρά. Θα πρέπει να πήγαιναν από αυτές τις λίμνες προς το εσωτερικό, με μια νότια κατεύθυνση. Θα πρέπει να σημειωθεί, πως όλα τα σεπτόποδα που έχουν πιαστεί, είναι ανήλικα αρσενικά. Ούτε ένα θηλυκό ή μικρό. Πιθανόν αυτά να μη μπορούν να ζήσουν στο γλυκό νερό ή να βγουν στην ξηρά».

«Όλα αυτά έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον», συνέχισα, «γιατί κατά κανόνα τα ζώα της θάλασσας, μόνο κατά την περίοδο της αναπαραγωγής αλλάζουν τόσο δραστικά τον τρόπο ζωής τους. Εκείνη την εποχή το μεταναστευτικό τους ένστικτο τα ωθεί να μετακινηθούν προς άγνωστα μέρη. Αλλά με τα σεπτόποδα αυτά, κάτι τέτοιο πρέπει να αποκλειστεί τελείως. Κάποιο άλλο ένστικτο τα καθοδηγεί, περισσότερο αρχαίο και ισχυρό. Μας απασχολεί κυρίως τώρα το πρόβλημα των μεταναστεύσεων.

Γι' αυτό ακριβώς κάθομαι σε αυτή τη λίμνη δέκα ώρες την ημέρα. Σήμερα σημάδεψα ένα. Αν σταθώ τυχερός, θα σημαδέψω ένα - δυο ακόμα πριν σκοτεινιάσει. Τη νύχτα γίνονται πολύ επιθετικά και ορμούν ενάντια σε οτιδήποτε προσπαθεί να τα πλησιάσει, ακόμα κι αν είναι άνθρωποι. Μα αυτό μόνο τη νύχτα».

Η Μάσσα είχε πια ανοίξει στην πλήρη του ένταση τον ασύρματο και φαινόταν να απολαμβάνει το θόρυβο.
«Χαμήλωσέ το λίγο, Μάσσα», της ζήτησα.
Εκείνη συμμορφώθηκε.

«Ώστε τα σημαδεύετε», είπε ο Γκορμπόβσκυ. «Τι παράξενο! Και με τι; αν επιτρέπεται;»

«Με γεννήτριες υπερήχων», είπα τραβώντας το γεμιστήρα από το όπλο του σημαδέματος και δίνοντάς του μια αμπούλα. «Τα μαρκάρουμε με αυτές τις 'σφαίρες'. Στο εσωτερικό των 'σφαιρών' υπάρχει μια γεννήτρια, που μπορεί να ακουστεί μέσα στο νερό, σε απόσταση κάπου είκοσι - τριάντα χιλιομέτρων».

Πήρε την αμπούλα και την εξέτασε προσεκτικά. Το πρόσωπό του πήρε μια γερασμένη, λυπημένη έκφραση.
«Έξυπνο», μουρμούρισε, «πολύ έξυπνο. Και τόσο απλό...»

Συνέχισε να τη στριφογυρίζει στα δάχτυλα του, ύστερα την άφησε στο γρασίδι και σηκώθηκε όρθιος. Περπάτησε αργά και αβέβαια ως τα ρούχα του, πήρε το παντελόνι του κι ύστερα στάθηκε ακίνητος, κρατώντας το αφηρημένος στα χέρια του.

Τον κοιτούσα με κάποια αγωνία. Η Μάσσα κρατούσε το όπλο του μαρκαρίσματος, ανυπόμονη να εξηγήσει πως δούλευε. Κοιτούσε και εκείνη τον Γκορμπόβσκυ, με τις γωνίες των χειλιών της να πέφτουν θλιμμένα προς τα κάτω. Είναι ευαίσθητο παιδί, κι έχω παρατηρήσει αρκετές φορές πως, το πρόσωπό της τείνει να πάρει την ίδια έκφραση που έχει κι εκείνος που κοιτάζει.

Ύστερα, μιλώντας με φωνή σιγανή, γεμάτη ειρωνεία, ο Γκορμπόβσκυ είπε: «Είναι αληθινά πολύ αστείο, για να πω την αλήθεια... Τέτοια αναλογία! Για αιώνες ζούσαν στα βάθη των θαλασσών και μόλις τώρα ήρθαν στην επιφάνεια και βγήκαν έξω, σε έναν άγνωστο και εχθρικό κόσμο... Τι τα σπρώχνει να συνεχίσουν; Κάποιο αρχαίο σκοτεινό ένστικτο, λετε;

Ή μια μέθοδος χειρισμού πληροφοριών που έχει φτάσει στο στάδιο της έντονης περιέργειας; Ασφαλώς και θα ήταν καλύτερο γι' αυτά τα πλάσματα να έμεναν στην πατρίδα τους τα αλμυρά νερά, μα κάτι τα αναγκάζει να αναζητούν περιπέτειες στην ξηρά...»

Σήκωσε το σώμα του κι άρχισε να φορά το μακρύ, παλιάς μόδας παντελόνι του, χοροπηδώντας αδέξια στο ένα πόδι.
«Πέστε μου, Στανισλάβ Ιβάνοβιτς, τα κεφαλόποδα αυτά δεν είναι απλά πρωτόγονα κεφαλόποδα, έτσι δεν είναι;»
«Ασφαλώς, όχι», αποκρίθηκα.

Μα εκείνος δεν άκουγε. Είχε στραφεί προς τον ασύρματο και τον κοιτούσε. Ακούγονταν κάτι ισχυρά, μα κάπως δυσαρμονικά σήματα, σαν τις παρεμβολές που προκαλούνται από τη λειτουργία μιας εγκατάστασης ακτινών Χ. Η Μάσσα άφησε κάτω το όπλο του μαρκαρίσματος.

«6,08», είπε, μοιάζοντας απορημένη. «Θα πρέπει να είναι κανένας υπηρεσιακός σταθμός».
Ο Γκορμπόβσκυ άκουγε τα σήματα με μάτια κλειστά και κεφάλι ελαφρά γερμένο προς το πλάι.
«Όχι», είπε στο τέλος, «δεν είναι υπηρεσιακός σταθμός. Είμαι εγώ».
«Τι;»
«Ναι, είμαι εγώ που εκπέμπω τα σήματα, εγώ, ο Λεονίντ Αντρέιεβιτς Γκορμπόβσκυ».
«Για πιο λόγο;»
Γέλασε λίγο. Ήταν ένα θλιμμένο γέλιο. «Ρωτήστε με τίποτα άλλο», είπε, «πολύ θάθελα κι εγώ να το ξέρω αυτό».

Φόρεσε το πουκάμισό του. «Γιατί, γυρνώντας από την κανονική τους πτήση αριθμός ΕΝ 101 - ΕΝ 2657, τρεις πιλότοι και τα διαστημόπλοιά τους έγιναν πηγές ραδιοκυμάτων μήκους 6,083 μέτρων;»
Μείναμε σιωπηλοί. Σταμάτησε για μια στιγμή, κι ύστερα έσκυψε να δέσει τα σανδάλια του.

«Μας εξέτασαν γιατροί. Μας εξέτασαν φυσικοί». Τεντώθηκε όρθιος και τίναξε από το παντελόνι του την άμμο και τα μικρά χορταράκι. «Κι όλοι τους καταλήξανε στο συμπέρασμα πως ήταν αδύνατο. Θα μπορούσε να γελάσει κανένας μέχρι τρέλας, βλέποντας τα απορημένα τους πρόσωπα. Εμείς όμως, δεν είχαμε καμία τέτοια διάθεση. Ο Τόλυα Ομπόζοφ αρνήθηκε να πάρει την άδεια του και γύρισε στην Πανδώρα. Είπε πως προτιμούσε να εκπέμπει σήματα όσο γινόταν πιο μακριά από τη Γη. Ο Βαλκεστάιν πήγε να δουλέψει σε έναν υποβρύχιο σταθμό.. Μόνο εγώ έμεινα εδώ, τριγυρίζοντας εδώ και εκεί και εκπέμποντας. Ενώ όλον αυτόν τον καιρό περιμένω κάτι να συμβεί. Δεν ξέρω ακριβώς τι, μα με τρομάζει. Είμαι ταυτόχρονα γεμάτος προσδοκίες και φόβο. Με καταλαβαίνετε;»

«Δεν ξέρω», είπα αμφίβολα, κοιτάζοντας με την άκρη του ματιού μου τη Μάσσα.

«Έχετε δίκιο», είπε, καταλαβαίνοντας τον υπαινιγμό μου. Πήρε τον πομποδέκτη από τα χέρια της Μάσσα και τον σήκωσε ως το αυτί του. «Κανένας δεν ξέρει. Συνεχίζεται για ένα μήνα τώρα χωρίς διακοπή, και τα σήματα δε φαίνονται να εξασθενίζουν. 'Γουά... Γουή... Γουά... Γουή' - έτσι, μέρα και νύχτα. Αδιάφορο αν είμαστε ευτυχισμένοι ή λυπημένοι, πεινασμένοι ή χορτάτοι, αδιάφορο αν δουλεύουμε ή τριγυρνάμε άσκοπα. 'Γουά... γουή...' συνέχεια. Το Ταριέλ πάντως εκπέμπει λιγότερο. 'Τάριελ' λένε το πλοίο μου. Έχει παροπλιστεί προς το παρόν. Έτσι, για κάθε ενδεχόμενο. Τα σήματά του όμως, παρεμβάλλονται σε κάποιες εκπομπές που κατευθύνονται προς την Αφροδίτη, κι αυτό ενοχλεί τους χειριστές. Όλο και στέλνουν διαμαρτυρίες. Αύριο θα το πάρω κάπου μακριά...» Σηκώθηκε όρθιος και χτύπησε με τα χέρια τα πλευρά του. «Λοιπόν, είναι καιρός να πηγαίνω. Αντίο! Σας εύχομαι καλή τύχη. Αντίο, Μασένκα! Μην αρχίσεις να πονοκεφαλιάζεις έτσι μικρή που είσαι, γι' αυτά που έλεγα. Είναι πολύ μπερδεμένα για σένα».

Κούνησε τα χέρια του, έκανε ένα νεύμα και απομακρύνθηκε. Έμοιαζε αδέξιος, με τα πολύ μακριά πόδια του. Καθώς προσπερνούσε τη σκηνή μας, σταμάτησε για μια στιγμή κι είπε: «Θα πρέπει να είστε πιο διακριτικός με αυτά τα σεπτόποδα, ξέρετε. Αυτά τα σημαδέματά σας ίσως να γίνονται αιτία σοβαρών ανωμαλιών για τα πλάσματα...»

Έφυγε. Έμεινα για λίγο ξαπλωμένος μπρούμυτα στο γρασίδι, ύστερα έριξα μια ματιά στη Μάσσα. Παρακολουθούσε με το βλέμμα τον Γκορμπόβσκυ. Ήταν φανερό, πως ο Λεονίντ Αντρέιεβιτς της είχε κάνει βαθιά εντύπωση. Δεν ίσχυε όμως αυτό για μένα. Δεν είχα στο ελάχιστο ανησυχήσει μ' εκείνες τις σκέψεις του για τους Φορείς της Παγκόσμιας Λογικής, που θα ήταν πολύ ανώτεροί μας. Αν ήταν. Για μένα, όσο πιο ανώτεροι αποδεικνύονταν, τόσο λιγότερες πιθανότητες υπήρχαν να μπούμε στο δρόμο τους. Θα είμαστε σαν τα μικρά ψάρια, που εύκολα ξεγλιστρούν από τα μεγάλα ανοίγματα των διχτυών. Όσο για την περηφάνια, την ταπείνωση, το συναισθηματικό σοκ... Ίσως να τα ξεπερνούσαμε αυτά, κάπως. Είμαι σίγουρος, πως θα τα ξεπερνούσαμε.

Το γεγονός όπως ανακαλύπτουμε και μελετάμε ένα Σύμπαν που από καιρό τους είναι γνωστό, που από καιρό κατοικείται από αυτούς, δε σημαίνει τίποτα. Δεν έχουμε ακόμα προσαρμοστεί τέλεια στο Σύμπαν! Για μας δεν είναι, παρά ένα ακόμα μέρος της φύσης που ζητάμε να ανακαλύψουμε και να ερευνήσουμε, αδιάφορο πόσο ανώτεροι μπορεί να είναι για μας... Είναι ξένοι, κι αυτό είναι όλο. Πάντως, ας το δούμε καθαρά, αν ήταν να με σημαδέψουν όπως εγώ σημαδεύω τα σεπτόποδα...

Κοίταξα το ρολόι μου κι ανακάθισα. Ήταν ώρα να αρχίσω δουλειά ξανά. Κράτησα τον αριθμό της τελευταίας αμπούλας, έλεγξα την καταδυτική συσκευή κι ύστερα πήγα προς τη σκηνή, όπου βρήκα τον υπερηχητικό εντοπιστή και τον τοποθέτησα στην τσέπη του μαγιό μου.

«Δος μου ένα χέρι, Μάσσα», είπα, κι άρχισα να τραβώ τη συσκευή κατάδυσης. Η Μάσσα καθόταν μπροστά στον ασύρματο κι άκουγε το σταθερό 'γουά... γουή...'. Ήρθε κοντά μου και με βοήθησε με τη συσκευή. Ύστερα βουτήξαμε κι οι δύο. Αναψα τον εντοπιστή κάτω από το νερό. Τα σήματα άρχισαν να ηχούν - τα σημαδεμένα μου σεπτόποδα περιπλανιόνταν υπνωτισμένα γύρω στη λίμνη. Αντάλλαξα μια ματιά όλο σημασία με τη Μάσσα και ξεκίνησα.

Εκείνη έφτυσε λίγο νερό, τράβηξε προς τα πίσω τα βρεγμένα μαλλιά από το μέτωπό της κι είπε: «Κι όμως, θα πρέπει να υπάρχει κάποια διαφορά ανάμεσα σε ένα διαστημόπλοιο κι ένα γλοιώδη σάκο με υδρόβια φυτά...»

Της είπα να περιμένει στην ακτή, και βούτηξα. Όχι, αν ήμουν στη θέση του Γκορμπόβσκυ, δε θα ήμουν τόσο ανήσυχος. Δεν είναι να τα πάρει κανένας στα σοβαρά, και το ίδιο ισχύει για όλες τις αστρο-αρχαιολογικές του ανοησίες. Ίχνη ιδεών... Συναισθηματικό σοκ. Πιο πιθανό είναι να μην προσέξει κανένας την ύπαρξη του άλλου. Γιατί να νοιάζονται για μας, στο κάτω - κάτω;